*-*

Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2020

Καί ὅμως εἶναι Ἄνοιξη...


Καί ὅμως εἶναι Ἄνοιξη, 
καί οἱ κρίνοι θροΐζουν στό βοριά καί φωνάζουν ἀντιστέκομαι.  
Ἀκόμη καί ἡ ἀνθόσπαρτη πεδιάδα τοῦ Οὐρανοῦ, 
συγκύπτουσα ἀπό τήν ἀγωνία, 
κείτεται μέ ὡραιότητα, μετέωρη στή γῆ,  
νά σφαγιάζει την ἀπέλπιδα καταπακτή τής θλίψης, 
πού πλακώνει τίς ἀνοχύρωτες ψυχές, 
νά μᾶς  πεταλουδίζει ζωντανούς,  πιστούς,  
παιανίζοντας ἀσίγαστους  πόθους ἀέρινης ἀμέριμνης ἐλευθερίας.  
Ὅλα τριγύρω μας γιά αἰῶνες ἀντιστέκονται στήν Δόξα τῆς Φωνῆς πού τά διόρισε ὡς συντροφιά στόν ἄνθρωπο.  

SCRIPTA MANENT

Σάββατο, 29 Φεβρουαρίου 2020

ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΣΥΓΧΩΡΕΣΗΣ

ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΣΥΓΧΩΡΕΣΗΣ Τη μέρα της Αποκριάς όλοι μαζεύονταν στης γιαγιάς το σπίτι. Κι αυτή -πρώτη φορά- δεν τους καρτερούσε στην πόρτα. Στεκόταν ορθή στη μέση του οντά, επιβλητική και δεσποτική μορφή και τους περίμενε έναν έναν να περάσουν από μπροστά της. Πρώτα οι γιοι, ύστερα οι νύφες, στο τέλος τ’ αγγόνια, με σειρά ηλικίας, σεμνή πομπή, κατά πως ταίριαζε στην περίσταση. Της φιλούσαν το χέρι σιωπηλοί κι ύστερα αγκαλιάζονταν αναμεταξύ τους και συγχωρνιούνταν, για όσα είχαν κάμει, για όσα είχαν πει. Ενωνόταν πάλι η οικογένεια, έκλειναν οι ρωγμές της έχθρας κι έμπαιναν με καθάρια την καρδιά, δίχως κακίες και μικρότητες, στη Σαρακοστή που ξημέρωνε. Το βράδυ έβγαιναν όλοι στην πλατεία του χωριού. Έπιναν, εύχονταν, χόρευαν και γελούσαν γύρω απ’ τη μεγάλη φωτιά που έκαιγε τα κρίματα κι όλα όσα σαν σκιές πλανιόντουσαν απάνω στη ζωή τους. Κι όσο η φλόγα θέριευε κι έφτανε ίσαμε τον ουρανό, γινόταν δρόμος νοητός, στράτα που ένωνε δυο κόσμους. Τον ταπεινό κι ασήμαντο των θνητών μ’ εκείνον του Θεού, του σπλαχνικού Πατέρα που ήξερε ν’ ανοίγει αγκαλιά και να γαληνεύει την ψυχή σαν γύρευε συγχώρεση από Εκείνον, απ’ το συνάνθρωπο, απ’ τον εαυτό της. Μεγάλο πράμα η μετάνοια. Σαν ρούχο καινούργιο που το φοράς, όταν πετάς από πάνω σου τ’ αποφόρια που σου βαραίνουν την ψυχή. Τελετουργία εξιλέωσης η μέρα της Αποκριάς στον τόπο μου, μου ‘μαθε- δίχως να το καταλαβαίνω τότε- ότι για να πλησιάσεις τον άνθρωπο, φτάνει να του απλώσεις το χέρι ναι να προφέρεις μια λέξη. Ότι για να σ’ ακούσει ο Θεός, φτάνει να σηκώσεις τα μάτια ψηλά και να τον αναζητήσεις.

Τετάρτη, 1 Ιανουαρίου 2020

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ ΣΕ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ.

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ. ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ. 
Έν πρώτοις νά ευχαριστήσουμε τόν Θεό πού μάς αξίωσε νά εισέλθουμε σέ έναν ακόμη νέο ενιαυτό  καί νά μάς δοθεί ή ευκαιρία γιά φώτιση.  Σάς εύχομαι όλα τά καλά , υγεία , χαρά , αγάπη καί όμορφη νά είναι ή διαδρομή τού 2020.


Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2019

Φώτης Κόντογλου: οἱ ἑλληνικές γιορτές καί τά ἁγνά ἔθιμά μας.

"Αθάνατη ελληνική φυλή! Φτωχή μα αρχοντομαθημένη".

Τα Χριστούγεννα, τα Φώτα, η Πρωτοχρονιά, κι άλλες γιορτές, για πολλούς ανθρώπους δεν είναι καθόλου γιορτές και χαρούμενες μέρες, αλλά μέρες που φέρνουνε θλίψη και δοκιμασία. Δοκιμάζονται οι ψυχές εκείνων που δεν είναι σε θέση να χαρούνε, σε καιρό που οι άλλοι χαίρουνται. 

Παρεκτός από τους ανθρώπους που είναι πικραμένοι από τις συμφορές της ζωής, τους χαροκαμένους, τους αρρώστους, οι περισσότερο, πικραμένοι, είναι εκείνοι που τους στενεύει η ανάγκη να γίνουνε τούτες τις χαρμόσυνες μέρες ζητιάνοι, διακονιαρέοι. Πολλοί απ’ αυτούς μπορεί να μη δίνουνε σημασία στη δική τους ευτυχία, μα γίνουνται ζητιάνοι για να δώσουνε τη χαρά στα παιδιά τους και στ’ άλλα πρόσωπα που κρέμουνται απ’ αυτούς. Οι τέτοιοι κρυφοκλαίνε από το παράπονό τους κι’ αυτοί είναι οι πιο μεγάλοι μάρτυρες, που καταπίνουνε την πίκρα τους μέρα νύχτα, σαν το πικροβότανο.

Ίσα-ίσα αυτές τις αγιασμένες μέρες που θα’πρεπε να σμίξουνε πιο κοντά οι άνθρωποι συναμεταξύ τους, «να περιπτυχθώσιν αλλήλους», ίσια ίσια αυτές τις μέρες αποξενώνουνται περισσότερο ο ένας από τον άλλον, χωρίζουνται σε δύο στρατόπεδα ολότελα ξένα τόνα στ’ άλλο, σχεδόν εχθρικά.

Από τη μια μεριά είναι οι ευτυχισμένοι οι καλοπερασμένοι, οι καλότυχοι, κι από την άλλη μεριά είναι οι δυστυχισμένοι κι οι παραπεταμένοι. Αναμεσά τους «χάσμα μέγα εστήρικται» κατά τις γιορτές. Κανένα γεφύρι δεν ενώνει τις δυο ακροποταμιές, ενώ τις άλλες μέρες έρχουνται σε περισσότερη συνάφεια. Οι πλούσιοι κι όσοι έχουνε τον τρόπο τους κάνουνε, αλλοίμονο! το παν για να επιδείξουνε τα πλούτη και τα αγαθά τους στους λιμασμένους. Κι’ αυτό γίνεται στ’ όνομα του Χριστού, που γεννήθηκε πάμφτωχος μέσα στο παχνί! Για την γέννηση του φτωχού Χριστού δεν γιορτάζουνε οι φτωχοί σαν και Κείνον, μα γιορτάζουνε οι πλούσιοι, που παίρνουνε για αφορμή την πτώχεια του για να δείξουνε τα πλούτη τους. Μα άραγε, ανάμεσα σε δυστυχισμένους μπορεί να νοιώση κανένας ευτυχισμένον τον εαυτό του;

Μονάχα ένας αναίσθητος μπορεί να νοιώσει τέτοια ευτυχία. Όσο για κείνον που θέλει να επιδείξη στον πεινασμένον και στον στερημένον την ελεεινή του αυτή ευτυχία, αυτός είναι αληθινό κτήνος. Και μ’ όλα ταύτα, υπάρχουνε πολλοί τέτοιοι ανάμεσά μας, στα χρόνια μας, ένω ήτανε σπάνιοι στα παλαιότερα. Είναι κι’ αυτό ένα από τα ωραία που μας έφερε ο μέγας πολιτισμός από τα μεγάλα κέντρα!

Οι γιορτές οι δικές μας σταθήκανε πάντα θρησκευτικές, και γι’ αυτό είχανε κάποιον άλλο χαρακτήρα από τις γιορτές που γιορτάζουνε άλλα έθνη, προπάντων σήμερα, που χωρίς κάποιες αυτοσχεδιασμένες σκηνοθεσίες χωρίς καμμιά σημασία για το πνεύμα του ανθρώπου. Σ’ αυτές τις ψευτογιορτές ξαμολούνται όλα τα βάρβαρα και εγωιστικά πάθη του ανθρώπου, που κυττάζει μονάχα την ευχαρίστηση της σάρκας. Ενώ οι δικές μας γιορτές, επειδή, όπως είπα, έχουνε τη ρίζα τους στη θρησκεία, ήτανε σεμνές, πνευματικές, ώστε να μη σκανδαλίζουνε τους φτωχούς, όσο είναι μπορετό σε σαρκικούς ανθρώπους. Οι πλούσιοι κι οι νοικοκυραίοι αποφεύγανε να πληγώσουνε τους φτωχότερους, και νοιώθανε την ανάγκη να τους ζεστάνουνε και κείνους, στέλνοντας κρυφά στα σπίτια τους διάφορα δώρα, με τρόπο, ώστε να μη τους ταπεινώσουνε, κι έτσι η διαφορά να φαίνεται όσο μπορούσε λιγότερη.

Έτσι μορφωθήκανε τα έμορφα και αγνά έθιμά μας, με ψαλμωδίες που τις λένε ακόμα τα παιδιά στους δρόμους και στα σπίτια, με καμπάνες, με έμορφα αισθήματα, με σεμνές διασκεδάσεις, με εύχροστη συναναστροφή, που δένουνε μεταξύ τους τους ανθρώπους περισσότερο, παρά που τους χωρίζουνε. Μα ο υλισμός κι ο λύκος της αναισθησίας μολεύει σιγά σιγά αυτές τις καλές γιορτές μας, που πολύ έμορφα τις παρομοιάζανε οι αρχαίοι πρόγονοί μας με σταθμούς για να ξεκουραζόμαστε στον μονότονο δρόμο της ζωής μας, λέγοντας: «Βίος ανεόρταστος μακρά οδός απανδόκευτος», που θα πη, «Ζωή δίχως γιορτή, είναι σαν τον μακρύ τον δρόμο τον δρόμο που δεν έχει πανδοχείο να ξεκουραστής».

Κάποιοι μοντερνοποιημένοι κάνουνε τον βαρύ και τον θετικό, τον κύριο που δεν έχει αισθηματολογίες, και λένε πως αυτά είναι αναχρονισμοί κι αδιαφόρετα πράγματα. Αυτοί για μένα είναι ξερίχια ψυχικά, παγωμένες ερημιές, δίχως αγάπη, δίχως χαρά, μα δίχως πόνο. Γιατί χαρά και πόνος είναι δεμένα. Οι τέτοιες ψυχές είναι πάντα νεκρά βουνά του φεγγαριού. Ωστόσο, κάτι τέτοιοι «ορθολογιστές» και «θετικισταί», ξετρελλαίνονται για κάποιες ανόητες ξενόφερτες φέστες και για κάτι μοντέρνα γλέντια που ρεζιλεύουνε τον άνθρωπο, φτάνει που γίνονται κατά το κοσμοπολίτικο μοντέλο που βρίσκεται στα «μεγάλα κέντρα του εξωτερικού». Αυτοί δεν θέλουνε τίποτα από τα δικά μας, που τα λένε όλα «βλάχικα, φτωχικά, ανάξια για ανθρώπους που ξέρουνε τον κόσμο». Τίποτα ελληνικό δεν βρίσκει έλεος στα μάτια αυτών των κουφιοκέφαλων, ακατάδεχτων κι όπως πρέπει κυρίων, που χοτροπηδάνε, ωστόσο, σαν τρελλοί, με τα τσέρκια στο λαιμό, φτάνει που ήρθανε απ’ έξω, από κεί «που ξέρει ο κόσμος να απολαμβάνη τη ζωή»! Τι να πούμε κι εμείς οι άλλοι, τα βλαχάκια, τα φτωχαδάκια, που μας νανούριζε η μάνα μας με τα παραπονετικά τραγούδια της στην κούνια μας, και τώρα δακρύζουμε σαν ακούμε τα τροπάρια και τα κάλαντα, που μας ενώνουνε με τους αγαπημένους μας που περάσανε από τον τόπο μας πριν από μας;

Αδέρφια μου. Φυλάξτε τα ελληνικά συνήθεια μας, γιορτάστε όπως γιορτάζανε οι πατεράδες σας, και μη ξεγιελιώσατε με τα ξένα κι άνοστα πυροτεχνήματα. Οι δικές μας οι γιορτές αδελφώνουν τους ανθρώπους, τους ενώνει η αγάπη του Χριστού. Μην κάνετε επιδείξεις.«Ευφρανθήτε εορτάζοντες». Ακούστε τι λένε τα παιδάκια που λένε τα κάλαντα: «Και βάλετε τα ρούχα σας, εύμορφα ενδυθήτε, στην εκκλησίαν τρέξετε, με προθυμίαν μπήτε, ν’ ακούσετε με προσοχήν όλην την υμνωδίαν, και με πολλήν ευλάβειαν την θείαν λειτουργίαν. Και πάλιν σαν γυρίσετε εις το αρχοντικόν σας, ευθύς τραπέζι στρώσετε, βάλτε το φαγητόν σας. Και τον σταυρόν σας κάνετε, γευθήτε, ευφρανθήτε. Δόστε και κανενός φτωχού «όστις να υστερήται». Αθάνατη ελληνική φυλή! Φτωχή μα αρχοντομαθημένη, βασανισμένη, μα χαρούμενη και καλόκαρδη περισσότερο από τους ευτυχισμένους της γης, που τους μαράζωσε η καλοπέραση.

Ναι, αδερφοί μου Έλληνες, χαίρετε μαζί με κείνους που χαίρουνται και κλαίτε μαζί με κείνους που κλαίνε, και σ’ αυτή μονάχα θα βρήτε ανακούφιση. Δίνετε στους άλλους απ’ ό,τι έχετε. Το παραπάνω απ’ ότι έχει κανένας ανάγκη, το κλέβει από τον άλλον. «Μακάριον το διδόναι μάλλον, ή λαμβάνειν».

Πολλοί από σας θα’χουνε ίσως περισσότερο από μένα το δικαίωμα να μου πούνε αυτά που λέγω εγώ σε σας. Δεν είμαι «ο ποιήσας και διδάξας», αλλοίμονό μου! Μα για να μη σκανδαλισθή κανένας πως τα λόγια μου είναι ολότελα κούφια, στενεύομαι να πω πως προσπαθώ να μην είμαι ολότελα «ο δάσκαλος που δίδασκε και νόμο δεν εκράτει».

Δεκέμβριος 1958

(Φώτης Κόντογλου, “ ΤΟ ΦΟΒΕΡΟΝ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ”)

ΠΗΓΗ

Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2019

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ Μ΄ΕΝΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΧΡΙΣΤΟΨΩΜΟ.

Ή παράδοση τού Χριστόψωμου-Πώς φτιάχνεται σέ όλη τήν Ελλάδα




Χ
ριστόψωμο, κουλούρα:ψωμί που έχει τις ρίζες του στους εορταστικούς άρτους και τις αναίμακτες θυσίες της αρχαιότητας οι οποίες μέσω της αναλογικής μαγείας προσπαθούσαν να επηρεάσουν την καλή πορεία της χρονιάς. Θεωρείται λοιπόν μεγάλης σημασίας. Γι’ αυτό είτε είναι ένα σκέτο ψωμί είτε έχει μυρωδικά ή είναι ένα γλυκό ψωμί με βούτυρο ή ελαιόλαδο, ξύσματα εσπεριδοειδών, μπαχαρικά κ.α., πάντα παρασκευάζεται με τα καλύτερα υλικά και ζυμώνεται με προσοχή.


Το σχήμα του ποικίλει, άλλοτε είναι καρβέλι άλλοτε κουλούρα ανοιχτή ή κλειστή και άλλες φορές ψήνεται σε ταψί. Πάντα όμως έχει στολίσματα και σύμβολα. Αν στις μέρες μας έχουν περιοριστεί στο σταυρό και στα μισοφέγγαρα, παλιότερα ήταν ανάλογα των ειδικών δραστηριοτήτων κάθε οικογένειας και των εθίμων της περιοχής. Γεωργικά εργαλεία, στάχυα, πρόβατα, βοσκοί εμφανίζονταν ανάλογα με την περίπτωση ως πλουμίδια ζύμης πάνω στο ψωμί.
Από τα πιο εντυπωσιακά Χριστόψωμα αυτού του είδους είναι τα Σαρακατσάνικα.
Οι Σαρακατσάνοι πιστεύουν ότι τα Χριστούγεννα είναι η κατ’ εξοχήν ποιμενική γιορτή γιατί ο Χριστός γεννήθηκε ανάμεσα σε βοσκούς και πρόβατα. Έτσι λοιπόν τα Χριστόψωμά τους φέρουν ολόκληρες παραστάσεις με ποιμενικές σκηνές.

Και στην Αιτωλία κεντούσαν την περιφέρεια του χριστόψωμου με βελανόκουπες και έδιναν στα κεντήματα ονόματα: sπίτι, γίδια κ.λ.π. (Λουκόπουλος Δ., σελ. 20) Ένα εντυπωσιακό στόλισμα των χριστόψωμων είναι το φίδι. Μέχρι πριν μερικές δεκαετίες, οι άνθρωποι σε πολλές αγροτικές περιοχές προστάτευαν το φίδι που έμπαινε στο σπίτι γιατί πίστευαν ότι είναι το αγαθό πνεύμα που προστάτευε την οικογένεια . Η επιβίωση της αρχαίας δοξασίας για τον οικουρό και χθόνιο όφι- γιατί περί αυτής πρόκειται- εμφανίζεται και στα στολίδια των Χριστόψωμων των Κρητικών, των Σαρακατσάνων κ.α.

Σε άλλα μέρη στολίζουν το ψωμί των Χριστουγέννων με μαργαρίτες και μισοφέγγαρα, ενώ σε περιοχές της Λευκάδας στη μέση του Χριστόψωμου φτιάχνουν με ζύμη ένα μικρό ανθρωπάκι, τον Χριστό. 
Αλλού πάλι είναι στολισμένο με καρύδια και σησάμι ή απλά είναι σφραγισμένο στη μέση με τη μεγάλη σφραγίδα και στις άκρες με μικρότερες (Μ. Ασία). Στην Κέρκυρα βρίσκει κανείς την κολομπίνα σε σχήμα περιστεριού, Χριστόψωμο που έμαθαν οι Κερκυραίοι από τους Ενετούς.
Καθώς πρόκειται για ένα ψωμί ανάλογο των αρχαίων αναίμακτων θυσιών, το χριστόψωμο έχει τελετουργική κοπή. 
Στη Ρούμελη ο παπάς περνούσε από κάθε σπίτι και μαζί με τα μέλη της οικογένειας σήκωνε το ύψωμα, ένα πιάτο που είχε ένα πρόσφορο και σιτάρι.Ύστερα έπαιρνε το Χριστόψωμο, το έβαζε στο κεφάλι του και το πίεζε μέχρι να σπάσει στα δυο. ‘Αν το μεγαλύτερο μέρος πέσει κατά το δεξί του χέρι, μαντεύει πως εκείνο το χρόνο θα γίνουν πιο πολλά σιτάρια, αν πέσει κατά το αριστερό του χέρι, λέει πως θα γίνουν πιο πολλά καλαμπόκια.’ (Λουκόπουλος Δ., Γεωργικά της Ρούμελης, σελ. 172). 
Στη Κοζάνη ο άρτος που ύψωνε ο παπάς είχε σχήμα σταυρού.
Σε πολλές περιοχές το χριστόψωμο κόβεται με το χέρι, για να μη μπει κακό στο σπίτι, ή για να μην τραυματισθεί ο νεογέννητος Χριστός. Και παντού μοιράζεται από τον νοικοκύρη του σπιτιού.



Εκτός από το Χριστόψωμο, σε ολόκληρη την Ελλάδα συνήθιζαν να ζυμώνουν και άλλα εορταστικά ψωμιά. Ο σταυρός είναι ένα ψωμί σε σχήμα σταυρού, αρωματισμένο με κόλιαντρο ή μαραθόσπορο. Στο κέντρο του υπάρχει σφραγίδα. Ορισμένοι το διακοσμούν βάζοντας στις απολήξεις του άσπαστα καρύδια ή αμύγδαλα. Σχεδόν πάντα είναι πασπαλισμένο με σησάμι, σύμβολο αφθονίας και γονιμότητας. Κόβεται την παραμονή των Χριστουγέννων, αλλά και την παραμονή της Πρωτοχρονιάς ή την παραμονή των Φώτων.

Τα παιδιά έχουν το δικό τους μερίδιο στα ψωμιά των Χριστουγέννων.
Στη Δυτική Μακεδονία π.χ. ζύμωναν μικρά ψωμάκια για τα παιδιά που έλεγαν τα κάλαντα.


Στη Κοζάνη τα κόλιαντα φτιάχνονταν με τη ζύμη του ψωμιού και ήταν ζωόμορφα, ανθρωπόμορφα ή με ό,τι άλλο σχήμα μπορούσε να επινοήσει η νοικοκυρά. Το πρώτο πάντα ήταν ένα κουλουράκι με ένα σταυρό στη μέση. Ήταν το κόλιαντο της Παναγιάς και το άφηναν στο εικονοστάσι μέχρι την επόμενη χρονιά. (Γεύσεις από παλιά Κοζάνη, σελ. 145-7)


Και στη Κρήτη τα αρτίδια αυτά ήταν ζωόμορφα ή τα έπλαθαν σε σχήμα ποδιών και χεριών, τα χεράκια και τα ποδαράκια του μικρού Χριστού.
Στην Αιτωλία ζυμώνουν μικρά παιδιά, τις κουτσούνες και στη Λευκάδα, κυρίως για τα κορίτσια, τις Βλαχούλες ή Μπαλούμπες. Βλαχούλες ζυμώνουν και στην Τήνο και για τα αγόρια αξιωματικούς. (Φλωράκης Αλ., Τήνος, σελ. 75)


Στην Κύπρο πούλλες, ανθρωπούδκια, αβκωτές με άσπρα αυγά κ.α. Κολιαντίνες μικρές κουλούρες σε σχήμα όμικρον, οκτώ κλειστό και οκτώ ανοιχτό προορίζονται για τα παιδιά, στην Ήπειρο.

Στη Θράκη και στη Μακεδονία φτιάχνουν κλίκια (από το Βυζαντινό κιλίκιον), μικρά ψωμάκια με άσπρο αυγό και τα στολίζουν με χαράγματα από ψαλίδι ή χτένα. Μια κουλούρα πλουμισμένη με καρύδια, αμύγδαλα και ένα άσπρο αυγό έστελναν και οι νονοί στα βαφτιστήρια τους. Γιατί όταν μπαίνει αυγό στα Χριστόψωμα είναι πάντα άσπρο.

Το Χριστόψωμο προσφέρεται και ως δώρο. Ακόμα και σήμερα οι επισκέπτες του Χριστουγεννιάτικου γεύματος δωρίζουν Χριστόψωμα στην οικοδέσποινα. Παλιότερα οι αρραβωνιασμένες κοπέλες έστελναν τέτοια ψωμιά στους αρραβωνιαστικούς τους. Από ένα τόσο σημαντικό ψωμί δεν αποκλείονται οι φτωχοί και όσοι έχουν ανάγκη. Ένα από τα πρώτα κομμάτια ξεχωρίζεται μέχρι τις ημέρες μας για τον πρώτο ζητιάνο ή τον ξένο που θα κτυπήσει την πόρτα. Δεν αποκλείονται ούτε οι νεκροί. 
Στη Λέσβο, ανήμερα τα Χριστούγεννα μοίραζαν στους φτωχούς Χριστόψωμα για τις ψυχές των πεθαμένων. (Νικήτας Π., Το Λ. Μηνολόγιο, σελ. 157).» (Μαριάνα Καβρουλάκη, Η γλώσσα της γεύσης, σελ. 303-305, εκδ. Άσπρη Μέρα)
πηγη:argiro.gr/via historyofgreekfood.wordpress.com
ΑΠΟ ΕΔΩ

Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2019

ΟΙ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΙ.

Οι άγγελοι είναι δημιουργήματα του Θεού. Σε σχέση με τους ανθρώπους είναι ανώτεροι στη γνώση, απαλλαγμένοι από τα πάθη, άϋλοι και ασώματοι, όχι όμως απολύτως γιατί παντογνώστης, απαθής, άϋλος, ασώματος, πανταχού παρών είναι μόνον ο Θεός. Είναι δεύτερα φώτα νοερά, τα οποία λαμβάνουν το φωτισμό τους από το πρώτο και άναρχο φως, το Θεού. Στο χριστιανισμό είναι πνευματοϋλικές υπάρξεις λεπτόσωμες και επιτελούν το έργο της δόξας και του ύμνου του Θεού. Συχνά προς ωφελεία των ανθρώπων έρχονται σε επαφή με αυτούς. Στην παράδοση μας έχει σχηματιστεί η εικόνα της ύπαρξης των αγγέλων ως νεανίες με φτερά αλλά και ιεροπρέπεια, με τη μορφή ενός επουρανίου στρατεύματος.
Ο Mιχαήλ είναι ο πιο ένδοξος και λαμπρός ταξιάρχης των ασωμάτων Δυνάμεων. Όταν ο Εωσφόρος λόγω της υπερηφάνειας του εξεγέρθηκε κατά του Θεού, θέλησε να βάλει τον θρόνο του στον ουρανό και να γίνει όμοιος με το Θεό. Τον ακολούθησε ένα τάγμα Αγγέλων, το οποίο και αυτό αποσκίρτησε από το Θεό εξαιτίας της υπερηφάνειας του. Τότε εξέπεσαν και διώχτηκαν από τον ουρανό μαζί με τον αρχηγό τους τον Διάβολο. Και έγιναν όλοι τους σκοτεινοί αντί φωτεινοί. Δαίμονες αντί Άγγελοι.
Τότε ο μέγας αυτός αρχάγγελος Μιχαήλ, βλέποντας την ελεεινή έκπτωση των Αγγέλων , κατάλαβε την αιτία της πτώσης τους, και για αυτό με την υποταγή και την ταπείνωση την οποία έδειξε στο Δεσπότη Θεό, διεφύλαξε τόσον την δική του δόξα και λαμπρότητα, όσο και την δόξα των άλλων Αγγελικών ταγμάτων. Για την υποταγή του και την ταπείνωση αυτή, διορίστηκε από το Θεό Παντοκράτορα να είναι ο πρώτος των Αγγελικών τάξεων.
Κατά την περίοδο εκείνη ο αρχάγγελος Μιχαήλ συγκέντρωσε και ένωσε τις τάξεις των Αγγέλων, και φώναξε σ' αυτούς το "Πρόσχωμεν. Ήτοι ας προσέξωμεν και ας εννοήσωμεν, τι έπαθον ούτοι οι εκπεσόντες δαίμονες διά την υπερηφανίαν τους, οίτινες προ ολίγου ήτον μαζί με ημάς Άγγελοι. Kαι ας στοχασθώμεν τι μεν είναι ο Θεός, τι δε είναι ο Άγγελος. O μεν γαρ Θεός, είναι Δεσπότης και Δημιουργός ημών των Aγγέλων. Hμείς δε οι Άγγελοι, είμεθα δούλοι και κτίσματα του Θεού''. Και έτσι ύμνησε και δόξασε τον Θεό Παντοκράτορα, αναφωνώντας εκείνον τον θείο και αγγελικό ύμνο με όλους τους Αγγέλους, «Άγιος, Άγιος, Άγιος Kύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης αυτού». Αυτή λοιπόν τη σύναξη των αγγέλων εορτάζουμε στις 8 Νοεμβρίου.
Μαζί με τον Αρχάγγελο Μιχαήλ εορτάζεται και ο Αρχάγγελος Γαβριήλ.
Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ έφερε την χαρμόσυνη είδηση στην Θεοτόκο, ότι θα γεννήσει από Πνεύμα Άγιο τον Yιό και Λόγο του Θεού. Αυτός παρουσιάστηκε στο όραμα του Ιωσήφ και του είπε να μη φοβηθεί, αλλά να παραλάβει τη Mαριάμ ως γυναίκα του, επειδή το παιδί που θα γεννήσει προέρχεται από Πνεύμα Άγιο. Αυτός παρουσιάστηκε και στους ποιμένες και τους έφερε την είδηση ότι γεννήθηκε ο Σωτήρας του κόσμου Xριστός. Και αυτός σε όραμα είπε στον Ιωσήφ να πάρει το Θείο Βρέφος και την Μητέρα του και να φύγει στην Αίγυπτο. Και πάλι αυτός ξαναείπε στον Ιωσήφ να επιστρέψει στην πατρίδα του.
Πολλοί από τους ιερούς μελετητές και ασματογράφους γνωματεύουν, ότι ο θείος Γαβριήλ ήταν ο Άγγελος ο οποίος κύλισε την βράχο από το μνημείο του Ιησού. Και αυτός ήταν που έφερε το μήνυμα στις Μυροφόρες για την Ανάσταση του Κυρίου. Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ ήταν αυτός που υπηρέτησε το Μυστήριο της ένσαρκης οικονομίας του Θεού Λόγου από την αρχή ως το  τέλος. Για αυτό και η Εκκλησία του Χριστού αποφάσισε να συνεορτάζει μαζί τους δύο Αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ, και να επικαλείται την χάρη και τη βοήθεια τους.
 Η Σύναξη των Αρχιστράτηγων Μιχαήλ και Γαβριήλ στις 8 Νοεμβρίου. Την ημέρα αυτή είναι και η εορτή της Πολεμικής μας Αεροπορίας. Τηρώντας την αρχαία παράδοση, η Εκκλησία τελεί την εορτή της συνάξεως των αρχιστράτηγων Μιχαήλ και Γαβριήλ και όλων των επουρανίων δυνάμεων σε ανάμνηση της αποστασίας του σατανά.


Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2019

Ή δημοτική ποίηση καί τό τραγούδι.

Η ποίηση γενικά διακρίνεται σε προσωπική και απρόσωπη.
Στην προσωπική ποίηση ανήκουν όλα τα ποιητικά κείμενα που έχουν γραφεί από γνωστούς δόκιμους ποιητές (π.χ. Κάλβος, Σολωμός, Παλαμάς, Καβάφης, Σικελιανός, Σεφέρης, Ελύτης κ.ά.).
Στη λεγόμενη απρόσωπη ποίηση ανήκουν όλα τα ποιητικά κείμενα για τα οποία δεχόμαστε καταρχήν ότι δημιουργός τους είναι ο λαός. Τα ποιητικά κείμενα αυτής της κατηγορίας, που ο αρχικός τους δημιουργός παραμένει άγνωστος και ανώνυμος και τα αποδίδουμε στη λαϊκή ποιητική δημιουργία, τα ονομάζουμε, γενικά, δημοτικά τραγούδια.
Ένα δημοτικό τραγούδι (π.χ. ένα μοιρολόι ή ένα κλέφτικο) είναι δυνατό να μας έχει παραδοθεί σε διάφορες μορφές. Έτσι, πολλά δημοτικά τραγούδια μπορεί να έχουν το ίδιο θέμα ή να αναφέρονται στο ίδιο πρόσωπο, αλλά να παρουσιάζονται με διαφορετικές μορφές. Αυτές τις διαφορετικές μορφές τις ονομάζουμε παραλλαγές.
Τα δημοτικά τραγούδια μπορούμε να τα χωρίσουμε σε τρεις μεγάλες κατηγορίες:
α) στην πρώτη κατηγορία κατατάσσουμε όλα τα δημοτικά τραγούδια που αναφέρονται γενικά στο λεγόμενο δημόσιο βίο (π.χ. ακριτικά, κλέφτικα, θρήνοι για την άλωση πόλεων κτλ.)
β) στη δεύτερη κατηγορία κατατάσσουμε όσα δημοτικά τραγούδια αναφέρονται σε εκδηλώσεις και συνήθειες του ιδιωτικού βίου (π.χ. της ξενιτιάς, μοιρολόγια, νανουρίσματα, της αγάπης κτλ.)
γ) στην τρίτη κατηγορία εντάσσονται οι λεγόμενες παραλογές, που αποτελούν από μόνες τους μιαν ιδιότυπη και ξεχωριστή μορφή δημοτικών τραγουδιών.

Τα δημοτικά τραγούδια παρουσιάζουν ορισμένα ιδιαίτερα μορφολογικά χαρακτηριστικά. Τα κυριότερα από αυτά είναι τα εξής:
α) Τα περισσότερα δημοτικά τραγούδια, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, είναι γραμμένα σε μέτρο ιαμβικό, δηλαδή μια άτονη και μια τονισμένη συλλαβή (- -΄) και σε στίχο δεκαπεντασύλλαβο, που χωρίζεται σε δύο ημιστίχια (το πρώτο είναι οκτασύλλαβο, το δεύτερο επτασύλλαβο ) π.χ. ο στίχος από μακριά τη χαιρετά κι από κοντά της λέγει χωρίζεται ως εξής:ωρίζεται ως εξής:

Α
πό
μα
κριά
τη
χαι
ρε
τά
κι α
πό
κο
ντά
της
λέ
γει
-
-
-
-
-
-
-
-
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
α' ημιστίχιο
β' ημιστίχιο

γ) Κανονικά η ομοιοκαταληξία είναι στοιχείο που δε χαρακτηρίζει τα δημοτικά τραγούδια. Σπάνια και σε ορισμένα μόνο είδη δημοτικών τραγουδιών, όπως είναι λ.χ. τα λιανοτράγουδα, θα συναντήσουμε το φαινόμενο της ομοιοκαταληξίας.
π.χ. Εδώ είσαι σκλάβα του πασά, / σκλάβα των Αρβανίτων
δ) Στα δημοτικά τραγούδια, ο κάθε στίχος εκφράζει κανονικά ένα πλήρες και ολοκληρωμένο νόημα, χαρακτηρίζεται δηλαδή ο κάθε στίχος και από συντακτική αυτοτέλεια και από νοηματική πληρότητα.
π.χ. Ο Χάρος έτρωγε ψωμί, κι η κόρη τον κερνούσε.


Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις που η αρχή και το χαρακτηριστικό γνώρισμα «στίχος και νόημα» παραβιάζεται (ιδιαίτερα όταν ο στίχος περιέχει κλητική προσφώνηση),
π.χ. 'Ηλιε μου και τρισήλιε μου και κοσμογυριστή μου
ε) Η γλώσσα των δημοτικών τραγουδιών είναι ιδιαίτερα δραστική, ζωντανή και παραστατική. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η ποιητική εκφραστική στηρίζεται κυρίως στην πληθωρική χρήση του ρήματος και του ουσιαστικού,
π.χ. Κατέβηκε, αγκαλιάστηκαν κι απέθαναν κι οι δύο
στ) Σε πολλά δημοτικά τραγούδια συναντάμε το χαρακτηριστικό γνώρισμα των άστοχων ερωτημάτων,
π.χ. Μήνα σε γάμο ρίχνονται, μήνα σε χαροκόπι;


ζ) Ένα άλλο χαρακτηριστικό είναι οι σταθεροί εκφραστικοί τρόποι που, καθώς χρησιμοποιούνται αναλλοίωτοι από ποίημα σε ποίημα, αποτελούν πλέον τα λεγόμενα εκφραστικά μοτίβα.
η) Ιδιαίτερο επίσης χαρακτηριστικό των δημοτικών τραγουδιών είναι ο λεγόμενος παμψυχισμός: όλα δηλαδή τα άψυχα (βουνά, ποτάμια, δέντρα κτλ.) αποκτούν φωνή και συμπεριφέρονται ως ανθρώπινες οντότητες,
π.χ. Ο Όλυμπος κι ο Κίσσαβος, τα δυο βουνά μαλώνουν.
 αγάπης, Νανουρίσματα.
• Ιστορικά: αναφέρονται σε ιστορικά γεγονότα γενικού ενδιαφέροντος για το έθνος ή εγκωμιάζουν και εκφράζουν το θαυμασμό ενός προσώπου ή μιας οικογένειας, ενός τόπου και των ανθρώπων του.
• Γνωμικά: προτρέπουν, συμβουλεύουν κααι δίνουν μια κοσμοαντίληψη του λαού. Στα γνωμικά εκφράζονται λαϊκές θέσεις για το θάνατο, την αξία της ζωής, την οικογενειακή αγάπη κ.α.
• Κλέφτικα: ηρωικά τραγούδια που γεννήθηκαν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και έχουν για θέμα τους τη ζωή, τα κατορθώματα και τις άλλες αρετές των κλεφτών και των αρματολών.

• Της ξενιτιάς: έχουν για θέμα τους τα βάσανα και τις ανάγκες της ζωής που επιβάλλουν το ξερίζωμα από την πατρική γη, καθώς και την αδυναμία προσαρμογής στον ξένο τόπο. Σ’ αυτά τα τραγούδια ακατάβλητη είναι η ελπίδα της επιστροφής. Ο πόνος της ξενιτιάς είναι βαρύς· βαρύτερος τότε, αν υπολογιστούν οι δυσκολίες της μετακίνησης στα παλιότερα χρόνια και η διάλυση πολλών σχέσεων. Γι’ αυτό κι ο τόνος των τραγουδιών αυτών είναι τόνος θανάτου.
• Νανουρίσματα: συνθέτονται αποκλειστικά από γυναίκες, όταν χορεύουν στην αγκαλιά τους τα παιδιά ή τ’ αποκοιμίζουν στην κούνια τους. Δε συνοδεύονται από μουσικά όργανα.

Στα διηγηματικά, ανάλογα με το θέμα τους έχουμε τις εξής ομάδες: ακριτικά, παραλογές.
• Ακριτικά: λέγονται τα τραγούδια που αφηγούνται τους άθλους, τις περιπέτειες και τη γενναιότητα των ακριτών του Βυζαντίου. Τα περισσότερα ακριτικά αναφέρονται στο Διγενή, στις ανδραγαθίες, τους έρωτες και το θάνατό του.
• Παραλογές: Οι παραλογές αποτελούν μια ιδιαίτερη κατηγορία δημοτικών τραγουδιών. Έχουν όλα τα γνωρίσματα που διακρίνουν γενικά τη δημοτική ποίηση. Παράλληλα, όμως, παρουσιάζουν και ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, με τα οποία ξεχωρίζουν από τις άλλες κατηγορίες δημοτικών τραγουδιών. Συγκεκριμένα, οι παραλογές, ως ιδιαίτερη κατηγορία δημοτικών τραγουδιών παρουσιάζουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:
α) Είναι συνήθως πολύστιχα ποιήματα με αφηγηματικό και επικολυρικό χαρακτήρα. Από την άποψη αυτή, πλησιάζουν κάπως και συγγενεύουν με τα ακριτικά τραγούδια. Ορισμένες μάλιστα φορές, δεν είναι και τόσο ευδιάκριτα τα όρια μεταξύ των παραλογών και των ακριτικών τραγουδιών.
β)
 Ως αφηγηματικά τραγούδια αναπτύσσουν ένα μύθο (=μια υπόθεση, μια ιστορία) που εξελίσσεται σταδιακά και έχει όλα τα γνωρίσματα και τα στοιχεία της αφηγηματικής ποιητικής γραφής: αρχή και δέση του μύθου, σταδιακή εξέλιξη και κορύφωση και, τέλος, λύση.
γ) Αντλούν το περιεχόμενό τους από αρχαίους ελληνικούς μύθους, από νεότερες παραδόσεις, από διάφορα δραματικού χαρακτήρα κοινωνικά περιστατικά, από την ιστορική μνήμη, ή έχουν υπόθεση εντελώς πλαστή.

δ) Παρουσιάζουν έντονα παραμυθιακά και εξωλογικά στοιχεία, δηλαδή στοιχεία που η λογική μας δεν τα δέχεται ως πραγματικά και φυσικά.
ε) Παρουσιάζουν το χαρακτηριστικό της αφηγηματικής πυκνότητας στην πλοκή του μύθου, με αποτέλεσμα να διακρίνονται από έναν γρήγορο και γοργό ρυθμό στην όλη ροή και εξέλιξη του μύθου.
στ) Διαφέρουν ριζικά από άλλα αφηγηματικά τραγούδια, γιατί η υπόθεσή τους παρουσιάζει στοιχεία έντονης δραματικότητας.
Όλα αυτά τα στοιχεία και τα χαρακτηριστικά μπορεί κανείς εύκολα να τα διαπιστώσει και να τα επισημάνει στις δύο καλύτερες παραλογές: «Του Νεκρού αδελφού» και «Του γεφυριού της Άρτας».

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.


Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.


Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια

ΤΟ ΚΑΚΟ ΜΑΤΙ

Πολλοί Έλληνες, ιδίως στην επαρχία, πιστεύουν ότι ένα άτομο μπορεί να "ματιάσει" ένα άλλο είτε από φθόνο είτε από υπερβολικό θαυμασμό. Ο "ματιασμένος" νοιώθει άσχημα σωματικά και ψυχολογικά. Για να αποφύγουν το κακό μάτι, όσοι πιστεύουν σε αυτό φοράνε ένα μπλε ματόχαντρο ή ένα μπλε βραχιόλι. Οι προληπτικοί και όσοι πιστεύουν στη βασκανία δηλώνουν ότι το μπλε χρώμα διώχνει το κακό μάτι. Παραδόξως όμως πιστεύουν ότι οι γαλανομάτες είναι αυτοί που κυρίως "ματιάζουν". Εκτός από το ματόχαντρο, ένας άλλος τρόπος για να προστατευθεί κανείς από το κακό μάτι είναι να κρεμάσει σε μια γωνία του σπιτιού του σκόρδα. Οι Έλληνες πιστεύουν ότι το σκόρδο (όπως και τα κρεμμύδια) έχει και άλλες θεραπευτικές ιδιότητες. Έτσι λοιπόν όταν κάποιος είναι άρρωστος τον συμβουλεύουν να εμπλουτίσει τη δίαιτά του με σκόρδο.

ΤΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΚΑΙΡΟΥ



Παλιά τα πανηγύρια είχαν, κυρίως εμπορικό χαρακτήρα, γι’ αυτό και τα αποκαλούσαν εμποροπανήγυρη. Βέβαια και ο θρησκευτικός χαρακτήρας κατείχε πρωτεύουσα θέση.
Έτσι λοιπόν, ανάλογα στον κάθε τόπο με το πότε γιόρταζε η εκκλησία του χωριού ή σε προκαθορισμένες ημερομηνίες, γινόταν η εμποροπανήγυρη σε επίκαιρα σημεία της περιοχής, που προσφέρονταν εδαφικά και οδικά στον ευρύτερο χώρο. Στο πανηγύρι συμμετείχε ολόκληρο το χωριό, με ιδιαίτερη χαρά. Ήταν μια ευκαιρία να ξεχάσουν τα βάσανα μιας ολόκληρης κοπιαστικής χρονιάς. Σ’ αυτό το πανηγύρι, έκαναν έντονη την παρουσία τους οι νέοι του χωριού, που γάμπριζαν.
Μέχρι το 1950 και λίγο αργότερα, για να εξοικονομήσει ο τύπος του χορευταρά και γλεντζέ τα χρήματα που του χρειαζόταν για να πάει σ΄ ορισμένα πανηγύρια, για να χαρεί τα νιάτα και τη λεβεντιά του, έπρεπε να κάμει οικονομίες ολόκληρο το χρόνο και περίμενε να έλθει η ημέρα του δείνα ή τάδε πανηγυριού και να ντυθεί τα γιορτινά του, το γυαλιστερό και τριζάτο βρακί, το πολίτικο γιλέκο (από την πόλη), το ποικιλόχρωμο πουκάμισο, το σακάκι το πανάκριβο και τέλος το «βρακάδικο» σκούφο - έμοιαζε με τον Αϊβαλιώτικο - που τώρα πια δεν υπάρχει στην αγορά - η καμιά φορά και καπέλο.

Τα ζύγιζε όλα, τόσα στους δίσκους της εκκλησίας, τόσα στο κερί, τόσα στο γεύμα της εκκλησίας, τόσα στο καφενείο και τόσα στα μουσικά όργανα (βιολί, κλαρίνο, ούτι, λαούτο και καμιά φορά σαντούρι). Μεταφορικό μέσο είχε το μουλάρι του, που κι αυτό έπρεπε να είναι περιποιημένο, σαμάρι καινούργιο, καπίστρι με πολύχρωμες χάντρες και φυλακτό, στρογγυλό από το πάχος, ευκίνητο. Εκείνο όμως που έκαμνε πιο μεγάλη εντύπωση, ήταν ο αναβάτης, ο νέος με το στριμμένο, σαν τσιγκέλι, μουστάκι, τα πλούσια καλοχτενισμένα μαλλιά και περιποιημένα, όχι όπως ο σημερινός μακρυμάλλης. Καμιά φορά οι αναβάτες ήταν «δικάβαλλοι», δηλ. διπλοί.
Οι κοπελιές του χωριού και των γειτονικών χωριών τον έβλεπαν και τον καμάρωναν και αυτός περήφανος για τον εαυτό του, σκόρπιζε σ΄ όλες, κατά προτίμηση στην αγαπημένη του, δειλές ματιές, που λίγα έδειχναν, αλλά πολλά υπόσχονταν.

Άρχιζαν το χορό με ένα σέρβικο ή χασάπικο ή γιωργάρικο, που φανέρωναν όλη την χορευτική τους δεινότητα σε ευκινησία, τσαλίμια, που με κατάπληξη τους παρακολουθούσαμε. ΄Έπειτα ο καλαματιανός που έπαιρναν μέρος και περισσότερες κοπέλες, διότι οι πρώτοι προϋπέθεταν αντοχή, ευκινησία και χορευτική ικανότητα, ενώ ο καλαματιανός προσιδίαζε περισσότερο στις γυναίκες, και κατόπιν ο συρτός ανά ζεύγη, ξαπολυτός (καρσιλαμάς), γρηγορινός (πολύ σύντομος) τσιφτετέλης και άλλοι.
Παντού πρώτοι και καλύτεροι, ευλύγιστοι, πεταχτοί, λαστιχένιοι σκόρπιζαν το γλέντι, τη χαρά, το θαυμασμό, αλλά κaι το φθόνο για κείνους που δεν ήσαν καλοί χορευτές.
Έπιναν κρασί ή σούμα με μεζέδες, όχι της προκοπής. Η μπύρα ήταν άγνωστη - μα κάτι τέτοιο ήταν ακατανόητο για χωριά. Κερνούσαν όλες τις παρέες και κείνες ανταπέδιδαν το κέρασμα. Σ΄αυτόν που χόρευε πρόσφεραν ούζο ή κρασί και στην κοπελιά λουκούμια, που όσα περισσότερα μάζευε τόση μεγαλύτερη ικανοποίηση δοκίμαζε. Αν μάλιστα τύχαινε να είναι ωραία και καλή χορεύτρια, τα κεράσματα δεν σταματούσαν καθόλου. Τα παιδιά λιγουριάζανε όταν έβλεπαν τόσα λουκούμια να μαζεύουν οι κοπέλες, που σε κάποια φίλη τους τα πετούσαν. Κι αν τύχαινε να είναι γνωστή, τα φιλοδωρούσαν μερικά.

Γινόταν όμως καβγάδες για τη σειρά προτεραιότητας στους «κάβους», που έπρεπε να εξασφαλίσει κάθε συντροφιά για τις κοπέλες της παρέας της. Επικρατούσε μια όχι καλή συνήθεια. Κάθε νέα που έμπαινε στο χωριό έπρεπε να την χορέψουν όλοι οι νέοι που την γνώριζαν και όταν ήταν και καλή χορεύτρια τότε πήγαιναν και ξένοι, φυσικό ήταν λοιπόν να παρατείνεται ο «κάβος», η διάρκεια χορού με αποτέλεσμα να στενοχωρούνται οι άλλες νέες. Και τότε συνέβαιναν οι παρεξηγήσεις.
Σωστό ήταν τότε να διακόπτονταν ο χορός και να πάρει σειρά κάποια άλλη. Η πίστα ήταν μικρή, μόλις επαρκούσε για τρία ζεύγη - σπάνια παραπάνω - τη σειρά προτεραιότητας την κανόνιζαν οι καφετζήδες, που δεν ήταν επαγγελματίες, αλλά περιστασιακοί. Μια άσπρη ποδιά, ήταν το διακριτικό τους. Κι αν τύχαινε να μην τα «παίρνουν απάνω τους» δηλ. να μη ήσαν σβέλτοι, τότε μετατρεπόταν σε δράμα. Εν τω μεταξύ οι άλλες νέες περίμεναν με αγωνία αλλά και πικρία, διότι αναβαλλόταν η σειρά τους.
Δικαιολογημένοι λοιπόν ήσαν οι καυγάδες, αν σκεφθούμε ότι ραδιόφωνα δεν υπήρχαν, κασετόφωνα το ίδιο και συνεπώς μουσική άκουαν μόνο στα πανηγύρια και σε έκτακτες περιστάσεις (αρραβώνες, γάμους και βαφτίσια). Διψούσε ο κόσμος για μουσική και χορό. Πώς να ικανοποιηθεί; Οι ευκαιρίες παρουσιάζονταν μόνο το καλοκαίρι στα πανηγύρια.

Οι μεγάλοι, αν είχαν κορίτσια της παντρειάς, περίμεναν να μπει στο χορό η κόρη τους να την καμαρώσουν, αν όχι πήγαιναν σε διάφορα συγγενικά ή φιλικά σπίτια, κερνιόνταν, έτρωγαν το βράδυ και κατόπιν, όσοι διέθεταν υποζύγια έφευγαν για τα χωριά τους.

Ρόλο έπαιζε και η εποχή, για να διαθέτουν τα απαραίτητα χρήματα αυτοί που θα επισκέπτονταν το παζάρι. Πάλι, ανάλογα τον πληθυσμό και την αξία του κάθε πανηγυριού, ήταν και η διάρκειά του, που συνήθως κυμαινόταν από 3 ως και 8 ημέρες.
Γίνονταν σ’ αυτά εμπορικές συναλλαγές μεγάλης έκτασης. Έμποροι, από τα μεγάλα αστικά κέντρα, φτάνανε εκεί με την πλούσια πραμάτεια τους. Εκτός όμως από το μεγάλο εμπόριο σε παντός είδους αγαθά, όπως σε τρόφιμα, υφάσματα, είδη υπόδησης, γεωργικά εργαλεία, σαμάρια, ψαθιά κ.ά., γινόταν και μεγάλες συναλλαγές αγοραπωλησίας ζώων. Μεγάλη ζήτηση είχαν τα μουλάρια, που γεννιόντουσαν από τη διασταύρωση του γαϊδάρου με τη φοράδα ή αλόγου με γαϊδούρα, γιατί τα ζώα αυτά είναι μεγάλης αντοχής και δεν δυσκολεύονται σε δύσβατους δρόμους. Πολύ διαδεδομένες ήταν και οι τράμπες, που έκαναν εκείνη την εποχή, με τα ζώα.
Εδώ εύρισκε ο καθένας ό,τι ήθελε και σε τιμές συμφέρουσες. Όσοι είχανε κορίτσια της παντρειάς, αγοράζανε από δω τα προικιά τους, όπως χαλκώματα, φορτσέρια, σεντόνια κι ότι άλλο ήταν απαραίτητο.
Τράμπες γίνονταν τότε, εκτός από τα ζώα, και στα υπόλοιπα προϊόντα, μιας και χρήματα δεν υπήρχαν εύκολα.

ΠΗΓΗ

Ό Ελληνικός καφές

Ο Ελληνικός καφές είναι η παρέα του Έλληνα σε κάθε στιγμή της ζωής του. Η παρέα και στα καλά και στα άσχημα. Το πρωϊνό καφεδάκι αποτελεί το καλλίτερο ξεκίνημα της ημέρας αλλά και το απογευματινό πού δημιουργεί την καλλίτερη ατμόσφαιρα για φιλική κουβεντούλα.

Πώς γίνετε όμως ο καφές; Ο Ελληνικός καφές έχει πολλές ποικιλίες κατασκευής και αυτές τις γνωρίζει πολύ καλά ο καφετζής αλλά και ο μερακλής του καφέ.

Για όσους δεν ξέρουν πώς να φτιάχνουν ένα καλό φλιτζάνι καφέ , πάμε να δούμε πώς γίνετε.

Ελληνικός καφές

Τρόπος παρασκευής καλού Ελληνικού καφέ


Μπρίκι

Κατά προτίμηση με στενό πάνω μέρος για να ανακυκλώνεται η θερμοκρασία κατά την διάρκεια του ψησίματος και στην σωστή διάσταση για την συγκεκριμένη ποσότητα καφέ που θα φτιάξουμε.


Εστία ψησίματος

Κατά προτίμηση χόβολη ή έστω γκαζάκι με χαμηλή φλόγα.

Το ηλεκτρικό μάτι δεν προτείνεται γιατί παρέχει ζέστη μόνο από κάτω από το μπρίκι και καθόλου από το πλάι. Επίσης αργεί να ζεσταθεί αλλά από την στιγμή που θα ζεσταθεί και μετά έχει μεγάλη ένταση η θερμοκρασία που αναπτύσσει


Φλιτζάνι.

Χοντρό πορσελάνινο για να διατηρεί ζεστό τον καφέ περισσότερη ώρα


Καφές: επιλέξτε τον καφέ που σας αρέσει. Είναι και θέμα προσωπικού γούστου πέρα από ποιότητα καφέ


Ο Ελληνικός καφές είναι συνήθως ανοιχτόχρωμος και χαρμάνι του βραζιλιάνικου Rio, Santos και Robusta. Πλέον κυκλοφορεί και πιο καβουρντισμένος, «σκούρος» ελληνικός, χαρμάνι από καφέδες της Κεντρικής Αμερικής, για όσους προτιμούν τον καφέ πιο πικρό και δυνατό. Στα καφεκοπτεία βρίσκεις χύμα και μεσαίου καβουρντίσματος, που είναι ελάχιστα πιο πικρός και πικάντικος, και δεν υστερεί σε καϊμάκι. Στην Ελλάδα ο καφές καβουρντίζεται σε κενό αέρος. Εξωτερικά ο κόκκος είναι πιο ψημένος και εσωτερικά είναι λίγο άψητος


Ονομασίες και αναλογίες καφέ / ζάχαρης.

Για φλιτζανάκι των 75 ml, (τυπικός μονός καφές)

Ρίξτε την σωστή ποσότητα νερού μετρώντας με το φλιτζάνι.

Σκέτος με 1 κ.γ. καφέ,

Μέτριος με 1 κ.γ. καφέ και 1 κ.γ. ζάχαρη ή

Μέτριος-κλασικός με 2 κ.γ. καφέ και 2 κ.γ. ζάχαρη και

Μέτριος γλυκός με 2 κ.γ. ζάχαρη.

Μέτριος με ολίγη (αλλιώς ναι και όχι) έχει λιγότερο από 1 κ.γ. ζάχαρη

Ολίγον μέτριος με 1,5 κ.γ. ζάχαρη.

Μέτριος-βαρύς Ο μέτριος με ακόμη περισσότερο καφέ ,

Πολλά βαρύς έχει 4 κ.γ. καφέ και 6 ζάχαρη, ενώ ο

Βαρύς-γλυκός 3 κ.γ. καφέ και 4 κ.γ. ζάχαρη.

Όταν ζητηθεί χωρίς καϊμάκι ο μέτριος, θα είναι μέτριος βραστός και όχι, θα πρέπει να έχει φουσκώσει δύο φορές και να σερβιριστεί από ψηλά ώστε, πέφτοντας στο φλιτζάνι, να κάνει και φουσκάλες.

Πολλά βαρύς και όχι. Το ίδιο, όπως αλλά με μισή δόση νερού

Σκέτος βραστός δεν έχει καϊμάκι, ενώ ο

Σκέτος (θερια­κλίδικος) θα πρέπει να έχει και καϊμάκι, και φουσκάλες – και για να γίνει σωστός πρέπει να παρασκευαστεί σε κρύο νερό. Τρεις κουταλιές καφέ, καθόλου ζάχαρη, κρύο νερό και όταν αρχίσει να φουσκώνει ανασηκώνουμε και ξανακατεβάζουμε το μπρίκι, Σερβίρουμε από ψηλά για να κάνει και φουσκάλες


Παρατήρηση: Το κουταλάκι του καφέ είναι μικρό


Ψήσιμο καφέ

Αφού βάλουμε καφέ (ή και ζάχαρη) στο μπρίκι, ανακατεύουμε μόνο στην αρχή, μέχρι να ανακατευτεί καλά ο καφές και να λιώσει η ζάχαρη. Αποφεύγουμε να ξαναανακατέψουμε γιατί χαλάει το καϊμάκι.

Αν ψήνουμε σε χόβολη / άμμο, βυθίζουμε μέχρι τη μέση το μπρίκι στην «άμμο» και περιμένουμε να φουσκώσει.
Αν φτιάχνουμε συγχρόνως σε ένα μπρίκι παραπάνω από ένα καφέ, μοιράζουμε στα φλυτζανάκια πρώτα το καϊμάκι και μετά συμπληρώνουμε με τον υπόλοιπο καφέ.

Αν θέλουμε πλούσιο καϊμάκι χρησιμοποιούμε κρύο νερό.


Tips

Διατηρείστε το καφέ ερμητικά κλεισμένο σε αλουμινένο ή γυάλινο βάζο (ή ακόμα και στην αρχική του συσκευασία αφού τυλίξετε το πάνω μέρος από το σακουλάκι και βάλετε ένα λαστιχάκι να το κρατάει κλειστό) κατά προτίμηση μέσα στο ψυγείο

Χρησιμοποιείστε στεγνό και καθαρό κουτάλι για να πάρετε καφέ μέσα από το βάζο του καφέ

Μην βάζετε γάλα στον καφέ γιατί γίνετε πιο βαρύς, πειράζει στο στομάχι και αλλοιώνει το άρωμα και την γεύση του καφέ.

Αφήστε τον καφέ λίγα λεπτά να κάτσει το κατακάθι για να μην σας πειράξει στο στομάχι.

πηγή

Ή περιγραφή τών κατοικιών καί τής ζωής στό χωριό.

Γενικά

Οικιστική μελέτη του χωριού & του συνοικισμού

Το λαϊκό σπίτι, αν το σκεφτούμε μέσα στη συνοικιστική του ομάδα, αποτελεί το ιερό καταφύγιο, αλλά και το ορμητήριο του πρώτου κοινωνικού πυρήνα, που είναι η οικογένεια. Γι' αυτό συγκεντρώνει την ύψιστη προσοχή του δημιουργού (νοικοκύρη ή οικοδόμου, για τα τρία κυριότερα στοιχεία της οργανικής του οντότητας, το στέρεο και εξυπηρετικό χτίσιμο, την καλή γειτνίαση και την πρακτική ομορφιά.


Η μελέτη λοιπόν της λαϊκής κατοικίας πρέπει να γίνεται στα πλαίσια του περιβάλλοντος και του συνόλου των άλλων σπιτιών. Υπάρχει "κοινωνία σπιτιών", όπως υπάρχει και η κοινωνία ανθρώπων. Ο μελετητής λαογράφος, πριν προχωρήσει στην περιγραφή των κατοικιών και της ζωής ενός χωριού, πρέπει να δώσει την συνολική μορφή και τα οικιστικά χαρακτηριστικά του χωριού, με την εξής σειρά:


Επταχώρι Καστορίας


1. Οπτική (πανοραματική) μορφή του χωριού.
Τα σχήματα συνήθως των συνοικισμών είναι: κυκλικά, ασύμμετρα και επιμήκη. Ο κυκλικός συνοικισμός (χωριό) συγκεντρώνεται γύρω από ένα ύψωμα (παλιόκαστρο), μια εκκλησία, μια πηγή ή μια αγορά. Οι δρόμοι του βγαίνουν έξω ακτινωτά. Ο επιμήκης (ή μακρυδρομικός) συνοικισμός σχηματίζεται παράλληλα με τους μεγάλους εθνικούς δρόμους και είναι νεώτερος, Οι σύμμετροι συνοικισμοί ήταν παλιότερα ή σε ψηλώματα (αμφιθεατρικοί) ή σε κρυμμένες κοιλάδες. Μελετάται στις περιπτώσεις αυτές, αν το χωριό είναι δίλοφο ή διπλευρικό. Επίσης, αν είναι παράλιο, μεσόγειο ή ορεινό. Και γενικά, ποιος είναι ο προσανατολισμός και η γεωγραφική του θέση.


Λέχοβο Καστοριάς


2. Κλίμα, έδαφος, υψόμετρο, νερά, καλλιέργειες ·απαραίτητο πλαισίωμα στην περιγραφή μας, που οδηγεί και σε συμπεράσματα, αν το χωριό είναι γεωργικό ή κτηνοτροφικό, παραγωγικό ή άγονο, πράσινο ή ξερό, λιθόκτιστο ή από ξενόφερτα υλικά.


Μέτσοβο Ηπείρου


3. Εσωτερική σύνθεση του χωριού η οποία περιλαμβάνει τα κεντρικά κτίρια όπως η εκκλησία, το σχολείο, τα Κοινοτικά γραφεία, η βρύση, τα καφενεία, η αγορά, το «μεϊντάνι» με τα μαγαζάκια και τα χοροστάσια. Οι γειτονιές με τους χαρακτηριστικούς δρόμους, το κοιμητήριο, οι δρόμοι εξόδου.



4. Ιστορικά του χωριού, όνομα και ετυμολογία, χρονολογία κτισίματος, περιπέτειες, σύγχρονες συνθήκες.


Το Δημοτικό Σχολείο Ριζοβουνίου Πρεβέζης


Οικιστική μελέτη του σπιτιού


1. Περιγραφή του εξωτερικού χώρου, της γειτονιάς, του εδάφους και της έκτασης του οικοπέδου (ξερότοπος, βλάστηση, απάνω γειτονιές, επικλινές έδαφος, ξάγναντο ή γούπατο).



Η πέτρινη καμάρα της Μπαμπαλίνας Τρικάλων


2. Εξωτερική μορφή του σπιτιού. Μονώροφο, διώροφο, πλατυμέτωπο, στενομέτωπο, γωνιόστεγο (δίρριχτο και με αέτωμα), με επίκλινη στέγη (μονόριχτο), επιπεδόστεγο (ταράτσα), πυραμιδόστεγο ή καμπυλόστεγο. Πολυπαράθυρο ή τυφλό. Απλό ή πολυσύνθετο (με χαγιάτια, πτερύγια κτλ.). Χρώματα που κυριαρχούν. Τυχόν επιγραφές ή σήματα και χρονολογίες.


Κατοικία Ηπείρου


3. Υλικά οικοδομίας. Τοιχοποιία, ξυλοδομικά εξαρτήματα, στέγη (κεραμίδια, πλάκες, δὠμα από πηλό, κλαδιά ή τσιμέντο). Εδώ μπορούν να ζητηθούν και τα έθιμα χτισίματος, στα θεμελιώματα (σφάξιμο κοκκόρου, αγιασμοί κτλ.) και στη σκεπή (μαντηλώματα).


4. Αρχιτεκτονικός τύπος του σπιτιού (τοπικός ή πανελλήνιος) και γενική αισθητική. Εκτίμηση των ιδιοτυπιών και εμπνεύσεων. Αισθητική της προσαρμογής στο περιβάλλον. Ψεκτά σημεία επίσης.


Διώροφη οικία Καλάνδρας Χαλκιδικής


5. Εσωτερική διαίρεση του σπιτιού (κάτοψη & τομή). Δωμάτια και χώροι (και τρόποι) οικογενειακής ζωής, για το αντρόγυνο, για τα παιδιά, για τους γέρους, για τους ξένους. Φροντίδες προσανατολισμού και υγιεινής. Πρακτικά διδάγματα, αλλά και άγνοιες. Χρώματα και διακόσμηση, θέση της εστίας και καπνοδόχος.


6. Έπιπλα & σκεύη. Εντοιχισμένα και κινητά έπιπλα της λαϊκής κατοικίας. Τόποι κατασκευής ή αγοράς. Οι ντόπιοι επιπλοποιοί. Τα αρμάρια τροφίμων, οι παλιές κασέλες, το εικονοστάσι. Μεταγενέστερες αστικές εξελίξεις. Τα σκεύη (αγγεία) του μαγειρειού, της τραπεζαρίας, του νοικοκυριού (νερό, πλύσιμο) και της φιλοξενίας (δίσκοι, σερβίτσια κτλ.). Η εσωτερική ατμόσφαιρα και εμφάνιση του σπιτιού είναι η ζωντανότερη πλευρά της ελληνικής κατοικίας, επειδή δείχνει τις οικονομικές συνθήκες της οικογένειας, την προσωπικότητα της νοικοκυράς, την πολιτιστική διάθεση για βελτίωση, και το πνεύμα της φιλοξενίας.


Παραδοσιακή αρχιτεκτονική Κρανέας Ελασσόνας


7. Αυλή & κήπος: Τα χτισίματα της αυλής, φούρνος, μαγειρειό, στάβλοι, αχερώνας, κοτέτσι ή περιστερώνας κτλ. Το πηγάδι και η στέρνα, τρόποι για την άντληση του νερού. Η κεντρική και η δευτερεύουσα πόρτα με την αρχιτεκτονική της στέγης τους. Χτυπητήρια ή κουδούνια για ειδοποίηση. Ασφαλιστικά σύνεργα. Η μάντρα ή ο φράχτης, μικροεμπόδια για τους κλέφτες. Δέντρα και καλλιέργειες. Σπιτική ανθοκομία και γλάστρες ή αρτάνες.


8. Ιδιόρρυθμες αγροτικές κατοικίες: Καλύβες πέτρινες ή δεντρόκλαδες, στάνες και στρούγγες, τσαρδάκια, λιμναίες καλαμωτές κατοικίες κ.α.



Στάνες Σαρακατσαναίων


Η μελέτη της ελληνικής κατοικίας, ιδιαίτερα στην παραδοσιακή της μορφή, είναι έργο εθνικό, όσο εθνικός ήταν πάντα και ο ρόλος του ελληνικού σπιτιού, που στέγασε με συνεχή εξέλιξη την πρώτη γέννηση, τα παιδικά χρόνια, την οικογενειακή τιμή, τον γάμο, τις χαρές και τις λύπες, τον ειρηνικό θάνατο, την φτώχεια ή τον πλούτο, αλλά και την αξιοπρέπεια και την ελευθερία του κάθε Έλληνα.





Σκόρδο σπορά φύτεμα καλλιέργεια


Τα σκόρδα είναι φυτά βολβώδη, πολυετή και ανήκουν στην οικογένεια των λειριοειδών. Καλλιεργούνται για τούς βολβούς τους, οι οποίοι βρίσκουν μεγάλη χρησιμοποίηση στη μαγειρική ή παρασκευή ειδικών δροσιστικών τροφών.
Τα φύλλα διαφέρουν απ' εκείνα των κρεμμυδιών, γιατί είναι ποιό σπαθωτά και ποιό στενά και στριμμένα. Τα άνθη είναι λευκά και στη κορυφή του καυλού σχηματίζουν σφαιρικό σκιάδιο. Κάθε κεφάλι αποτελείται από 8-12 σκελίδες, εκ των οποίων οι εξωτερικές είναι μεγαλύτερες από τις εσωτερικές και ποιό καυτερές.

Τα σκόρδα ευδοκιμούν σε χώματα ελαφρά, όχι πολύ υγρά, προ πάντων στραγγερά και γόνιμα. Στα βαριά και σφικτά εδάφη, πού κρατούν πολλή υγρασία, σαπίζουν η δίδουν μικρά κεφάλια, στα δε πολύ ξηρά και άγονα ή απόδοσης των είναι μηδαμινή και ή γεύσης των γίνεται εξαιρετικά καυτερή.
Η καλλιέργεια γίνεται αποκλειστικώς με βολβίδια (σκελίδες) είτε, πολύ σπανίως, με σπόρους. Στα θερμά μέρη ή φυτεία αυτών, εκτελείται κατά "Οκτώβριο-Νοέμβριο, τα δε ψυχρά και ορεινά κατά Φεβρουάριο- Μάρτιο. Το ίδιο γίνεται και για τον πολλαπλασιασμό με σπόρο. Για την απόκτηση καλής φυτείας, πρέπει από κάθε κεφάλι σκόρδου, να διαλέγονται τα εξωτερικά και χονδρά βολβίδια, τα όποια και μόνο να χρησιμοποιούνται, τα δε μικρά και λεπτά να απορρίπτονται.
Αυτά φυτεύονται σε βραγιές και κατά γραμμές 20-25 πόντους, η μία της άλλης, επ’ αυτών δε, κατά διαστήματα 12 -15 πόντους και σε βάθος 2-3 πόντους, το πολύ. Σε περίπτωση συγκαλλιέργειας φυτεύονται ως μπορτούρες στα σαμάρια των βραγιών, των ποτιστικών αυλακών, είτε ανάμεσα στα μαρούλια, στα σπανάκια κλπ.
Για κάθε στρέμμα απαιτούνται πέντε πλεξούδες η 1500-1800 κεφάλια περίπου.
Η προετοιμασία του εδάφους πρέπει να γίνεται καλή, με 2-3 σκαψίματα και σπάσιμο των βώλων, ώστε το χώμα να τρίβεται εντελώς. Επίσης και ή λίπανσης πρέπει να είναι ή κατάλληλη.
Η κοπριά αποτελεί άριστο λίπασμα, σε ποσό 2-2.500 οκάδες στο στρέμμα, πρέπει όμως να είναι εντελώς χωνευμένη και να χρησιμοποιείται πολύ προ της φυτείας. Μαζί με συμπληρωματικά φωσφοροκαλιοΰχα χημ. λιπάσματα (0-12-6) δίδει πολύ καλλίτερα αποτελέσματα. Από τα σύνθετα χημ. λιπάσματα αξιοσύστατος είναι ό τύπος 4-10-10, σε ποσό 50-60 οκάδ. στο στρέμμα. Κατά προτίμηση χρησιμοποιούνται σκέτα, σε χώματα με οργανικές ουσίες η οπωσδήποτε σφικτά.
Η καλλιέργεια των σκόρδων με σπόρο, δεν είναι πρακτική, γιατί χρειάζονται δύο έτη για να δώσουν κεφάλια, δηλαδή, το πρώτο έτος θα παραχθούν μικρά βολβίδια, τα όποια θα ξαναφυτευτούν για ν' αποδώσουν το επόμενο έτος. Επίσης δε πολλαπλασιασμός αυτός, με σπόρο, δεν δίδει τις επιθυμητές ποικιλίες.
Σε όλες τις περιπτώσεις, τα σκόρδα, κατά την διάρκεια της βλαστήσεώς τους, πρέπει να βοτανίζονται και να σκαλίζονται 1-2 φορές, ιδίως στην αρχή, και να ποτίζονται εφ’ όσον μόνον υπάρχει μεγάλη ξηρασία. Όταν πλησιάζει ή ωρίμανση και αρχίσουν να κιτρινίζουν τα φύλλα, τότε δένονται στη κορυφή, είτε στρίβονται για να σταματήσει ή βλάστηση και να γίνουν τα κεφάλια χονδρότερα, ή ακόμη και για να επισπευτεί ή πρωιμότης των.
Η συγκομιδή αρχίζει κατά Μάιο-Ιούνιο αναλόγως των ποικιλιών και του τόπου. Πρέπει να γίνεται μετά την τέλεια αποξήρανση των φύλλων, αλλιώς όταν είναι πρόωρη, τα κεφάλια δεν διατηρούνται και σαπίζουν πολύ γρήγορα στην αποθήκη.
Τα σκόρδα αφού ξεριζωθούν με το χέρι η με λισγάρι, δένονται σε πλεξούδες ανά 50- 100 κεφάλια και αφήνονται μερικές ήμερες στον ήλιο για να χάσουν μέρος της υγρασίας τους. Κατόπιν αναρτώνται σε ξηρή και ευάερη αποθήκη μέχρις ότου διατεθούν. Μια καλή απόδοσης σκόρδων φθάνει 8-12 φορές μεγαλύτερη από το χρησιμοποιηθέν ποσό της φυτείας.

Ποικιλίες.
Οι κυριότερες ποικιλίες των σκόρδων, οι οποίες και συχνότερα συναντώνται στην καλλιέργεια είναι:
-Σκόρδα κοινά. Ταύτα κάνουν κεφάλια μέτρια στο μέγεθος με πολλές και σφικτές σκελίδες, συνήθως ο-λίγο κυρτές. Είναι ποικιλία ανθεκτική και μάλλον όψιμη.
-Σκόρδα ολόλευκα. Ταύτα γίνονται χονδρότερα των προηγουμένων και με σκελίδες ποιό σαρκώδεις. Οι εσωτερικές και εξωτερικές φλούδες είναι χαρακτηριστικώς κάτασπρες. Είναι ποικιλία εκλεκτή και πρώιμη
-Σκόρδα τεράστια. Τα κεφάλια αυτών αποκτούν τεράστιο όγκο (10—15 πόντους διάμετρο) με ολίγες σκελίδες, αλλά ή κάθε μία αντιστοιχεί μ' ένα ολόκληρο σκόρδο κοινό. Πρόκειται περί εξαιρετικής ποικιλίας, ελάχιστα όμως καλλιεργούμενης
-Σκόρδα στρογγυλά χονδρά. Ταύτα αποκτούν κεφάλια χονδρά και σχεδόν στρογγυλά , με σαρκώδεις σκελίδες ελάχιστα καυστικές .
-Σκόρδα σχιστά. Ταύτα χαρακτηρίζονται από τις σκελίδες όποιες είναι πολύ χαλαρές μεταξύ των η μάλλον όλως διόλου χωριστές. Είναι γλυκύτερα από τα άλλα σκόρδα και αποτελούν άλλο είδος

Ασθένειες. Οι συνηθέστερες αρρώστιες των σκόρδων είναι:
Η σκωρίαση
Παρουσιάζεται στα φύλλα σαν πολυάριθμα και πυκνά στίγματα σκουρόξανθα, τα όποια εμποδίζουν τη κανονική λειτουργία της βλαστήσεως. Προλαμβάνεται με 2-3 ψεκάσματα βορδιγαλείου πολτού (1 οκά θειικός χαλκός με 1 οκά ασβέστη σε 100 οκάδες νερό).




Η σήψης των βολβών
Είναι ένας μικρός μύκητας, ό όποιος ζει συνήθως ως σαπρόφυτο, αλλά κάποτε προσβάλλει τα σκόρδα και κρεμμύδια, όπου αναπτύσσεται σε παράσιτο. Παρουσιάζεται ως μαύρη μούχλα μεταξύ των λεπίων των βολβών. Ευνοείται σε πολύ υγρά εδάφη και εκεί πού γίνεται χρήσης φρέσκης κοπριάς. Για τα σκόρδα είναι επικίνδυνη αρρώστια. Θεραπευτικό μέσο δεν υπάρχει, παρά αποφυγή των αίτιων πού τη προκαλούν, είτε αλλαγή της καλλιέργειας για 3-4 χρόνια.

Από τα έντομα, οι σοβαρότεροι εχθροί είναι ό κρεμμυδοφάγος και ή μηλολόνθη, οι όποιοι προσβάλλουν τούς βολβούς. Καταπολεμούνται με άρσενικούχα δολώματα από αραβόσιτο ή πίτυρα, είτε με παγίδες.

Πηγή: Πρακτικός οδηγός του λαχανόκηπου-Παράρτημα «Γεωργικού δελτίου» μηνός Ιανουαρίου 1940
άπό