Κυριακή 26 Αυγούστου 2012

"Ο "Αγιος Φανούριος καί ή φανουρόπιτα.


Άγιος Φανούριος ο Μεγαλομάρτυς 

27 Αυγούστου, εορτή τού Άγίου Φανουρίου

Ο Άγιος Φανούριος είναι αναμφίβολα μια άγια, σημαντική νεανική μορφή, που ξεχωρίζει με τον δικό του τρόπο ανάμεσα στους άλλους Αγίους της χριστιανοσύνης, γιατί δεν τιμάται απλώς σε μια μόνον ημε­ρομηνία, αλλά η πίστη των χριστιανών κά­νει συχνά τη γνωστή φανουρόπιτα.
 Ο Άγιος Φανούριος, που έζησε στα Ρω­μαϊκά χρόνια, συγκρούσθηκε τότε θαρρετά με τον κόσμο της ειδωλολατρίας, γιατί το χριστιανικό πνεύμα του θεανθρώπου, δεν του επέτρεπε ν' αρνηθεί τις αναμφισβήτη­τα ενάρετες αρχές του. Έτσι τα 12 μαρτύ­ρια που υπόφερε ο Άγιος, αποτελούν για μας ένα δυνατό κίνητρο για αντοχή και προ­σκόλληση στις ηθικές αξίες του χριστιανι­σμού, για να βγούμε νικητές από ένα αδιά­κοπο αγώνα, ενάντια στην απιστία και αδικία της εποχής μας. Ο Άγιος μας δίδαξε με την πραγματική θυσία του, πως εμείς τώ­ρα δεν παλεύουμε βέβαια με στρατοκράτες Ρωμαίους και απαίσιους Αγαρηνούς, αλλά έχομε ν' αντιμετωπίσουμε τις πιο έντεχνα στημένες παγίδες του υλισμού και αθεϊσμού, που προσπαθούν μαζικά να σαρώσουν τις τάξεις των χριστιανών.
 Ο Άγιος Φανούριος ακόμα μας δίδαξε, πως το στεφάνι της ενάρετης ζωής δεν κερ­δίζεται εύκολα, αλλά μόνον με συνεχείς δο­κιμασίες, με θάρρος, υπομονή και αντοχή. Επομένως σαν αληθινοί αγωνιστές της πί­στεως ας μιμηθούμε την υποδειγματική και άμεμπτη ζωή του Αγίου, για να καταξιωθούμε κάποτε κι εμείς να τιμήσουμε το χρι­στιανικό όνομα που φέρουμε, όπως κι αυ­τός επάξια το τίμησε.   Η πίτα του Αγίου Φανουρίου 
Η μεγάλη τιμή που τρέφουν οι χριστιανοί στον Άγιο Φανούριο, έγινε αιτία να δημιουργηθεί στο λαό το παραδοσιακό έθι­μο της πίττας του Αγίου ή καλύτερα της φανουρόπιτας. 
 -----------------------------------------------------------------------
 ΦΑΝΟΥΡΟΠΙΤΑ
ΥΛΙΚΑ
1 ποτήρι λάδι.
1 ποτήρι ζάχαρη.
1 ποτήρι χυμό πορτοκάλι.
1 κουταλιά κουταλιά ξύσμα πορτοκαλιού
3 ποτήρια αλεύρι που φουσκώνει μόνο του
1 κουταλάκι σόδα
1 κουταλιά κανελογαρύφαλα
1/2 ποτήρι καρύδια χοντροκομμένα
1/2 ποτήρι μαύρες σταφίδες

Εκτέλεση
Σ' ένα μεγάλο μπολ, ανακατέψτε το αλεύρι με τη σόδα, το γαρύφαλλο και την κανέλλα. Χτυπήστε 1' στο μπλέντερ το λάδι με τη ζάχαρη και το χυμό πορτοκαλιού και ρίξτε το μίγμα μέσα στο μπολ με τα στερεά υλικά. Ρίξτε επίσης τα καρύδια και τις σταφίδες και ανακατέψτε τα όλα μαζί μ' ένα κουτάλι να ενωθούν. Αδειάστε το μίγμα σε ταψάκι με διάμετρο 28 εκ. βουτυρωμένο και αλευρωμένο. Ψήστε τη φανουρόπιτα στους 175 βαθμούς Κελσίου, 1 ώρα περίπου. Βγάλτε την από το φούρνο και αφήστε τη να κρυώσει. Τοποθετήστε στην επιφάνειά της μια χάρτινη δαντέλα και κοσκινίστε μ' ένα σουρωτήρι ζάχαρη άχνη. Αφαιρέστε με προσοχή τη δαντέλα και τα σχέδιά της θα αποτυπωθούν στην επιφάνεια της φανουρόπιτας. Ή αλλιώς, πασπαλίστε την απλώς με λίγη άχνη ζάχαρη.

Τρίτη 14 Αυγούστου 2012

15 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ - Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΙΜΟΥΝ ΚΑΙ ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΝ
ΤΗΝ ΜΑΝΑ ΤΟΥΣ <<ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ>>

Δεκαπενταύγουστος. Σε κάθε γωνιά της Ελλάδας και μια εκκλησία αφιερωμένη στη χάρη της Δέσποινας. Στο Αρχιπέλαγος, κάθε νησί και μια Παναγιά, προστάτιδα των ναυτικών και ενσάρκωση της Μητέρας των μητέρων. Στις «Παναγίες» του Αιγαίου αναβιώνει κάθε χρόνο το «Πάσχα του καλοκαιριού», ένα «χαρμόσυνο πένθος» και ένα προσκύνημα που μαγνητίζει τα πλήθη. Η Μεγαλόχαρη της Τήνου με τα χιλιάδες τάματα, πιο πέρα η μεγαλοπρεπής Εκατονταπυλιανή της Πάρου, το κάτασπρο ξωκλήσι της Παναγιάς της Επανωχωριανής στην Αμοργό, η Παναγία η Σπηλιανή σε ένα μοναδικό σπήλαιο μέσα στο κάστρο των Ιπποτών της Νισύρου και τόσες άλλες, καθεμία με το δικό της χρώμα.

Παμπάλαιες, νεωτεριστικές, μεγαλοπρεπείς, λιτές, «θαυματουργές», στη θάλασσα ή ψηλά στο βουνό, ερημικές ή πολυπάτητες, οι εκκλησίες της Παναγίας γιορτάζουν ανάλογα με τα τοπικά έθιμα και τα παραδοσιακά προϊόντα του κάθε νησιού. Και με μια αίσθηση από την ελληνική αρχαιότητα να πλανάται στην ατμόσφαιρα, από τα θρησκευτικά πανηγύρια δεν θα μπορούσαν να λείπουν οι μουσικές και οι γεύσεις, σαν μια γνώριμη από το παρελθόν θυσία στο Θείο.

Είναι η Παναγιά η Μεγαλόχαρη, η βρεφοκρατούσα, η ελεούσα η Θαλασσινή, η Εκατονταπυλιανή, η Γιάτρισσα, η Μυρτιδιώτισσα, του Σουμελά... μα πάνω απ' όλα είναι η Παναγιά η Μάνα. Από τη μια άκρη της Ελλάδας στην άλλη, σε βουνά, πόλεις, χωριά και νησιά, κάποια Παναγιά παρηγορεί, εμψυχώνει και γαληνεύει όποιον της γυρεύει βοήθεια.

Και τούτη τη Μάνα, τη μια και μοναδική, γιορτάζει ο χριστιανικός κόσμος, με τη μεγαλύτερη κατάνυξη και λαμπρότητα. Το Δεκαπενταύγουστο, χιλιάδες πιστών, με την ψυχή γεμάτη ελπίδα και κατάνυξη, προστρέχουν στα αμέτρητα προσκυνήματα, όπου λιτανεύονται οι θαυματουργές εικόνες της Μεγαλόχαρης για να αποθέσουν τη δική τους ικεσία στη χάρη Της.

Σε κάθε δύσκολη στιγμή της ζωής μας η Παναγιά είναι η "πηγή" της ελπίδας μας και της εκπλήρωσης των προσδοκιών μας.

H εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου είναι ημέρα χαρμολύπης για τον χριστιανισμό. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι έχει περάσει στη λαογραφία μας ως θρησκευτικό πανηγύρι και όχι ως πένθος, γιατί αναφερόμαστε όχι απλά στον θάνατο, αλλά στην κοίμηση και στην μετάσταση της Παναγίας.
Τήνος: Ευαγγελίστρια


Ενα χρυσό καράβι με μια τρύπα στην πλώρη, που «σφραγίζεται» από ένα μεγάλο ψάρι, είναι ένα από τα χιλιάδες τάματα στην Παναγιά της Τήνου, ως ένα μεγάλο «ευχαριστώ» του καπετάνιου για το θαύμα της Μεγαλόχαρης. Πλήθος πιστών κατακλύζουν κάθε χρόνο το νησί για το ευλαβικό προσκύνημα στη Μεγαλόχαρη. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που ανηφορίζουν γονατιστοί προς την εκκλησία της Παναγίας προκειμένου να εκπληρώσουν το τάμα τους. Από το 1823 που βρέθηκε η θαυματουργή εικόνα, ύστερα από φανερώσεις στην Αγία Μοναχή Πελαγία, στην εκκλησία που χτίστηκε στο ίδιο σημείο εορτάζεται κάθε χρόνο με ιδιαίτερη λαμπρότητα η Κοίμηση της Θεοτόκου, με αποκορύφωμα τη λιτάνευση της εικόνας στην πόλη.

Κυριακή 12 Αυγούστου 2012

ΜΟΥΣΤΟΣ ΚΑΙ ΜΟΥΣΤΑΛΕΥΡΙΑ

Εποχή του μούστου...εποχή για μουσταλευριά! Αυτό το παραδοσιακό γλύκισμα που με τη κάπως υπόξινη γεύση του αποτελεί μια σπάνια γευστική απόλαυση.

ΜΟΥΣΤΑΛΕΥΡΙΑ ΜΕ ΚΑΡΥΔΙΑ ΚΑΙ ΣΟΥΣΑΜΙ!!! 



Η συνταγή είναι παλιά πανεύκολη και όχι χρονοβόρα. Κατ' αρχήν συνθλίβουμε τα σταφύλια στο σουρωτήρι για να παράξουμε το μούστο. Κάνουν όλες οι ποικιλίες σταφυλιού αλλά τα πιο ζουμερά είναι ο ροδίτης και το φιλέρι. Μόνο που ο μούστος αυτός χρειάζεται μετά μια προκαταρτική διαδικασία απαραίτητη για να καθαρίσει. Δένουμε σε μια πάνινη πετσέτα στάχτη που τη βρίσκουμε σε κάποια ψηστιέρα, καλύτερη είναι η στάχτη από ξύλα και την κρεμάμε μέσα στο μούστο από το χερούλι της κατσαρόλας ώστε να μην ακουμπάει στον πάτο. {μπορούμε αν δέν έχουμε στάχτη νά βάλουμε μιά φέτα μπαγιάτικο ψωμί} Όπως ακριβώς φαίνεται στην πρώτη φωτογραφία. Βράζουμε τον μούστο ενώ ταυτόχρονα βγάζουμε διαρκώς τον αφρό με μια τρυπητή κουτάλα. Όταν πάψει να σχηματίζεται αφρός, σβήνουμε την κατσαρόλα βγάζουμε την πετσέτα με τη στάχτη και αφήνουμε το μούστο μέχρι την επόμενη μέρα οπότε και φτιάχνουμε τη μουσταλευριά αφού περάσουμε πρώτα το μούστο από σουρωτήρι τσαγιού.
.
ΥΛΙΚΑ:
6 φλυτζάνια μούστος
1 φλυτζάνι αλεύρι για όλες τις χρήσεις
1 φλυτζάνι καρυδόψυχα χοντροκομμένη
Μερικές μισές καρυδόψυχες για τελικό στόλισμα
Σουσάμι και κανέλλα.

.
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ:
Κρατάμε ένα φλυτζάνι μούστο μέσα στο οποίο ρίχνουμε το αλεύρι και το χτυπάμε με ένα σύρμα για νη μη σβολιάσει, όλο αυτό το ρίχνουμε στην κατσαρόλα που είναι ο υπόλοιπος μούστος και ανακατεύουμε. Ανάβουμε το μάτι και αφού βράσει για πέντε λεπτά ρίχνουμε την καρυδόψυχα και συνεχίζουμε το βράσιμο. Κάποιο στιγμή το περιεχόμενο αρχίζει να πήζει και να αποκτάει μια κρυστάλλινη υφή. Τότε σερβίρουμε σε ρηχά πιάτα ή αλουμινένια ταψάκια. Πασπαλίζουμε με το σουσάμι και την κανέλλα και προσθέτουμε τις μισές καρυδόψυχες για να γίνει ...μουράτη!

 http://pyrgostrifylias.blogspot.gr/

Σάββατο 11 Αυγούστου 2012

Το χωριάτικο σπίτι

 Φυσικοί παράγοντες, κυρίως όμως λόγοι προστασίας από εχθρικές επιδρομές, συνετέλεσαν ώστε τα περισσότερα χωριά της Κρήτης να κτιστούν αρχικά σε ορεινές και ημιορεινές περιοχές (σε υψόμετρο 200-700 μ. περίπου), με εξαίρεση τα χωριά του οροπεδίου Λασιθίου και των Σφακίων, που βρίσκονται σε υψόμετρο μεγαλύτερο.
Χαρακτηριστικό των συνθηκών της ζωής που επικρατούσαν και άμεσα σχετιζόμενο με την δόμηση των παλαιοτέρων κρητικών συνοικισμών, είναι το μαρτυρούμενο σύστημα εσωτερικής επικοινωνίας του ενός σπιτιού με το άλλο, με κρυφές πόρτες, που εξασφάλιζαν την διαφυγή στο ύπαιθρο εκείνων που καταδιώκονταν από τον εχθρό.

  

Παλιά καμινάδα
(Ειρήνη Ταχατάκη - Η Κρήτη του χθές)
 
Με τον καιρό οι ορεινοί οικισμοί, κύρια κέντρα κατοικίας και του αγροτικού πληθυσμού, απέκτησαν δευτερεύουσα σημασία και έδωσαν την πρώτη θέση στους χειμερινούς οικισμούς (χειμαδιά), που βρίσκονταν χαμηλότερα, υπό ηπιότερες κλιματολογικές συνθήκες και σε ευκολότερη σύνδεση με τα κέντρα μεταφοράς και πώλησης των γεωργικών προϊόντων.
Παλιά πλακόστρωτη αυλή με ασπροσμένο τον κορμό της δροσερής πορτοκαλιάς
(Ειρήνη Ταχατάκη - Η Κρήτη του χθές) 
Εκτός από τους μόνιμους συνοικισμούς, υπάρχουν διάσπαρτα σε πολλά μέρη του νησιού και τα λεγόμενα μετόχια, μικροοικισμοί, που χρησιμοποιούνται εποχιακά για την καλλιέργεια της γης και την συγκομιδή καρπών.













εικόνα αριστερά: Παλιό σπίτι με το πέτρινο σκαλάκι εικόνα δεξιά: Η είσοδος στα δωμάτια που φιλοξενήθηκε πολλές μέρες ο Ελ. Βενιζέλος το 1897. (Ιδιοκτήτης τότε ο Δεπμιτζάκης, μετά η κόρη του Ειρ. Δερμιτζάκη - Σηφάκη και τώρα ο γιός της Γ.Ι. Σηφάκης
(Ειρήνη Ταχατάκη - Η Κρήτη του χθές)

εικόνα αριστεράΤο πιγάδι με την "σβίγα" και τον κουβά, απαραίτητα εφόδια για την δροσιά της παλιάς αυλής και του κήπου.
εικόνα δεξιά: Αυλή με την καμαρωτή πόρτα της εισόδου.
(Ειρήνη Ταχατάκη - Η Κρήτη του χθές)

 Στην απλούστερη και παλαιότερη μορφή τους τα χωριάτικα σπίτια είναι μονώροφα και μονόχωρα. Στο εσωτερικό τους διατάσσονται χώροι, που χρησιμοποιούνται μαζί, ως τόπος διαμονής των ανθρώπων και ως αποθήκη και στάβλος (αχίρι) για τα ζώα. Σε εξελιγμένη μορφή δημιουργείται ο τύπος του σπιτιού με σοφά, ο οποίος είναι ένα ξύλινο (ή χτιστό) πατάρι, μικρού ύψους, στο βάθος του (συνήθως) στενόμακρου δωματίου και χρησιμοποιείται για τον ύπνο.
 
Οι εσωτερικές ξύλινες σκάλες που οδηγούν στον οντά.
(Ειρήνη Ταχατάκη - Η Κρήτη του χθές) 
Σε πιο εξελιγμένη μορφή το σπίτι κερδίζει σε ύψος και γίνεται διώροφο. Στο ισόγειο βρίσκεται η αποθήκη και ο στάβλος, ενώ το πάνω πάτωμα, ο οντάς, εκπληρώνει όλες τις βασικές ανάγκες της κατοικίας. Η επικοινωνία ισογείου και οντά γίνεται με εσωτερική ξύλινη σκάλα ή με εξωτερική λιθόχτιστη. Αργότερα ο στάβλος χτίζεται δίπλα και απομονώνεται από το άλλο σπίτι. Χτίζεται επίσης και το λεγόμενο παράσπιτο, προσθήκη στο κυρίως σπίτι, ως βοηθητικός χώρος. Απελευθερώνεται έτσι το ισόγειο και αποτελεί τον κύριο χώρο (πόρτεγο) του σπιτιού.
"Ο οντάς"
(Ειρήνη Ταχατάκη - Η Κρήτη του χθές)
Η στέγη (στεγή) στο παραδοσιακό κρητικό σπίτι, όπως και στα περισσότερα αιγαιοπελαγίτικα νησιά, είναι κατά κανόνα επίπεδη και λέγεται δώμα. Για την κατασκευή του χρησιμοποιούνται κορμοί και κλάδοι αγριόξυλων , ακανόνιστης διατομής και διαφόρου μήκους, τελείως ακατέργαστοι πολλές φορές. Πάνω από τα ξύλα (μισοδόκι, δοκάρια, φειαλώματα) τοποθετούνται θάμνοι ή καλάμια, που καλύπτονται στην συνέχεια με λεπτό στρώμα πηλού. Η εργασία αυτή, η οποία γίνεται με αλληλοβοήθεια, λέγεται ρόδωμα. Το πηλώδες στρώμα καλύπτεται με λεπίδα, ένα ειδικό αργιλικό χώμα, με το οποίο εξασφαλίζεται η στεγανότητα του δώματος και η θερμομόνωση του σπιτιού.

εικόνα δεξιά:
 
Μια καλοδιατηρημένη γωνιά παλιού όμορφου νοικοκυριού, τότε που ένα μεγάλο δωμάτιο εξυπηρετούσε όλες σχεδόν τις ανάγκες του σπιτιού. Ήταν κουζίνα, τραπεζαρία, υπνοδωμάτιο, αίθουσα υποδοχής. Μια φιλόξενη γωνιά εδώ, με τον καναπέ, το τραπέζι, την πιατοθήκη και το ράφι. Δίπλα του ο παλιός καθρέπτης.
εικόνα αριστερά: Καθρέπτης ξυλόγλυπτος 
(Ειρήνη Ταχατάκη - Η Κρήτη του χθές) 

Το χωριάτικο σπίτι της Κρήτης δεν παρουσιάζει, όπως είναι φυσικό, σε όλες τις περιφέρειες την ίδια ακριβώς μορφή και την ίδια διάρθρωση. Είναι όμως σε κάθε περίπτωση εναρμονισμένο στον ειδικότερο περίγυρο του και σε όλα τα στοιχεία που τον συνθέτουν: φύση, οικονομία, παράδοση, ιστορία. Η ανασφάλεια εξάλλου που επικρατούσε πολλές φορές εξαιτίας των κατακτητών επέβαλλε σπίτια λιτά, εύκολα και στην κατασκευή αλλά και στην ανακατασκευή τους, όταν ο εχθρός τα κατέστρεφε.
 







Ένα "καμαρικό" και στο βάθος η σκάλα που οδηγεί στον οντά. Η "καμάρα" στα παλιά κρητικά σπίτια χώριζε στα δύο το χώρο και υποστήλωνε την οροφή ή τον "οντά" στο ανώγειο.
εικόνα δεξιά: Διπλή παραστιά στο τζάκι και απο κάτω τα ντουλαπάκια με πάνινα κουρτινάκια.
(Ειρήνη Ταχατάκη - Η Κρήτη του χθές)

Έναν αρκετά διαδεδομένο και αγαπητό τύπο χωρικού σπιτιού αποτελούν τα καμαρόσπιτα, που οφείλουν την ονομασία τους στην ύπαρξη καμάρας, ημικυκλικού πέτρινου τόξου, χτιστού. Με την καμάρα διαμοιράζεται ο χώρος και έτσι είναι δυνατή η χρησιμοποίηση για την στέγαση των ξύλων εφικτής διατομής και μικρού μήκους. Συγχρόνως το σπίτι χωρίζεται σε τμήματα, που καθένα έχει χώρους (σπάλες, κόγχες) με λειτουργική αυτονομία, για τις ανάγκες της χωρικής – αγροτικής ή ποιμενικής, οικογένειας.
Συνήθως στα καμαρόσπιτα δεν υπάρχουν παράθυρα. Είσοδος για το φώς και τον αέρα είναι, εκτός από την πόρτα, ένα φωτιστικό άνοιγμα στο δώμα, που λέγεται ανηφοράς. Ανηφοράς λέγεται και η απόληξη της καμινάδας, της καπνοδόχου, από την οποία βγαίνει ο καπνός της παραστιάς (κατά περιφέρειες λέγεται και: παραθιά, παρασθιά, παρασιά), της εστίας του σπιτιού. Και στις δύο περιπτώσεις, για την κατασκευή του ανηφορά χρησιμοποιείται συνήθως ένα αχρηστεμένο πιθάρι (σπασοπίθαρο). Ο ανηφοράς αυτός αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της κρητικής λαϊκής αρχιτεκτονικής.

εικόνα δεξιά: Το εικονοστάσι στην κρεβατοκάμαρα με την κρεμαστή κανδήλα. Δίπλα στις εικόνες το σακουλάκι με τα "καλορίζικα" από λουλούδια του επιτάφιου. εικόνα αριστερά: Το παράθυρο με τα πλεκτά κουρτινάκια ήταν παλιότερα η λοτζετόπορτα που οδηγούσε στις διπλανές στέγες. Από κει γινόταν η επικοινωνία στις δύσκολες ώρες της τουρκοκρατίας. Στη θέση της τοποθετήθηκε ο "νιπτήρας" της κρεβατοκάμαρας (κανάτα, λεκάνη)
(Ειρήνη Ταχατάκη - Η Κρήτη του χθές)

Η πρόσοψη της εισόδου παρουσιάζει υπέρθυρο καμπυλωτό, αλλά και ευθύγραμμο. Παραστάδες, υπέρθυρα και κατώφλι είναι από σχιστολιθικές πλάκες (πελέκια). Το δάπεδο αφήνεται χωμάτινο ή επιστρώνεται με μείγμα από αργιλόχωμα και κοπριά βοδιών (βουτσά).
Το ράφι και η πιατοθήκη ασπροσθολίστηκαν με δαντέλες. Κι απάνω κει τοποθετήθηκαν καλαίσθητα πιατικά, κουζινικά και μπακίρια στραφταλιστά.
(Ειρήνη Ταχατάκη - Η Κρήτη του χθές)

Το ράφι του τζακιού με στραφταλιστά μπακίρια.
(Ειρήνη Ταχατάκη - Η Κρήτη του χθές)
Πιατοθήκη και κουζινικά τοποθετημένα σε όλη την επιφάνεια του τοίχου.
(Ειρήνη Ταχατάκη - Η Κρήτη του χθές)
Τζάκι και "νοικοκεράτα". Ο νεροχύτης χτιστός μπρός στο παράθυρο.
(Ειρήνη Ταχατάκη - Η Κρήτη του χθές)
 
Όπως το ίδιο το σπίτι, έτσι και η οικοσκευή του ήταν λιτή. Την αποτελούσαν: το ταβλάδο ή η πεζούλα για τον ύπνο, ο σοφράς, μικρό στρογγυλό και χαμηλό τραπέζι με δύο πλατιά πόδια, τα σκαμνιά και τα κουτσούρια για καθίσματα, μια δύο καθέκλες (καρέκλες) για τους επισκέπτες, ο καρφίχτης, μεγάλος καθρέπτης σε ξύλινο σκαλιστό πλαίσιο, στολισμένος με φωτογραφίες αγαπημένων προσώπων, ένας μεγάλος καναπές, η κασέλα για την φύλαξη των προικιών, ο καντηλιέρης με το λύχνο για τον φωτισμό του σπιτιού, το πετροχάβανο για το κοπάνισμα του αλατιού, ο χερόμυλος για την χοντρή άλεση του σταριού και της φάβας, τα λαδοπίθαρα και τα κρασοπίθαρα, τα σταμνιά και τα λαήνια για το νερό, που τοποθετούνταν στον σταμνοστάτη ή την λαηνοθέστρα, εσοχή σε κατάλληλο μέρος ενός τοίχου. Ιδιαίτερα απαραίτητο ήταν το αργαστήρι, για την ύφανση των προικιών και την κάλυψη των αναγκών της οικογένειας σε ρουχισμό.
Στην αποθήκη του σπιτιού με τα βαρέλια, τα τζιγκάκια, το μαστέλο, κ.ά.
(Ειρήνη Ταχατάκη - Η Κρήτη του χθές)
Το παλιό πλυσταριό (γούρνες, τσουκάλια, πιθαράκι, πλύστρες, κ.ά.
(Ειρήνη Ταχατάκη - Η Κρήτη του χθές)
Στα δημιουργήματα της λαϊκής αρχιτεκτονικής περιλαμβάνονται ακόμη και νερόμυλοι, ανεμόμυλοι, φάμπρικες (για τις ελιές) και φούρνοι. Οι φούρνοι χτίζονται με πέτρες και με σπασμένα κεραμικά (γαστριά), μικρός πρόχειρος φούρνος γίνεται με κατάλληλο χτίσιμο ενός πιθαριού (πιθαρόφουρνος). 
Το παλιό κουζινάκι με το φούρνο, το σοφρά, το μαγκάλι, το μασά, το φαράσι.
 (Ειρήνη Ταχατάκη - Η Κρήτη του χθές)
 
http://www.cretainfo.net/
 

Δευτέρα 6 Αυγούστου 2012

Τα στοιχειά στήν λαϊκή παράδοση

"Τα στοιχειά" θεωρούνταν κακοποιά πνεύματα που υπήρχαν σε ορισμένες τοποθεσίες και μπορούσαν να κάνουν κακό στους ανθρώπους που πέρναγαν από εκεί, κυρίως τη νύχτα. Τέτοιες δοξασίες υπάρχουν σε όλα τα μέρη της Ελλάδας και έχουν ρίζες πανάρχαιες. Κατά τον Νικόλαο Πολίτη

«...τα στοιχειά είναι ψυχαί φονευθέντων ανθρώπων ή ζώων, προσηλωμέναι δια του χυθέντος αίματος εις ωρισμένον τόπον, κτίριον ή δένδρον...».

 Στο Σέρβου, σύμφωνα με την παράδοση, στοιχειά υπήρχαν σε ρέματα, σε βρύσες (πχ στου Καρκασάνι) και σε σκοτεινά και βραχώδη μέρη. Για τα μέρη αυτά έλεγαν ότι «κρατάει» στοιχειό. Η μορφή των στοιχειών δεν ήταν βέβαιη. Οι περισσότεροι τα φαντάζονταν σαν ανθρωπόμορφα μαλλιαρά και άσχημα πλάσματα, μπορεί όμως να άλλαζαν και μορφή και να εμφανίζονταν σαν ζώα, όπως τράγος, σκύλος, κότα κλπ. Ο καθένας έπλαθε τη μορφή του στοιχειού, όπως τη φανταζόταν. Οι δράκοι πάντως δεν ήταν στη δική μας παράδοση. Εκτός από τα καθ’ εαυτού στοιχειά, υπήρχαν και άλλα κακοποιά πνεύματα όπως οι νεράιδες, τα σμιρδάκια και η καλαμοδόντα.
Οι νεράιδες ήταν γυναίκες όμορφες, αεράτες, που σύχναζαν συνήθως κοντά σε βρύσες αλλά και σε καταράχια που φύσαγε (για τους ανεμοστρόβιλους έλεγε ο κόσμος ότι είναι νεράιδες που χορεύουν). Το όνομα τους προέρχεται από τις Νηριίδες, τις κόρες του Νηρέα, που κατά την αρχαία Ελληνική μυθολογία ήταν 50 και ήταν μάλλον καλές. Στη σύγχρονη εκδοχή οι νεράιδες ήταν πάρα πολλές και συνήθως ήταν πειραχτήρια. Τους άρεσε να τριγυρνάνε και να χορεύουν. Έπαιρναν ανθρώπους και τους κράταγαν, έτσι για την ευχαρίστηση τους. Γράφει ο Θοδωρής Τρουπής για τις νεράιδες
«Στη σπηλιά που είναι απουπάνου από τα χωράφια τα Σκιζέϊκα, στις ρίζες, είχανε κρυμμένο ένα παιδί των Κωστανταίωνε οι νεράιδες και το ταΐζανε βοϊδοσβουνιές. κάνα δυο - τρεις ημέρες. Βγήκανε οι γυναίκες των Κωστανταίων και σκούζανε και ψάζανε κι άκουσε το παιδί και βγήκε από τη σπηλιά και είπε πως το αρπάξανε κάτι γυναίκες, το κλείσανε στη σπη­λιά και το ταΐζανε γκάβαλα και βοϊδοκοπριές. Τα ιδιανά κάνανε οι νεράιδες και στην Κωσταντού την Αναστασόνυφη. Έβοσκε η γυναίκα τα γουρούνια στου Ραϊδαμάσκου. Παρουσιάστη­κε ένα γουρούνι με μια πλάκα σαπούνι στο στόμα και κοντά δυο - τρεις ψηλόλιγνες γυναίκες. Αρπάζουνε τη γρια - Κωσταντού και την πάνε στου Σκέμπη τη Σπηλιά. Την ηθέλανε παρέα. στο τέλος της βάψανε την άσπρη της γιούρτα μαύρη και την αφήκανε να φύγει. Κι έφυγε κι ήρθε στο χω­ριό με την άσπρη γιούρτα μαύρη ! !...»
Άλλες φορές οι νεράιδες παίρνανε τη μιλιά των ανθρώπων ή τα λογικά τους. Γι’ αυτό τους ιδιόρρυθμους και λοξούς τους έλεγαν νεραϊδοπαρμένους. Αν κάποιος ήταν άτυχος και περπατώντας πάταγε το (αόρατο) τραπέζι που τρώγανε οι νεράιδες, τότε τον κούτσαιναν. Ήταν αόρατες και μόνο οι αλαφροΐσκιωτοι μπορούσαν να τις ιδούν. Αν κάποιος κατάφερνε να πάρει το μαντήλι μιας νεράιδας, τότε αυτή γινόταν πειθήνια και τον ακολουθούσε. Μπορούσε και να την παντρευτεί. Πάντως δεν έχουμε ακούσει να πήρε ποτέ κανένας Σερβαίος το μαντήλι κάποιας νεράιδας.
Τα σμυρδάκια ήταν φωτίτσες που περπάταγαν μέσα στη νύχτα. Κατά μια δοξασία ήταν βρυκολακιασμένα μωρά που είχαν πεθάνει αβάπτιστα και σύχναζαν γύρω από τα νεκροταφεία.
Η Καλαμοδόντα ήταν στοιχειό που έτρωγε τα άτακτα παιδιά. Συνήθως οι μανάδες φόβιζαν τα παιδιά τους για φρονηματισμό. Αν κάνουν αταξίες, έλεγαν, θα τα βγάλουν το βράδυ έξω από το σπίτι και θα τα φάει η καλαμοδόντα. Κανείς δεν την είχε ιδεί όμως.
Τα Φαντάσματα βγαίνανε στο σκοτάδι και τρόμαζαν τους ανθρώπους. Ήταν άνθρωποι πεθαμένοι που για κάποιες αμαρτίες τους βασανιζόταν η ψυχή τους και περιφερόταν ή ψυχές που είχαν αδικηθεί και ζητούσαν δικαίωση.
Οι δοξασίες για τα στοιχειά ήταν βαθιά ριζωμένες στον κόσμο και λίγο πολύ φόβιζαν όλους. Κατ’ αρχήν ήταν οι παραδόσεις από τα πανάρχαια χρόνια, από την Ελληνική μυθολογία. Έπειτα ήταν οι φόβοι που φύτευαν οι μεγάλοι στα παιδιά για να τα κοροϊδέψουν ή να τα φρονηματίσουν. Και τέλος ήταν η συνειδητή καλλιέργεια των φόβων από τους ζωοκλέφτες, που ήθελαν, όταν ο κόσμος άκουγε θόρυβο ή έβλεπε σκιές, να νομίζει ότι πρόκειται για σμυρδάκι ή κάποιο στοιχειό και να κρύβεται. Έτσι έλεγαν φανταστικές ιστορίες που ο κόσμος πίστευε.
Για να προφυλαχθούν από τα στοιχειά, όσοι γύριζαν τις νύχτες, είχαν επάνω τους αποτρεπτικά: είτε φυλαχτά με λίγο μπαρούτι είτε ένα μαυρομάνικο μαχαίρι. Πολλές διηγήσεις για στοιχειά τέλειωναν με τη φράση "...και του φώναξε το στοιχειό: έχε χάρη που έχεις πάνω σου μαυρομάνικο μαχαίρι, αλλιώς θα σε έφτιαχνα εγώ."
"Φέγα Νάσιο Καπλάνη, το στοιχειό του Καρακασάνι"
Στη βρύση του Καρκασάνι μια φορά ξέπεσε μια κότα. Ο Νάσιος από του Σέρβου, που περνούσε από εκεί με τον γερο Ασίκη από τους Αράπηδες, είδε κάτι να κουνιέται μέσα σε μια τούφα, στο μισοσκόταδο και παραξενεύτηκε. Λέει λοιπόν φοβισμένος στον γερο Ασίκη:
- τι λες νάναι τούτο; Στοιχειό νάναι;...., λιάρα κότα νάναι;....Τι στα κομμάτια νάναι;
Ο γερο Ασίκης, παμπόνηρος και κατεργάρης, είδε την κότα και κατάλαβε τον φόβο του Νάσιου. Χωρίς δισταγμό λοιπόν δείχνει πως τάχα φοβήθηκε και λέει του Νάσιου:- φέγα Νάσιο του Καπλάνη, το στοιχειό του Καρκασάνι. Το ’βαλε στα πόδια ο Νάσιος και ο Ασίκης με την ησυχία του έπιασε την κότα, την πήρε στο σπίτι του και την έφαγε.
Ο φόβος που είχαν οι άνθρωποι, προπαντός αν περνούσαν μόνοι τους νύχτα από μέρος που «κράταγε», τους έκανε να βλέπουν στοιχειά και να διηγούνται μετά την εμπειρία τους, που πολλές φορές γινόταν πιστευτή. Και επειδή έκανε εντύπωση, το νέο διαδιδόταν γρήγορα και σε άλλους. Κάποτε ο Μήτσος ο Λίτσας (Γκούρης) ερχόταν στου Σέρβου νύχτα από το χωριό Αραμουζά. Στο δρόμο, κάπου στην Κρίκιζα, μπλέχτηκε στα βάτα και του πιάστηκε η τραγιάσκα. Φοβήθηκε ότι ήταν στοιχειό το 'βαλε στα πό­δια. Φτάνοντας στο χωριό τρομαγμένος διηγήθηκε το συμβάν. Την άλλη μέρα, με το φως και παρέα γύρισε στον τόπο που ήταν το στοιχειό και βρήκε την τραγιάσκα κολλημένη στο βάτο. Αν δεν πήγαιναν ο κόσμος θα πίστευε ότι ήταν στοιχειό .
Ο γερο-Νύσιος ο Βέργος και ο Θανάσης Τρουπής (Θανασιός) είχανε σμίξει τα γιδοπρόβατα τους και τα «κοιμόσαντε» έξω στη στάνη. Σ' ένα σταμνάκι, μάζευαν κάθε μέρα την κορφή του γά­λατος για το βούτυρο. Κάποια νύχτα το σκυλί, ο Τραχήλης, έφτασε το σταμνί, έβαλε μέσα το κεφάλι του για να φάει το βούτυρο αλλά δεν μπορούσε μετά να το βγάλει. Άρχισε να γαυγίζει και να τρέχει σέρνοντας μαζί του και το σταμνί. Οι άνθρωποι που άκουσαν τον παράξενο ήχο από το γαύγισμα μέσα στο σταμνί και το θόρυβο από το κατρακύλισμα και φαντάστηκαν πως ήταν ξωτικό.
- Σμυρδάκι Θανάση!, λέει ο Νύσιος. Το ντουφέκι να το σκοτώσουμε, θα μας φάει τα πρόβατα.
Και ανάβουν φωτιές να φοβηθεί και να φύγει. Ο Τραχήλης αναπο­δογυρίζεται, πέφτει κάτω από τη μάντρα, σπάει το σταμνί, ελευθερώνεται και γαυγίζει τώρα κανονικά. Έτσι ο φόβος μετριάζεται. Το πρωί βρήκαν το σπα­σμένο σταμνί με το βούτυρο φαγωμένο. Κατάλαβαν τότε πως ήταν ο Τραχήλης και όχι σμυρδάκι. Δείχνει όμως η ιστορία πόσο φόβο είχαν οι άνθρωποι.
Κάποια "καλόπαιδα" από το κάτω χωριό, τι κάνανε για να φοβίσουνε μια γιαγιά που πίστευε στα φαντάσματα και τα στοιχειά. Βρήκαν μια χελώνα και όταν σουρούπωσε την πήγαν απέναντι στον Αγιοθανάση, σε ένα μέρος που ήταν αγνάντιο από το σπίτι της γιαγιάς, Άναψαν κάποια κεριά και τα κόλλησαν στο καύκαλο της χελώνας και την ανάγκασαν να κινείται. Ένας της παρέας είχε μείνει στο χωριό και συννενοημένοι όπως ήσαν φωνάζει, έντρομος τάχα, τη γιαγιά.
-Τήρα γιαγιά, τήρα, απέναντι στον Αγιοθανάση, πως περπατάνε τα σμυρδάκια.
-Παναγία μου, λέει η γιαγιά και και κάνοντας το σταυρό της μπαίνει απότομα στο σπίτι και αμπαρώνει την πόρτα.....
(Ηλ. Χειμώνα, υποπτ/χου ε.α)
http://www.servou.gr/

Τετάρτη 1 Αυγούστου 2012

Από την 1η έως και τις 12 Αυγούστου τα λαογραφικά «μερομήνια»




Καλό μήνα και καλά… «μερομήνια»! Αρχίζουν από σήμερα, 1η Αυγούστου, και διαρκούν έως και τις 12 Αυγούστου, τα «μερομήνια», μια ξωμάχικη, ελληνική και ελληνοβλάχικη, παράδοση αιώνων, με έντονα λαογραφικά στοιχεία.

Στον ελληνοβλάχικο λόγο της Ακαρνανίας η λέξη είναι «μερομίνιε» και σε άλλες ελληνοβλάχικες περιοχές είναι, όπως μας αναφέρει ο Κων. Νικολαϊδης στο Λεξικό του, «μουρμούνιε».
Η λέξη, με την έντονη λαογραφική χροιά και παράδοση, παράγεται από την ελληνική λέξη «ημερομήνια» ή «μερομήνια». Τότε, σε παλαιότερες εποχές, που δεν υπήρχαν ειδικοί μετεωρολόγοι για να κάνουν προβλέψεις για τον καιρό, οι Έλληνες ποιμένες, οι Ελληνόβλαχοι, είχαν τα «μερομήνια».
Συγκεκριμένα, από την πρώτη ημέρα του Αυγούστου έως και τις 12 Αυγούστου, μερικοί «ειδικοί» ποιμένες παρατηρούσαν τα μετεωρολογικά φαινόμενα κάθε μέρας και πρόβλεπαν τον καιρό που θα επικρατούσε στη συνέχεια στους… αντίστοιχους μήνες.
Έτσι, αν στην πρώτη ημέρα του Αυγούστου, η οποία αντιστοιχεί στον Σεπτέμβριο, παρατηρούνται συννεφιές, βροχές, αέρηδες κλπ,  οι «οιωνοσκόποι» με τα «μερομήνια», έλεγαν ότι ο Σεπτέμβριος θα είναι βροχερός,  θα έχει αέρηδες, ξηρασία, ζέστη ή κρύο κλπ.
Τις ίδιες προβλέψεις έκαναν και για τους άλλους μήνες με βάση τα μετεωρολογικά φαινόμενα των επόμενων ημερών έως  και τις 12 Αυγούστου.
Πάντως, ο αείμνηστος πατέρας μου  έλεγε, με βάση αυτά που του έλεγε ο ξωμάχος, σκηνίτης, παππούς μου, ότι οι προβλέψεις ήταν πάντοτε επιτυχείς, γεγονός που έκαναν τους τότε βοσκούς να προετοιμάζονται για την αντιμετώπιση «ακραίων» φαινομένων…
 
Του Δημήτρη Στεργίου


* Ο κ. Δημήτρης Στεργίου είναι Δημοσιογράφος από την Παλαιομάνινα. Διετέλεσε διευθυντής της εφημερίδας «Ελεύθερος Τύπος της Κυριακής», διευθυντής Σύνταξης του «Οικονομικού Ταχυδρόμου» και της «Απογευματινής» και αρθρογράφος – σχολιογράφος στις εφημερίδες «Νέα» και «Βήμα»
 http://vlahofonoi.blogspot.gr
 
 

Υφαντά

Η τέχνη της υφαντικής στο Παλαιοχώρι έμεινε αναλοίωτη μέσα στο πέρασμα του χρόνου και περναέι από γενιά σε γενιά , από μάνα σε κόρη (ξακουστά σε όλη την ελλάδα τα υφαντά της Χαλκιδικής).
Είναι γνωστός σε όλη την περιφέρεια της Βορείου Χαλκιδικής ο τοπικός μύθος - παραμύθι του Παλαιοχωρίου που λέει πως στο Κάστρο της Ωριάς , που ιστορικά τοποθετείται στο  "Νέπωσι", η Βασιλοπούλα ύφαινε με χρυσή κλωστή και χρυσή σαΐτα στο χρυσό αργαλειό, θαμμένο ακόμα κατά την παράδοση στις δαιδαλώδης στοές του κάστρου .
Όλα ξεκινάνε με την κούρα των γιδοπροβάτων . Τότε απομακρύνονται οι τρίχες με μεγάλα κτένια . Το μαλλί το έπλεναν καλά για να φύγουν οι βρομιές του. Έβαζαν σε μια σκάφη χλιαρό νερό και έριχναν μέσα το μαλλί. Το νερό δεν έπρεπε να καίει γιατί το μαλλί μάζευε και δεν μπορούσε να ξαστεί. Το έπλεναν δυο και τρεις φορές. Το νερό από την πρώτη πλύση λεγόταν ρύπος κι αυτό δεν το πετούσαν αλλά το κρατούσαν για να το χρησιμοποιήσουν στη βαφή του μαλλιού με μπλε χρώμα. Στη συνέχεια το έβαζαν μέσα σ’ ένα καλάθι ή πάνω σε φράχτες για να φεύγουν τα νερά και το έβαζαν σε ένα σκιερό μέρος για να στεγνώσει. Δεν έπρεπε να το βάλουν στον ήλιο για να μην κιτρινίσει. Όταν στέγνωνε άρχιζαν το ξάσιμο. Αυτό γινόταν με τα χέρια. Άνοιγαν σιγά σιγά το μαλλί για να γίνει απαλό και συγχρόνως το καθάριζαν και από κάποια σκουπιδάκια που είχε. Έπειτα το πήγαιναν στη λανάρα.
Βαφή του νήματος
Η προεργασία συνεχιζόταν με το βάψιμο του νήματος σε καζάνι ( που το έιχαν μόνο για αυτό το σκοπό ), μέσα στο οποίο έβραζαν οι φυτικές ίνες οι οποίες ήταν κατάλληλες για να δώσουν το χρώμα που ήθελαν να έχει το υφαντό. Τα μυστικά αυτής της βαφής τα γνώριζαν οι οι ηλικιωμένες γυναίκες, οι οποίες και τα μετέδιδαν στις νεώτερές τους. Έτσι, το μαύρο χρώμα γινόταν με τις φλούδες του σκλήθρου. Το γαλάζιο με ρίζες από λάπατα. Το καφέ με χλωρά καρυδόφλουδα ή κρεμμυδόφλουδα ή την καπνιά του φούρνου. Το μπλέ με λουλάκι. Το κίτρινο με κρεμμυδόφυλλα ή ή φλούδες αγριοαχλαδιά ή μουριάς. Το μπεζ με φλούδες από καρύδι και λίγο ξύλο κορομηλιά ή βελανίδια . Το μελί με κρεμμυδόφυλλα και το πράσινο με τη μολόχα. Για τη βαφή όπως είπαμε χρησιμοποιούσαν το πρώτο νερό που έπλυναν το μαλλί (ρύπος).
Τα νήματα στη συνέχεια υφαίνονται στον αργαλειό και γίνονται σε  χαλιά, μπάντες, κιλίμια και τρόκνιες.
Ονομασίες όπως «μόρκος, μινάδινα, βελγιώτικο, ήλιοι, πυκνή τριανταφυλλιά, αλυσίδα, ρόκα, τριανταφυλιές, αγγελάκι, βοσκοπούλα, χορός των Μουσών, η νύφη και το άρμα του ήλιου, ζαρκάδι, λιοντάρι, κρικέλα, το μοναστηράκι», κ.α. χαρακτηρίζουν τα συνήθη θέματα των υφαντών.
Στον αργαλειό γίνονται επίσης και οι κουρελούδες. Τα παλιά ρούχα δηλαδή τα κόβουν σε στενές λωρίδες, τα κάνουν κουβάρια και τα υφαίνουν. Ανάλογα με τα χρώματα των ρούχων φτιάχνουν διάφορα σχέδια στις κουρελούδες.

Ενδεικτικά φωτογραφίες από Παλαιοχωρινά σχέδια :
 http://palaiochori.com/

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.


Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.


Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια

ΤΟ ΚΑΚΟ ΜΑΤΙ

Πολλοί Έλληνες, ιδίως στην επαρχία, πιστεύουν ότι ένα άτομο μπορεί να "ματιάσει" ένα άλλο είτε από φθόνο είτε από υπερβολικό θαυμασμό. Ο "ματιασμένος" νοιώθει άσχημα σωματικά και ψυχολογικά. Για να αποφύγουν το κακό μάτι, όσοι πιστεύουν σε αυτό φοράνε ένα μπλε ματόχαντρο ή ένα μπλε βραχιόλι. Οι προληπτικοί και όσοι πιστεύουν στη βασκανία δηλώνουν ότι το μπλε χρώμα διώχνει το κακό μάτι. Παραδόξως όμως πιστεύουν ότι οι γαλανομάτες είναι αυτοί που κυρίως "ματιάζουν". Εκτός από το ματόχαντρο, ένας άλλος τρόπος για να προστατευθεί κανείς από το κακό μάτι είναι να κρεμάσει σε μια γωνία του σπιτιού του σκόρδα. Οι Έλληνες πιστεύουν ότι το σκόρδο (όπως και τα κρεμμύδια) έχει και άλλες θεραπευτικές ιδιότητες. Έτσι λοιπόν όταν κάποιος είναι άρρωστος τον συμβουλεύουν να εμπλουτίσει τη δίαιτά του με σκόρδο.

ΤΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΚΑΙΡΟΥ



Παλιά τα πανηγύρια είχαν, κυρίως εμπορικό χαρακτήρα, γι’ αυτό και τα αποκαλούσαν εμποροπανήγυρη. Βέβαια και ο θρησκευτικός χαρακτήρας κατείχε πρωτεύουσα θέση.
Έτσι λοιπόν, ανάλογα στον κάθε τόπο με το πότε γιόρταζε η εκκλησία του χωριού ή σε προκαθορισμένες ημερομηνίες, γινόταν η εμποροπανήγυρη σε επίκαιρα σημεία της περιοχής, που προσφέρονταν εδαφικά και οδικά στον ευρύτερο χώρο. Στο πανηγύρι συμμετείχε ολόκληρο το χωριό, με ιδιαίτερη χαρά. Ήταν μια ευκαιρία να ξεχάσουν τα βάσανα μιας ολόκληρης κοπιαστικής χρονιάς. Σ’ αυτό το πανηγύρι, έκαναν έντονη την παρουσία τους οι νέοι του χωριού, που γάμπριζαν.
Μέχρι το 1950 και λίγο αργότερα, για να εξοικονομήσει ο τύπος του χορευταρά και γλεντζέ τα χρήματα που του χρειαζόταν για να πάει σ΄ ορισμένα πανηγύρια, για να χαρεί τα νιάτα και τη λεβεντιά του, έπρεπε να κάμει οικονομίες ολόκληρο το χρόνο και περίμενε να έλθει η ημέρα του δείνα ή τάδε πανηγυριού και να ντυθεί τα γιορτινά του, το γυαλιστερό και τριζάτο βρακί, το πολίτικο γιλέκο (από την πόλη), το ποικιλόχρωμο πουκάμισο, το σακάκι το πανάκριβο και τέλος το «βρακάδικο» σκούφο - έμοιαζε με τον Αϊβαλιώτικο - που τώρα πια δεν υπάρχει στην αγορά - η καμιά φορά και καπέλο.

Τα ζύγιζε όλα, τόσα στους δίσκους της εκκλησίας, τόσα στο κερί, τόσα στο γεύμα της εκκλησίας, τόσα στο καφενείο και τόσα στα μουσικά όργανα (βιολί, κλαρίνο, ούτι, λαούτο και καμιά φορά σαντούρι). Μεταφορικό μέσο είχε το μουλάρι του, που κι αυτό έπρεπε να είναι περιποιημένο, σαμάρι καινούργιο, καπίστρι με πολύχρωμες χάντρες και φυλακτό, στρογγυλό από το πάχος, ευκίνητο. Εκείνο όμως που έκαμνε πιο μεγάλη εντύπωση, ήταν ο αναβάτης, ο νέος με το στριμμένο, σαν τσιγκέλι, μουστάκι, τα πλούσια καλοχτενισμένα μαλλιά και περιποιημένα, όχι όπως ο σημερινός μακρυμάλλης. Καμιά φορά οι αναβάτες ήταν «δικάβαλλοι», δηλ. διπλοί.
Οι κοπελιές του χωριού και των γειτονικών χωριών τον έβλεπαν και τον καμάρωναν και αυτός περήφανος για τον εαυτό του, σκόρπιζε σ΄ όλες, κατά προτίμηση στην αγαπημένη του, δειλές ματιές, που λίγα έδειχναν, αλλά πολλά υπόσχονταν.

Άρχιζαν το χορό με ένα σέρβικο ή χασάπικο ή γιωργάρικο, που φανέρωναν όλη την χορευτική τους δεινότητα σε ευκινησία, τσαλίμια, που με κατάπληξη τους παρακολουθούσαμε. ΄Έπειτα ο καλαματιανός που έπαιρναν μέρος και περισσότερες κοπέλες, διότι οι πρώτοι προϋπέθεταν αντοχή, ευκινησία και χορευτική ικανότητα, ενώ ο καλαματιανός προσιδίαζε περισσότερο στις γυναίκες, και κατόπιν ο συρτός ανά ζεύγη, ξαπολυτός (καρσιλαμάς), γρηγορινός (πολύ σύντομος) τσιφτετέλης και άλλοι.
Παντού πρώτοι και καλύτεροι, ευλύγιστοι, πεταχτοί, λαστιχένιοι σκόρπιζαν το γλέντι, τη χαρά, το θαυμασμό, αλλά κaι το φθόνο για κείνους που δεν ήσαν καλοί χορευτές.
Έπιναν κρασί ή σούμα με μεζέδες, όχι της προκοπής. Η μπύρα ήταν άγνωστη - μα κάτι τέτοιο ήταν ακατανόητο για χωριά. Κερνούσαν όλες τις παρέες και κείνες ανταπέδιδαν το κέρασμα. Σ΄αυτόν που χόρευε πρόσφεραν ούζο ή κρασί και στην κοπελιά λουκούμια, που όσα περισσότερα μάζευε τόση μεγαλύτερη ικανοποίηση δοκίμαζε. Αν μάλιστα τύχαινε να είναι ωραία και καλή χορεύτρια, τα κεράσματα δεν σταματούσαν καθόλου. Τα παιδιά λιγουριάζανε όταν έβλεπαν τόσα λουκούμια να μαζεύουν οι κοπέλες, που σε κάποια φίλη τους τα πετούσαν. Κι αν τύχαινε να είναι γνωστή, τα φιλοδωρούσαν μερικά.

Γινόταν όμως καβγάδες για τη σειρά προτεραιότητας στους «κάβους», που έπρεπε να εξασφαλίσει κάθε συντροφιά για τις κοπέλες της παρέας της. Επικρατούσε μια όχι καλή συνήθεια. Κάθε νέα που έμπαινε στο χωριό έπρεπε να την χορέψουν όλοι οι νέοι που την γνώριζαν και όταν ήταν και καλή χορεύτρια τότε πήγαιναν και ξένοι, φυσικό ήταν λοιπόν να παρατείνεται ο «κάβος», η διάρκεια χορού με αποτέλεσμα να στενοχωρούνται οι άλλες νέες. Και τότε συνέβαιναν οι παρεξηγήσεις.
Σωστό ήταν τότε να διακόπτονταν ο χορός και να πάρει σειρά κάποια άλλη. Η πίστα ήταν μικρή, μόλις επαρκούσε για τρία ζεύγη - σπάνια παραπάνω - τη σειρά προτεραιότητας την κανόνιζαν οι καφετζήδες, που δεν ήταν επαγγελματίες, αλλά περιστασιακοί. Μια άσπρη ποδιά, ήταν το διακριτικό τους. Κι αν τύχαινε να μην τα «παίρνουν απάνω τους» δηλ. να μη ήσαν σβέλτοι, τότε μετατρεπόταν σε δράμα. Εν τω μεταξύ οι άλλες νέες περίμεναν με αγωνία αλλά και πικρία, διότι αναβαλλόταν η σειρά τους.
Δικαιολογημένοι λοιπόν ήσαν οι καυγάδες, αν σκεφθούμε ότι ραδιόφωνα δεν υπήρχαν, κασετόφωνα το ίδιο και συνεπώς μουσική άκουαν μόνο στα πανηγύρια και σε έκτακτες περιστάσεις (αρραβώνες, γάμους και βαφτίσια). Διψούσε ο κόσμος για μουσική και χορό. Πώς να ικανοποιηθεί; Οι ευκαιρίες παρουσιάζονταν μόνο το καλοκαίρι στα πανηγύρια.

Οι μεγάλοι, αν είχαν κορίτσια της παντρειάς, περίμεναν να μπει στο χορό η κόρη τους να την καμαρώσουν, αν όχι πήγαιναν σε διάφορα συγγενικά ή φιλικά σπίτια, κερνιόνταν, έτρωγαν το βράδυ και κατόπιν, όσοι διέθεταν υποζύγια έφευγαν για τα χωριά τους.

Ρόλο έπαιζε και η εποχή, για να διαθέτουν τα απαραίτητα χρήματα αυτοί που θα επισκέπτονταν το παζάρι. Πάλι, ανάλογα τον πληθυσμό και την αξία του κάθε πανηγυριού, ήταν και η διάρκειά του, που συνήθως κυμαινόταν από 3 ως και 8 ημέρες.
Γίνονταν σ’ αυτά εμπορικές συναλλαγές μεγάλης έκτασης. Έμποροι, από τα μεγάλα αστικά κέντρα, φτάνανε εκεί με την πλούσια πραμάτεια τους. Εκτός όμως από το μεγάλο εμπόριο σε παντός είδους αγαθά, όπως σε τρόφιμα, υφάσματα, είδη υπόδησης, γεωργικά εργαλεία, σαμάρια, ψαθιά κ.ά., γινόταν και μεγάλες συναλλαγές αγοραπωλησίας ζώων. Μεγάλη ζήτηση είχαν τα μουλάρια, που γεννιόντουσαν από τη διασταύρωση του γαϊδάρου με τη φοράδα ή αλόγου με γαϊδούρα, γιατί τα ζώα αυτά είναι μεγάλης αντοχής και δεν δυσκολεύονται σε δύσβατους δρόμους. Πολύ διαδεδομένες ήταν και οι τράμπες, που έκαναν εκείνη την εποχή, με τα ζώα.
Εδώ εύρισκε ο καθένας ό,τι ήθελε και σε τιμές συμφέρουσες. Όσοι είχανε κορίτσια της παντρειάς, αγοράζανε από δω τα προικιά τους, όπως χαλκώματα, φορτσέρια, σεντόνια κι ότι άλλο ήταν απαραίτητο.
Τράμπες γίνονταν τότε, εκτός από τα ζώα, και στα υπόλοιπα προϊόντα, μιας και χρήματα δεν υπήρχαν εύκολα.

ΠΗΓΗ

Ό Ελληνικός καφές

Ο Ελληνικός καφές είναι η παρέα του Έλληνα σε κάθε στιγμή της ζωής του. Η παρέα και στα καλά και στα άσχημα. Το πρωϊνό καφεδάκι αποτελεί το καλλίτερο ξεκίνημα της ημέρας αλλά και το απογευματινό πού δημιουργεί την καλλίτερη ατμόσφαιρα για φιλική κουβεντούλα.

Πώς γίνετε όμως ο καφές; Ο Ελληνικός καφές έχει πολλές ποικιλίες κατασκευής και αυτές τις γνωρίζει πολύ καλά ο καφετζής αλλά και ο μερακλής του καφέ.

Για όσους δεν ξέρουν πώς να φτιάχνουν ένα καλό φλιτζάνι καφέ , πάμε να δούμε πώς γίνετε.

Ελληνικός καφές

Τρόπος παρασκευής καλού Ελληνικού καφέ


Μπρίκι

Κατά προτίμηση με στενό πάνω μέρος για να ανακυκλώνεται η θερμοκρασία κατά την διάρκεια του ψησίματος και στην σωστή διάσταση για την συγκεκριμένη ποσότητα καφέ που θα φτιάξουμε.


Εστία ψησίματος

Κατά προτίμηση χόβολη ή έστω γκαζάκι με χαμηλή φλόγα.

Το ηλεκτρικό μάτι δεν προτείνεται γιατί παρέχει ζέστη μόνο από κάτω από το μπρίκι και καθόλου από το πλάι. Επίσης αργεί να ζεσταθεί αλλά από την στιγμή που θα ζεσταθεί και μετά έχει μεγάλη ένταση η θερμοκρασία που αναπτύσσει


Φλιτζάνι.

Χοντρό πορσελάνινο για να διατηρεί ζεστό τον καφέ περισσότερη ώρα


Καφές: επιλέξτε τον καφέ που σας αρέσει. Είναι και θέμα προσωπικού γούστου πέρα από ποιότητα καφέ


Ο Ελληνικός καφές είναι συνήθως ανοιχτόχρωμος και χαρμάνι του βραζιλιάνικου Rio, Santos και Robusta. Πλέον κυκλοφορεί και πιο καβουρντισμένος, «σκούρος» ελληνικός, χαρμάνι από καφέδες της Κεντρικής Αμερικής, για όσους προτιμούν τον καφέ πιο πικρό και δυνατό. Στα καφεκοπτεία βρίσκεις χύμα και μεσαίου καβουρντίσματος, που είναι ελάχιστα πιο πικρός και πικάντικος, και δεν υστερεί σε καϊμάκι. Στην Ελλάδα ο καφές καβουρντίζεται σε κενό αέρος. Εξωτερικά ο κόκκος είναι πιο ψημένος και εσωτερικά είναι λίγο άψητος


Ονομασίες και αναλογίες καφέ / ζάχαρης.

Για φλιτζανάκι των 75 ml, (τυπικός μονός καφές)

Ρίξτε την σωστή ποσότητα νερού μετρώντας με το φλιτζάνι.

Σκέτος με 1 κ.γ. καφέ,

Μέτριος με 1 κ.γ. καφέ και 1 κ.γ. ζάχαρη ή

Μέτριος-κλασικός με 2 κ.γ. καφέ και 2 κ.γ. ζάχαρη και

Μέτριος γλυκός με 2 κ.γ. ζάχαρη.

Μέτριος με ολίγη (αλλιώς ναι και όχι) έχει λιγότερο από 1 κ.γ. ζάχαρη

Ολίγον μέτριος με 1,5 κ.γ. ζάχαρη.

Μέτριος-βαρύς Ο μέτριος με ακόμη περισσότερο καφέ ,

Πολλά βαρύς έχει 4 κ.γ. καφέ και 6 ζάχαρη, ενώ ο

Βαρύς-γλυκός 3 κ.γ. καφέ και 4 κ.γ. ζάχαρη.

Όταν ζητηθεί χωρίς καϊμάκι ο μέτριος, θα είναι μέτριος βραστός και όχι, θα πρέπει να έχει φουσκώσει δύο φορές και να σερβιριστεί από ψηλά ώστε, πέφτοντας στο φλιτζάνι, να κάνει και φουσκάλες.

Πολλά βαρύς και όχι. Το ίδιο, όπως αλλά με μισή δόση νερού

Σκέτος βραστός δεν έχει καϊμάκι, ενώ ο

Σκέτος (θερια­κλίδικος) θα πρέπει να έχει και καϊμάκι, και φουσκάλες – και για να γίνει σωστός πρέπει να παρασκευαστεί σε κρύο νερό. Τρεις κουταλιές καφέ, καθόλου ζάχαρη, κρύο νερό και όταν αρχίσει να φουσκώνει ανασηκώνουμε και ξανακατεβάζουμε το μπρίκι, Σερβίρουμε από ψηλά για να κάνει και φουσκάλες


Παρατήρηση: Το κουταλάκι του καφέ είναι μικρό


Ψήσιμο καφέ

Αφού βάλουμε καφέ (ή και ζάχαρη) στο μπρίκι, ανακατεύουμε μόνο στην αρχή, μέχρι να ανακατευτεί καλά ο καφές και να λιώσει η ζάχαρη. Αποφεύγουμε να ξαναανακατέψουμε γιατί χαλάει το καϊμάκι.

Αν ψήνουμε σε χόβολη / άμμο, βυθίζουμε μέχρι τη μέση το μπρίκι στην «άμμο» και περιμένουμε να φουσκώσει.
Αν φτιάχνουμε συγχρόνως σε ένα μπρίκι παραπάνω από ένα καφέ, μοιράζουμε στα φλυτζανάκια πρώτα το καϊμάκι και μετά συμπληρώνουμε με τον υπόλοιπο καφέ.

Αν θέλουμε πλούσιο καϊμάκι χρησιμοποιούμε κρύο νερό.


Tips

Διατηρείστε το καφέ ερμητικά κλεισμένο σε αλουμινένο ή γυάλινο βάζο (ή ακόμα και στην αρχική του συσκευασία αφού τυλίξετε το πάνω μέρος από το σακουλάκι και βάλετε ένα λαστιχάκι να το κρατάει κλειστό) κατά προτίμηση μέσα στο ψυγείο

Χρησιμοποιείστε στεγνό και καθαρό κουτάλι για να πάρετε καφέ μέσα από το βάζο του καφέ

Μην βάζετε γάλα στον καφέ γιατί γίνετε πιο βαρύς, πειράζει στο στομάχι και αλλοιώνει το άρωμα και την γεύση του καφέ.

Αφήστε τον καφέ λίγα λεπτά να κάτσει το κατακάθι για να μην σας πειράξει στο στομάχι.

πηγή

Ή περιγραφή τών κατοικιών καί τής ζωής στό χωριό.

Γενικά

Οικιστική μελέτη του χωριού & του συνοικισμού

Το λαϊκό σπίτι, αν το σκεφτούμε μέσα στη συνοικιστική του ομάδα, αποτελεί το ιερό καταφύγιο, αλλά και το ορμητήριο του πρώτου κοινωνικού πυρήνα, που είναι η οικογένεια. Γι' αυτό συγκεντρώνει την ύψιστη προσοχή του δημιουργού (νοικοκύρη ή οικοδόμου, για τα τρία κυριότερα στοιχεία της οργανικής του οντότητας, το στέρεο και εξυπηρετικό χτίσιμο, την καλή γειτνίαση και την πρακτική ομορφιά.


Η μελέτη λοιπόν της λαϊκής κατοικίας πρέπει να γίνεται στα πλαίσια του περιβάλλοντος και του συνόλου των άλλων σπιτιών. Υπάρχει "κοινωνία σπιτιών", όπως υπάρχει και η κοινωνία ανθρώπων. Ο μελετητής λαογράφος, πριν προχωρήσει στην περιγραφή των κατοικιών και της ζωής ενός χωριού, πρέπει να δώσει την συνολική μορφή και τα οικιστικά χαρακτηριστικά του χωριού, με την εξής σειρά:


Επταχώρι Καστορίας


1. Οπτική (πανοραματική) μορφή του χωριού.
Τα σχήματα συνήθως των συνοικισμών είναι: κυκλικά, ασύμμετρα και επιμήκη. Ο κυκλικός συνοικισμός (χωριό) συγκεντρώνεται γύρω από ένα ύψωμα (παλιόκαστρο), μια εκκλησία, μια πηγή ή μια αγορά. Οι δρόμοι του βγαίνουν έξω ακτινωτά. Ο επιμήκης (ή μακρυδρομικός) συνοικισμός σχηματίζεται παράλληλα με τους μεγάλους εθνικούς δρόμους και είναι νεώτερος, Οι σύμμετροι συνοικισμοί ήταν παλιότερα ή σε ψηλώματα (αμφιθεατρικοί) ή σε κρυμμένες κοιλάδες. Μελετάται στις περιπτώσεις αυτές, αν το χωριό είναι δίλοφο ή διπλευρικό. Επίσης, αν είναι παράλιο, μεσόγειο ή ορεινό. Και γενικά, ποιος είναι ο προσανατολισμός και η γεωγραφική του θέση.


Λέχοβο Καστοριάς


2. Κλίμα, έδαφος, υψόμετρο, νερά, καλλιέργειες ·απαραίτητο πλαισίωμα στην περιγραφή μας, που οδηγεί και σε συμπεράσματα, αν το χωριό είναι γεωργικό ή κτηνοτροφικό, παραγωγικό ή άγονο, πράσινο ή ξερό, λιθόκτιστο ή από ξενόφερτα υλικά.


Μέτσοβο Ηπείρου


3. Εσωτερική σύνθεση του χωριού η οποία περιλαμβάνει τα κεντρικά κτίρια όπως η εκκλησία, το σχολείο, τα Κοινοτικά γραφεία, η βρύση, τα καφενεία, η αγορά, το «μεϊντάνι» με τα μαγαζάκια και τα χοροστάσια. Οι γειτονιές με τους χαρακτηριστικούς δρόμους, το κοιμητήριο, οι δρόμοι εξόδου.



4. Ιστορικά του χωριού, όνομα και ετυμολογία, χρονολογία κτισίματος, περιπέτειες, σύγχρονες συνθήκες.


Το Δημοτικό Σχολείο Ριζοβουνίου Πρεβέζης


Οικιστική μελέτη του σπιτιού


1. Περιγραφή του εξωτερικού χώρου, της γειτονιάς, του εδάφους και της έκτασης του οικοπέδου (ξερότοπος, βλάστηση, απάνω γειτονιές, επικλινές έδαφος, ξάγναντο ή γούπατο).



Η πέτρινη καμάρα της Μπαμπαλίνας Τρικάλων


2. Εξωτερική μορφή του σπιτιού. Μονώροφο, διώροφο, πλατυμέτωπο, στενομέτωπο, γωνιόστεγο (δίρριχτο και με αέτωμα), με επίκλινη στέγη (μονόριχτο), επιπεδόστεγο (ταράτσα), πυραμιδόστεγο ή καμπυλόστεγο. Πολυπαράθυρο ή τυφλό. Απλό ή πολυσύνθετο (με χαγιάτια, πτερύγια κτλ.). Χρώματα που κυριαρχούν. Τυχόν επιγραφές ή σήματα και χρονολογίες.


Κατοικία Ηπείρου


3. Υλικά οικοδομίας. Τοιχοποιία, ξυλοδομικά εξαρτήματα, στέγη (κεραμίδια, πλάκες, δὠμα από πηλό, κλαδιά ή τσιμέντο). Εδώ μπορούν να ζητηθούν και τα έθιμα χτισίματος, στα θεμελιώματα (σφάξιμο κοκκόρου, αγιασμοί κτλ.) και στη σκεπή (μαντηλώματα).


4. Αρχιτεκτονικός τύπος του σπιτιού (τοπικός ή πανελλήνιος) και γενική αισθητική. Εκτίμηση των ιδιοτυπιών και εμπνεύσεων. Αισθητική της προσαρμογής στο περιβάλλον. Ψεκτά σημεία επίσης.


Διώροφη οικία Καλάνδρας Χαλκιδικής


5. Εσωτερική διαίρεση του σπιτιού (κάτοψη & τομή). Δωμάτια και χώροι (και τρόποι) οικογενειακής ζωής, για το αντρόγυνο, για τα παιδιά, για τους γέρους, για τους ξένους. Φροντίδες προσανατολισμού και υγιεινής. Πρακτικά διδάγματα, αλλά και άγνοιες. Χρώματα και διακόσμηση, θέση της εστίας και καπνοδόχος.


6. Έπιπλα & σκεύη. Εντοιχισμένα και κινητά έπιπλα της λαϊκής κατοικίας. Τόποι κατασκευής ή αγοράς. Οι ντόπιοι επιπλοποιοί. Τα αρμάρια τροφίμων, οι παλιές κασέλες, το εικονοστάσι. Μεταγενέστερες αστικές εξελίξεις. Τα σκεύη (αγγεία) του μαγειρειού, της τραπεζαρίας, του νοικοκυριού (νερό, πλύσιμο) και της φιλοξενίας (δίσκοι, σερβίτσια κτλ.). Η εσωτερική ατμόσφαιρα και εμφάνιση του σπιτιού είναι η ζωντανότερη πλευρά της ελληνικής κατοικίας, επειδή δείχνει τις οικονομικές συνθήκες της οικογένειας, την προσωπικότητα της νοικοκυράς, την πολιτιστική διάθεση για βελτίωση, και το πνεύμα της φιλοξενίας.


Παραδοσιακή αρχιτεκτονική Κρανέας Ελασσόνας


7. Αυλή & κήπος: Τα χτισίματα της αυλής, φούρνος, μαγειρειό, στάβλοι, αχερώνας, κοτέτσι ή περιστερώνας κτλ. Το πηγάδι και η στέρνα, τρόποι για την άντληση του νερού. Η κεντρική και η δευτερεύουσα πόρτα με την αρχιτεκτονική της στέγης τους. Χτυπητήρια ή κουδούνια για ειδοποίηση. Ασφαλιστικά σύνεργα. Η μάντρα ή ο φράχτης, μικροεμπόδια για τους κλέφτες. Δέντρα και καλλιέργειες. Σπιτική ανθοκομία και γλάστρες ή αρτάνες.


8. Ιδιόρρυθμες αγροτικές κατοικίες: Καλύβες πέτρινες ή δεντρόκλαδες, στάνες και στρούγγες, τσαρδάκια, λιμναίες καλαμωτές κατοικίες κ.α.



Στάνες Σαρακατσαναίων


Η μελέτη της ελληνικής κατοικίας, ιδιαίτερα στην παραδοσιακή της μορφή, είναι έργο εθνικό, όσο εθνικός ήταν πάντα και ο ρόλος του ελληνικού σπιτιού, που στέγασε με συνεχή εξέλιξη την πρώτη γέννηση, τα παιδικά χρόνια, την οικογενειακή τιμή, τον γάμο, τις χαρές και τις λύπες, τον ειρηνικό θάνατο, την φτώχεια ή τον πλούτο, αλλά και την αξιοπρέπεια και την ελευθερία του κάθε Έλληνα.





Σκόρδο σπορά φύτεμα καλλιέργεια


Τα σκόρδα είναι φυτά βολβώδη, πολυετή και ανήκουν στην οικογένεια των λειριοειδών. Καλλιεργούνται για τούς βολβούς τους, οι οποίοι βρίσκουν μεγάλη χρησιμοποίηση στη μαγειρική ή παρασκευή ειδικών δροσιστικών τροφών.
Τα φύλλα διαφέρουν απ' εκείνα των κρεμμυδιών, γιατί είναι πιό σπαθωτά και πιό στενά και στριμμένα. Τα άνθη είναι λευκά και στη κορυφή του καυλού σχηματίζουν σφαιρικό σκιάδιο. Κάθε κεφάλι αποτελείται από 8-12 σκελίδες, εκ των οποίων οι εξωτερικές είναι μεγαλύτερες από τις εσωτερικές και πιό καυτερές. Τα σκόρδα ευδοκιμούν σε χώματα ελαφρά, όχι πολύ υγρά, προ πάντων στραγγερά και γόνιμα. Στα βαριά και σφικτά εδάφη, πού κρατούν πολλή υγρασία, σαπίζουν η δίδουν μικρά κεφάλια, στα δε πολύ ξηρά και άγονα ή απόδοσης των είναι μηδαμινή και ή γεύσης των γίνεται εξαιρετικά καυτερή.
Η καλλιέργεια γίνεται αποκλειστικώς με βολβίδια (σκελίδες) είτε, πολύ σπανίως, με σπόρους. Στα θερμά μέρη ή φυτεία αυτών, εκτελείται κατά "Οκτώβριο-Νοέμβριο, τα δε ψυχρά και ορεινά κατά Φεβρουάριο- Μάρτιο. Το ίδιο γίνεται και για τον πολλαπλασιασμό με σπόρο. Για την απόκτηση καλής φυτείας, πρέπει από κάθε κεφάλι σκόρδου, να διαλέγονται τα εξωτερικά και χονδρά βολβίδια, τα όποια και μόνο να χρησιμοποιούνται, τα δε μικρά και λεπτά να απορρίπτονται.
Αυτά φυτεύονται σε βραγιές και κατά γραμμές 20-25 πόντους, η μία της άλλης, επ’ αυτών δε, κατά διαστήματα 12 -15 πόντους και σε βάθος 2-3 πόντους, το πολύ. Σε περίπτωση συγκαλλιέργειας φυτεύονται ως μπορτούρες στα σαμάρια των βραγιών, των ποτιστικών αυλακών, είτε ανάμεσα στα μαρούλια, στα σπανάκια κλπ.
Για κάθε στρέμμα απαιτούνται πέντε πλεξούδες η 1500-1800 κεφάλια περίπου.
Η προετοιμασία του εδάφους πρέπει να γίνεται καλή, με 2-3 σκαψίματα και σπάσιμο των βώλων, ώστε το χώμα να τρίβεται εντελώς. Επίσης και ή λίπανσης πρέπει να είναι ή κατάλληλη.
Η κοπριά αποτελεί άριστο λίπασμα, σε ποσό 2-2.500 οκάδες στο στρέμμα, πρέπει όμως να είναι εντελώς χωνευμένη και να χρησιμοποιείται πολύ προ της φυτείας. Μαζί με συμπληρωματικά φωσφοροκαλιοΰχα χημ. λιπάσματα (0-12-6) δίδει πολύ καλλίτερα αποτελέσματα. Από τα σύνθετα χημ. λιπάσματα αξιοσύστατος είναι ό τύπος 4-10-10, σε ποσό 50-60 οκάδ. στο στρέμμα. Κατά προτίμηση χρησιμοποιούνται σκέτα, σε χώματα με οργανικές ουσίες η οπωσδήποτε σφικτά.
Η καλλιέργεια των σκόρδων με σπόρο, δεν είναι πρακτική, γιατί χρειάζονται δύο έτη για να δώσουν κεφάλια, δηλαδή, το πρώτο έτος θα παραχθούν μικρά βολβίδια, τα όποια θα ξαναφυτευτούν για ν' αποδώσουν το επόμενο έτος. Επίσης δε πολλαπλασιασμός αυτός, με σπόρο, δεν δίδει τις επιθυμητές ποικιλίες.
Σε όλες τις περιπτώσεις, τα σκόρδα, κατά την διάρκεια της βλαστήσεώς τους, πρέπει να βοτανίζονται και να σκαλίζονται 1-2 φορές, ιδίως στην αρχή, και να ποτίζονται εφ’ όσον μόνον υπάρχει μεγάλη ξηρασία. Όταν πλησιάζει ή ωρίμανση και αρχίσουν να κιτρινίζουν τα φύλλα, τότε δένονται στη κορυφή, είτε στρίβονται για να σταματήσει ή βλάστηση και να γίνουν τα κεφάλια χονδρότερα, ή ακόμη και για να επισπευτεί ή πρωιμότης των.
Η συγκομιδή αρχίζει κατά Μάιο-Ιούνιο αναλόγως των ποικιλιών και του τόπου. Πρέπει να γίνεται μετά την τέλεια αποξήρανση των φύλλων, αλλιώς όταν είναι πρόωρη, τα κεφάλια δεν διατηρούνται και σαπίζουν πολύ γρήγορα στην αποθήκη.
Τα σκόρδα αφού ξεριζωθούν με το χέρι η με λισγάρι, δένονται σε πλεξούδες ανά 50- 100 κεφάλια και αφήνονται μερικές ήμερες στον ήλιο για να χάσουν μέρος της υγρασίας τους. Κατόπιν αναρτώνται σε ξηρή και ευάερη αποθήκη μέχρις ότου διατεθούν. Μια καλή απόδοσης σκόρδων φθάνει 8-12 φορές μεγαλύτερη από το χρησιμοποιηθέν ποσό της φυτείας.

Ποικιλίες.
Οι κυριότερες ποικιλίες των σκόρδων, οι οποίες και συχνότερα συναντώνται στην καλλιέργεια είναι:
-Σκόρδα κοινά. Ταύτα κάνουν κεφάλια μέτρια στο μέγεθος με πολλές και σφικτές σκελίδες, συνήθως ο-λίγο κυρτές. Είναι ποικιλία ανθεκτική και μάλλον όψιμη.
-Σκόρδα ολόλευκα. Ταύτα γίνονται χονδρότερα των προηγουμένων και με σκελίδες ποιό σαρκώδεις. Οι εσωτερικές και εξωτερικές φλούδες είναι χαρακτηριστικώς κάτασπρες. Είναι ποικιλία εκλεκτή και πρώιμη
-Σκόρδα τεράστια. Τα κεφάλια αυτών αποκτούν τεράστιο όγκο (10—15 πόντους διάμετρο) με ολίγες σκελίδες, αλλά ή κάθε μία αντιστοιχεί μ' ένα ολόκληρο σκόρδο κοινό. Πρόκειται περί εξαιρετικής ποικιλίας, ελάχιστα όμως καλλιεργούμενης
-Σκόρδα στρογγυλά χονδρά. Ταύτα αποκτούν κεφάλια χονδρά και σχεδόν στρογγυλά , με σαρκώδεις σκελίδες ελάχιστα καυστικές .
-Σκόρδα σχιστά. Ταύτα χαρακτηρίζονται από τις σκελίδες όποιες είναι πολύ χαλαρές μεταξύ των η μάλλον όλως διόλου χωριστές. Είναι γλυκύτερα από τα άλλα σκόρδα και αποτελούν άλλο είδος

Ασθένειες. Οι συνηθέστερες αρρώστιες των σκόρδων είναι:
Η σκωρίαση
Παρουσιάζεται στα φύλλα σαν πολυάριθμα και πυκνά στίγματα σκουρόξανθα, τα όποια εμποδίζουν τη κανονική λειτουργία της βλαστήσεως. Προλαμβάνεται με 2-3 ψεκάσματα βορδιγαλείου πολτού (1 οκά θειικός χαλκός με 1 οκά ασβέστη σε 100 οκάδες νερό).




Η σήψης των βολβών
Είναι ένας μικρός μύκητας, ό όποιος ζει συνήθως ως σαπρόφυτο, αλλά κάποτε προσβάλλει τα σκόρδα και κρεμμύδια, όπου αναπτύσσεται σε παράσιτο. Παρουσιάζεται ως μαύρη μούχλα μεταξύ των λεπίων των βολβών. Ευνοείται σε πολύ υγρά εδάφη και εκεί πού γίνεται χρήσης φρέσκης κοπριάς. Για τα σκόρδα είναι επικίνδυνη αρρώστια. Θεραπευτικό μέσο δεν υπάρχει, παρά αποφυγή των αίτιων πού τη προκαλούν, είτε αλλαγή της καλλιέργειας για 3-4 χρόνια.

Από τα έντομα, οι σοβαρότεροι εχθροί είναι ό κρεμμυδοφάγος και ή μηλολόνθη, οι όποιοι προσβάλλουν τούς βολβούς. Καταπολεμούνται με άρσενικούχα δολώματα από αραβόσιτο ή πίτυρα, είτε με παγίδες.

Πηγή: Πρακτικός οδηγός του λαχανόκηπου-Παράρτημα «Γεωργικού δελτίου» μηνός Ιανουαρίου 1940
άπό