*-*

Σάββατο, 11 Αυγούστου 2012

Το χωριάτικο σπίτι

 Φυσικοί παράγοντες, κυρίως όμως λόγοι προστασίας από εχθρικές επιδρομές, συνετέλεσαν ώστε τα περισσότερα χωριά της Κρήτης να κτιστούν αρχικά σε ορεινές και ημιορεινές περιοχές (σε υψόμετρο 200-700 μ. περίπου), με εξαίρεση τα χωριά του οροπεδίου Λασιθίου και των Σφακίων, που βρίσκονται σε υψόμετρο μεγαλύτερο.
Χαρακτηριστικό των συνθηκών της ζωής που επικρατούσαν και άμεσα σχετιζόμενο με την δόμηση των παλαιοτέρων κρητικών συνοικισμών, είναι το μαρτυρούμενο σύστημα εσωτερικής επικοινωνίας του ενός σπιτιού με το άλλο, με κρυφές πόρτες, που εξασφάλιζαν την διαφυγή στο ύπαιθρο εκείνων που καταδιώκονταν από τον εχθρό.

  

Παλιά καμινάδα
(Ειρήνη Ταχατάκη - Η Κρήτη του χθές)
 
Με τον καιρό οι ορεινοί οικισμοί, κύρια κέντρα κατοικίας και του αγροτικού πληθυσμού, απέκτησαν δευτερεύουσα σημασία και έδωσαν την πρώτη θέση στους χειμερινούς οικισμούς (χειμαδιά), που βρίσκονταν χαμηλότερα, υπό ηπιότερες κλιματολογικές συνθήκες και σε ευκολότερη σύνδεση με τα κέντρα μεταφοράς και πώλησης των γεωργικών προϊόντων.
Παλιά πλακόστρωτη αυλή με ασπροσμένο τον κορμό της δροσερής πορτοκαλιάς
(Ειρήνη Ταχατάκη - Η Κρήτη του χθές) 
Εκτός από τους μόνιμους συνοικισμούς, υπάρχουν διάσπαρτα σε πολλά μέρη του νησιού και τα λεγόμενα μετόχια, μικροοικισμοί, που χρησιμοποιούνται εποχιακά για την καλλιέργεια της γης και την συγκομιδή καρπών.













εικόνα αριστερά: Παλιό σπίτι με το πέτρινο σκαλάκι εικόνα δεξιά: Η είσοδος στα δωμάτια που φιλοξενήθηκε πολλές μέρες ο Ελ. Βενιζέλος το 1897. (Ιδιοκτήτης τότε ο Δεπμιτζάκης, μετά η κόρη του Ειρ. Δερμιτζάκη - Σηφάκη και τώρα ο γιός της Γ.Ι. Σηφάκης
(Ειρήνη Ταχατάκη - Η Κρήτη του χθές)

εικόνα αριστεράΤο πιγάδι με την "σβίγα" και τον κουβά, απαραίτητα εφόδια για την δροσιά της παλιάς αυλής και του κήπου.
εικόνα δεξιά: Αυλή με την καμαρωτή πόρτα της εισόδου.
(Ειρήνη Ταχατάκη - Η Κρήτη του χθές)

 Στην απλούστερη και παλαιότερη μορφή τους τα χωριάτικα σπίτια είναι μονώροφα και μονόχωρα. Στο εσωτερικό τους διατάσσονται χώροι, που χρησιμοποιούνται μαζί, ως τόπος διαμονής των ανθρώπων και ως αποθήκη και στάβλος (αχίρι) για τα ζώα. Σε εξελιγμένη μορφή δημιουργείται ο τύπος του σπιτιού με σοφά, ο οποίος είναι ένα ξύλινο (ή χτιστό) πατάρι, μικρού ύψους, στο βάθος του (συνήθως) στενόμακρου δωματίου και χρησιμοποιείται για τον ύπνο.
 
Οι εσωτερικές ξύλινες σκάλες που οδηγούν στον οντά.
(Ειρήνη Ταχατάκη - Η Κρήτη του χθές) 
Σε πιο εξελιγμένη μορφή το σπίτι κερδίζει σε ύψος και γίνεται διώροφο. Στο ισόγειο βρίσκεται η αποθήκη και ο στάβλος, ενώ το πάνω πάτωμα, ο οντάς, εκπληρώνει όλες τις βασικές ανάγκες της κατοικίας. Η επικοινωνία ισογείου και οντά γίνεται με εσωτερική ξύλινη σκάλα ή με εξωτερική λιθόχτιστη. Αργότερα ο στάβλος χτίζεται δίπλα και απομονώνεται από το άλλο σπίτι. Χτίζεται επίσης και το λεγόμενο παράσπιτο, προσθήκη στο κυρίως σπίτι, ως βοηθητικός χώρος. Απελευθερώνεται έτσι το ισόγειο και αποτελεί τον κύριο χώρο (πόρτεγο) του σπιτιού.
"Ο οντάς"
(Ειρήνη Ταχατάκη - Η Κρήτη του χθές)
Η στέγη (στεγή) στο παραδοσιακό κρητικό σπίτι, όπως και στα περισσότερα αιγαιοπελαγίτικα νησιά, είναι κατά κανόνα επίπεδη και λέγεται δώμα. Για την κατασκευή του χρησιμοποιούνται κορμοί και κλάδοι αγριόξυλων , ακανόνιστης διατομής και διαφόρου μήκους, τελείως ακατέργαστοι πολλές φορές. Πάνω από τα ξύλα (μισοδόκι, δοκάρια, φειαλώματα) τοποθετούνται θάμνοι ή καλάμια, που καλύπτονται στην συνέχεια με λεπτό στρώμα πηλού. Η εργασία αυτή, η οποία γίνεται με αλληλοβοήθεια, λέγεται ρόδωμα. Το πηλώδες στρώμα καλύπτεται με λεπίδα, ένα ειδικό αργιλικό χώμα, με το οποίο εξασφαλίζεται η στεγανότητα του δώματος και η θερμομόνωση του σπιτιού.

εικόνα δεξιά:
 
Μια καλοδιατηρημένη γωνιά παλιού όμορφου νοικοκυριού, τότε που ένα μεγάλο δωμάτιο εξυπηρετούσε όλες σχεδόν τις ανάγκες του σπιτιού. Ήταν κουζίνα, τραπεζαρία, υπνοδωμάτιο, αίθουσα υποδοχής. Μια φιλόξενη γωνιά εδώ, με τον καναπέ, το τραπέζι, την πιατοθήκη και το ράφι. Δίπλα του ο παλιός καθρέπτης.
εικόνα αριστερά: Καθρέπτης ξυλόγλυπτος 
(Ειρήνη Ταχατάκη - Η Κρήτη του χθές) 

Το χωριάτικο σπίτι της Κρήτης δεν παρουσιάζει, όπως είναι φυσικό, σε όλες τις περιφέρειες την ίδια ακριβώς μορφή και την ίδια διάρθρωση. Είναι όμως σε κάθε περίπτωση εναρμονισμένο στον ειδικότερο περίγυρο του και σε όλα τα στοιχεία που τον συνθέτουν: φύση, οικονομία, παράδοση, ιστορία. Η ανασφάλεια εξάλλου που επικρατούσε πολλές φορές εξαιτίας των κατακτητών επέβαλλε σπίτια λιτά, εύκολα και στην κατασκευή αλλά και στην ανακατασκευή τους, όταν ο εχθρός τα κατέστρεφε.
 







Ένα "καμαρικό" και στο βάθος η σκάλα που οδηγεί στον οντά. Η "καμάρα" στα παλιά κρητικά σπίτια χώριζε στα δύο το χώρο και υποστήλωνε την οροφή ή τον "οντά" στο ανώγειο.
εικόνα δεξιά: Διπλή παραστιά στο τζάκι και απο κάτω τα ντουλαπάκια με πάνινα κουρτινάκια.
(Ειρήνη Ταχατάκη - Η Κρήτη του χθές)

Έναν αρκετά διαδεδομένο και αγαπητό τύπο χωρικού σπιτιού αποτελούν τα καμαρόσπιτα, που οφείλουν την ονομασία τους στην ύπαρξη καμάρας, ημικυκλικού πέτρινου τόξου, χτιστού. Με την καμάρα διαμοιράζεται ο χώρος και έτσι είναι δυνατή η χρησιμοποίηση για την στέγαση των ξύλων εφικτής διατομής και μικρού μήκους. Συγχρόνως το σπίτι χωρίζεται σε τμήματα, που καθένα έχει χώρους (σπάλες, κόγχες) με λειτουργική αυτονομία, για τις ανάγκες της χωρικής – αγροτικής ή ποιμενικής, οικογένειας.
Συνήθως στα καμαρόσπιτα δεν υπάρχουν παράθυρα. Είσοδος για το φώς και τον αέρα είναι, εκτός από την πόρτα, ένα φωτιστικό άνοιγμα στο δώμα, που λέγεται ανηφοράς. Ανηφοράς λέγεται και η απόληξη της καμινάδας, της καπνοδόχου, από την οποία βγαίνει ο καπνός της παραστιάς (κατά περιφέρειες λέγεται και: παραθιά, παρασθιά, παρασιά), της εστίας του σπιτιού. Και στις δύο περιπτώσεις, για την κατασκευή του ανηφορά χρησιμοποιείται συνήθως ένα αχρηστεμένο πιθάρι (σπασοπίθαρο). Ο ανηφοράς αυτός αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της κρητικής λαϊκής αρχιτεκτονικής.

εικόνα δεξιά: Το εικονοστάσι στην κρεβατοκάμαρα με την κρεμαστή κανδήλα. Δίπλα στις εικόνες το σακουλάκι με τα "καλορίζικα" από λουλούδια του επιτάφιου. εικόνα αριστερά: Το παράθυρο με τα πλεκτά κουρτινάκια ήταν παλιότερα η λοτζετόπορτα που οδηγούσε στις διπλανές στέγες. Από κει γινόταν η επικοινωνία στις δύσκολες ώρες της τουρκοκρατίας. Στη θέση της τοποθετήθηκε ο "νιπτήρας" της κρεβατοκάμαρας (κανάτα, λεκάνη)
(Ειρήνη Ταχατάκη - Η Κρήτη του χθές)

Η πρόσοψη της εισόδου παρουσιάζει υπέρθυρο καμπυλωτό, αλλά και ευθύγραμμο. Παραστάδες, υπέρθυρα και κατώφλι είναι από σχιστολιθικές πλάκες (πελέκια). Το δάπεδο αφήνεται χωμάτινο ή επιστρώνεται με μείγμα από αργιλόχωμα και κοπριά βοδιών (βουτσά).
Το ράφι και η πιατοθήκη ασπροσθολίστηκαν με δαντέλες. Κι απάνω κει τοποθετήθηκαν καλαίσθητα πιατικά, κουζινικά και μπακίρια στραφταλιστά.
(Ειρήνη Ταχατάκη - Η Κρήτη του χθές)

Το ράφι του τζακιού με στραφταλιστά μπακίρια.
(Ειρήνη Ταχατάκη - Η Κρήτη του χθές)
Πιατοθήκη και κουζινικά τοποθετημένα σε όλη την επιφάνεια του τοίχου.
(Ειρήνη Ταχατάκη - Η Κρήτη του χθές)
Τζάκι και "νοικοκεράτα". Ο νεροχύτης χτιστός μπρός στο παράθυρο.
(Ειρήνη Ταχατάκη - Η Κρήτη του χθές)
 
Όπως το ίδιο το σπίτι, έτσι και η οικοσκευή του ήταν λιτή. Την αποτελούσαν: το ταβλάδο ή η πεζούλα για τον ύπνο, ο σοφράς, μικρό στρογγυλό και χαμηλό τραπέζι με δύο πλατιά πόδια, τα σκαμνιά και τα κουτσούρια για καθίσματα, μια δύο καθέκλες (καρέκλες) για τους επισκέπτες, ο καρφίχτης, μεγάλος καθρέπτης σε ξύλινο σκαλιστό πλαίσιο, στολισμένος με φωτογραφίες αγαπημένων προσώπων, ένας μεγάλος καναπές, η κασέλα για την φύλαξη των προικιών, ο καντηλιέρης με το λύχνο για τον φωτισμό του σπιτιού, το πετροχάβανο για το κοπάνισμα του αλατιού, ο χερόμυλος για την χοντρή άλεση του σταριού και της φάβας, τα λαδοπίθαρα και τα κρασοπίθαρα, τα σταμνιά και τα λαήνια για το νερό, που τοποθετούνταν στον σταμνοστάτη ή την λαηνοθέστρα, εσοχή σε κατάλληλο μέρος ενός τοίχου. Ιδιαίτερα απαραίτητο ήταν το αργαστήρι, για την ύφανση των προικιών και την κάλυψη των αναγκών της οικογένειας σε ρουχισμό.
Στην αποθήκη του σπιτιού με τα βαρέλια, τα τζιγκάκια, το μαστέλο, κ.ά.
(Ειρήνη Ταχατάκη - Η Κρήτη του χθές)
Το παλιό πλυσταριό (γούρνες, τσουκάλια, πιθαράκι, πλύστρες, κ.ά.
(Ειρήνη Ταχατάκη - Η Κρήτη του χθές)
Στα δημιουργήματα της λαϊκής αρχιτεκτονικής περιλαμβάνονται ακόμη και νερόμυλοι, ανεμόμυλοι, φάμπρικες (για τις ελιές) και φούρνοι. Οι φούρνοι χτίζονται με πέτρες και με σπασμένα κεραμικά (γαστριά), μικρός πρόχειρος φούρνος γίνεται με κατάλληλο χτίσιμο ενός πιθαριού (πιθαρόφουρνος). 
Το παλιό κουζινάκι με το φούρνο, το σοφρά, το μαγκάλι, το μασά, το φαράσι.
 (Ειρήνη Ταχατάκη - Η Κρήτη του χθές)
 
http://www.cretainfo.net/
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.


Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.


Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια