Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2016

ΣΤΑ ΚΑΠΝΟΧΩΡΙΑ

μανα μου
 «Μάνα μου καπνοφύτισσα»: Ο ύμνος των καπνοκαλλιεργητών του Αγρινίου
του Γιάννη Γιαννακόπουλου
Ο καπνός, έως τα μέσα της δεκαετίας του 1980-90, ήταν από τα σημαντικότερα αγροτικά προϊόντα της χώρας. Από την καλλιέργειά του επιβίωναν χιλιάδες οικογένειες, εκ των οποίων οι περισσότερες είχαν μικρό κλήρο.
1 οργωμα
3 φύτεμα (1)
Στο τέλος της Άνοιξης τα καπνοχώραφα ήταν καταπράσινα, και στα μέσα Ιουνίου άρχιζε το “μάζεμα” και το “αρμάθιασμα”. Ήταν εργασία κουραστική και μονότονη. Η μονοτονία την έκανε ακόμα περισσότερο επίπονη.
4 μάζεμα (1)
4 μάζεμα (2)
Από νωρίς, πριν το χάραμα, άρχιζε το μάζεμα και στη συνέχεια το αρμάθιασμα που διαρκούσε έως το βράδυ. Η διαδικασία ήταν καθημερινή έως τα μέσα Αυγούστου.
5 αρμαθιασμα (5)
5 αρμαθιασμα (3)
Η αποξήρανση του καπνού στη λιάστρα διαρκούσε έως τις αρχές Σεπτέμβρη. Με τα πρωτοβρόχια γίνονταν η δεματοποίηση και η αποθήκευση του καπνού.
6 αποξυρανση στη λιάστρα (2)
5 αρμαθιασμα (1)
Τέλος γίνονταν η ποιοτική αξιολόγηση από τον έμπορο, αλλά η καταβολή των χρημάτων στους παραγωγούς πάντα αργούσε. Εν πάση περιπτώσει όμως, έστω πενιχρά, καλύπτονταν οι οικογενειακές ανάγκες.
7 δεματοποιηση (1)
7 δεματοποιηση (2)


7 δεματοποιηση (3)
 
Η καλλιέργεια του καπνού είχε κατά βάση οικογενειακό χαρακτήρα. Η οικογένεια ήταν σκλαβωμένη όλο το καλοκαίρι με βασική πρωταγωνίστρια την μάνα που συνέχιζε να εργάζεται και την νύχτα (φαγητό, πλύσιμο κλπ), ώστε να προλάβει τις ανάγκες της οικογένειας.
6 αποξυρανση στη λιάστρα (4)
4 σκαλισμα
giagia
Στο βίντεο που ακολουθεί, η χορωδία Αλθαία του Μουσικού Σχολείου Αγρινίου αποδίδει το ποίημα του Πάνου Χατζόπουλου σε μουσική του Δημήτρη Παπαποστόλου “ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΚΑΠΝΟΦΥΤΙΣΣΑ”. Το τραγούδι αυτό θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ο “εθνικός ύμνος” του Αγρινίου, που υπήρξε για πολλές δεκαετίες κατεξοχήν περιοχή καπνοκαλλιέργειας.
ΠΗΓΗ

Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2016

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ

 Η κατ’ οίκον Εκκλησία είναι Καθολική. Δεν είναι απομονωμένη, δεν κλείνεται στον εαυτό της, δεν επαναπαύεται στο ο,τι είναι η ίδια συγκροτημένη και αυτάρκης. Αλλά ανοίγεται, συνδέεται και δημιουργεί σχέσεις σε πλαίσιο βαθειάς ενότητας με άλλες οικογένειες, με άλλους ανθρώπους που πορεύονται ίσως και κάτω από διαφορετικές συνθήκες το δυσκολοπερπάτητο ανηφόρι του βίου τους. Δεν προσπερνά αδιάφορα όσους υποφέρουν στο περιθώριο της ζωής. 
Δεν αποστρέφεται όσους κουβαλούν στην πονεμένη ψυχή τους τη νοσταλγία της μακρινής πια πατρίδας τους. Δεν περιφρονεί σαν ανάξιους λόγου όσους ελύγισαν οι ανάγκες και οι συμφορές· ξένους, μετανάστες, ανήμπορους, φτωχούς, όσους βιώνουν την παγωνιά της απελπισίας και της εγκατάλειψης.
Η προσμονή των Χριστουγέννων δίνει την ευκαιρία στην οικογένεια ενός γόνιμου προβληματισμού σχετικά με το βαθμό που βιώνει την καθολικότητα. Πόση διάθεση έχει να διοχετεύσει τον όποιο θησαυρό της (τη στοργή, τη φροντίδα, το ενδιαφέρον, την αγάπη) στους άλλους; Ανοίγει άραγε την αγκαλιά της να δεχθεί εκτός από τα μέλη της και κάποιους που δεν είναι ξένοι, αλλά είναι μέλη της μεγάλης οικογένειας του Θεού; 
Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης ενθαρρύνει προς αυτή την κατεύθυνση θυμίζοντάς μας ότι πρέπει να στραφούμε στους άλλους και κυρίως στους ”εν ανάγκαις”. «Δεν είναι άξιοι περιφρονήσεως», λέγει. «Σκέψου ποιοί είναι και θα βρεις το αξίωμά τους· έχουν ντυθεί το πρόσωπο του Σωτήρα μας, είναι οι αδελφοί Του οι ελάχιστοι.
 Αυτοί είναι οι ταμίες των αγαθών που προσδοκούμε· είναι οι θυρωροί της Βασιλείας του Θεού, αυτοί που ανοίγουν τις πόρτες στους ελεήμονες και τις κλείνουν στους δύσκολους και μισάνθρωπους… Ας μην δίνουμε τα πάντα για τις απολαύσεις μας… Ας κάνουμε κάτι και για το Θεό». Βιώνοντας την καθολικότητα η κατ’ οίκον Εκκλησία ζει επί γης τον Παράδεισο, αφού στα πρόσωπα των άλλων βλέπει, διακονεί και αγαπά τον ίδιο το Θεό. Αυτό διασώζει η πίστη μας. Αυτό διαφυλάττει η παράδοσή μας. Εν όψει των Χριστουγέννων ας βιώσουμε την ομορφιά και τη χαρά της συνάντησης των προσώπων.
{απόσπασμα από τό άρθρο τού Σεβ. Μητροπολίτου Δημητριάδος κ. Ιγνατίου ΕΔΩ}


Ὁ ἑορταστικός κύκλος τῆς Σαρακοστῆς τῶν Χριστουγέννων

Ἡ νη­στεί­α τῶν Χρι­στου­γέν­νων εἶ­ναι ἡ δεύ­τε­ρη μα­κρά πε­ρί­ο­δος νη­στεί­ας με­τά τήν Με­γά­λη Τεσ­σα­ρα­κο­στή, δέν ἔ­χει ὅ­μως τήν αὐ­στη­ρό­τη­τα αὐ­τῆς. Ὁ λα­ός τήν ὀ­νο­μά­ζει καί «σα­ραν­τά­με­ρο». Ἀρ­χί­ζει στίς 15 Νο­εμ­βρί­ου καί λή­γει στίς 24 Δε­κεμ­βρί­ου. Κα­τά τήν διά­ρκειά της τε­λεῖ­ται κα­θη­με­ρι­νά ἡ Θεί­α Λει­τουρ­γί­α, τό γνω­στό «σα­ραν­τα­λεί­τουρ­γο»
Ἡ ση­μαν­τι­κό­τη­τα τῆς ἑ­ορ­τῆς τῶν Χρι­στου­γέν­νων καί ἡ εὐ­λά­βεια τῶν χρι­στια­νῶν, κα­θώς καί ἡ ἤ­δη δι­α­μορ­φω­μέ­νη νη­στεί­α τῆς Μεγ. Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς ὁ­δή­γη­σαν στήν κα­θι­έ­ρω­ση τῆς νη­στεί­ας πρό τῶν Χρι­στου­γέν­νων.
Τόν 6ο αἰ­ώ­να ἔ­χου­με τίς πρῶ­τες ἱ­στο­ρι­κές μαρ­τυ­ρί­ες, σύμ­φω­να μέ τίς ὁ­ποῖ­ες ἡ ἀρ­χι­κή διά­ρκεια τῆς νη­στεί­ας ἦ­ταν μί­α ἑ­βδο­μά­δα. Ἐ­πε­κτά­θη­κε ὅ­μως –λό­γῳ τῆς ἐ­πί­δρα­σης τῆς Μεγ. Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς– σέ σα­ράν­τα ἡ­μέ­ρες, ἠ­πι­ό­τε­ρης ὅ­μως νη­στεί­ας. Σέ ὅ­λη τή διά­ρκεια τῶν 40 ἡ­με­ρῶν δέν κα­τα­λύ­ον­ται κρέ­ας, γα­λα­κτε­ρά καί αὐ­γά. Κα­τα­λύ­ε­ται τό ψά­ρι -ἐ­κτός Τε­τάρ­της καί Πα­ρα­σκευ­ῆς- μέ­χρι 17 Δε­κεμ­βρί­ου. Τήν τε­λευ­ταί­α ἑ­βδο­μά­δα, πού εἶ­ναι ἡ ἀρ­χαι­ό­τε­ρη νη­στεί­α, 18 ἕ­ως 24 Δε­κεμ­βρί­ου, ἔ­χου­με μό­νο κα­τά­λυ­ση οἴ­νου καί ἐ­λαί­ου, ἐ­κτός Τε­τάρ­της καί Πα­ρα­σκευ­ῆς, πού κά­νου­με ἄ­λα­δο.
Πε­ρί νη­στεί­ας γε­νι­κά
Ἡ νη­στεί­α ἐκ­φρά­ζει τό ὀρ­θό­δο­ξο χρι­στι­α­νι­κό ἦ­θος πού εἶ­ναι ἀ­σκη­τι­κό. Μέ τή νη­στεί­α ἐ­πι­δι­ώ­κου­με τήν κά­θαρ­ση τῆς ψυ­χῆς καί τοῦ σώ­μα­τός μας. «Φάρ­μα­κον ἁ­μαρ­τί­ας ἀ­ναι­ρε­τι­κόν», τήν χα­ρα­κτη­ρί­ζει ὁ Μέ­γας Βα­σί­λει­ος. Κα­θα­ρί­ζει τίς «αἰ­σθή­σεις τοῦ στό­μα­τος» καί τά συ­να­κό­λου­θα πά­θη (γα­στρι­μαρ­γί­α, κοι­λι­ο­δου­λεί­α, σαρ­κι­κές ἐ­πι­θυ­μί­ες κ.λπ.­). Ἐ­λευ­θε­ρώ­νει ἀ­πό τά πά­θη τῆς ψυ­χῆς. Ἡ νη­στεί­α εἶ­ναι «πα­θο­κτό­νος», ὄ­χι σω­μα­το­κτό­νος! Ἔ­τσι προ­φυ­λασ­σό­μα­στε ἀ­πό τούς βρώ­μι­κους, ρυ­πα­ρούς λο­γι­σμούς, καί χρη­σι­μο­ποι­ών­τας την σάν ὅ­πλο ἀ­πο­κρού­ου­με τούς πει­ρα­σμούς. Ὁ­δη­γού­μα­στε στήν ἀ­πό­κτη­ση τῶν χρι­στι­α­νι­κῶν ἀ­ρε­τῶν καί κα­τ’ ἐ­πέ­κτα­σιν στόν κύ­ριο στό­χο μας: τήν ἕ­νω­ση, τήν κοι­νω­νί­α μέ τόν Θε­ό. Ἡ νη­στεί­α εἶ­ναι «σω­μα­τι­κή» (ἀ­πο­χή τρο­φῶν), ἀλ­λά καί «πνευ­μα­τι­κή» (ἐγ­κρά­τεια καί ἀ­πο­χή ἀ­πό τήν ἁ­μαρ­τί­α). Ἄν δέν συμ­βα­δί­ζουν καί τά δύ­ο σκέ­λη τῆς νη­στεί­ας, τό­τε ἡ νη­στεί­α δέν ἐκ­πλη­ρώ­νει τόν σκο­πό της καί κα­τα­λή­γει νά γί­νει ἤ τυ­πο­λα­τρεί­α ἤ ἰ­δε­ο­λο­γί­α.
Ευχόμαστε απο καρδιάς καλή και ευλογημένη Τεσσαρακοστή!

Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2016

ΟΙ ΤΑΞΙΑΡΧΕΣ ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΙ ΓΑΒΡΙΗΛ.

Η Εκκλησία μας στις 8 Νοεμβρίου, γιορτάζει τη Σύναξη των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ, καθώς και των υπολοίπων Ασωμάτων και Ουρανίων Αγγελικών Ταγμάτων. Πρόκειται για τη σύναξη, τη συνάθροιση δηλαδή των πιστών, που εύλογα θέσπισε η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, για να αποδώσει την πρέπουσα τιμή στους λειτουργούς του Θεού και δικούς μας προστάτες και φύλακες, σε μια κοινή γι’ αυτούς γιορτή.
 Κατά τήν παράδοση , τήν νύκτα τής παραμονής τής εορτής τών αγίων, μαζεύουμε όλα τά παπούτσια τού σπιτιού καί τά κρύβουμε γιά νά μήν τά δεί ο Αρχάγγελος Μιχαήλ πού θεωρείται καί ώς ό άγγελος τού θανάτου, καί μάς γράψει γιά νά μάς πάρει τήν ψυχή.
Επειδή ακόμα,  το έργο Τους είναι να προστατεύουν τους ανθρώπους, να πολεμούν και να μάχονται τους κακούς δαίμονες κατακτώντας έτσι τους Ουρανούς, η Πολεμική μας Αεροπορία τους έχει ανακηρύξει Προστάτες της και τους γιορτάζει την ίδια μέρα, που τους γιορτάζει και η Εκκλησία μας, στις 8 Νοεμβρίου.

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2016

Μάθε τέχνη κι ασ' τηνε κι άμα πεινάσεις πιάσ' τηνε



Μεταπολεμικά, όνειρο και σκοπός των Ελλήνων ήταν  να σπουδάσουν τα παιδιά τους προσδοκώντας  μια καλύτερη ζωή γι αυτά. Με τα χρόνια ο προσωπικός αγώνας τους  συρρικνώθηκε σε δύο μανιακούς στόχους : απόκτηση υλικών αγαθών και υποχρεωτική πανεπιστημιακη μόρφωση των παιδιών. Η τέχνη, τα χωράφια, η ιδιαίτερη πατρίδα και ο απλοϊκός τρόπος  ζωής διαγράφηκαν. Αστυφιλία και νεοπλουτισμός κυριάρχησαν. Αυτοί οι οποίοι έβγαλαν τις παροιμίες και τις ανέφεραν πάντα σαν διδαχές, τώρα τις καταρίπτουν.
Δικηγόρος, γιατρός, καθηγητής... είναι οι απαιτήσεις  πια των οικογενειών για την επαγγελματική ζωή των παιδιών τους. Τσαγκάρης, ποδηλατάς, αγρότης, ράφτης ... είναι κατώτερα επαγγέλματα, τέχνες για «αγράμματους». Ο τάδε η η τάδε είναι μέτρο σύγκρισης  αναλόγως: περιφρόνησης η εξομοίωσης. Βέβαια κάθε γονιός θέλει το καλύτερο για το παιδί του και αυτό δεν αμφισβητείται.  Κίνητρο  είναι μόνο η αγάπη κ ας έχουν λάθος  πολλές φορές.
Μερικώς συχγωρείται. Καταδικαστέο όμως είναι να εισχωρεί ο γονιός και να υποδεικνύει δικές του κομπλεξικές επιλογές, που αφορούν στην ζωή των παιδιών. Τα παρασύρει σε μία ουτοπία και σε μία τριανταφυλλένια ζωή, που  αν κάποιος κόψει τα όμορφα ρόδα , θ’ απομείνουν γυμνά τα κλαδάκια και θα ξεραθούν...

 Αυτό συνέβη και στη νέα γενιά της εποχής μας. Απογυμνώθηκε ξαφνικά. Θύμα της αλαζονείας των μεγάλων. Η ανθοφόρα ζωή έπαψε. Οδηγήθηκε σε μια πλαστή εικόνα ζωής. Γέμισαν τα πανεπιστήμια, πλούτισαν τα φροντιστήρια, φορτώθηκαν δάνεια οι οικογένειες, σφήνωσαν οι μεγαλουπόλεις απο πληθυσμό κ τσιμέντο, ερήμωσαν τα χωριά, τα χωράφια, έγιναν όλοι  εργάτες σε βιομηχανίες κάνοντας παράλληλα  δύο δουλειές. Και γιατί  όλα αυτά? Για μια καλύτερη ζωή... λογικό αυτό μέχρι ενός ορίου.  Όμως  επαγγέλματα παραδοσιακά  πολλών γενεών κληρονομικά έσβησαν.  Ήταν προσβλητικό για τα παιδιά η τέχνη.  Ενθύμια μόνο κρατημένα και μια ματιά σνομπισμού έμεινε. 
 Για  να γίνουμε «άνθρωποι»  και να ‘χουμε κοινωνική καταξίωση, πρέπει να μάθουμε γράμματα! Ορθό ως προς τη μάθηση, παρανοϊκό ως προς τον στόχο. Βέβαια η ζωή προχωρά. Οι απαιτήσεις  πληθαίνουν σε καθε τομέα.  Ο πολιτισμικός και πολιτιστικός  χάρτης  διαφοροποιείται.  Η εξέλιξη είναι απαραίτητη για την πρόοδο, αλλά και η γνώση επιβάλλεται δια ροπάλου.  Όμως με σύνεση και  αυτογνωσία μέχρι του ορίου που φτάνει ο καθένας  με τα όνειρά του και τα ταλέντα του.  Εκεί απαιτείται σεβασμός στον εαυτό του και στην ζωή του.
 Και φτάνουμε στο έτος 2016 όπου η ζωή μας υποτροπίασε οπισθοδρομώντας μας στα  κατοχικά χρόνια.  Απελπισμένοι όντες πια κάνουμε μεταστροφή, επανεκτιμώντας ότι περιφρονούσαμε:  επαναπατρισμό των παραδοσιακών τεχνών και  επιστροφή στις εστίες μας,  στη γη μας.
  Πεινάσαμε... κατά την παροιμία και ανοίγουμε πάλι ποδηλατάδικο, τσαγκάρικο, ραφείο ...  Συνάμα βλέπουμε την ρημαγμένη μας γη με συμπάθεια και λύτρωση και ονειρευόμαστε τους καρπούς που θα ‘χουμε σ’ ένα χρόνο σαν αγρότες.  Ένα μάθημα είναι και αυτό όπου  θεός,  φύση και  σύμπαν μας φωνάζουν ότι ξεφύγαμε του σκοπού μας.

Η μάθηση, η εξέλιξη, η γνώση είναι αναφαίρετο δικαίωμα και επιταγή όλων, γιατί το κάθε επερχόμενο μέλλον  το απαιτεί. Όμως δεν διαχωρίζει και δεν χαρακτηρίζει τον «γραμματιζούμενο» από τον «αμόρφωτο», γιατί και ο γιατρός και ο τσαγκάρης πρέπει να εξελιχθεί, και ο ένας έχει ανάγκη την επαγγελματική και κοινωνικη  ύπαρξη του άλλου, για να μην «πεινάσουμε» ποτέ πια. Να μην χαρακτηρίζει πια ο λαός μας την τέχνη ως κουραμάνα σε καιρό πείνας. Δεν είναι κατοχικο μεσον επιβίωσης.  Είναι άθλιο και ταπεινωτικό για τον κύκλο της ζωής μας και την ανθρώπινη αξιοπρέπειά μας . Μόρφωση για όλους και εκμετάλλευση αυτής στον τομέα που ο καθένας κλίνει και αγαπά, επιστήμη η τέχνη. Ισότιμα και τα δύο.
 Καιρός λοιπόν να ανασυντάξουμε την παροιμία «μάθε τέχνη κι άστηνε κι άμα πεινάσεις πιάστηνε» σε «μάθε γράμματα και προόδευσε όπου έχεις έφεση για να μην πεινάσεις».Ο λαός ίσως να μην είναι πάντα σοφός στις ρήσεις του, γιατί από  «παθήματα μαθήματα» μεν και από  «κατά τα καλά και συμφέροντα» δε... Αντιγνωμώντας λοιπόν στον λαό μας, η νέα γενιά φιλοσοφικά και οχι θυμοσοφικά μαθαίνει γράμματα για να εξελιχθεί σε τέχνες και επιστήμες, έχοντας σαν γνώμονα όχι την πείνα, αλλά την αλυσιδωτή επαγγελματική και όχι μόνο συνύπαρξη για μέρες ευημερίας και προόδου.
Από Palmografos.com
Άρθρο του/της: Μαρία Παπαδοπούλου
ΑΠΟ

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.


Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.


Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια

ΤΟ ΚΑΚΟ ΜΑΤΙ

Πολλοί Έλληνες, ιδίως στην επαρχία, πιστεύουν ότι ένα άτομο μπορεί να "ματιάσει" ένα άλλο είτε από φθόνο είτε από υπερβολικό θαυμασμό. Ο "ματιασμένος" νοιώθει άσχημα σωματικά και ψυχολογικά. Για να αποφύγουν το κακό μάτι, όσοι πιστεύουν σε αυτό φοράνε ένα μπλε ματόχαντρο ή ένα μπλε βραχιόλι. Οι προληπτικοί και όσοι πιστεύουν στη βασκανία δηλώνουν ότι το μπλε χρώμα διώχνει το κακό μάτι. Παραδόξως όμως πιστεύουν ότι οι γαλανομάτες είναι αυτοί που κυρίως "ματιάζουν". Εκτός από το ματόχαντρο, ένας άλλος τρόπος για να προστατευθεί κανείς από το κακό μάτι είναι να κρεμάσει σε μια γωνία του σπιτιού του σκόρδα. Οι Έλληνες πιστεύουν ότι το σκόρδο (όπως και τα κρεμμύδια) έχει και άλλες θεραπευτικές ιδιότητες. Έτσι λοιπόν όταν κάποιος είναι άρρωστος τον συμβουλεύουν να εμπλουτίσει τη δίαιτά του με σκόρδο.

ΤΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΚΑΙΡΟΥ



Παλιά τα πανηγύρια είχαν, κυρίως εμπορικό χαρακτήρα, γι’ αυτό και τα αποκαλούσαν εμποροπανήγυρη. Βέβαια και ο θρησκευτικός χαρακτήρας κατείχε πρωτεύουσα θέση.
Έτσι λοιπόν, ανάλογα στον κάθε τόπο με το πότε γιόρταζε η εκκλησία του χωριού ή σε προκαθορισμένες ημερομηνίες, γινόταν η εμποροπανήγυρη σε επίκαιρα σημεία της περιοχής, που προσφέρονταν εδαφικά και οδικά στον ευρύτερο χώρο. Στο πανηγύρι συμμετείχε ολόκληρο το χωριό, με ιδιαίτερη χαρά. Ήταν μια ευκαιρία να ξεχάσουν τα βάσανα μιας ολόκληρης κοπιαστικής χρονιάς. Σ’ αυτό το πανηγύρι, έκαναν έντονη την παρουσία τους οι νέοι του χωριού, που γάμπριζαν.
Μέχρι το 1950 και λίγο αργότερα, για να εξοικονομήσει ο τύπος του χορευταρά και γλεντζέ τα χρήματα που του χρειαζόταν για να πάει σ΄ ορισμένα πανηγύρια, για να χαρεί τα νιάτα και τη λεβεντιά του, έπρεπε να κάμει οικονομίες ολόκληρο το χρόνο και περίμενε να έλθει η ημέρα του δείνα ή τάδε πανηγυριού και να ντυθεί τα γιορτινά του, το γυαλιστερό και τριζάτο βρακί, το πολίτικο γιλέκο (από την πόλη), το ποικιλόχρωμο πουκάμισο, το σακάκι το πανάκριβο και τέλος το «βρακάδικο» σκούφο - έμοιαζε με τον Αϊβαλιώτικο - που τώρα πια δεν υπάρχει στην αγορά - η καμιά φορά και καπέλο.

Τα ζύγιζε όλα, τόσα στους δίσκους της εκκλησίας, τόσα στο κερί, τόσα στο γεύμα της εκκλησίας, τόσα στο καφενείο και τόσα στα μουσικά όργανα (βιολί, κλαρίνο, ούτι, λαούτο και καμιά φορά σαντούρι). Μεταφορικό μέσο είχε το μουλάρι του, που κι αυτό έπρεπε να είναι περιποιημένο, σαμάρι καινούργιο, καπίστρι με πολύχρωμες χάντρες και φυλακτό, στρογγυλό από το πάχος, ευκίνητο. Εκείνο όμως που έκαμνε πιο μεγάλη εντύπωση, ήταν ο αναβάτης, ο νέος με το στριμμένο, σαν τσιγκέλι, μουστάκι, τα πλούσια καλοχτενισμένα μαλλιά και περιποιημένα, όχι όπως ο σημερινός μακρυμάλλης. Καμιά φορά οι αναβάτες ήταν «δικάβαλλοι», δηλ. διπλοί.
Οι κοπελιές του χωριού και των γειτονικών χωριών τον έβλεπαν και τον καμάρωναν και αυτός περήφανος για τον εαυτό του, σκόρπιζε σ΄ όλες, κατά προτίμηση στην αγαπημένη του, δειλές ματιές, που λίγα έδειχναν, αλλά πολλά υπόσχονταν.

Άρχιζαν το χορό με ένα σέρβικο ή χασάπικο ή γιωργάρικο, που φανέρωναν όλη την χορευτική τους δεινότητα σε ευκινησία, τσαλίμια, που με κατάπληξη τους παρακολουθούσαμε. ΄Έπειτα ο καλαματιανός που έπαιρναν μέρος και περισσότερες κοπέλες, διότι οι πρώτοι προϋπέθεταν αντοχή, ευκινησία και χορευτική ικανότητα, ενώ ο καλαματιανός προσιδίαζε περισσότερο στις γυναίκες, και κατόπιν ο συρτός ανά ζεύγη, ξαπολυτός (καρσιλαμάς), γρηγορινός (πολύ σύντομος) τσιφτετέλης και άλλοι.
Παντού πρώτοι και καλύτεροι, ευλύγιστοι, πεταχτοί, λαστιχένιοι σκόρπιζαν το γλέντι, τη χαρά, το θαυμασμό, αλλά κaι το φθόνο για κείνους που δεν ήσαν καλοί χορευτές.
Έπιναν κρασί ή σούμα με μεζέδες, όχι της προκοπής. Η μπύρα ήταν άγνωστη - μα κάτι τέτοιο ήταν ακατανόητο για χωριά. Κερνούσαν όλες τις παρέες και κείνες ανταπέδιδαν το κέρασμα. Σ΄αυτόν που χόρευε πρόσφεραν ούζο ή κρασί και στην κοπελιά λουκούμια, που όσα περισσότερα μάζευε τόση μεγαλύτερη ικανοποίηση δοκίμαζε. Αν μάλιστα τύχαινε να είναι ωραία και καλή χορεύτρια, τα κεράσματα δεν σταματούσαν καθόλου. Τα παιδιά λιγουριάζανε όταν έβλεπαν τόσα λουκούμια να μαζεύουν οι κοπέλες, που σε κάποια φίλη τους τα πετούσαν. Κι αν τύχαινε να είναι γνωστή, τα φιλοδωρούσαν μερικά.

Γινόταν όμως καβγάδες για τη σειρά προτεραιότητας στους «κάβους», που έπρεπε να εξασφαλίσει κάθε συντροφιά για τις κοπέλες της παρέας της. Επικρατούσε μια όχι καλή συνήθεια. Κάθε νέα που έμπαινε στο χωριό έπρεπε να την χορέψουν όλοι οι νέοι που την γνώριζαν και όταν ήταν και καλή χορεύτρια τότε πήγαιναν και ξένοι, φυσικό ήταν λοιπόν να παρατείνεται ο «κάβος», η διάρκεια χορού με αποτέλεσμα να στενοχωρούνται οι άλλες νέες. Και τότε συνέβαιναν οι παρεξηγήσεις.
Σωστό ήταν τότε να διακόπτονταν ο χορός και να πάρει σειρά κάποια άλλη. Η πίστα ήταν μικρή, μόλις επαρκούσε για τρία ζεύγη - σπάνια παραπάνω - τη σειρά προτεραιότητας την κανόνιζαν οι καφετζήδες, που δεν ήταν επαγγελματίες, αλλά περιστασιακοί. Μια άσπρη ποδιά, ήταν το διακριτικό τους. Κι αν τύχαινε να μην τα «παίρνουν απάνω τους» δηλ. να μη ήσαν σβέλτοι, τότε μετατρεπόταν σε δράμα. Εν τω μεταξύ οι άλλες νέες περίμεναν με αγωνία αλλά και πικρία, διότι αναβαλλόταν η σειρά τους.
Δικαιολογημένοι λοιπόν ήσαν οι καυγάδες, αν σκεφθούμε ότι ραδιόφωνα δεν υπήρχαν, κασετόφωνα το ίδιο και συνεπώς μουσική άκουαν μόνο στα πανηγύρια και σε έκτακτες περιστάσεις (αρραβώνες, γάμους και βαφτίσια). Διψούσε ο κόσμος για μουσική και χορό. Πώς να ικανοποιηθεί; Οι ευκαιρίες παρουσιάζονταν μόνο το καλοκαίρι στα πανηγύρια.

Οι μεγάλοι, αν είχαν κορίτσια της παντρειάς, περίμεναν να μπει στο χορό η κόρη τους να την καμαρώσουν, αν όχι πήγαιναν σε διάφορα συγγενικά ή φιλικά σπίτια, κερνιόνταν, έτρωγαν το βράδυ και κατόπιν, όσοι διέθεταν υποζύγια έφευγαν για τα χωριά τους.

Ρόλο έπαιζε και η εποχή, για να διαθέτουν τα απαραίτητα χρήματα αυτοί που θα επισκέπτονταν το παζάρι. Πάλι, ανάλογα τον πληθυσμό και την αξία του κάθε πανηγυριού, ήταν και η διάρκειά του, που συνήθως κυμαινόταν από 3 ως και 8 ημέρες.
Γίνονταν σ’ αυτά εμπορικές συναλλαγές μεγάλης έκτασης. Έμποροι, από τα μεγάλα αστικά κέντρα, φτάνανε εκεί με την πλούσια πραμάτεια τους. Εκτός όμως από το μεγάλο εμπόριο σε παντός είδους αγαθά, όπως σε τρόφιμα, υφάσματα, είδη υπόδησης, γεωργικά εργαλεία, σαμάρια, ψαθιά κ.ά., γινόταν και μεγάλες συναλλαγές αγοραπωλησίας ζώων. Μεγάλη ζήτηση είχαν τα μουλάρια, που γεννιόντουσαν από τη διασταύρωση του γαϊδάρου με τη φοράδα ή αλόγου με γαϊδούρα, γιατί τα ζώα αυτά είναι μεγάλης αντοχής και δεν δυσκολεύονται σε δύσβατους δρόμους. Πολύ διαδεδομένες ήταν και οι τράμπες, που έκαναν εκείνη την εποχή, με τα ζώα.
Εδώ εύρισκε ο καθένας ό,τι ήθελε και σε τιμές συμφέρουσες. Όσοι είχανε κορίτσια της παντρειάς, αγοράζανε από δω τα προικιά τους, όπως χαλκώματα, φορτσέρια, σεντόνια κι ότι άλλο ήταν απαραίτητο.
Τράμπες γίνονταν τότε, εκτός από τα ζώα, και στα υπόλοιπα προϊόντα, μιας και χρήματα δεν υπήρχαν εύκολα.

ΠΗΓΗ

Ό Ελληνικός καφές

Ο Ελληνικός καφές είναι η παρέα του Έλληνα σε κάθε στιγμή της ζωής του. Η παρέα και στα καλά και στα άσχημα. Το πρωϊνό καφεδάκι αποτελεί το καλλίτερο ξεκίνημα της ημέρας αλλά και το απογευματινό πού δημιουργεί την καλλίτερη ατμόσφαιρα για φιλική κουβεντούλα.

Πώς γίνετε όμως ο καφές; Ο Ελληνικός καφές έχει πολλές ποικιλίες κατασκευής και αυτές τις γνωρίζει πολύ καλά ο καφετζής αλλά και ο μερακλής του καφέ.

Για όσους δεν ξέρουν πώς να φτιάχνουν ένα καλό φλιτζάνι καφέ , πάμε να δούμε πώς γίνετε.

Ελληνικός καφές

Τρόπος παρασκευής καλού Ελληνικού καφέ


Μπρίκι

Κατά προτίμηση με στενό πάνω μέρος για να ανακυκλώνεται η θερμοκρασία κατά την διάρκεια του ψησίματος και στην σωστή διάσταση για την συγκεκριμένη ποσότητα καφέ που θα φτιάξουμε.


Εστία ψησίματος

Κατά προτίμηση χόβολη ή έστω γκαζάκι με χαμηλή φλόγα.

Το ηλεκτρικό μάτι δεν προτείνεται γιατί παρέχει ζέστη μόνο από κάτω από το μπρίκι και καθόλου από το πλάι. Επίσης αργεί να ζεσταθεί αλλά από την στιγμή που θα ζεσταθεί και μετά έχει μεγάλη ένταση η θερμοκρασία που αναπτύσσει


Φλιτζάνι.

Χοντρό πορσελάνινο για να διατηρεί ζεστό τον καφέ περισσότερη ώρα


Καφές: επιλέξτε τον καφέ που σας αρέσει. Είναι και θέμα προσωπικού γούστου πέρα από ποιότητα καφέ


Ο Ελληνικός καφές είναι συνήθως ανοιχτόχρωμος και χαρμάνι του βραζιλιάνικου Rio, Santos και Robusta. Πλέον κυκλοφορεί και πιο καβουρντισμένος, «σκούρος» ελληνικός, χαρμάνι από καφέδες της Κεντρικής Αμερικής, για όσους προτιμούν τον καφέ πιο πικρό και δυνατό. Στα καφεκοπτεία βρίσκεις χύμα και μεσαίου καβουρντίσματος, που είναι ελάχιστα πιο πικρός και πικάντικος, και δεν υστερεί σε καϊμάκι. Στην Ελλάδα ο καφές καβουρντίζεται σε κενό αέρος. Εξωτερικά ο κόκκος είναι πιο ψημένος και εσωτερικά είναι λίγο άψητος


Ονομασίες και αναλογίες καφέ / ζάχαρης.

Για φλιτζανάκι των 75 ml, (τυπικός μονός καφές)

Ρίξτε την σωστή ποσότητα νερού μετρώντας με το φλιτζάνι.

Σκέτος με 1 κ.γ. καφέ,

Μέτριος με 1 κ.γ. καφέ και 1 κ.γ. ζάχαρη ή

Μέτριος-κλασικός με 2 κ.γ. καφέ και 2 κ.γ. ζάχαρη και

Μέτριος γλυκός με 2 κ.γ. ζάχαρη.

Μέτριος με ολίγη (αλλιώς ναι και όχι) έχει λιγότερο από 1 κ.γ. ζάχαρη

Ολίγον μέτριος με 1,5 κ.γ. ζάχαρη.

Μέτριος-βαρύς Ο μέτριος με ακόμη περισσότερο καφέ ,

Πολλά βαρύς έχει 4 κ.γ. καφέ και 6 ζάχαρη, ενώ ο

Βαρύς-γλυκός 3 κ.γ. καφέ και 4 κ.γ. ζάχαρη.

Όταν ζητηθεί χωρίς καϊμάκι ο μέτριος, θα είναι μέτριος βραστός και όχι, θα πρέπει να έχει φουσκώσει δύο φορές και να σερβιριστεί από ψηλά ώστε, πέφτοντας στο φλιτζάνι, να κάνει και φουσκάλες.

Πολλά βαρύς και όχι. Το ίδιο, όπως αλλά με μισή δόση νερού

Σκέτος βραστός δεν έχει καϊμάκι, ενώ ο

Σκέτος (θερια­κλίδικος) θα πρέπει να έχει και καϊμάκι, και φουσκάλες – και για να γίνει σωστός πρέπει να παρασκευαστεί σε κρύο νερό. Τρεις κουταλιές καφέ, καθόλου ζάχαρη, κρύο νερό και όταν αρχίσει να φουσκώνει ανασηκώνουμε και ξανακατεβάζουμε το μπρίκι, Σερβίρουμε από ψηλά για να κάνει και φουσκάλες


Παρατήρηση: Το κουταλάκι του καφέ είναι μικρό


Ψήσιμο καφέ

Αφού βάλουμε καφέ (ή και ζάχαρη) στο μπρίκι, ανακατεύουμε μόνο στην αρχή, μέχρι να ανακατευτεί καλά ο καφές και να λιώσει η ζάχαρη. Αποφεύγουμε να ξαναανακατέψουμε γιατί χαλάει το καϊμάκι.

Αν ψήνουμε σε χόβολη / άμμο, βυθίζουμε μέχρι τη μέση το μπρίκι στην «άμμο» και περιμένουμε να φουσκώσει.
Αν φτιάχνουμε συγχρόνως σε ένα μπρίκι παραπάνω από ένα καφέ, μοιράζουμε στα φλυτζανάκια πρώτα το καϊμάκι και μετά συμπληρώνουμε με τον υπόλοιπο καφέ.

Αν θέλουμε πλούσιο καϊμάκι χρησιμοποιούμε κρύο νερό.


Tips

Διατηρείστε το καφέ ερμητικά κλεισμένο σε αλουμινένο ή γυάλινο βάζο (ή ακόμα και στην αρχική του συσκευασία αφού τυλίξετε το πάνω μέρος από το σακουλάκι και βάλετε ένα λαστιχάκι να το κρατάει κλειστό) κατά προτίμηση μέσα στο ψυγείο

Χρησιμοποιείστε στεγνό και καθαρό κουτάλι για να πάρετε καφέ μέσα από το βάζο του καφέ

Μην βάζετε γάλα στον καφέ γιατί γίνετε πιο βαρύς, πειράζει στο στομάχι και αλλοιώνει το άρωμα και την γεύση του καφέ.

Αφήστε τον καφέ λίγα λεπτά να κάτσει το κατακάθι για να μην σας πειράξει στο στομάχι.

πηγή

Ή περιγραφή τών κατοικιών καί τής ζωής στό χωριό.

Γενικά

Οικιστική μελέτη του χωριού & του συνοικισμού

Το λαϊκό σπίτι, αν το σκεφτούμε μέσα στη συνοικιστική του ομάδα, αποτελεί το ιερό καταφύγιο, αλλά και το ορμητήριο του πρώτου κοινωνικού πυρήνα, που είναι η οικογένεια. Γι' αυτό συγκεντρώνει την ύψιστη προσοχή του δημιουργού (νοικοκύρη ή οικοδόμου, για τα τρία κυριότερα στοιχεία της οργανικής του οντότητας, το στέρεο και εξυπηρετικό χτίσιμο, την καλή γειτνίαση και την πρακτική ομορφιά.


Η μελέτη λοιπόν της λαϊκής κατοικίας πρέπει να γίνεται στα πλαίσια του περιβάλλοντος και του συνόλου των άλλων σπιτιών. Υπάρχει "κοινωνία σπιτιών", όπως υπάρχει και η κοινωνία ανθρώπων. Ο μελετητής λαογράφος, πριν προχωρήσει στην περιγραφή των κατοικιών και της ζωής ενός χωριού, πρέπει να δώσει την συνολική μορφή και τα οικιστικά χαρακτηριστικά του χωριού, με την εξής σειρά:


Επταχώρι Καστορίας


1. Οπτική (πανοραματική) μορφή του χωριού.
Τα σχήματα συνήθως των συνοικισμών είναι: κυκλικά, ασύμμετρα και επιμήκη. Ο κυκλικός συνοικισμός (χωριό) συγκεντρώνεται γύρω από ένα ύψωμα (παλιόκαστρο), μια εκκλησία, μια πηγή ή μια αγορά. Οι δρόμοι του βγαίνουν έξω ακτινωτά. Ο επιμήκης (ή μακρυδρομικός) συνοικισμός σχηματίζεται παράλληλα με τους μεγάλους εθνικούς δρόμους και είναι νεώτερος, Οι σύμμετροι συνοικισμοί ήταν παλιότερα ή σε ψηλώματα (αμφιθεατρικοί) ή σε κρυμμένες κοιλάδες. Μελετάται στις περιπτώσεις αυτές, αν το χωριό είναι δίλοφο ή διπλευρικό. Επίσης, αν είναι παράλιο, μεσόγειο ή ορεινό. Και γενικά, ποιος είναι ο προσανατολισμός και η γεωγραφική του θέση.


Λέχοβο Καστοριάς


2. Κλίμα, έδαφος, υψόμετρο, νερά, καλλιέργειες ·απαραίτητο πλαισίωμα στην περιγραφή μας, που οδηγεί και σε συμπεράσματα, αν το χωριό είναι γεωργικό ή κτηνοτροφικό, παραγωγικό ή άγονο, πράσινο ή ξερό, λιθόκτιστο ή από ξενόφερτα υλικά.


Μέτσοβο Ηπείρου


3. Εσωτερική σύνθεση του χωριού η οποία περιλαμβάνει τα κεντρικά κτίρια όπως η εκκλησία, το σχολείο, τα Κοινοτικά γραφεία, η βρύση, τα καφενεία, η αγορά, το «μεϊντάνι» με τα μαγαζάκια και τα χοροστάσια. Οι γειτονιές με τους χαρακτηριστικούς δρόμους, το κοιμητήριο, οι δρόμοι εξόδου.



4. Ιστορικά του χωριού, όνομα και ετυμολογία, χρονολογία κτισίματος, περιπέτειες, σύγχρονες συνθήκες.


Το Δημοτικό Σχολείο Ριζοβουνίου Πρεβέζης


Οικιστική μελέτη του σπιτιού


1. Περιγραφή του εξωτερικού χώρου, της γειτονιάς, του εδάφους και της έκτασης του οικοπέδου (ξερότοπος, βλάστηση, απάνω γειτονιές, επικλινές έδαφος, ξάγναντο ή γούπατο).



Η πέτρινη καμάρα της Μπαμπαλίνας Τρικάλων


2. Εξωτερική μορφή του σπιτιού. Μονώροφο, διώροφο, πλατυμέτωπο, στενομέτωπο, γωνιόστεγο (δίρριχτο και με αέτωμα), με επίκλινη στέγη (μονόριχτο), επιπεδόστεγο (ταράτσα), πυραμιδόστεγο ή καμπυλόστεγο. Πολυπαράθυρο ή τυφλό. Απλό ή πολυσύνθετο (με χαγιάτια, πτερύγια κτλ.). Χρώματα που κυριαρχούν. Τυχόν επιγραφές ή σήματα και χρονολογίες.


Κατοικία Ηπείρου


3. Υλικά οικοδομίας. Τοιχοποιία, ξυλοδομικά εξαρτήματα, στέγη (κεραμίδια, πλάκες, δὠμα από πηλό, κλαδιά ή τσιμέντο). Εδώ μπορούν να ζητηθούν και τα έθιμα χτισίματος, στα θεμελιώματα (σφάξιμο κοκκόρου, αγιασμοί κτλ.) και στη σκεπή (μαντηλώματα).


4. Αρχιτεκτονικός τύπος του σπιτιού (τοπικός ή πανελλήνιος) και γενική αισθητική. Εκτίμηση των ιδιοτυπιών και εμπνεύσεων. Αισθητική της προσαρμογής στο περιβάλλον. Ψεκτά σημεία επίσης.


Διώροφη οικία Καλάνδρας Χαλκιδικής


5. Εσωτερική διαίρεση του σπιτιού (κάτοψη & τομή). Δωμάτια και χώροι (και τρόποι) οικογενειακής ζωής, για το αντρόγυνο, για τα παιδιά, για τους γέρους, για τους ξένους. Φροντίδες προσανατολισμού και υγιεινής. Πρακτικά διδάγματα, αλλά και άγνοιες. Χρώματα και διακόσμηση, θέση της εστίας και καπνοδόχος.


6. Έπιπλα & σκεύη. Εντοιχισμένα και κινητά έπιπλα της λαϊκής κατοικίας. Τόποι κατασκευής ή αγοράς. Οι ντόπιοι επιπλοποιοί. Τα αρμάρια τροφίμων, οι παλιές κασέλες, το εικονοστάσι. Μεταγενέστερες αστικές εξελίξεις. Τα σκεύη (αγγεία) του μαγειρειού, της τραπεζαρίας, του νοικοκυριού (νερό, πλύσιμο) και της φιλοξενίας (δίσκοι, σερβίτσια κτλ.). Η εσωτερική ατμόσφαιρα και εμφάνιση του σπιτιού είναι η ζωντανότερη πλευρά της ελληνικής κατοικίας, επειδή δείχνει τις οικονομικές συνθήκες της οικογένειας, την προσωπικότητα της νοικοκυράς, την πολιτιστική διάθεση για βελτίωση, και το πνεύμα της φιλοξενίας.


Παραδοσιακή αρχιτεκτονική Κρανέας Ελασσόνας


7. Αυλή & κήπος: Τα χτισίματα της αυλής, φούρνος, μαγειρειό, στάβλοι, αχερώνας, κοτέτσι ή περιστερώνας κτλ. Το πηγάδι και η στέρνα, τρόποι για την άντληση του νερού. Η κεντρική και η δευτερεύουσα πόρτα με την αρχιτεκτονική της στέγης τους. Χτυπητήρια ή κουδούνια για ειδοποίηση. Ασφαλιστικά σύνεργα. Η μάντρα ή ο φράχτης, μικροεμπόδια για τους κλέφτες. Δέντρα και καλλιέργειες. Σπιτική ανθοκομία και γλάστρες ή αρτάνες.


8. Ιδιόρρυθμες αγροτικές κατοικίες: Καλύβες πέτρινες ή δεντρόκλαδες, στάνες και στρούγγες, τσαρδάκια, λιμναίες καλαμωτές κατοικίες κ.α.



Στάνες Σαρακατσαναίων


Η μελέτη της ελληνικής κατοικίας, ιδιαίτερα στην παραδοσιακή της μορφή, είναι έργο εθνικό, όσο εθνικός ήταν πάντα και ο ρόλος του ελληνικού σπιτιού, που στέγασε με συνεχή εξέλιξη την πρώτη γέννηση, τα παιδικά χρόνια, την οικογενειακή τιμή, τον γάμο, τις χαρές και τις λύπες, τον ειρηνικό θάνατο, την φτώχεια ή τον πλούτο, αλλά και την αξιοπρέπεια και την ελευθερία του κάθε Έλληνα.





Σκόρδο σπορά φύτεμα καλλιέργεια


Τα σκόρδα είναι φυτά βολβώδη, πολυετή και ανήκουν στην οικογένεια των λειριοειδών. Καλλιεργούνται για τούς βολβούς τους, οι οποίοι βρίσκουν μεγάλη χρησιμοποίηση στη μαγειρική ή παρασκευή ειδικών δροσιστικών τροφών.
Τα φύλλα διαφέρουν απ' εκείνα των κρεμμυδιών, γιατί είναι πιό σπαθωτά και πιό στενά και στριμμένα. Τα άνθη είναι λευκά και στη κορυφή του καυλού σχηματίζουν σφαιρικό σκιάδιο. Κάθε κεφάλι αποτελείται από 8-12 σκελίδες, εκ των οποίων οι εξωτερικές είναι μεγαλύτερες από τις εσωτερικές και πιό καυτερές. Τα σκόρδα ευδοκιμούν σε χώματα ελαφρά, όχι πολύ υγρά, προ πάντων στραγγερά και γόνιμα. Στα βαριά και σφικτά εδάφη, πού κρατούν πολλή υγρασία, σαπίζουν η δίδουν μικρά κεφάλια, στα δε πολύ ξηρά και άγονα ή απόδοσης των είναι μηδαμινή και ή γεύσης των γίνεται εξαιρετικά καυτερή.
Η καλλιέργεια γίνεται αποκλειστικώς με βολβίδια (σκελίδες) είτε, πολύ σπανίως, με σπόρους. Στα θερμά μέρη ή φυτεία αυτών, εκτελείται κατά "Οκτώβριο-Νοέμβριο, τα δε ψυχρά και ορεινά κατά Φεβρουάριο- Μάρτιο. Το ίδιο γίνεται και για τον πολλαπλασιασμό με σπόρο. Για την απόκτηση καλής φυτείας, πρέπει από κάθε κεφάλι σκόρδου, να διαλέγονται τα εξωτερικά και χονδρά βολβίδια, τα όποια και μόνο να χρησιμοποιούνται, τα δε μικρά και λεπτά να απορρίπτονται.
Αυτά φυτεύονται σε βραγιές και κατά γραμμές 20-25 πόντους, η μία της άλλης, επ’ αυτών δε, κατά διαστήματα 12 -15 πόντους και σε βάθος 2-3 πόντους, το πολύ. Σε περίπτωση συγκαλλιέργειας φυτεύονται ως μπορτούρες στα σαμάρια των βραγιών, των ποτιστικών αυλακών, είτε ανάμεσα στα μαρούλια, στα σπανάκια κλπ.
Για κάθε στρέμμα απαιτούνται πέντε πλεξούδες η 1500-1800 κεφάλια περίπου.
Η προετοιμασία του εδάφους πρέπει να γίνεται καλή, με 2-3 σκαψίματα και σπάσιμο των βώλων, ώστε το χώμα να τρίβεται εντελώς. Επίσης και ή λίπανσης πρέπει να είναι ή κατάλληλη.
Η κοπριά αποτελεί άριστο λίπασμα, σε ποσό 2-2.500 οκάδες στο στρέμμα, πρέπει όμως να είναι εντελώς χωνευμένη και να χρησιμοποιείται πολύ προ της φυτείας. Μαζί με συμπληρωματικά φωσφοροκαλιοΰχα χημ. λιπάσματα (0-12-6) δίδει πολύ καλλίτερα αποτελέσματα. Από τα σύνθετα χημ. λιπάσματα αξιοσύστατος είναι ό τύπος 4-10-10, σε ποσό 50-60 οκάδ. στο στρέμμα. Κατά προτίμηση χρησιμοποιούνται σκέτα, σε χώματα με οργανικές ουσίες η οπωσδήποτε σφικτά.
Η καλλιέργεια των σκόρδων με σπόρο, δεν είναι πρακτική, γιατί χρειάζονται δύο έτη για να δώσουν κεφάλια, δηλαδή, το πρώτο έτος θα παραχθούν μικρά βολβίδια, τα όποια θα ξαναφυτευτούν για ν' αποδώσουν το επόμενο έτος. Επίσης δε πολλαπλασιασμός αυτός, με σπόρο, δεν δίδει τις επιθυμητές ποικιλίες.
Σε όλες τις περιπτώσεις, τα σκόρδα, κατά την διάρκεια της βλαστήσεώς τους, πρέπει να βοτανίζονται και να σκαλίζονται 1-2 φορές, ιδίως στην αρχή, και να ποτίζονται εφ’ όσον μόνον υπάρχει μεγάλη ξηρασία. Όταν πλησιάζει ή ωρίμανση και αρχίσουν να κιτρινίζουν τα φύλλα, τότε δένονται στη κορυφή, είτε στρίβονται για να σταματήσει ή βλάστηση και να γίνουν τα κεφάλια χονδρότερα, ή ακόμη και για να επισπευτεί ή πρωιμότης των.
Η συγκομιδή αρχίζει κατά Μάιο-Ιούνιο αναλόγως των ποικιλιών και του τόπου. Πρέπει να γίνεται μετά την τέλεια αποξήρανση των φύλλων, αλλιώς όταν είναι πρόωρη, τα κεφάλια δεν διατηρούνται και σαπίζουν πολύ γρήγορα στην αποθήκη.
Τα σκόρδα αφού ξεριζωθούν με το χέρι η με λισγάρι, δένονται σε πλεξούδες ανά 50- 100 κεφάλια και αφήνονται μερικές ήμερες στον ήλιο για να χάσουν μέρος της υγρασίας τους. Κατόπιν αναρτώνται σε ξηρή και ευάερη αποθήκη μέχρις ότου διατεθούν. Μια καλή απόδοσης σκόρδων φθάνει 8-12 φορές μεγαλύτερη από το χρησιμοποιηθέν ποσό της φυτείας.

Ποικιλίες.
Οι κυριότερες ποικιλίες των σκόρδων, οι οποίες και συχνότερα συναντώνται στην καλλιέργεια είναι:
-Σκόρδα κοινά. Ταύτα κάνουν κεφάλια μέτρια στο μέγεθος με πολλές και σφικτές σκελίδες, συνήθως ο-λίγο κυρτές. Είναι ποικιλία ανθεκτική και μάλλον όψιμη.
-Σκόρδα ολόλευκα. Ταύτα γίνονται χονδρότερα των προηγουμένων και με σκελίδες ποιό σαρκώδεις. Οι εσωτερικές και εξωτερικές φλούδες είναι χαρακτηριστικώς κάτασπρες. Είναι ποικιλία εκλεκτή και πρώιμη
-Σκόρδα τεράστια. Τα κεφάλια αυτών αποκτούν τεράστιο όγκο (10—15 πόντους διάμετρο) με ολίγες σκελίδες, αλλά ή κάθε μία αντιστοιχεί μ' ένα ολόκληρο σκόρδο κοινό. Πρόκειται περί εξαιρετικής ποικιλίας, ελάχιστα όμως καλλιεργούμενης
-Σκόρδα στρογγυλά χονδρά. Ταύτα αποκτούν κεφάλια χονδρά και σχεδόν στρογγυλά , με σαρκώδεις σκελίδες ελάχιστα καυστικές .
-Σκόρδα σχιστά. Ταύτα χαρακτηρίζονται από τις σκελίδες όποιες είναι πολύ χαλαρές μεταξύ των η μάλλον όλως διόλου χωριστές. Είναι γλυκύτερα από τα άλλα σκόρδα και αποτελούν άλλο είδος

Ασθένειες. Οι συνηθέστερες αρρώστιες των σκόρδων είναι:
Η σκωρίαση
Παρουσιάζεται στα φύλλα σαν πολυάριθμα και πυκνά στίγματα σκουρόξανθα, τα όποια εμποδίζουν τη κανονική λειτουργία της βλαστήσεως. Προλαμβάνεται με 2-3 ψεκάσματα βορδιγαλείου πολτού (1 οκά θειικός χαλκός με 1 οκά ασβέστη σε 100 οκάδες νερό).




Η σήψης των βολβών
Είναι ένας μικρός μύκητας, ό όποιος ζει συνήθως ως σαπρόφυτο, αλλά κάποτε προσβάλλει τα σκόρδα και κρεμμύδια, όπου αναπτύσσεται σε παράσιτο. Παρουσιάζεται ως μαύρη μούχλα μεταξύ των λεπίων των βολβών. Ευνοείται σε πολύ υγρά εδάφη και εκεί πού γίνεται χρήσης φρέσκης κοπριάς. Για τα σκόρδα είναι επικίνδυνη αρρώστια. Θεραπευτικό μέσο δεν υπάρχει, παρά αποφυγή των αίτιων πού τη προκαλούν, είτε αλλαγή της καλλιέργειας για 3-4 χρόνια.

Από τα έντομα, οι σοβαρότεροι εχθροί είναι ό κρεμμυδοφάγος και ή μηλολόνθη, οι όποιοι προσβάλλουν τούς βολβούς. Καταπολεμούνται με άρσενικούχα δολώματα από αραβόσιτο ή πίτυρα, είτε με παγίδες.

Πηγή: Πρακτικός οδηγός του λαχανόκηπου-Παράρτημα «Γεωργικού δελτίου» μηνός Ιανουαρίου 1940
άπό