*-*

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2016

Μάθε τέχνη κι ασ' τηνε κι άμα πεινάσεις πιάσ' τηνε



Μεταπολεμικά, όνειρο και σκοπός των Ελλήνων ήταν  να σπουδάσουν τα παιδιά τους προσδοκώντας  μια καλύτερη ζωή γι αυτά. Με τα χρόνια ο προσωπικός αγώνας τους  συρρικνώθηκε σε δύο μανιακούς στόχους : απόκτηση υλικών αγαθών και υποχρεωτική πανεπιστημιακη μόρφωση των παιδιών. Η τέχνη, τα χωράφια, η ιδιαίτερη πατρίδα και ο απλοϊκός τρόπος  ζωής διαγράφηκαν. Αστυφιλία και νεοπλουτισμός κυριάρχησαν. Αυτοί οι οποίοι έβγαλαν τις παροιμίες και τις ανέφεραν πάντα σαν διδαχές, τώρα τις καταρίπτουν.
Δικηγόρος, γιατρός, καθηγητής... είναι οι απαιτήσεις  πια των οικογενειών για την επαγγελματική ζωή των παιδιών τους. Τσαγκάρης, ποδηλατάς, αγρότης, ράφτης ... είναι κατώτερα επαγγέλματα, τέχνες για «αγράμματους». Ο τάδε η η τάδε είναι μέτρο σύγκρισης  αναλόγως: περιφρόνησης η εξομοίωσης. Βέβαια κάθε γονιός θέλει το καλύτερο για το παιδί του και αυτό δεν αμφισβητείται.  Κίνητρο  είναι μόνο η αγάπη κ ας έχουν λάθος  πολλές φορές.
Μερικώς συχγωρείται. Καταδικαστέο όμως είναι να εισχωρεί ο γονιός και να υποδεικνύει δικές του κομπλεξικές επιλογές, που αφορούν στην ζωή των παιδιών. Τα παρασύρει σε μία ουτοπία και σε μία τριανταφυλλένια ζωή, που  αν κάποιος κόψει τα όμορφα ρόδα , θ’ απομείνουν γυμνά τα κλαδάκια και θα ξεραθούν...

 Αυτό συνέβη και στη νέα γενιά της εποχής μας. Απογυμνώθηκε ξαφνικά. Θύμα της αλαζονείας των μεγάλων. Η ανθοφόρα ζωή έπαψε. Οδηγήθηκε σε μια πλαστή εικόνα ζωής. Γέμισαν τα πανεπιστήμια, πλούτισαν τα φροντιστήρια, φορτώθηκαν δάνεια οι οικογένειες, σφήνωσαν οι μεγαλουπόλεις απο πληθυσμό κ τσιμέντο, ερήμωσαν τα χωριά, τα χωράφια, έγιναν όλοι  εργάτες σε βιομηχανίες κάνοντας παράλληλα  δύο δουλειές. Και γιατί  όλα αυτά? Για μια καλύτερη ζωή... λογικό αυτό μέχρι ενός ορίου.  Όμως  επαγγέλματα παραδοσιακά  πολλών γενεών κληρονομικά έσβησαν.  Ήταν προσβλητικό για τα παιδιά η τέχνη.  Ενθύμια μόνο κρατημένα και μια ματιά σνομπισμού έμεινε. 
 Για  να γίνουμε «άνθρωποι»  και να ‘χουμε κοινωνική καταξίωση, πρέπει να μάθουμε γράμματα! Ορθό ως προς τη μάθηση, παρανοϊκό ως προς τον στόχο. Βέβαια η ζωή προχωρά. Οι απαιτήσεις  πληθαίνουν σε καθε τομέα.  Ο πολιτισμικός και πολιτιστικός  χάρτης  διαφοροποιείται.  Η εξέλιξη είναι απαραίτητη για την πρόοδο, αλλά και η γνώση επιβάλλεται δια ροπάλου.  Όμως με σύνεση και  αυτογνωσία μέχρι του ορίου που φτάνει ο καθένας  με τα όνειρά του και τα ταλέντα του.  Εκεί απαιτείται σεβασμός στον εαυτό του και στην ζωή του.
 Και φτάνουμε στο έτος 2016 όπου η ζωή μας υποτροπίασε οπισθοδρομώντας μας στα  κατοχικά χρόνια.  Απελπισμένοι όντες πια κάνουμε μεταστροφή, επανεκτιμώντας ότι περιφρονούσαμε:  επαναπατρισμό των παραδοσιακών τεχνών και  επιστροφή στις εστίες μας,  στη γη μας.
  Πεινάσαμε... κατά την παροιμία και ανοίγουμε πάλι ποδηλατάδικο, τσαγκάρικο, ραφείο ...  Συνάμα βλέπουμε την ρημαγμένη μας γη με συμπάθεια και λύτρωση και ονειρευόμαστε τους καρπούς που θα ‘χουμε σ’ ένα χρόνο σαν αγρότες.  Ένα μάθημα είναι και αυτό όπου  θεός,  φύση και  σύμπαν μας φωνάζουν ότι ξεφύγαμε του σκοπού μας.

Η μάθηση, η εξέλιξη, η γνώση είναι αναφαίρετο δικαίωμα και επιταγή όλων, γιατί το κάθε επερχόμενο μέλλον  το απαιτεί. Όμως δεν διαχωρίζει και δεν χαρακτηρίζει τον «γραμματιζούμενο» από τον «αμόρφωτο», γιατί και ο γιατρός και ο τσαγκάρης πρέπει να εξελιχθεί, και ο ένας έχει ανάγκη την επαγγελματική και κοινωνικη  ύπαρξη του άλλου, για να μην «πεινάσουμε» ποτέ πια. Να μην χαρακτηρίζει πια ο λαός μας την τέχνη ως κουραμάνα σε καιρό πείνας. Δεν είναι κατοχικο μεσον επιβίωσης.  Είναι άθλιο και ταπεινωτικό για τον κύκλο της ζωής μας και την ανθρώπινη αξιοπρέπειά μας . Μόρφωση για όλους και εκμετάλλευση αυτής στον τομέα που ο καθένας κλίνει και αγαπά, επιστήμη η τέχνη. Ισότιμα και τα δύο.
 Καιρός λοιπόν να ανασυντάξουμε την παροιμία «μάθε τέχνη κι άστηνε κι άμα πεινάσεις πιάστηνε» σε «μάθε γράμματα και προόδευσε όπου έχεις έφεση για να μην πεινάσεις».Ο λαός ίσως να μην είναι πάντα σοφός στις ρήσεις του, γιατί από  «παθήματα μαθήματα» μεν και από  «κατά τα καλά και συμφέροντα» δε... Αντιγνωμώντας λοιπόν στον λαό μας, η νέα γενιά φιλοσοφικά και οχι θυμοσοφικά μαθαίνει γράμματα για να εξελιχθεί σε τέχνες και επιστήμες, έχοντας σαν γνώμονα όχι την πείνα, αλλά την αλυσιδωτή επαγγελματική και όχι μόνο συνύπαρξη για μέρες ευημερίας και προόδου.
Από Palmografos.com
Άρθρο του/της: Μαρία Παπαδοπούλου
ΑΠΟ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.


Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.


Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια