*-*

Τρίτη, 3 Απριλίου 2012

Πάσχα, Λαμπρή, Πασχαλιά, Έγερσις, Ανάσταση

Πάσχα
Το Πάσχα είναι η μεγαλύτερη γιορτή των Ορθόδοξων Χριστιανών (κινητή), κατά την οποία τιμάται η ανάσταση του Χριστού.
Η ετυμολογία της λέξης συνδέεται με την ετυμολογία της ομώνυμης εβραϊκής γιορτής. Επειδή οι Εβραίοι το Πάσχα γιορτάζουν την έξοδο του λαού τους από την Αίγυπτο και την διάβαση της Ερυθράς Θάλασσας η λέξη συσχετίζεται ετυμολογικά με την εβραϊκή «πεσάχ» και αυτή με τη σειρά της με την αιγυπτιακήν «πισάχ».Και οι δυο σημαίνουν «πέρασμα». Είτε το πέρασμα (διάβαση) της Ερυθράς Θάλασσας, είτε το πέρασμα (προσπέρασμα) των σπιτιών των Εβραίων από τον άγγελο του Θεού τους που εξολόθρευε τα πρωτότοκα αγόρια των Αιγυπτίων. Αν και από κάποια χωρία της Παλαιάς Διαθήκης φαίνεται ότι το Πάσχα πιθανόν να είχε προέλευση παλαιότερη από την εποχή της Εξόδου από την Αίγυπτο. Κατά συνέπεια ενισχύεται η υπόθεση της αιγυπτιακής προέλευσης της λέξης.
Στην ελληνική γλώσσα η λέξη εμφανίζεται κατά τους Ελληνιστικούς χρόνους (μετάφραση των Εβδομήκοντα, Έξοδος ΙΒ’, 21, 48 και αλλού) και αργότερα στη Καινή Διαθήκη (το δείπνο του Πάσχα, Ευαγγέλιον κατά Ματθαίον κστ΄ 17, 19 κι αλλού).
Το παρωχημένο ρήμα «πασχάζω» σημαίνει «εορτάζω το Πάσχα», αλλά και «τρώω αρτυμένα φαγητά», όπως είναι τα πασχαλινά. Στον Εκκλησιαστή, εκτός από το πασχάζω, απαντώνται και οι λέξεις «πασχάλιος»(αυτός που ανήκει στο Πάσχα), πασχάλιος εορτή και «Πασχαλικοί» (οι αφοσιωμένοι στη τήρηση του Πάσχα).
Στην εκκλησιαστική ορολογία το εβραϊκό Πάσχα ονομάζεται Νομικόν Πάσχα ή Φάσκα και το χριστιανικό Καινόν Πάσχα (νέο Πάσχα).
 

Λαμπρή
Πολύ συνηθισμένη λέξη για το Πάσχα στη νεοελληνική γλώσσα είναι η Λαμπρή. Προέρχεται από την έκφραση της μεσαιωνικής ελληνικής «Λαμπρά (ή Λαμπρή) Κυριακή» που σήμαινε τότε το Πάσχα, και με ουσιαστικοποίηση του θηλυκού του επιθέτου λαμπρός προήλθε η δική μας Λαμπρή.
Το επίθετο λαμπρός ή λαμπερός δηλώνει αυτόν που είναι γεμάτος φως, που εκπέμπει λάμψη. Αναφέρεται σε πολλούς μεσαιωνικούς συγγραφείς όπως «Λαμπρή» ή «Λαμπρά Κυριακή», (Θεόδωρος Πρόδρομος), «ήλθε η Λαμπρά, το Πάσχα» (Mαρίνος Tζάνες Mπουνιαλής, Ο Κρητικός Πόλεμος ) και «της ἀγίας Λαμπράς» (N.Γ. Πολίτης, 1911).
Υπάρχει μια παλιά έκφραση «τα λαμπρόσχολα», δηλαδή οι εορταστικές μέρες του Πάσχα, η Διακαινήσιμος, η εβδομάδα μετά το Πάσχα (Mαρίνος Tζάνες Mπουνιαλής, Ο Κρητικός Πόλεμος ). Σήμερα χρησιμοποιούμε τη λέξη λαμπριάτικος για κάτι που αναφέρεται στη Λαμπρή, στο Πάσχα, δηλαδή ο πασχαλιάτικος π.χ. λαμπριάτικο αυγό, λαμπριάτικο αρνί, λαμπριάτικη λαμπάδα. Το επίρρημα λαμπριάτικα σημαίνει κατά τη διάρκεια της μέρας της Λαμπρής. Πολύ γνωστό είναι το έξοχο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Εξοχική Λαμπρή (1890), αλλά και ο Λαμπριάτικος Ψάλτης.
«Ἀναστάσεως ἡμέρα λαμπρυνθῶμεν Λαοί, Πάσχα Κυρίου, Πάσχα·ἐκ γὰρ θανάτου πρὸς ζωήν, καὶἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν, Χριστὸς ὁΘεός, ἡμᾶς διεβίβασεν, ἐπινίκιον ᾄδοντας».
 

Πασχαλιά
Λόγια λέξη, συνώνυμη στη Νέα Ελληνική με τη Λαμπρή και το Πάσχα. Προέρχεται από τη μεσαιωνική έκφραση πασχαλία εορτή, με ουσιαστικοποίηση του θηλυκού του επιθέτου πασχάλιος και με συνίζηση προς αποφυγήν της χασμωδίας.
Πασχαλιά επίσης λέμε και έναν μικρό θάμνο που ανθίζει και βγάζει ωραία και μυρωδάτα άσπρα και μοβ άνθη περίπου τις μέρες του Απρίλη, δηλαδή γύρω από το Πάσχα.
Τα επίθετα πασχαλιάτικος σημαίνει αυτό που αναφέρεται στο Πάσχα ή κάτι που συμβαίνει και ταιριάζει στην ημέρα ή στην εποχή του Πάσχα. Όταν λέμε π.χ. πασχαλιάτικο τραπέζι, εννοούμε το γεύμα της ημέρας του Πάσχα (και μεταφορικά κάθε πλούσιο γεύμα). Το επίρρημα «πασχαλιάτικα» χρησιμοποιείται για κάποιο γεγονός που συμβαίνει άκαιρα την περίοδο του Πάσχα, πχ δούλευε πασχαλιάτικα.
Πασχάλιο ονομάζεται το εκκλησιαστικό ημερολόγιο που μας δίνει την ημερομηνία της κινητής εορτής του Πάσχα καθώς επίσης και τις ημερομηνίες των άλλων κινητών εορτών που συνδέονται με αυτό. Σύμφωνα με το Πασχάλιο του 2011 το Πάσχα γιορτάζεται στις 24 Απριλίου.
 

Έγερσις
Στην αρχαία ελληνική η λέξη έγερσις σημαίνει το σήκωμα, το ξύπνημα. Στην θρησκευτική γλώσσα των χριστιανών σημαίνει την ανάσταση εκ νεκρών. Ετυμολογείται από το ρήμα εγείρω που πιθανότατα προέρχεται από το προθεματικό “έψιλον” και την ινδοευρωπαϊκή ρίζα *ger-(ξυπνώ) (παλαιότερη μορφή του ρήματος ε-γερ-jω).
Στα αρχαία Ελληνικά κείμενα σημαίνει ξυπνώ, αλλά άρχισε να σημαίνει ανάσταση σε εκκλησιαστικά χριστιανικά κείμενα (Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία). Και ο Λουκάς στο Ευαγγέλιό του λέει πως οι νεκροί ἐγείρονται.
Σε πολλά εκκλησιαστικά τροπάρια και άλλους θρησκευτικούς ύμνους η έννοια της Ανάστασης περιγράφεται με την λέξη ἒγερσις (ὀμολογῶ, Χριστέ, τήν ἒγερσίν σου!Λεονάρδος Nτελλαπόρτας). Επίσης, Η έγερσις του Λαζάρου, του Χριστού.
Σήμερα θεωρείται παρωχημένη έκφραση για την Ανάσταση του Χριστού και χρησιμοποιείται μόνο σε λόγια εκδοχή.
 

Ανάσταση
Η λέξη ανάσταση σημαίνει την επαναφορά στη ζωή ενός νεκρού. Προέρχεται από την αρχαιοελληνική λέξη «ἀνάστασις» που σήμαινε έγερση από τον τάφο, ενώ από τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους (Ευαγγέλια) έχει πλέον την δογματική σημασία που δίνουν οι χριστιανοί. Επίσης, αναφέρεται στην θρησκευτική τελετή που γίνεται τα μεσάνυχτα του Μεγάλου Σαββάτου σε ανάμνηση της Ανάστασης του Χριστού.
Κάνω Ανάσταση σημαίνει παρακολουθώ την ακολουθία της Ανάστασης. Δεύτερη Ανάσταση ή ακολουθία της Αγάπης ονομάζεται η ακολουθία του εσπερινού την Κυριακή του Πάσχα. Όταν έχουμε μια μεγάλη χαρά που ακολουθεί μια περίοδο λύπης λέμε έχουμε Ανάσταση. Επίσης πολλά έργα τέχνης φέρουν τον τίτλο της Ανάστασης γιατί απεικονίζουν ή περιγράφουν το γεγονός της Ανάστασης του Χριστού. Χρησιμοποιείται και μεταφορικά. Η ανάσταση της φύσης (άνοιξη) ή η Ανάσταση του Γένους, δηλαδή η απελευθέρωση των Ελλήνων από τους Οθωμανούς μετά την Επανάσταση του 1821.
Το Μεγάλο Σαββάτο το πρωί στις 11.00 π.μ. τελείται ακολουθία που έχει αναστάσιμο χαρακτήρα και γι’ αυτό ονομάζεται Πρώτη Ανάσταση. Το σχετικό επίθετο (αναστάσιμος, με ελληνιστική καταγωγή) χρησιμοποιείται για να δηλώσει οτιδήποτε έχει σχέση με την Ανάσταση του Χριστού, αλλά και την αντίστοιχη γιορτή. Η αναστάσιμη λειτουργία, οι αναστάσιμοι χαιρετισμοί, οι αναστάσιμες καμπάνες, τα αναστάσιμα τροπάρια, το αναστάσιμο μήνυμα. Μεταφορικά δηλώνει την αναγέννηση κάποιου, η απελευθέρωση είναι αναστάσιμη μέρα για το έθνος. Τέλος έχουμε και το επίρρημα αναστάσιμα (οι καμπάνες ηχούν αναστάσιμα).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.


Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.


Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια