*-*

Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2012

Υφαντά

Η τέχνη της υφαντικής στο Παλαιοχώρι έμεινε αναλοίωτη μέσα στο πέρασμα του χρόνου και περναέι από γενιά σε γενιά , από μάνα σε κόρη (ξακουστά σε όλη την ελλάδα τα υφαντά της Χαλκιδικής).
Είναι γνωστός σε όλη την περιφέρεια της Βορείου Χαλκιδικής ο τοπικός μύθος - παραμύθι του Παλαιοχωρίου που λέει πως στο Κάστρο της Ωριάς , που ιστορικά τοποθετείται στο  "Νέπωσι", η Βασιλοπούλα ύφαινε με χρυσή κλωστή και χρυσή σαΐτα στο χρυσό αργαλειό, θαμμένο ακόμα κατά την παράδοση στις δαιδαλώδης στοές του κάστρου .
Όλα ξεκινάνε με την κούρα των γιδοπροβάτων . Τότε απομακρύνονται οι τρίχες με μεγάλα κτένια . Το μαλλί το έπλεναν καλά για να φύγουν οι βρομιές του. Έβαζαν σε μια σκάφη χλιαρό νερό και έριχναν μέσα το μαλλί. Το νερό δεν έπρεπε να καίει γιατί το μαλλί μάζευε και δεν μπορούσε να ξαστεί. Το έπλεναν δυο και τρεις φορές. Το νερό από την πρώτη πλύση λεγόταν ρύπος κι αυτό δεν το πετούσαν αλλά το κρατούσαν για να το χρησιμοποιήσουν στη βαφή του μαλλιού με μπλε χρώμα. Στη συνέχεια το έβαζαν μέσα σ’ ένα καλάθι ή πάνω σε φράχτες για να φεύγουν τα νερά και το έβαζαν σε ένα σκιερό μέρος για να στεγνώσει. Δεν έπρεπε να το βάλουν στον ήλιο για να μην κιτρινίσει. Όταν στέγνωνε άρχιζαν το ξάσιμο. Αυτό γινόταν με τα χέρια. Άνοιγαν σιγά σιγά το μαλλί για να γίνει απαλό και συγχρόνως το καθάριζαν και από κάποια σκουπιδάκια που είχε. Έπειτα το πήγαιναν στη λανάρα.
Βαφή του νήματος
Η προεργασία συνεχιζόταν με το βάψιμο του νήματος σε καζάνι ( που το έιχαν μόνο για αυτό το σκοπό ), μέσα στο οποίο έβραζαν οι φυτικές ίνες οι οποίες ήταν κατάλληλες για να δώσουν το χρώμα που ήθελαν να έχει το υφαντό. Τα μυστικά αυτής της βαφής τα γνώριζαν οι οι ηλικιωμένες γυναίκες, οι οποίες και τα μετέδιδαν στις νεώτερές τους. Έτσι, το μαύρο χρώμα γινόταν με τις φλούδες του σκλήθρου. Το γαλάζιο με ρίζες από λάπατα. Το καφέ με χλωρά καρυδόφλουδα ή κρεμμυδόφλουδα ή την καπνιά του φούρνου. Το μπλέ με λουλάκι. Το κίτρινο με κρεμμυδόφυλλα ή ή φλούδες αγριοαχλαδιά ή μουριάς. Το μπεζ με φλούδες από καρύδι και λίγο ξύλο κορομηλιά ή βελανίδια . Το μελί με κρεμμυδόφυλλα και το πράσινο με τη μολόχα. Για τη βαφή όπως είπαμε χρησιμοποιούσαν το πρώτο νερό που έπλυναν το μαλλί (ρύπος).
Τα νήματα στη συνέχεια υφαίνονται στον αργαλειό και γίνονται σε  χαλιά, μπάντες, κιλίμια και τρόκνιες.
Ονομασίες όπως «μόρκος, μινάδινα, βελγιώτικο, ήλιοι, πυκνή τριανταφυλλιά, αλυσίδα, ρόκα, τριανταφυλιές, αγγελάκι, βοσκοπούλα, χορός των Μουσών, η νύφη και το άρμα του ήλιου, ζαρκάδι, λιοντάρι, κρικέλα, το μοναστηράκι», κ.α. χαρακτηρίζουν τα συνήθη θέματα των υφαντών.
Στον αργαλειό γίνονται επίσης και οι κουρελούδες. Τα παλιά ρούχα δηλαδή τα κόβουν σε στενές λωρίδες, τα κάνουν κουβάρια και τα υφαίνουν. Ανάλογα με τα χρώματα των ρούχων φτιάχνουν διάφορα σχέδια στις κουρελούδες.

Ενδεικτικά φωτογραφίες από Παλαιοχωρινά σχέδια :
 http://palaiochori.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.


Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.


Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια