*-*

Σάββατο, 1 Ιανουαρίου 2011

Πρωτοχρονιάτικα εθιμα



Πρωτοχρονιάτικα Έθιμα

Η Πρωτοχρονιά
Η Πρωτοχρονιά ήταν και παραμένει πάντα ο μεγαλύτερος σταθμός της ζωής του ανθρώπου. Κλείνει ο κύκλος της περασμένης χρονιάς και συνεχίζεται η ζωή χωρίς να διακόψει μέσα στο άπειρο του χρόνου.
Την νύχτα αυτή, ένα δευτερόλεπτο και... το σκηνικό της ζωής αλλάζει αυτόματα.
Το χτες γίνεται σήμερα και ο χρόνος κάνει ένα ακόμα βήμα προς την αιωνιότητα. Αυτή την βραδιά όλα μεγαλώνουν κατά ένα χρόνο.

Την θέση του παλιού την διαδέχεται το καινούργιο, ο καινούργιος χρόνος είναι φορτωμένος με όνειρα, ελπίδες και υποσχέσεις για την ζωή, και οι άνθρωποι το περιμένουν με ελπίδα και χαρά για μια ζωή καλύτερη και πιο ευτυχισμένη.

Μαζί του υποδέχονται και τον Αϊ -Βασίλη τον φίλο των παιδιών.
- Στο Δρυμό της Μακεδονίας, συγκεντρωνόταν όλη η οικογένεια στο σπίτι το βράδυ, ένα αγόρι κατέβαινε στο στάβλο και ψαχούλευε τα παχνιά με τα χέρια του και μάζευε κάποια σπυριά στάρι, όπως έπεφτε από τ' άχυρο, και ο πατέρας ή η μάνα, ονοματίζοντας ένα σπυρί για τον καθένα, το έβαζε στη ζεστή πλάκα της ΄΄παραστιάς΄΄ του τζακιού και όλοι κοίταζαν προς τα που θα πήγαινε, την ώρα που θα' σκιαζε με κρότο από τη ζέστη της πλάκας.
Κι αν σκάζοντας πετούσε προς τ' απάνω, τούτο ήταν σημάδι δύναμης, υγείας και γεροσύνης, για κείνον που το βάζανε.
Αν όμως καιγόταν, χωρίς ν' αλλάξει θέση, τότε ήταν σημάδι αδυναμίας, αρρώστιας και δυστυχίας.



- Στα χωριά της Χαλκιδικής, δοκίμαζαν την τύχη τους με φύλλα ελιάς κι όχι με στάρι. Χτυπώντας η καμπάνα για τον εσπερινό, ένας από κάθε σπίτι, πήγαινε στο ξωκλήσι του Αϊ Βασίλη έξω από το χωριό και από ένα λιόδεντρο, που ήταν φυτρωμένο έξω στην αυλή της εκκλησιάς, κόβανε όλοι από ένα κλωναράκι ελιάς και το' φερναν στο σπίτι.
Επειδή όμως από το κόψιμο των κλαριών που έκαναν κάθε χρόνο, το λιόδεντρο δεν κάρπιζε, γι' αυτό κι ο καθένας πήγαινε από ένα μπουκάλι λάδι, ΄΄για να μη ζημιώνει το βακούφι΄΄.
Το βράδυ, ο πατέρας ή η μάνα του σπιτιού, έβαζε στ' αναμμένα κάρβουνα της φωτιάς από τρία φύλλα ελιάς, για τον καθένα κι έκανε τις παρατηρήσεις του, αρχίζοντας πρώτα από τον εαυτό του. Αν τα φύλλα κατσάρωναν και χοροπηδούσαν πάνω στα κάρβουνα, αυτό ήταν καλό σημάδι, γιατί ο άνθρωπος αυτός θα ήταν ζωηρός και δεν θ' αρρώσταινε όλο το χρόνο. Αν όμως τα φύλλα καίγονταν και δεν είχαν τη ζωηράδα που έπρεπε, τότε αυτός θ' αρρώσταινε. Έτσι άλλα φύλλα έδειχναν θάνατο, άλλα παντρειά, άλλα ξενιτιά και άλλα πλούτη και καλά Γενικά οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν διάφορα μέσα που πίστευαν ότι θα τους άνοιγαν την πόρτα της ευτυχίας και της χαράς.
- Στο Βλαχόπουλο της Πυλίας, ανήμερα της Πρωτοχρονιάς και πριν να τους επισκεφθεί κανείς στο σπίτι, κάποιος πήγαινε και καθότανε στο παράθυρο και κοίταζε στο δρόμο, για να δει ποιος θα πρωτοπερνούσε απ' έξω. Αν ο άνθρωπος αυτός ήταν ο καλός, φώναζε και τους άλλους, για να τον δούνε, ΄΄για να τους πάει καλά η χρονιά΄΄.
Αν όχι, τότε δεν μιλούσε και έφευγε από το παράθυρο.
- Το ίδιο έκαναν και τα κορίτσια της παλιάς Αθήνας, με τη διαφορά πως αυτά κάθονταν στο παράθυρο μετά τα μεσάνυχτα που άλλαζε ο χρόνος και κοιτάζοντας σ' ένα καθρέφτη περίμεναν ν' ακούσουν κάποιο αντρικό όνομα απ' τους διαβάτες, που θα περνούσαν απ' έξω. Μόλις άκουγαν το πρώτο αντρικό όνομα, έκαναν τρεις φορές το σταυρό τους και λέγανε σιγανά, για να μην τους ακούσει κανείς:
Το όνομα που άκουσα, να είναι τ' όνομά του!
Του χρόνου να' ναι κύρης μου κι εγώ να' μια κυρά του. Ύστερα άφηναν τον καθρέφτη στο παράθυρο και πήγαιναν να κοιμηθούν.
Το πρωί, αν ο καθρέφτης ήταν καθαρός και δεν ήταν θαμπωμένος από την υγρασία, τότε δε θα είχαν καμιά στενοχώρια όλο το χρόνο.
- Στο Ξυλοπάροικο των Τρικάλων, πριν ακόμα ξημερώσει, μια-μια οι γυναίκες πήγαιναν κι έπαιρναν αμίλητο νερό από τη βρύση, αλείφοντας τη σωλήνα του νερού με ΄΄λίπα΄΄, ΄΄για να τρέχει το βιο και το τυχερό, σαν το νερό΄΄.
Γυρίζοντας ύστερα στο σπίτι και πριν περάσουν το κατώφλι της πόρτας με το δεξί τους πόδι, έφτιαχναν ένα σταυρό στο πάνω παραστάθι της πόρτας με λίπος, ΄΄για να τρέχει και ν' απλώνει το τυχερό σαν τη λίπα΄΄.
- Στη Δροσοπηγή της Κόνιτσας, πρωί-πρωί οι γυναίκες έφτιαχναν λίγο νερουλό ζυμάρι, από το ίδιο ζυμάρι που έφτιαχναν και τις ΄΄λαγγίτες΄΄ και μ' ένα κουτάλι το' ριχναν λίγο λίγο στις φλόγες της φωτιάς λέγοντας: ΄΄Αρνιά, κατσίκια, υγεία, ευτυχία΄΄.
Τις λαγγίτες που έφτιαχναν, τις έψηναν στη γάστρα και αφού τις βάζανε τη μια πάνω στην άλλη, ΄΄τσιμπούσαν κάχτες και σκόρδο΄΄ και τις έτρωγαν βουτώντας τες μέσα στο καρυδοζούμι. Άλλες τις τρώγανε με μέλι, λιωμένο σε ζεστό νερό και άλλες τις βουτούσαν σε ΄΄ζαχαρόνερο΄΄, ΄΄για να τους είναι γλυκιά η χρονιά΄΄.


Η κρεμμύδα:

Η γνωστή μας Πρωτοχρονιάτικη κρεμμύδα είναι το φυτό, του οποίου η επίσημη ονομασία είναι, Scilla Maritima.

Οι αρχαίοι Έλληνες την θεωρούσαν σύμβολο αναγέννησης και υγείας. Στις μέρες μας σε πολλές περιοχές της Ελλάδας τοποθετείται μια κρεμμύδα έξω από το σπίτι την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Ανήμερα της Πρωτοχρονιάς ο πατέρας ή η μητέρα της οικογένειας την παίρνει στα χέρια του/της και χτυπώντας ελαφρά με την κρεμμύδια τα κεφάλια, ξυπνά τα μέλη της οικογένειας για να πάνε στην Θεία Λειτουργία του Αγίου Βασιλείου. Στην συνέχεια η κρεμμύδα, κρεμιέται σε κάποιο σημείο του σπιτιού για να φέρει υγεία και τύχη στην οικογένεια.
Κλείνοντας αυτό το κείμενο, σας προτρέπουμε να σπάσετε ένα ρόδι, να ξυπνήσετε με το χτύπημα της κρεμμύδας και να μπει στο σπιτικό σας κάποιος τυχερός για να σας κάνει ποδαρικό την Πρωτοχρονιά. Προλήψεις θα μου πείτε και ίσως να έχετε δίκιο.

Και τα δύο πάντως είναι πολύ όμορφα έθιμα και είναι κρίμα να χαθούν, άσε που ποτέ δεν ξέρεις, μπορεί και να «πιάνουν».

Καλή χρονιά!!!


Πρωτοχρονιάτικα κάλαντα σε όλη την Ελλάδα
Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά,

ψηλή μου δενδρολιβανιά,

κι αρχή καλός μας χρόνος,

εκκλησιά με τ' άγιο θρόνο.
Αρχή που βγήκε ο Χριστός,

άγιος και πνευματικός,

στη γη να περπατήσει,
και να μας καλοκαρδίσει.
Άγιος Βασίλης έρχεται,

και όλους μας καταδέχεται,

από την Καισαρεία,
σ’ εισ’ αρχόντισσα κυρία.
Βαστάει εικόνα και χαρτί,

ζαχαροκάντιο ζυμωτή,

χαρτί και καλαμάρι,

δες και με το παλικάρι.
Το καλαμάρι έγραφε,

τη μοίρα μου την έγραφε,

και το χαρτί ομίλει,

Άγιέ μου καλέ Βασίλη.
Κάτσε να φας,

κάτσε να πιεις

κάτσε το πόνο σου να πεις,

κάτσε - κάτσε να τραγουδήσεις,

και να μας - και να μας καλοκαρδίσεις.
ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.


Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.


Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια