*-*

Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2011

Το παραδοσιακό αλώνισμα





Μια γεωργική δραστηριότητα αναβιώνει όχι σαν εργασία τώρα πια, αλλά σαν έθιμο σε κάποια χωριά της Αρκαδίας.

Είναι μια προσπάθεια των συλλόγων των χωριών με τη βοήθεια των ντόπιων κατοίκων να αναβιώσουν το αλώνισμα σαν μια ιδιαίτερη δραστηριότητα.

Για να θυμούνται οι μεγαλύτεροι και να μαθαίνουν οι νεότεροι.
Έτσι στο
Βαλτεσινίκο κάθε χρόνο, τον Αύγουστο, γίνεται η γιορτή που είναι γνωστή σαν "το παραδοσιακό αλώνισμα". Οι κάτοικοι του χωριού καθώς και οι επισκέπτες, συγκεντρώνονται στο αλώνι που βρίσκεται δίπλα στην Ι.Μ. Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Η εκδήλωση αυτή συνοδεύεται με φαγητό, χορό και τραγούδι.
Απλώνονται πάνω στο πέτρινο αλώνι τα δεμάτια, κόβονται τα δεματικά και σκορπίζονται τα χερόβολα σε όλο το χώρο του αλωνιού.

Στο κέντρο του βρίσκεται ο στιχερός , που είναι ένα χοντρό και γερό ξύλο, συνήθως από πουρνάρι, μπηγμένο στο χώμα και στερεωμένο καλά.

Πάνω του δένεται η τριχιά, που κρατά τα ζώα όταν γυρνάνε πάνω στο αλώνι. Συνήθως χρησιμοποιούνται άλογα ή μουλάρια. Δένονται μεταξύ τους με λαιμαριές φτιαγμένες με τριχιά και όλα μαζί δένονται με το σκοινί του στιχερού. Ο αγωγιάτης, έτσι λέγεται αυτός που ακολουθεί τα ζώα στο αλώνι, κρατά μια βίτσα στα χέρια, την χτυπά στον αέρα για να τα φοβίζει και να τρέχουν. Η κίνηση των ζώων γίνεται και προς τις δυο κατευθύνσεις. Το σκοινί του στιχερού μαζεύεται πάνω του ενώ τα ζώα τρέχουν και έτσι πατούν τα χερόβολα σε όλο το αλώνι απ' έξω προς τα μέσα. Ύστερα τα αλλάζουν. Το ζώο που ήταν απέξω έρχεται μέσα και έτσι το σκοινί απλώνει. Κατά τη διάρκεια του αλωνισμού γίνεται το "γύρισμα". Με τα δικράνια ανοίγουν το αλώνι. Κάνουν δηλαδή αυλάκια κατά κάποιον τρόπο στο αλώνι για να ανεβάσουν τα χερόβολα που δεν έχουν πατηθεί από τα ζώα και δεν έχει βγει ο καρπός, για να αλωνιστούν. Το αλώνισμα συνεχίζεται μέχρις ότου τα χερόβολα γίνουν άχυρο και φυσικά βγει ο καρπός από τα στάχυα.
Ύστερα γίνεται το μάζεμα. Η συγκέντρωση του αλωνιού στο στιχερό σε σωρό. Μετά το μεσημέρι γίνεται το λίγνισμα. Ο αέρας που φυσά βοηθά σ' αυτή τη δουλειά. Με τα δικράνια πετάνε ψηλά το άχυρο για να διαχωριστεί από τον καρπό. Ο αέρας το μεταφέρει στην άκρη του αλωνιού. Χρησιμοποιούν ακόμη τα ξύλινα φτυάρια και φυσικά το δριμόνι (μεγάλο κόσκινο) για το κοσκίνισμα του καρπού. Ο καρπός λιάζεται και αποθηκεύεται στα κασόνια ή στα ματαράτσια (μεγάλα υφαντά σακιά). Το άχυρο μεταφέρεται στα καλύβια με τις λιοπάνες ή τα χαράρια για να χρησιμεύσει σαν τροφή στα ζώα τους χειμερινούς μήνες.
Έτσι ολοκληρώνεται η επίπονη εργασία του αλωνισμού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.


Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.


Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια