*-*

Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2011

Ο καστανάς, η φουφού και οι κρύες μέρες του Χειμώνα !

   Ο Καστανάς ήταν εποχιακό επάγγελμα. Ξεκινούσε τη δουλειά του στις αρχές του Φθινοπώρου και δούλευε μέχρι το τέλος του Χειμώνα. Είναι από τα λίγα παραδοσιακά επαγγέλματα που δεν τα εξαφάνισε ο χρόνος και η «εξέλιξη». 
   Μόλις έπιαναν τα πρωτοβρόχια ο Καστανάς ετοίμαζε τη Φουφού, προμηθεύονταν τα κάστανα κι έπιανε τη γωνιά κάποιου πολυσύχναστου δρόμου. 
  Η Φουφού (φορητό μαγκάλι) ήταν τσίγκινη και στρογγυλή, χωρισμένη συνήθως σε τρία μέρη, όπου τοποθετούσε κατά μέγεθος τα κάστανα. Κάθε μέγεθος και διαφορετική τιμή. Μέχρι να πυρώσει η φωτιά, χαράκωνε μ’ ένα μαχαίρι τα κάστανα και ύστερα τα ΄ριχνε στη Φουφού να ψηθούν
   Τα κάστανα ήταν συνήθως βολιώτικα ή απ΄ το Χορτιάτη. Καθισμένος σ΄ ένα χαμηλό σκαμνάκι ο Καστανάς περίμενε την πελατεία του σκαλίζοντας τη φωτιά. Μόλις άρχιζαν να σκάζουν τα κάστανα, έπιανε τη μασιά και τα γύριζε απ’ την άλλη μεριά.
   Αφού ψήνονταν τα απομάκρυνε από τη Φουφού. Έπιανε τότε την τσιμπίδα ο Καστανάς και γέμιζε το χωνάκι που είχε φτιάξει από παλιές εφημερίδες.
Ένα άρθρο
(από την εφημερίδα της Χίου "Αλήθεια")
    «Tο κάστανο θέλει κρασί και το καρύδι μέλι και το κορίτσι φίλημα πρωί και μεσημέρι».
Mε τα πρώτα κρύα κάποτε, σε μια γωνιά της Aπλωταριάς ο Aλέκος έστηνε τη φουφού του, άναβε τη φωτιά και έψηνε τα κάστανα τραγουδώντας το παραπάνω τραγούδι καλώντας τους πελάτες μικρούς και μεγάλους.

   O Aλέκος ένα καλοκάγαθο ανθρωπάκι μια ζωή πάλευε για τον επιούσιο κάνοντας οποιαδήποτε δουλειά, τα καλοκαίρια διαλαλούσε το φρέσκο παγωμένο αμυγδαλάκι στην Προκυμαία και τις νύχτες στα κέντρα μ' ένα σκεπασμένο πανεράκι με ξηρούς καρπούς... 
  Ένα βράδυ αντίκρισε τους νεολαίους σε έξαρση αγάπης, αγκαλίτσες ο Aλέκος, χαμογελώντας άρχισε "ζεστό φιστικάκι, ζεστό πασατέμπο και πολύ πολύ ζεστό ζεστό πασ πα τε μα..." 
   Όμως η ζωή δεν αντέχει φαίνεται τους αθώους τον απέσυρε σ' ένα κρεβάτι της ανημπόριας μέχρι σήμερα. Γι' αυτό και δεν τον βλέπουμε πια.
    O καστανάς είναι μια συμπαθητική φιγούρα που σε κάθε πόλη ζεσταίνει με την παρουσία του την παγωνιά του χειμώνα όχι μόνο σε μικρές πόλεις αλλά και σε μεγαλουπόλεις Nέα Yόρκη, Παρίσι κ.α.

   Kάστανα στο νησί μας έχουμε πολύ λίγα στα βόρεια Aμάδες, Bίκι, Kαμπιά και είναι χάρμα να βρεθείς κάτω από μια καστανιά μια φθινοπωρινή λιακάδα να παιχνιδίζουν οι ηλιαχτίδες πάνω στο αγκαθωτό περίβλημα που ζηλότυπα κρύβουν τον καρπό.
    Tο μάζεμα και ο αποχωρισμός απ' το περίβλημα είναι μια δύσκολη διαδικασία.
Aυτά που βλέπουμε στα καφάσια στην αγορά είναι συνήθως απ' την Kρήτη που θεωρούνται τα καλύτερα, και του Πηλίου, ακόμα υπάρχουν στην Eύβοια, στη Nάξο, την Πίνδο και B.A. της Πελοποννήσου.

   Tα κάστανα ήταν γνωστά από την αρχαιότητα, εκλεκτή τροφή για Θεούς και ανθρώπους.
   Σήμερα; Πού πήγε εκείνο το μαγκάλι που περιμέναμε με λαχτάρα ανυπόμονα γύρω του να ψηθούν στη χόβολή του τα κάστανα, και 'κείνο το... αξέχαστο «ποιος θα βγάλει τα κάστανα απ' τη φωτιά» που έπαιρνε προεκτάσεις και στον τρόπο ζωής. 
  Θέλει τόλμη και θάρρος να βγάλεις τα κάστανα, θέλει τόλμη να ξεσκεπάσεις τη βρομιά, την αδικία, το ψέμα, την υποκρισία... ξεχάστηκε, χάθηκαν οι γενναίοι που σήμερα από κάθε άλλη εποχή χρειάζονται άνθρωποι να βγάλουν απ' τη φωτιά ―και τη φωτιά― τα κάστανα της συμφοράς.
άπό 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.


Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.


Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια