*-*

Δευτέρα, 13 Ιανουαρίου 2014

Τοπικά φαγητά Ελλήνων..!

      Η Ελλάδα υπήρξε πάντοτε το σταυροδρόμι Ανατολής και Δύσης. Στη Βόρεια Ελλάδα (Ήπειρος, Μακεδονία και Θράκη), τα τοπικά φαγητά και η μαγειρική της υπαίθρου καθρεφτίζουν τις παραδόσεις των βοσκών, όπου τα ντόπια ελληνικά τυριά και το ελληνικό γιαούρτι έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στην παραδοσιακή ελληνική διατροφή.
     Οι αλμυρές πίτες, που διατηρούνται αρκετά και προσφέρονται για ταξίδια –ιδεώδεις για τους περιπλανώμενους βοσκούς– αποτελούν σημαντικό κομμάτι της τοπικής μαγειρικής. Τα τουρσιά με λάχανο και πιπεριές, σε κάθε σχήμα, καυστικότητα και προετοιμασία είναι μερικά ακόμα προϊόντα της Βόρειας Ελλάδας.
     Η μαγειρική της Μακεδονίας και της Θράκης έχει επηρεαστεί σε τεράστιο βαθμό από τους Έλληνες πρόσφυγες που μετανάστευσαν μαζικά εδώ, μετά από την καταστροφή της Μικράς Ασίας (1922), ξεπερνώντας το ένα εκατομμύριο. Μαζί τους έφεραν τις γεύσεις της Ανατολής και την αισθητική ενός πιο αστικού, εκλεπτυσμένου τρόπου μαγειρέματος, που ήταν διανθισμένο με πολλές γαλλικές επιρροές. Πιάτα που σήμερα θεωρούμε δεδομένα, όπως ο μουσακάς και το σαγανάκι, έφθασαν στην Ελλάδα μαζί με τους Έλληνες της Μικράς Ασίας, όντας μέσα στα τοπικά φαγητά τους.
   Στη μαγειρική των Επτανήσων, η ενετική επιρροή είναι απτή, στα αναρίθμητα πιάτα με ιταλικά ονόματα (μπιάνκο, μπουρδέτο, πολπέτες, κ.λπ.), στην προτίμηση στα ζυμαρικά και σε πολλά ακόμη.                                                                                                                                                                                          Η κουζίνα του Αιγαίου πελάγους είναι απλή.

Τα ρεβίθια και η κίτρινη φάβα, οι τηγανίτες λαχανικών, οι τηγανητές πίτες λαχανικών, το ψητό κατσικάκι στο φούρνο και το ψητό ψάρι στη σχάρα είναι μερικά από τα κλασικά πιάτα της.

          Η Πελοπόννησος είναι η πατρίδα μιας κουζίνας όπου το εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο, ένα από τα πιο σημαντικά προϊόντα της περιοχής, ρέει άφθονο σχεδόν σε κάθε τοπικό φαγητό, ιδίως στις σούπες με όσπρια και στα πιάτα με λαχανικά. Εδώ, όμως, μεγάλη σπεσιαλιτέ είναι και το χοιρινό (γουρουνοπούλα). Οι ελιές Καλαμών, οι πιο ονομαστές στον κόσμο, προέρχονται από την Πελοπόννησο.
             Η κουζίνα της Πελοποννήσου είναι η μητέρα της μεσογειακής διατροφής. Τα τοπικά φαγητά της είναι μοναδικά!

Τα αγριόχορτα συνδυάζονται με τα πάντα, από κρέας έως ψάρι και σαλιγκάρια, καθώς και με όσπρια, σε πλήθος απλών, θρεπτικών, απολαυστικών πιάτων, τα οποία συμπληρώνει το άριστο εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο. Επίσης, παράγει αναρίθμητα τυριά και το ονομαστό ελατίσιο μέλι Βυτίνας , καθώς και λαχανικά και εσπεριδοειδή που έχουν κατακτήσει της λαϊκές και εξάγονται σε όλο τον κόσμο. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.


Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.


Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια