*-*

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2018

ΤΟ ΓΝΕΣΙΜΟ

ΤΟ ΓΝΕΣΙΜΟ
του Γιάννη Σαντάρμη
-Πάρε, βαβά, τη ρόκα σου τη βαριοξομπλιασμένη
κι αρμάτωσε την με μαλλί και γνέσε την τουλούπα
και στρίψε γνέμα ολόψιλο, γνέμα χοντράδι φκιάσε.
Άλλοι αρματώνουν πρόβατα και γίδια με κουδούνια,
άλλοι αρματώνουν με σκουτιά πανώρια το κορμί τους,
αλλά η μανιά τη ρόκα της την ξύλινη αρματώνει
με μια τουλούπα κάτασπρη, παχιά-παχιά κι αφράτη.
Κάθεται η γριά στο πρόσπιτο, στο πετροπέζουλο όξω,
όξω στη μέρα τη λαμπρή και στη χρυσή λιακάδα,
κι έχει τη ρόκα στο πλευρό με τα πολλά πλουμίδια,
που στην κορφή τη σταυρωτή, στα γυρισμέν' αυτιά της
στέκεται η αρμάτα το μαλλί, στέκεται η τουλούπα,
καλόπλυτη στη ρεματιά, ξασμένη στο λανάρι.
Αρμέει της τούφας τη νουρά, τραβάει τη σκαμαγγέλα
κι όλο τ' αδράχτι στρίβοντας με το χοντρό σφοντύλι
γνέθει το πρόβιο το μαλλί και κλώθει τ' αρνοπόκι
κι είναι μακρόινο το μαλλί, λαγάρα αφρόχιονη είναι.
Μήτε βολεί την το σκαμνί, μήτε και το πεζούλι.
-Παράτα το προσκάμνι, γριά, το πετροπέζουλο άσε,
κάτσε ψηλά στο κούτσουρο, για να γυρνάς τ' αδράχτι, 
να ‘ναι οι απλωσιές σου ξέμακρες, τρανές οι οργιές σουνα 'ναι
και κάθε σου γνεσιά σαν το δικό σου μπόγι.
Απ' την τουλούπα του μαλλιού κι από τη ρόκα απάνω,
κρουστό-κρουστό κι ολόστριφτο το γνέμα κατεβαίνει,
άλλο λιανό, άλλο ψιλό, ψιλότερο άλλο ακόμα,
σαν της αράχνης την κλωνά που χύνεται ολόισια,
κι άλλο αφράτο κι ανάπαλο κι άλλο χοντρομπουλίδι,
όμοιο θαρρείς σαν άντερο, λες σχοινολίταρο ίδιο.
Κι όταν μακραίνει η απλωσιά κι όταν και το σφοντύλι
βαρεί και χάμου ακουμπά, βαρεί και χάμου κρούει,
το γνέμα ολοτυλίγεται στο ξύλινο τ' αδράχτι
και του χοντραίνει την κοιλιά και το κορμί του γύρα.
-Βαβά, πώς γνέθεις το μαλλί, πώς το γυρνάς τ' αδράχτι
και το σφοντύλι πώς σβαρνάς μέχρι το χώμα κάτου,
το γνέμα μιαν οργιά το πας, μια οργιά το κατεβάζεις,
χοντρό το φκιάνεις κάποτε, ψιλό πότε το στρίβεις.
-Χοντρό για υφάδι φκιάνω το, ψιλό για το στημόνι.
Για τήρα οι δρούγες στιβανιά, τήρα σωρό τ' αδράχτια,
μπέλες δρούγες και καψάλες, λάγια αδράχτια και σίβα.
Πάει η γιαγιούλα κι έρχεται και κουβαλάει ποκάρια,
πάνε οι τουλούπες στη σειρά, τ' αδράχτια στην αράδα
και το τραγούδι πάει κι αυτό το 'να ξοπίσω απ' τ' άλλο,
τραγούδι για το γνέσιμο, τραγούδι για τη ρόκα.
-Ρόκα μου, βάστα το μαλλί, σφοντύλι, στριφογύρνα
και γνέστε, χεροδάχτυλα, πολλές τις δρούγες κάντε,
να πάρω το μακρίδι τους, το γνέμα τους να πάρω,
να κάτσω στη φωτιά κοντά, πιο εκεί με τα νυχτέρια,
να πλέξω μπόλκα πλουμιστή να χύνεται στην πλάτη,
να φκιάσω κορμοφάνελες και μάλλινα τσουράπια,
να κάτσω και στον αργαλειό το βαριοσκαλισμένο
να υφάνω στρώσια του σπιτιού, του κρεβατιού χεράμια,
στο νοικοκύρη σάρικα, να 'χει πυκνό το φλόκο,
φέρμελες στους λεβέντες μου, στις κόρες μου σεγκούνες,
καμίσια για τις νύφες μου, για τους γαμπρούς σελάχια
και σπαργανήθρες μαλακές για τα παιδιά της νάκας.
Τέτοια η βαβούλα τραγουδά, τέτοια η βαβούλα λέει
κι όλο κρατεί τη ρόκα της κι όλο γυρνά τ' αδράχτι
κι όλο γνέθει τ' άσπρο μαλλί και στρίβει τ' ώριο γνέμα.
Γλωσσάρι
ανάπαλο, το = νήμα αφράτο, όπως το μαλλί της απάλας (τούφας), όχι πολύ στριμμένο, ίσια που να σμίξει η κλωστή κατά το γνέσιμο, γνεσμένη με αδράχτι - δρούγα προς τα πάνω, όχι με το αδράχτι προς τα κάτω, δημιουργείται δε χοντρό νήμα για βελέντζα ή κουβέρτα, συμπαμπαλο.
απλωσιάη μήκος νήματος τόσοόσο φθάνει το χέρι της γνέστρας απλωμένο απτην τουλούπα της ρόκας ή τηςδρούγας ως ταδρά­χτιόταν ακουμπά χάμω.
άρματαη εφοδιασμός της ρόκας με μαλλί, εξοπλισμός, πλήρης στολή.
αρματώνω τοποθετώ μαλλί στη ρόκα με σκοπό να γνεσθείεξοπλίζωντύνω.
αρνοπόκιτο το σύνολο του μαλλιού από το κούρεμα τουαρνιούπου μοιάζει σαν ρολό.
βολεί ευκολύνειπροσφέρεταιέχει διάθεση χρόνου.
γνέθω μεταβάλλω το μαλλί ή το βαμπάκι σε νήμα με τοχέρι ή με μηχανή, κλώθω.
δρούγα (νήματος), η το περιτυλιγμένο νήμα σταδράχτιαδράχτιαάρπαγμα.
κλώθω φτιάχνω νήμαπεριστρέφοντας μαλλί.
κλωνάη κλωστήνήμακλωνιά.
κορμοφάνελα (ανδρική), η φανέλα μάλλινη ήβαμπακερήπου φοριέται μέσαπό το πουκάμισο καιέρχεται σε επαφή με τη σάρκαφθάνοντας πιο κάτω απτη μέσησαρκοφανέλαμεσοφανέλα, κατασάρκι.
λαγάραη άριστης ποιότητας πρόβιο μαλλί με μεγάλη καιμακριά τρίχαπου κάνει δυνατό νήμαμαΐσιοσούμαμακρίδιμακρυμαλλίδι, σκλίδα.
λανάριτο όργανο από 4 σανίδεςσε σχήμαπαραλληλόγραμμοπου η επάνω σανίδα έχει σειρές απόμεταλλικά δόντια για το ξάσιμο του μαλλιού.
μανιάη γιαγιάβαβά.
μπέλαη άσπρη.
μπόλκαη γυναικεία ζακέταείδος ελαφρού επενδύτημεμανίκια και γιακά που φθάνει ως τους γοφούς.
νάκαη ελαφριά βρεφική κούνιαμε πέτσινη βάσημήκους ενός μέτρου και πλάτους 80 εκατοστώνκατάμήκος δε των μεγα­λύτερων πλευρών της είναιπροσαρμοσμένοι 2 ξύλινοι άξο­νεςισομεγέθεις μαυτέςστις άκρες των οποίων προσδένο­νται 2 μακριά σχοινιά ήλουριάπου χρησιμεύουν για φόρτω­ση ή κρέμασμα τηςκούνιας στην πλάτη ή στο ζώοανεμόκουνα.
ξασμένηη λαναρισμένη.
ποκάριτο το σύνολο του μαλλιού από το κούρεμα τουπροβάτουπου μοιάζει σαν ρολό.
σάρικαη μακριά φλοκοτή κάπαφλοκάτα.
σεγκούναη γυναικείος επενδύτης (επανωφόρι), με ήχωρίς μανί­κιαπου φθάνει κάτω από τις γάμπεςσάρκα.
σελάχιτο ζώνη ανδρική της μέσηςδερμάτινη ή υφαντή ήπλεκτήπου αποτελείται από 3-5 φύλλα για τηντοποθέτηση αντικει­μένων, κεμέρι, σελαχλίκι.
σίβοτο αυτό που έχει σταχτοκαφέ σκούρο χρώμα.
σκαμαγγέλαη τουλούπα μαλλιού ή βαμβακιούσκαμάγγιτούφα.
σπαργανήθραη βρεφικό μικρό χεράμι ή μικρή μαντανίασπάργα­νο.
στημόνιτο νήμα από μακρόινο μαλλίστριφτόλεπτό καιισόπαχογια να περνά στο χτένι και στα μιτάρια και ναμην κόβεταισαν τεντωθεί, τοποθετείται δε κατά μήκος του αργαλειού κι ανάμεσα του πλέκεται λοξά το υφάδι.
σφοντύλιτο στρογγυλόημισφαιρικόσυμμετρικό βαρίδιμε μια τρύπα στη μέση και στο επάνω μέρος μ' ένα μικρό τσιγκέλι (τσινίή μια εγκοπή (κόκα ή γκάγκα ή δοντιά ήθηλιά), για το στερέωμα του νήματοςπου τοποθετείταιστο κάτω μέρος του αδραχτιούμε σκοπό να επιταχαίνειτην περιστροφή τουκατά το γνέσιμο.
σχοινολίταροτο σχοινί.
φέρμεληη ανδρικό πολυτελές γιλέκο από μάλλινο δίμιτονήμαέχει μανίκια ριγμένα στις πλάτες που φθάνουνπαρακάτω από τη μέση, πισωγέλεκο.
χεράμιτο = υφαντό από πρόβιο μαλλί, ελαφριά κουβέρτα, που χρη­σιμοποιείται ως στρώμα και ως σκέπασμα, τσόλι.
χοντρομπουλίδιτο = χοντρό νήμα.
http://fthiotikos-tymfristos.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.


Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.


Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια