Τετάρτη 27 Απριλίου 2011

Παροιμίες για το μήνα Μάιο












Ο Μάης ρίχνει τη δροσιά και ο Απρίλης τα λουλούδια.


Στον καταραμένο τόπο Μάη μήνα βρέχει

Αν βρέξει ο Απρίλης δυο νερά κι ο Μάης άλλο ένα τότε τ' αμπελοχώραφα χαίρονται τα καημένα.
Τον Μάη κρασί μην πίνετε κι ύπνο μην αγαπάτε.

Όποιος φιλάει τον Αύγουστο, τον Μάη θερίζει μόνος.
Τον Απρίλη και το Μάη κατά τόπους τα νερά.
Οντά 'πρεπε δεν έβρεχε κι ο Μάης χαλαζώνει.
Μάης πενταδείληνος και πάντα δείλι θέλει.

Στο κακορίζικο χωριό το Μάη ρίχνει το νερό.
Όταν πρέπει δε βροντά και το Μάη δροσολογά.
Οπού σπείρει ή δε σπείρει, το Μάη μετανοεί.
Ο Απρίλης με τα λούλουδα κι ο Μάης με τα ρόδα.
Σαν έπρεπε δεν έβρεχε, το Μάη εχαμοβρόντα.
Ο Μάης φτιάχνει τα σπαρτά κι ο Μάης τα χαλάει.
Μην πάρεις το Μάη άλογο, μήτε γυναίκα τη Λαμπρή.
Το Μάη βάζε εργάτες κι ας είναι κι ακαμάτες.
Ο Απρίλης ο γρίλλης, ο Μάης ο πολυψωμάς.
Το Μάη εγεννήθηκα και μάγια δε φοβούμαι.

Ένας κούκος (ή χελιδόνι) δε φέρνει την άνοιξη.
Μάης άβρεχος, μούστος άμετρος.
Ζήσε Μάη μου , να φας τριφύλλι.
Ο Απρίλης έχει τ' όνομα κι ο Μάης τα λουλούδια.
Ο γάμος ο μαγιάτικος πολλά κακά αποδίδει.
Μάης άβροχος, τρυγητός χαρούμενος.
Μήνας που δεν έχει ρο, ρίξε στο κρασί νερό.
Απρίλης, Μάης, κοντά ειν' το θέρος.

Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011

ΑΠΟΚΡΙΕΣ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ

Κύρια στοιχεία της αποκριάτικης περιόδου είναι το κέφι, οι αστεϊσμοί και βέβαια οι μεταμφιέσεις. Όλα αυτά δίνουν έναν εντελώς ιδιαίτερο τόνο και κάνουν αυτές τις μέρες της χαράς και της διασκέδασης ιδιαίτερα διασκεδαστικές τόσο για τα παιδιά όσο και για τους μεγάλους, που βρίσκουν την ευκαιρία να ξαναγίνουν παιδιά!

Ας δούμε μαζί κάποια περίεργα έθιμα, που αξίζουν να γνωρίσουν τα παιδιά μας.
Αναζητώντας την ιστορία του καρναβαλιού σίγουρα θα χαθούμε σε δεκάδες ανιμιστικές εκδηλώσεις, που με τη μια ή με την άλλη μορφή ήταν και εξακολουθούν να είναι παρούσες στις παραδόσεις όλων των λαών.
Από τη βόρεια Ευρώπη μέχρι τη νότια Αμερική και από την Αφρική μέχρι την Ιαπωνία, παρόμοιες γιορτές μετρούσαν τις αλλαγές των εποχών μέσα από την ανάμειξη δοξασιών και πραγματικότητας, γήινων γιορτών και θρησκευτικής τελετουργίας. Όσο για τη μεταμφίεση και τη μάσκα, εκτός του ότι είναι τόσο παλιά όσο και ο άνθρωπος, είναι ένα φαινόμενο τόσο κοινό σε όλους τους πολιτισμούς και όλες τις θρησκείες, που αποτελεί συχνά μια από τις σημαντικότερες πηγές στην προσπάθεια της μελέτης τους.
Στην κυριολεξία Αποκριά σημαίνει το σταμάτημα της κρεοφαγίας, όπως και το λατινικό καρναβάλι σημαίνει το ίδιο ακριβώς, carnen levare.

Οι απόκριες έχουν προχριστιανική προέλευση και αντιστοιχούν στις διονυσιακές γιορτές των αρχαίων Ελλήνων και στα Σατουρνάλια των Ρωμαίων, που γίνονταν προς τιμή του θεού Κρόνου (ως προστάτη της σποράς), διαρκούσαν μια εβδομάδα και άρχιζαν στις 17 Δεκεμβρίου. Ο πατέρας της ελληνικής λαογραφίας, Νικόλαος Πολίτης, γράφει, ότι τα αποκριάτικα έθιμα έχουν τις ρίζες τους στα Λουπερκάλια των αρχαίων Ρωμαίων, που άρχιζαν στις 15 Φεβρουαρίου και γιόρταζαν τη γονιμότητα της γης και των ζώων.
Οι αποκριές καθιερώθηκαν από την Εκκλησία προς τα τέλη του 6ου αιώνα, σήμερα όμως, έχουν χάσει την αρχική σημασία τους και πλέον είναι ταυτόσημες για τους περισσότερους ως περίοδος μεταμφιέσεων, γλεντιού και ελευθεριότητας πριν τη Σαρακοστή.
Στις μεγάλες πόλεις ο αποκριάτικος εορτασμός είναι λίγο πολύ τυποποιημένος, όμως, ευτυχώς, υπάρχουν ακόμη πολλά μέρη στην Ελλάδα, που ο εθιμικός πανηγυρισμός διατηρεί ακόμα μορφές, που δείχνουν τις βαθύτερες ρίζες αυτών των χαρούμενων εκδηλώσεων.
Παλαιότερα η αρχή του Τριωδίου αναγγελλόταν με πυροβολισμούς ή με ταμπούρλα και τσαμπούνες, ενώ σε πολλά μέρη ο κήρυκας φώναζε πως πλησιάζουν οι Απόκριες, για να φροντίσει ο κόσμος να προμηθευτεί το απαραίτητο κρέας. Γι’ αυτό και η πρώτη εβδομάδα των αποκριών ονομάζεται και “Προφωνή”, από τη συνήθεια να διαλαλούν την έλευσή της. Η δεύτερη εβδομάδα ονομάζεται “Κρεατινή”, επειδή προσφερόταν για κρέας και η Τρίτη “Τυρινή” ή “Μακαρονού”, γιατί κατά τη διάρκειά της οι πιστοί πρόσφεραν κόλυβα και ζυμαρικά στους νεκρούς, τις λεγόμενες μακαρίες, απ΄ όπου έλαβαν το όνομα και τα “μακαρόνια”.
Το Τριώδιο γινόταν ιδιαίτερα αισθητό από την Τσικνοπέμπτη, όπου σε πολλά μέρη έσφαζαν χοιρινά. Η σφαγή στη νότια Ελλάδα και πολλά νησιά συνοδευόταν και από τελετουργικά, δεισιδαιμονικά και μαντικά στοιχεία, που πρόσθεταν στην ημέρα κάποιο θυσιαστικό χαρακτήρα με σταυρούς στις πόρτες των σπιτιών με το αίμα του ζώου, κ.ά.
Τη Δευτέρα της Τυρινής βρίσκουμε το θρακικό δρώμενο του “Καλόγερου” (καλός γέρος), ο οποίος στην αρχέγονη λατρευτική του μορφή αντιπροσωπεύει την αγαθή θεότητα της σποράς και της πλούσιας συγκομιδής. Στο τελετουργικό, που περιλαμβάνει εικονικό όργωμα και μιμητική σπορά από τον Καλόγερο που συνοδεύεται από νταούλια και λύρες, βλέπουμε ότι υπάρχουν πολλοί συμβολισμοί.
Οι αγρότες μέσα στο χαρούμενο κλίμα της Αποκριάς διαισθάνονται τις αλλαγές της Φύσης και με διάφορες πράξεις προσπαθούν να την εξευμενίσουν, για να εξασφαλίσουν καρποφορία στα χωράφια, πλούσια παραγωγή και καλή υγεία.
Την ίδια προσπάθεια για καλή υγεία και καλή συγκομιδή εκφράζει και το έθιμο με τις αποκριάτικες φωτιές, που ανάβονταν σε πλατείες και σταυροδρόμια το βράδυ της τελευταίας Κυριακής. Το έθιμο στηρίζεται στην αρχέγονη πίστη, ότι η φωτιά κρύβει μέσα της δύναμη, η οποία μεταδίδεται σε όποιον έρθει σ’ επαφή μαζί της μέσα από συγκεκριμένο τελετουργικό. Ιδιαίτερα εντυπωσιακοί είναι οι “Φανοί” της Κοζάνης, που στήνονταν στις γειτονιές ως είδος βωμού. Η προσπάθεια για την παρουσίαση του ομορφότερου Φανού έκανε τους γείτονες ιδιαίτερα εφευρετικούς. Φωτιές ανάβονταν σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, έχοντας διαφορετική ονομασία, “Φανός”, “Καψαλιές”, “Τζαμάλες”, κ.ά.

Η αλήθεια είναι, πως η Αποκριά δε γεννήθηκε στην πόλη. Ο αστικός καρνάβαλος με το σαρδόνιο χαμόγελο που παρελαύνει καμαρωτός, μοιάζει να σβήνει δίπλα στα βουκολικά προσωπεία των Καρνάβαλων της υπαίθρου. Εκεί, όπου από την αρχαιότητα ακόμη τελούνταν γιορτές όχι μόνο για την καλή σοδειά και την υγεία, αλλά και τελετές που θα έδιωχναν μακριά το κακό. Οι ζωόμορφες μεταμφιέσεις, τα μεγάλα κουδούνια και οι εκκωφαντικοί θόρυβοι ξόρκιζαν το κακό και έφερναν τύχη.
Με τα χρόνια, ο αποκριάτικος εορτασμός της υπαίθρου διανθίστηκε με νέα στοιχεία. Έτσι, σε πολλές περιοχές σήμερα βρίσκουμε αναπαραστάσεις γαμήλιων τελετών ή τελετές που θυμίζουν γεγονότα, που σημάδεψαν την ιστορία του τόπου, κυρίως από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας
Στη Δημητσάνα της Αρκαδίας, γνωστή για το μπαρούτι της, οι κάτοικοι την τελευταία Κυριακή φορτώνουν ένα γάιδαρο με βαρέλια μπαρούτι και τον Καρνάβαλο. Στη Ζάκυνθο έχουμε την “κηδεία της μάσκας” με ...πτώμα τον Καρνάβαλο και “συγγενείς” που τον πενθούν. Στην Κεφαλλονιά την τιμητική τους έχουν τα Γαϊτανάκια και οι Καντρίλιες.
Στα Ιωάννινα την τελευταία Κυριακή, οι γειτονιές της πόλης δίνουν το σύνθημα του εξαγνισμού, ανάβοντας φωτιές, τις περίφημες “Τζαμάλες”. Γράφοντας για τα Ιωάννινα θα ήθελα να αναφέρω, ότι σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση οι ντόπιοι έχουν το δικαίωμα του εορτασμού της αποκριάς και ιδιαίτερα της μάσκας με κατοχυρωμένο και έγγραφο προνόμιο, που πέτυχαν κατά την παράδοση της πόλης στους Τούρκους το 15ο αιώνα επί Σινά Πασά. Μέχρι τότε μόνο οι ευγενείς και οι ιππότες είχαν δικαίωμα να φορούν μάσκα.Ας δούμε, όμως, αναλυτικότερα κάποια έθιμα που εξακολουθούν να ισχύουν, ακόμη και σήμερα.
Τα “αλευρομουντζουρώματα” του Γαλαξιδίου
Η Καθαρά Δευτέρα στο Γαλαξίδι μόνο “καθαρή” δεν είναι, αφού από το μεσημέρι και μετά γιορτάζεται με αλληλομουντζουρώματα και αλευρώματα, με κυνηγητά και πειράγματα από ομάδες μεταμφιεσμένων με κάρβουνο, που παλιότερα φορούσαν προβιές και κουδούνια. Στην κεντρική πλατεία διεξάγεται ένας απίστευτος πόλεμος με τόνους από αλεύρι και φούμο, που εκσφενδονίζουν εκατοντάδες άτομα μεταξύ τους μέχρι το σούρουπο.
Το “αλευρομουντζούρωμα” είναι ένα από τα πιο συναρπαστικά έθιμα της Αποκριάς, που κρατά από τις αρχές του 1800. Σύμφωνα με την παράδοση, παρά την Τουρκοκρατία, οι κάτοικοι της περιοχής τις αποκριές δεν το έβαζαν κάτω και φορούσαν μάσκες στο πρόσωπο ή βάφονταν μαύροι με φούμο. Με την πάροδο των χρόνων οι γαλαξιδιώτες ναυτικοί έφεραν το έθιμο να ρίχνει ο ένας στον άλλο αλεύρι, προφανώς από παρόμοιες λαϊκές γιορτές της Σικελίας.
Ο “βλάχικος γάμος” της Θήβας
Συμβολισμοί για καλή χρονιά και καλή σοδειά υποδηλώνονται και στο γνωστό βλάχικο γάμο της Καθαράς Δευτέρας, ο οποίος ξεκινά την Τσικνοπέμπτη με τα “Προζύμια”, συνεχίζεται την Κυριακή το απόγευμα με το χορό των συμπεθέρων και το προξενιό στην κεντρική πλατεία της πόλης. Την επόμενη γίνονται τα αρραβωνιάσματα του ζευγαριού, η παράδοση των προικιών, το ξύρισμα γαμπρού και το στόλισμα της νύφης. Όλα γίνονται σύμφωνα με τις παραδόσεις και με πολύ γλέντι.
“Του Κουτρούλη ο γάμος” στη Μεθώνη
Γαμήλιες παραστάσεις την Καθαρά Δευτέρα έχουμε σε πολλές πόλεις της Ελλάδας, με κυρίαρχο το σατυρικό και εύθυμο στοιχείο. Στη Μεθώνη γίνεται “του Κουτρούλη ο γάμος”, ο οποίος, όπως λέγεται, διασώζει ανάμνηση παλιού, πραγματικού γάμου, που έγινε στην πόλη πριν από αιώνες. Γαμπρός ήταν ο ιππότης Ιωάννης Κουτρούλης, ο οποίος ύστερα από πολλών χρόνων αναμονή και υπομονή παντρεύτηκε τη γυναίκα, που αγαπούσε. Ο γάμος μεταβλήθηκε σε χαρούμενο πανηγύρι και πραγματικά έμεινε παροιμιώδης.
Η “Τράντα” και “οι καλές” της Σκοπέλου
Την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς άντρες ντυμένοι με πρόχειρα ρούχα κρατούν στα χέρια τους ένα πλοιάριο κατασκευασμένο από καλάμια και ξύλα, την “Τράντα”. Οι τρανταραίοι (το πλήρωμα) όλοι με ένα σταυρό από λουλάκι στο μέτωπο και στα μάγουλα γυρνούν όλη την πόλη χορεύοντας και τραγουδώντας άσεμνα τραγούδια και μερικές φορές ρίχνουν και δίχτυα, στα οποία πιάνονται οι περαστικοί.
Την ίδια ημέρα τελείται και το έτερο δημοφιλές έθιμο. Άντρες και γυναίκες με καλά ρούχα (εξ ου και “οι καλές”) σταματούν στις πλατείες, τραγουδούν και χορεύουν με τη συνοδεία ντόπιων μουσικών. Σε ρυθμό συρτό παντού ακούγεται “το τραγούδι της Βλάχας”. “Άντε να πάμε βλάχα στον πέρα καφενέ να σε τρατάρω βλάχα σουμάδα κι αργιλέ / Δε θέλω τη σουμάδα ούτε τον αργιλέ μον’ θέλω ένα λουκούμι κι ένα γλυκό καφέ...”


Οι “Μπούλες” και οι “Γενίτσαροι” της Νάουσας
Αυτό που ξεχωρίζει αυτό το έθιμο από τα άλλα είναι το αυστηρό τελετουργικό του. Σε αντίθεση με την αταξία, την απρέπεια, τα σατυρικά τραγούδια και την αυτοσχέδια μεταμφίεση που επικρατεί παντού τις Απόκριες, τις “Μπούλες” τις χαρακτηρίζει η σοβαρότητα και η τυποποιημένη εθιμική ευπρέπεια σε συνδυασμό με την απαράμιλλη αισθητική των χορευτών.
Οι “Μπούλες” είναι άντρες ντυμένοι γυναικεία, ενώ οι “Γενίτσαροι” είναι ντυμένοι με φουστανέλες και φορούν μια ιδιόμορφη μάσκα. Γυρίζουν παρέες, παρέες τους δρόμους και τις πλατείες, χορεύοντας προκαθορισμένα τραγούδια με ειδικό τρόπο, που θυμίζει πολεμικό χορό. Οι περισσότεροι χοροί είναι κατεξοχήν αντρικοί, εκτός από τη Μακρυνίτσα που χορεύεται από τη Μπούλα.
Όσο οι Γενίτσαροι φορούν τις μάσκες, δεν επιτρέπεται να χορέψει μαζί τους κανείς από τους θεατές. Όταν τις βγάλουν, τότε ξεκινάει ένα μεγάλο πανηγύρι που κρατάει μέχρι τις πρωινές ώρες.
Πολλοί ισχυρίζονται, ότι το έθιμο έχει τις ρίζες του σε πρωτόγονες παγανιστικές τελετές με σκοπό την ευγονία. Το σίγουρο είναι, ότι με το πέρασμα του χρόνου το έθιμο ενσωμάτωσε την τοπική ιστορία και συνδέθηκε με την Τουρκοκρατία. Όπως λέγεται, οι Αρματολοί και οι Κλέφτες με την ευκαιρία της Αποκριάς κατέβαιναν στην πόλη ντυμένοι γυναίκες και χορεύοντας έρχονταν σε συνεννόηση με τους δικούς τους για τον αγώνα της ελευθερίας. Το νταούλι και ο ζουρνάς είναι οι πρωταγωνιστές των γλεντιών που γίνονται τις δυο τελευταίες Κυριακές της Αποκριάς με μεζέδες και τσίπουρα, ενώ το ντύσιμο είναι από τα σημαντικότερα μέρη της τελετουργίας και κρατάει πάνω από δυο ώρες!
Ο Γενίτσαρος πρώτα φοράει το μπινιβρέκι (μακρύ άσπρο σώβρακο) και από πάνω μακριές κάλτσες, που στερεώνονται με τις βουδέτες (τύπος καλτσοδέτας με μαύρες φούντες).
Μετά φοράει το πουκάμισο με τα φαρδιά κεντητά μανίκια, ακολουθεί η κατάλευκη φουστανέλα με τις 300 έως 400 πιέτες και μετά μπαίνει το πισλί, ένα μαύρο γιλέκο με ανοιχτά μανίκια. Πάνω από αυτό μπαίνει ένα άλλο αμάνικο γιλέκο, που έχει στο στήθος ραμμένα νομίσματα και χαϊμαλιά και στην πλάτη βαρύτιμα κοσμήματα, όπως τοκάδες, γιορντάνια και κιουστέκια. Το σελάχι φοριέται και αυτό στη μέση πάνω από ένα ριγέ μαντίλι, ενώ στο τέλος φοριέται το μαφέσι, ένα ακόμη μεταξωτό μαντίλι που πάνω του θα κρεμαστούν τα θαυμάσια λεπτοδουλεμένα αραχνοειδή κοσμήματα, οι παϊαντζήδες.
Εντυπωσιακή είναι και η στιγμή που δένεται το πρόσωπο. “Πρόσωπο” είναι η μάσκα που φοράει ο Γενίτσαρος, κέρινη από μέσα για να μένει δροσερό το πρόσωπο και γύψινη απ’ έξω. Η μάσκα, που έχει για μάτια και στόμα μικρές σχισμές, στερεώνεται πάνω στο ταράμπουλο, ένα μακρύ μεταξωτό ύφασμα.
Η μάσκα της Μπούλας, που ακολουθεί κάθε μπουλούκι Γενιτσάρων χορεύοντας σοβαρή και περήφανη, είναι βαμμένη με κατακόκκινα μάγουλα και χείλη. Στο κεφάλι φοράει εντυπωσιακά ψεύτικα λουλούδια με κορδέλες και τούλινο πέπλο. Το φόρεμά της είναι πολύχρωμο με φουρό και φοράει και λιμπαντί (βελούδινο κεντητό γιλέκο με μανίκια). Στο στήθος κρέμονται μεταξωτές τραχηλιές, ενώ η ζώνη στολίζεται με σκαλιστές πόρπες, τα κολάνια.
Την Καθαρά Δευτέρα οι Γενίτσαροι βγάζουν τη μάσκα και ξεχύνονται και πάλι στους δρόμους αποκαλυμμένοι.


Τα “Ραγκουτσάρια” της Καστοριάς και της Κοζάνης
Τα “Ραγκουτσάρια” είναι μια γνήσια ελληνική εορταστική εκδήλωση καρναβαλιού, από τις τελευταίες του δωδεκαημέρου. Το σημερινό δωδεκαήμερο συμπίπτει χρονικά με τις αρχαίες ελληνικές πανηγύρεις, που τελούνταν στα πλαίσια της διονυσιακής λατρείας. Ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά αυτής της λατρείας ήταν οι μεταμφιέσεις, οι οποίες μεταφέρθηκαν και στη γιορτή του σημερινού καρναβαλιού παρά τις αντιδράσεις της Εκκλησίας. Σήμερα, κατά τη διάρκεια του εορτασμού συνηθίζεται ομάδες μεταμφιεσμένων με τα όργανά τους (εκτός από το να σατιρίζουν και να περιπαίζουν με κωμικό τρόπο τους πάντες) να ζητούν διάφορα δώρα από τα σπίτια που επισκέπτονται σε ανταπόδοση της συνεισφοράς τους στην απομάκρυνση του κακού πνεύματος από το σπίτι.
Τα “Ραγκουτσάρια” αρχίζουν από την ημέρα των Θεοφανείων και διαρκούν μέχρι την ημέρα του Ιωάννη του Προδρόμου. Η πρώτη γραπτή μαρτυρία για το έθιμο γίνεται το 1747, ως έθιμο όμως του δωδεκαημέρου των Χριστουγέννων. Εξαιτίας επεισοδίων οι Τούρκοι το απαγόρευσαν το 1860, αλλά εμφανίστηκε ξανά το 1890 ως αποκριάτικο πλέον έθιμο.
Πατρινό καρναβάλι
Κατεξοχήν αστικό καρναβάλι,
το καρναβάλι της Πάτρας δεν έμοιαζε με τα υπόλοιπα έθιμα της ελληνικής υπαίθρου. Η ιστορία του ξεκίνησε πολλά χρόνια πριν με την οικονομική άνθηση της πόλης, που τότε αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα ναυτιλιακά κέντρα της Μεσογείου.
Το πρώτο καρναβάλι έγινε το 1829 σε ιδιωτική γιορτή, που διοργάνωσε ένας πατρινός μεγαλέμπορος. Τριάντα χρόνια μετά πήρε τη μορφή δημόσιας εκδήλωσης και είχε πολλές δυτικές επιδράσεις, κυρίως από πασίγνωστο καρναβάλι της Βενετίας. Από το 1939 και μετά αποτελεί το γεγονός ολόκληρης της χρονιάς για την πόλη, που μόνο στη διάρκεια των δύσκολων ημερών της Κατοχής έχασε τη λάμψη του.
Όσο για το έθιμο του Σαββάτου της Αποκριάς, τα γνωστά “Μπουρμπούλια”, αυτά ήταν η παλαιότερη εκδήλωση του πατρινού καρναβαλιού, τα οποία ξεκίνησαν ως έθιμο μάλλον το 1872, που ολοκληρώθηκε και η κατασκευή του θεάτρου Απόλλων από τον Τσίλερ. Μπουρμπούλι σημαίνει κρέας που βράζει γρήγορα, μεζές, πρόχειρο γεύμα στο πόδι. Μεταφορικά αποδίδει το κλίμα που επικρατούσε στους αντίστοιχους χορούς της Ευρώπης, αυτό της τυχαίας, στιγμιαίας γνωριμίας. Τότε όλες οι γυναίκες της πόλης έρχονταν στο θέατρο, που μετατρεπόταν σε αίθουσα χορού, φορώντας το ντόμινο (ένα μαύρο φόρεμα που κάλυπτε ολόκληρο το σώμα τους) και έχοντας κρυμμένο το πρόσωπό τους με μια μάσκα, που άφηνε ακάλυπτα μόνο τα μάτια και το στόμα. Καλυμμένες, λοιπόν, κάτω από την ανωνυμία μπορούσαν να φλερτάρουν και να χορέψουν με τους άντρες, οι οποίοι φορούσαν τα κανονικά τους ρούχα.


Η παράδοση της Αποκριάς στη Θράκη
Ο Θρακιώτης θεός της μέθης, ο Διόνυσος των οργίων αλλά και της τέχνης του δράματος, κάπως περιθωριακός, αφού δεν ανήκε στο δωδεκάθεο, ήταν και λίγο αιρετικός, αφού “έσερνε” μαζί του έναν καθόλου καθώς πρέπει θίασο στο τσακίρ κέφι και πολλές ανιμιστικές παραδόσεις και λατρείες παλιές όσο και η παρουσία του ανθρώπου στον πλανήτη.
Η λατρεία του Διονύσου ταυτιζόταν με την ευκαρπία, τη γονιμότητα και την εξασφάλιση της υλικής ευημερίας.
Στη διάρκεια των τριών εβδομάδων της Αποκριάς οι Χριστιανοί της Θράκης διασκέδαζαν με πολλά λαϊκά δρώμενα. Στην Αδριανούπολη πραγματοποιούνταν μια εμφανώς διονυσιακή γιορτή, αυτή του “Κιοπέκ Μπέη” (άρχοντας των σκύλων), όπου έπαιζαν μόνο άντρες μεταμφιεσμένοι κωμικά.
Ο Κιοπέκ Μπέης, οι ακόλουθοί του, η “γριά” με το “μωρό” της στην αγκαλιά και ο υπηρέτης της γύριζαν στους δρόμους κάνοντας φασαρία και υποχρέωναν, όσους συλλάμβαναν, σε προσφορές. Όσοι αρνούνταν, τους κατάβρεχαν με λασπόνερα ή τους μαύριζαν το πρόσωπο με φούμο. Όσοι πρόσφεραν κάτι, τους ευλογούσε ο Μπέης με ένα ομοίωμα φαλλού που κρατούσε. Το κρασί που συγκέντρωνε η πομπή από τις προσφορές, το έπιναν όλοι μαζί μέχρι να μεθύσουν εντελώς.
Η τελετή συνήθως τελείωνε με σκαμπρόζικα αστεία και το κατρακύλημα του Μπέη από κάποια κατηφόρα μαζί με το χειράμαξο στο οποίο επέβαινε. Ο Μπέης, που θεωρείται κατάλοιπο αρχαίων τελετών για την καρποφορία της γης, γιορταζόταν και σε άλλες περιοχές της Θράκης με παραλλαγές στο τυπικό και τους πρωταγωνιστές. Σε κάποια μέρη συμμετείχαν στην πομπή και “Αράπηδες”, με πρόσωπα μαυρισμένα με φούμο, καπέλα με αλογοουρές και κουδούνια κρεμασμένα στη μέση.
Το έθιμο του “Καλόγερου” στο θρακικό χωριό Βιζύη γινόταν τη Δευτέρα της Τυρινής και εξελισσόταν σε υποτυπώδες δράμα, το οποίο υποτίθεται ότι διαδραματιζόταν μέσα σε ένα σιδεράδικο. Οι γυφτοσιδεράδες σφυρηλατούσαν το υνί για το ιερό όργωμα, ώσπου κάποια στιγμή εμφανιζόταν η “Βάβω”.
Η Βάβω ήταν μια γριά με ένα ομοίωμα μωρού, το “εφταμηνίτικο”, μέσα σε ένα καλάθι. Το εφταμηνίτικο ξαφνικά εμφανιζόταν ως ενήλικος, γινόταν ο “Αρχικαλόγερος” και ακολουθούσε ο γάμος του με τη “Νύφη”. Το δράμα συνεχιζόταν με το φόνο του “γαμπρού” από τον κουμπάρο, φίλο και δευτεραγωνιστή. Αναπαριστανόταν ο θρήνος πάνω στο νεκρό και ακολουθούσε η ανάστασή του, για να τελέσει τους “ιερούς αρότρους” (οργώματα), που θα εξασφάλιζαν πλούσια σοδειά.
Το “Μπουρανί” του Τυρνάβου
Στον Τύρναβο της Λάρισας αναβιώνουν διονυσιακά τελετουργικά, αφού πρόκειται για μια μοναδική γιορτή στην Ελλάδα, τη γιορτή του φαλλού, που συμβολίζει την αναπαραγωγή και τη γονιμότητα. Απομεινάρι των βακχικών εορτασμών είναι το “Μπουρανί”, όπου τα πράγματα είναι λίγο άγρια για τις γυναίκες, που παλιά δεν τολμούσαν να κυκλοφορήσουν στο δρόμο, αφού η βωμολοχία και οι άσεμνες χειρονομίες είχαν τον πρώτο λόγο.
Την Καθαρά Δευτέρα οι ντόπιοι τιμούν το θεό της βλάστησης και της γονιμότητας πίνοντας, τραγουδώντας, χορεύοντας, κρατώντας ψεύτικους φαλλούς και τρώγοντας το “Μπουρανί”, το μυητικό έδεσμα! Το μπουρανί είναι μια αλάδωτη χορτόσουπα από τσουκνίδες και σπανάκι, την οποία φτιάχνουν οι άντρες στο δρόμο και την καταναλώνουν με συνοδεία άσεμνων τραγουδιών και τολμηρών χειρονομιών.


Το οικογενειακό τραπέζι της Τυρινής
Ο μεγάλος εορτασμός της Αποκριάς κορυφωνόταν την τελευταία Κυριακή, την Κυριακή της Τυρινής (επειδή παραδοσιακά δεν επιτρεπόταν η κατανάλωση κρέατος αλλά μόνο τυριού, γάλακτος, ζυμαρικών και των παραγώγων τους) ή αλλιώς “Τρανή Αποκριά”, όπου όλοι, συγγενείς και φίλοι, μαζεύονταν στα σπίτια των πιο ηλικιωμένων της οικογένειας και γιόρταζαν με μεγάλη ευθυμία. Η συγκέντρωση ήταν σχεδόν υποχρεωτική, αφού έρχονταν ακόμη και παιδιά που ήταν μακριά. Αν και ο κανόνας ήταν τα φαγητά να τα φέρνει ο καθένας από το σπίτι του, σε πολλά μέρη, την παραδοσιακή μακαρονάδα την έφτιαχνε η γιαγιά. Πριν αρχίσει το φαγητό, οι συγγενείς ζητούσαν συγχώρεση ο ένας από τον άλλο, για να αρχίσουν τη Σαρακοστή με καθαρή συνείδηση. Το γλέντι γινόταν με επίκεντρο το τραπέζι, το οποίο δεν έπρεπε να ξεστρωθεί μέχρι την άλλη μέρα. Όλη τη νύχτα έτρωγαν, έπιναν και διασκέδαζαν τραγουδώντας αποκριάτικα τραγούδια με έντονο σεξουαλικό περιεχόμενο, όπως το γνωστό “πώς το τρίβουν το πιπέρι του διαβόλου οι καλογέροι...”
Στα περισσότερα μέρη το δείπνο της Αποκριάς τελείωνε μ΄ ένα αυγό και σχετικά αστεία. “Με αυγό κλείνω, με αυγό ανοίγω”, έλεγαν, εννοώντας ότι το πρώτο φαγητό μετά τη Σαρακοστή θα ήταν το αυγό της Λαμπρής. Το πιο διασκεδαστικό και ταυτόχρονα γνωστό έθιμο ήταν αυτό του “χάσκα” ή “χάσκαρη” ή “χάψαρου”, ένα παιχνίδι με ένα αυγό καθαρισμένο. Ο νοικοκύρης του σπιτιού κρεμούσε με μια κλωστή ένα αυγό από το ταβάνι και το γύριζε γύρω, γύρω. Όποιος το έπιανε με το στόμα χωρίς τη βοήθεια των χεριών ήταν ο νικητής.
Στην Ελλάδα συναντάμε πολλές παραλλαγές του εθίμου και αυτό εξηγείται από την αναζωογονητική δύναμη του αυγού ως φορέα ζωής. Αλλού το έδεναν σε ξύλο και τα παιδιά γονατιστά και με δεμένα χέρια προσπαθούσαν να το πιάσουν και αλλού κυλούσαν τα αυγά πάνω στο τραπέζι και εύχονταν να κυλήσει η Σαρακοστή εύκολα, όπως τα αυγά.
Σε πολλά χωριά της Μεσσηνίας μέσα σε ένα ανοιχτό δοχείο με γιαούρτι έριχναν ένα νόμισμα, που οι συναγωνιζόμενοι έπρεπε να πιάσουν με τα δόντια. Φυσικά, πασαλείβονταν με γιαούρτι, προκαλώντας τη γενική ευθυμία.
Ας δούμε, όμως, αναλυτικότερα κάποιους από πιο παραδοσιακούς αποκριάτικους πανηγυρισμούς στην Ελλάδα.
Πηγές: Άλκη Κυριακίδου - Νέστορος “Οι δώδεκα μήνες. Τα λαογραφικά”. Eδόσεις Μάλλιαρης - Παιδεία, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 1982 Άλκη Κυριακίδου - Νέστορος, “Η θεωρία της Ελληνικής Λαογραφίας. Κριτική ανάλυση”. Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Αθήνα 1978Γ.Α. Μέγας, “Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας”. Εκδόσεις Εστία, Αθήνα 2004, (Ελληνικαί εορταί και έθιμα της λαϊκής λατρείας, Αθήναι 1956)Δ.Σ. Λουκάτος, “Εισαγωγή στην Ελληνική Λαογραφία”, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1977

Σάββατο 29 Ιανουαρίου 2011

Η ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ


Υπαπαντή σημαίνει προϋπάντηση. Σήμερα, λοιπόν, γιορτάζουμε τη μέρα που ο Χριστός, προϋπαντήθηκε στο Ναό του Σολομώντα, από τον ιερέα Συμεών, καθώς σύμφωνα με το Μωσαϊκό νόμο, κάθε πρωτότοκο αρσενικό παιδί έπρεπε να αφιερώνεται στο Θεό και σαράντα μέρες μετά τη γέννησή του να προσφέρεται ως θυσία ένα ζεύγος τρυγόνων ή δύο νεοσσοί περιστεριών.

Τέτοια μέρα, ο λαός μας συνήθιζε να κάνει προβλέψεις σε σχέση με τον καιρό. Γενικότερα λεγόταν πως ό,τι καιρό κάνει της Υπαπαντής, τέτοιος καιρός θα βαστάξει και για σαράντα μέρες, αν και σε περιοχές της Κρήτης πίστευαν πως αν ο καιρός είναι καλός αυτή τη μέρα, ο χειμώνας θα κρατήσει πολύ ακόμη. Σε περιοχές της Μακεδονίας, μάλιστα, την παραμονή των Χριστουγέννων βάζαν στο τζάκι μια άσπρη πέτρα για να περάσει η οικογένεια "άσπρη χρονιά". Τούτη την πέτρα, την αφήναν εκεί μέχρι της Υπαπαντής, οπότε και τη μετέφεραν στα χωράφια για να αποτρέψει τη χαλαζόπτωση! Αυτή η μέρα, λοιπόν, ήταν σημαδιακή για τον καιρό που θα ακολουθούσε άρα και για τη σοδειά των αγροτών:
Καλοκαιριά της Παπαντής, μαρτιάτικος χειμώνας.
Παπαντούλα χιονισμένη και τ'αμπάρια γιομισμένα.
Παπαντή καλοβρεμένη, η κοφίνα γεμισμένη.


Παροιμίες για το μήνα Φεβρουάριο από www.paidika.gr

Χιόνια του Φλεβαριού, χρυσάφι του καλοκαιριού.
Γενάρη γέννα το παιδί, Φλεβάρη, φλέβισέ το.

Ο Φλεβάρης με νερό, κουτσός μπαίνει στο χορό.

Καλοκαιριά της Παπαντής, Μαρτιάτικος χειμώνας.

Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει.

Ο Φλεβάρης με νερό, κουτσός μπαίνει στο χορό.

Ο Φλεβάρης κι αν χιονίσει, πάλι άνοιξη θ' άνθίση.

Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, πάλι άνοιξη θ' ανθίσει.Μα αν κάμει και πεισμώσει, μες τα χιόνια θα μας χώσει.

Παπαντή καλοβρεμμένη, ή κοφίνα γεμισμένη.

Φλεβάρης ,κουτσοφλέβαρος, έρχεται κούτσα κούτσα, όλο νερά και λούτσα.
Ο μήνας Φλεβάρης ή τις φλέβες (του νερού) ανοίγει ή τις φλέβες κλείνει.

Του Φλεβάρη είπαν να βρέξει και λησμόνησε να πάψει.
Στις δέκα εφτά του Φλεβάρη θα ζεσταθεί το νύχι του βοδιού.

Το Φλεβάρη μη φυτέψεις, ούτε να στεφανωθείς,Τρίτη μέρα μη δουλέψεις, Σάββατο μη στολιστείς.
Ο Φλεβάρης φλέβες ανοίγει και πόρτες σφαλάει.

Η Παπαντή διώχνει τις γιορτές με τ' αντί.

Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει καλοκαίρι θα μυρίσειμ' αν τις φλέβες του ανοίξει ξεροπήγαδα γιομίζει.
Στις δεκαπέντ' από Φλεβάρη βαρεί το άλογο ποδάρι.

Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2011

Έθιμα και θρησκευτικές τελετές του Τριημέρου των Φώτων (Θεοφανείων)

Το τριήμερο της παραμονής των Θεοφανείων (5 Ιανουαρίου), της ημέρας των Θεοφανείων (6 Ιανουαρίου) και της γιορτής του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου (7 Ιανουαρίου) ονομάζεται «τριήμερο των Φώτων». Κατά την διάρκεια του τριημέρου λαμβάνουν χώρα στην Εκκλησία μας διάφορες τελετές οι οποίες, σε συνδυασμό με τα έθιμα του λαού μας, δημιουργούν ένα εορταστικό κλίμα.
Παραμονή των Φώτων (5 Ιανουαρίου)Το τριήμερο ξεκινά με τον εκκλησιασμό των χριστιανών το πρωί της παραμονής των Θεοφανείων. Στους Ιερούς ναούς ψάλλεται η ακολουθία των «Μεγάλων Ωρών» και κατόπιν λαμβάνει χώρα ο «Μεγάλος Αγιασμός» που την ημέρα αυτή τελείται μέσα στο ναό. Οι πιστοί αφού πάρουν αγιασμό και λάβουν το αντίδωρο θα γυρίσουν στα σπίτια τους. Εκεί οι νοικοκυρές θα ετοιμάσουν το νηστίσιμο φαγητό για το μεσημέρι ενώ τα παιδιά θα ξεχυθούν στα σπίτια, γνωστά και μη, για να ψάλουν τα κάλαντα των Θεοφανείων. Οι γειτονιές θα γεμίσουν από γλυκές φωνούλες που ψάλλουν:
«Σήμερα τα φώτα κι ο φωτισμός,η χαρά μεγάλη κι ο αγιασμός.Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό,κάθετ’ η κυρά μας η Παναγιά.Όργανο βαστάει, κερί κρατεί,και τον Αϊ-Γιάννη παρακαλεί.Αϊ-Γιάννη αφέντη και βαπτιστή,βάπτισε κι εμένα Θεού παιδί.Ν' ανεβώ επάνω στον ουρανό,να μαζέψω ρόδα και λίβανο.»
Τα χριστιανικά σπίτια όμως δεν θα επισκεφθούν μόνο τα παιδιά. Είναι η μέρα που ο Ιερέας με τον βοηθό του θα γυρίσει όλα τα σπίτια και καταστήματα της ενορίας για να τα αγιάσει και να τα ευλογήσει. Ο αγιασμός βρίσκεται μέσα στο «σικλί», ένα χάλκινο συνήθως δοχείο, που κουβαλάει ο βοηθός του Ιερέα. Σε αυτό βρέχει ο Ιερέας την «αγιαστούρα» του και ραντίζει όλους τους χώρους του σπιτιού ή του καταστήματος. Είναι η στιγμή που η παράδοση μας θέλει τους καλικάτζαρους να τρέχουν φοβισμένοι και να επιστρέφουν στα έγκατα της γης…
«Φεύγετε να φεύγουμε,έφτασε ο τουρλόπαπας,με την αγιαστούρα του.Ο παπάς με αγιασμό,οι χωριανοί με το "θερμό".»
…λένε οι καλικάτζαροι και χώνονται στις τρύπες από τις οποίες είχαν βγει δώδεκα ημέρες πριν. Μόλις τελειώσει ο Ιερέας τον αγιασμό του σπιτιού, ο νοικοκύρης δίνει συνήθως χρήματα στον βοηθό του. Παλιά συνηθίζονταν τα χρήματα αυτά να ήταν μεταλλικά κέρματα τα οποία έριχνε ο νοικοκύρης μέσα στο «σικλί», ώστε να αγιασθούν ακόμα και τα λεφτά, όπως έλεγαν. Αφού αγιασθούν οι χώροι του σπιτιού έρχεται η ώρα να μαζευτεί η στάχτη από την φωτιά που έκαιγε στο τζάκι το «Δωδεκαήμερο», η φωτιά δηλαδή που ξεκίνησε με το «Χριστόξυλο». Η στάχτη αυτή θα σκορπιστεί γύρω από το σπίτι, στους στάβλους, ακόμα και στα χωράφια αφού όπως πιστεύεται διώχνει το κακό.Τα έθιμα της ημέρας τελειώνουν αργά το βράδυ όπου πιστεύεται ότι ανοίγουν οι ουρανοί τα μεσάνυχτα. Την ώρα εκείνη, λέει η παράδοση, όποιος ευχηθεί κάτι με όλη του την καρδιά, αυτό θα πραγματοποιηθεί. Αφού κάναμε και την ευχή μας (δεν σας λέω τι ευχήθηκα εγώ – πάει γρουσουζιά δεν λένε;) ήρθε η ώρα να πέσουμε για ύπνο γιατί αύριο πρωί πρωί θα πάμε στην εκκλησία. Ξημερώνουν τα Άγια Θεοφάνεια…
Ανήμερα των Θεοφανείων (6 Ιανουαρίου) Η γιορτινή αυτή ημέρα ξεκινά με τον εκκλησιασμό των πιστών. Στους ναούς ψάλλετε, όπως και την προηγουμένη, η ακολουθία των «Μεγάλων Ωρών». Στην συνέχεια ο Ιερέας και οι πιστοί θα βγουν από τον ναό και θα κατευθυνθούν στο σημείο όπου θα γίνει η «κατάδυση του Σταυρού». Το σημείο αυτό είναι κάποιο λιμάνι, ποτάμι, πηγάδι, δεξαμενή ή απλά μια εξέδρα στο προαύλιο της εκκλησίας πάνω στην οποία, σε ειδικό σκεύος, θα γίνει η τελετή. Οι καμπάνες σημαίνουν χαρμόσυνα και ο Ιερέας ρίχνοντας τον σταυρό στο νερό ψάλει:
«Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου, Κύριε,η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησιςτου γαρ Γεννήτορος η φωνή προσεμαρτύρει σοι,αγαπητόν σε Υιόν ονομάζουσακαι το Πνεύμα εν είδει περιστεράςεβεβαίου του λόγου το ασφαλές.Ο επιφανείς, Χριστέ ο Θεός,και τον κόσμον φωτίσας, δόξα σοι.»
Λευκά περιστέρια ελευθερώνονται και πετούν στον ουρανό ενώ, όπου υπάρχει αυτή η δυνατότητα, πέφτουν στα νερά οι «βουτηχτάδες» για να πιάσουν τον σταυρό. Το έθιμο αυτό ονομάζεται «πιάσιμο του σταυρού», και όποιος βρει τον σταυρό πρώτος θεωρείται ότι είναι τυχερός και ευλογημένος. Τα παλιότερα χρόνια, αυτός που έβρισκε τον σταυρό, τον γυρνούσε στα σπίτια της ενορίας μαζεύοντας χρήματα που είτε κρατούσε ο ίδιος είτε έδινε στους φτωχούς. Αναμφίβολα οι πιο λαμπρές τελετές «κατάδυσης του Σταυρού» είναι αυτές που λαμβάνουν χώρα στα λιμάνια. Ιδιαιτέρως λαμπρή είναι αυτή στο λιμάνι του Πειραιά όπου παρίστανται η θρησκευτική, πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της πατρίδας μας. Μπροστά από τον Ναό του Αγίου Σπυρίδωνα, στον Πειραιά, ρίχνεται ο σταυρός στην θάλασσα ενώ οι «κόρνες» από στρατιωτικά πλοία «χαιρετίζουν» τον Αγιασμό των υδάτων. Η γιορτινή ατμόσφαιρα της ημέρας επιβάλει και ένα ανάλογο φαγητό στο μεσημεριανό τραπέζι. Συνηθίζεται αυτό το φαγητό να είναι χοιρινό ενώ σε μερικές περιοχές το φαγητό συνοδεύει ένα ειδικό ψωμί που ονομάζεται «φωτίτσα».Τα έθιμα όμως της ημέρας δεν σταματούν εκεί. Σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, οι χριστιανοί παίρνουν τις εικόνες που έχουν στα σπίτια τους και τις πλένουν σε ποτάμια. Το όμορφο αυτό έθιμο ονομάζεται «πλύσιμο των εικόνων». Επίσης ανήμερα των Θεοφανείων, το απόγευμα, σε πολλά χωριά οι κτηνοτρόφοι και οι γεωργοί, ραντίζουν με αγιασμό τους στάβλους και τα χωράφια τους αντίστοιχα. Έτσι τελειώνει και η δεύτερη ημέρα του «τριημέρου των Φώτων».
Ανήμερα του Αγίου Ιωάννη του Πρόδρομου (7 Ιανουαρίου)Η τελευταία ημέρα του «τριημέρου των Φώτων» είναι μια, η πιο λαμπρή, από τις έξη ημέρες του έτους που έχει αφιερώσει η Εκκλησία μας στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο ή Βαπτιστή. Η ημέρα ξεκινά για τους χριστιανούς με τον εκκλησιασμό. Στους ναούς, κατά την διάρκεια της Θείας Λειτουργίας ακούγεται το απολυτίκιο του Αγίου:
«Μνήμη δικαιου μετ' έγκωμίων σοι δε αρκέσει ή μαρτυρία του Κυρίου Πρόδρομε, ανεδείχθης γαρ όντως και Προφητών σεβασμιώτερος, ότι και εν ρείθροις βαπτίσαι, κατηξιώθης τον κηρυττόμενον, Οθεν της αληθείας ύπεραθλήσας, χαίρων εύηγγελίοω, και τοις εν Άδει, Θεόν φανερωθέντα εν σαρκί, τον αίροντα την άμαρτίαν του κόσμου, και παρέχοντα ημίν το μέγα έλεος.»
Το πιο διαδεδομένο έθιμο της ημέρας έχει να κάνει με το «βρέξιμο» των νιόπαντρων ζευγαριών. Αυτό το έθιμο θέλει να οδηγούνται τα νιόπαντρα ζευγάρια στην παραλία με συνοδεία μουσικής. Εκεί σπρώχνονται από τους παριστάμενους στην θάλασσα οι οποίοι τους εύχονται να ζήσουν και να αποκτήσουν παιδιά.
Έτσι γιορτάζεται το «τριήμερο των Φώτων» στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό, όπου υπάρχουν Έλληνες που κρατούν τις Ελληνικές παραδόσεις. Παραδόσεις που πρέπει όλοι να συμβάλουμε στην συνέχιση τους, τόσο γιατί οφείλουμε να διατηρήσουμε την ταυτότητα μας όσο και γιατί με αυτές οι γιορτινές μέρες ομορφαίνουν και γίνονται μοναδικές.



Ο πρώτος αγιασμός των Θεοφανίων, «η πρωτάγιαση ή φώτιση», γίνεται την παραμονή της γιορτής στην εκκλησία. Ύστερα ο παπάς παίρνει ένα ένα τα σπίτια με το Σταυρό στο χέρι και ραντίζει μ' ένα κλωνί βασιλικό όλους τους χώρους του σπιτιού.
Παλιό έθιμο της Κρήτης, σήμερα ξεχασμένο σχεδόν παντού, ήταν η παρασκευή των Φωτοκόλλυβων την παραμονή των Φώτων. Από τα Φωτοκόλλυβα (βρασμένο σιτάρι με όσπρια) έτρωγαν οι νοικοκύρηδες αλλά έδιναν και στα ζώα τους για καλή υγεία και καλή τύχη στο σπιτικό τους.
Ο μεγάλος αγιασμός γίνεται ανήμερα τα Θεοφάνια στις 5 Ιανουαρίου. Μια μεγάλη πομπή σχηματίζεται και παίρνει το δρόμο που οδηγεί στη θάλασσα ή σε κάποιο ποτάμι, μπορεί και σε μια δεξαμενή. Μπροστά τα εξαπτέρυγα, πίσω οι παπάδες με τα καλά τους άμφια, ύστερα οι αρχές του τόπου και παραπίσω το πλήθος. Στις πόλεις η πομπή γίνεται πιο πλούσια με τη μουσική και τη στρατιωτική παράταξη.
Όταν γίνει ο αγιασμός, ρίχνει ο παπάς το Σταυρό στο νερό, πραγματοποιώντας έτσι τον Αγιασμό των Υδάτων.
Πηδούν κάποιοι τολμηροί στα παγωμένα νερά και συναγωνίζονται ποιος θα τον πρωτοπιάσει. Αυτός που θα τον ανεβάσει στην επιφάνεια θεωρείται ότι θα έχει καλή τύχη κι υγεία για όλο το χρόνο.

Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2011

Πρωτοχρονιάτικα εθιμα



Πρωτοχρονιάτικα Έθιμα

Η Πρωτοχρονιά
Η Πρωτοχρονιά ήταν και παραμένει πάντα ο μεγαλύτερος σταθμός της ζωής του ανθρώπου. Κλείνει ο κύκλος της περασμένης χρονιάς και συνεχίζεται η ζωή χωρίς να διακόψει μέσα στο άπειρο του χρόνου.
Την νύχτα αυτή, ένα δευτερόλεπτο και... το σκηνικό της ζωής αλλάζει αυτόματα.
Το χτες γίνεται σήμερα και ο χρόνος κάνει ένα ακόμα βήμα προς την αιωνιότητα. Αυτή την βραδιά όλα μεγαλώνουν κατά ένα χρόνο.

Την θέση του παλιού την διαδέχεται το καινούργιο, ο καινούργιος χρόνος είναι φορτωμένος με όνειρα, ελπίδες και υποσχέσεις για την ζωή, και οι άνθρωποι το περιμένουν με ελπίδα και χαρά για μια ζωή καλύτερη και πιο ευτυχισμένη.

Μαζί του υποδέχονται και τον Αϊ -Βασίλη τον φίλο των παιδιών.
- Στο Δρυμό της Μακεδονίας, συγκεντρωνόταν όλη η οικογένεια στο σπίτι το βράδυ, ένα αγόρι κατέβαινε στο στάβλο και ψαχούλευε τα παχνιά με τα χέρια του και μάζευε κάποια σπυριά στάρι, όπως έπεφτε από τ' άχυρο, και ο πατέρας ή η μάνα, ονοματίζοντας ένα σπυρί για τον καθένα, το έβαζε στη ζεστή πλάκα της ΄΄παραστιάς΄΄ του τζακιού και όλοι κοίταζαν προς τα που θα πήγαινε, την ώρα που θα' σκιαζε με κρότο από τη ζέστη της πλάκας.
Κι αν σκάζοντας πετούσε προς τ' απάνω, τούτο ήταν σημάδι δύναμης, υγείας και γεροσύνης, για κείνον που το βάζανε.
Αν όμως καιγόταν, χωρίς ν' αλλάξει θέση, τότε ήταν σημάδι αδυναμίας, αρρώστιας και δυστυχίας.



- Στα χωριά της Χαλκιδικής, δοκίμαζαν την τύχη τους με φύλλα ελιάς κι όχι με στάρι. Χτυπώντας η καμπάνα για τον εσπερινό, ένας από κάθε σπίτι, πήγαινε στο ξωκλήσι του Αϊ Βασίλη έξω από το χωριό και από ένα λιόδεντρο, που ήταν φυτρωμένο έξω στην αυλή της εκκλησιάς, κόβανε όλοι από ένα κλωναράκι ελιάς και το' φερναν στο σπίτι.
Επειδή όμως από το κόψιμο των κλαριών που έκαναν κάθε χρόνο, το λιόδεντρο δεν κάρπιζε, γι' αυτό κι ο καθένας πήγαινε από ένα μπουκάλι λάδι, ΄΄για να μη ζημιώνει το βακούφι΄΄.
Το βράδυ, ο πατέρας ή η μάνα του σπιτιού, έβαζε στ' αναμμένα κάρβουνα της φωτιάς από τρία φύλλα ελιάς, για τον καθένα κι έκανε τις παρατηρήσεις του, αρχίζοντας πρώτα από τον εαυτό του. Αν τα φύλλα κατσάρωναν και χοροπηδούσαν πάνω στα κάρβουνα, αυτό ήταν καλό σημάδι, γιατί ο άνθρωπος αυτός θα ήταν ζωηρός και δεν θ' αρρώσταινε όλο το χρόνο. Αν όμως τα φύλλα καίγονταν και δεν είχαν τη ζωηράδα που έπρεπε, τότε αυτός θ' αρρώσταινε. Έτσι άλλα φύλλα έδειχναν θάνατο, άλλα παντρειά, άλλα ξενιτιά και άλλα πλούτη και καλά Γενικά οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν διάφορα μέσα που πίστευαν ότι θα τους άνοιγαν την πόρτα της ευτυχίας και της χαράς.
- Στο Βλαχόπουλο της Πυλίας, ανήμερα της Πρωτοχρονιάς και πριν να τους επισκεφθεί κανείς στο σπίτι, κάποιος πήγαινε και καθότανε στο παράθυρο και κοίταζε στο δρόμο, για να δει ποιος θα πρωτοπερνούσε απ' έξω. Αν ο άνθρωπος αυτός ήταν ο καλός, φώναζε και τους άλλους, για να τον δούνε, ΄΄για να τους πάει καλά η χρονιά΄΄.
Αν όχι, τότε δεν μιλούσε και έφευγε από το παράθυρο.
- Το ίδιο έκαναν και τα κορίτσια της παλιάς Αθήνας, με τη διαφορά πως αυτά κάθονταν στο παράθυρο μετά τα μεσάνυχτα που άλλαζε ο χρόνος και κοιτάζοντας σ' ένα καθρέφτη περίμεναν ν' ακούσουν κάποιο αντρικό όνομα απ' τους διαβάτες, που θα περνούσαν απ' έξω. Μόλις άκουγαν το πρώτο αντρικό όνομα, έκαναν τρεις φορές το σταυρό τους και λέγανε σιγανά, για να μην τους ακούσει κανείς:
Το όνομα που άκουσα, να είναι τ' όνομά του!
Του χρόνου να' ναι κύρης μου κι εγώ να' μια κυρά του. Ύστερα άφηναν τον καθρέφτη στο παράθυρο και πήγαιναν να κοιμηθούν.
Το πρωί, αν ο καθρέφτης ήταν καθαρός και δεν ήταν θαμπωμένος από την υγρασία, τότε δε θα είχαν καμιά στενοχώρια όλο το χρόνο.
- Στο Ξυλοπάροικο των Τρικάλων, πριν ακόμα ξημερώσει, μια-μια οι γυναίκες πήγαιναν κι έπαιρναν αμίλητο νερό από τη βρύση, αλείφοντας τη σωλήνα του νερού με ΄΄λίπα΄΄, ΄΄για να τρέχει το βιο και το τυχερό, σαν το νερό΄΄.
Γυρίζοντας ύστερα στο σπίτι και πριν περάσουν το κατώφλι της πόρτας με το δεξί τους πόδι, έφτιαχναν ένα σταυρό στο πάνω παραστάθι της πόρτας με λίπος, ΄΄για να τρέχει και ν' απλώνει το τυχερό σαν τη λίπα΄΄.
- Στη Δροσοπηγή της Κόνιτσας, πρωί-πρωί οι γυναίκες έφτιαχναν λίγο νερουλό ζυμάρι, από το ίδιο ζυμάρι που έφτιαχναν και τις ΄΄λαγγίτες΄΄ και μ' ένα κουτάλι το' ριχναν λίγο λίγο στις φλόγες της φωτιάς λέγοντας: ΄΄Αρνιά, κατσίκια, υγεία, ευτυχία΄΄.
Τις λαγγίτες που έφτιαχναν, τις έψηναν στη γάστρα και αφού τις βάζανε τη μια πάνω στην άλλη, ΄΄τσιμπούσαν κάχτες και σκόρδο΄΄ και τις έτρωγαν βουτώντας τες μέσα στο καρυδοζούμι. Άλλες τις τρώγανε με μέλι, λιωμένο σε ζεστό νερό και άλλες τις βουτούσαν σε ΄΄ζαχαρόνερο΄΄, ΄΄για να τους είναι γλυκιά η χρονιά΄΄.


Η κρεμμύδα:

Η γνωστή μας Πρωτοχρονιάτικη κρεμμύδα είναι το φυτό, του οποίου η επίσημη ονομασία είναι, Scilla Maritima.

Οι αρχαίοι Έλληνες την θεωρούσαν σύμβολο αναγέννησης και υγείας. Στις μέρες μας σε πολλές περιοχές της Ελλάδας τοποθετείται μια κρεμμύδα έξω από το σπίτι την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Ανήμερα της Πρωτοχρονιάς ο πατέρας ή η μητέρα της οικογένειας την παίρνει στα χέρια του/της και χτυπώντας ελαφρά με την κρεμμύδια τα κεφάλια, ξυπνά τα μέλη της οικογένειας για να πάνε στην Θεία Λειτουργία του Αγίου Βασιλείου. Στην συνέχεια η κρεμμύδα, κρεμιέται σε κάποιο σημείο του σπιτιού για να φέρει υγεία και τύχη στην οικογένεια.
Κλείνοντας αυτό το κείμενο, σας προτρέπουμε να σπάσετε ένα ρόδι, να ξυπνήσετε με το χτύπημα της κρεμμύδας και να μπει στο σπιτικό σας κάποιος τυχερός για να σας κάνει ποδαρικό την Πρωτοχρονιά. Προλήψεις θα μου πείτε και ίσως να έχετε δίκιο.

Και τα δύο πάντως είναι πολύ όμορφα έθιμα και είναι κρίμα να χαθούν, άσε που ποτέ δεν ξέρεις, μπορεί και να «πιάνουν».

Καλή χρονιά!!!


Πρωτοχρονιάτικα κάλαντα σε όλη την Ελλάδα
Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά,

ψηλή μου δενδρολιβανιά,

κι αρχή καλός μας χρόνος,

εκκλησιά με τ' άγιο θρόνο.
Αρχή που βγήκε ο Χριστός,

άγιος και πνευματικός,

στη γη να περπατήσει,
και να μας καλοκαρδίσει.
Άγιος Βασίλης έρχεται,

και όλους μας καταδέχεται,

από την Καισαρεία,
σ’ εισ’ αρχόντισσα κυρία.
Βαστάει εικόνα και χαρτί,

ζαχαροκάντιο ζυμωτή,

χαρτί και καλαμάρι,

δες και με το παλικάρι.
Το καλαμάρι έγραφε,

τη μοίρα μου την έγραφε,

και το χαρτί ομίλει,

Άγιέ μου καλέ Βασίλη.
Κάτσε να φας,

κάτσε να πιεις

κάτσε το πόνο σου να πεις,

κάτσε - κάτσε να τραγουδήσεις,

και να μας - και να μας καλοκαρδίσεις.
ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ

Παρασκευή 10 Δεκεμβρίου 2010

ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ



Τον καιρό που στον κόσμο κυριαρχούσαν οι Ρωμαίοι, ο αυτοκράτορας Αύγουστος έβγαλε διαταγή να γραφτούν όλοι οι υπήκοοί του σε καταλόγους. Ήθελε να δει πόσο πληθυσμό είχε το απέραντο κράτος του.
Ένα μεγάλο πηγαινέλα αναστάτωσε όλη την Παλαιστίνη, γιατί η απογραφή έπρεπε να γίνει στον τόπο καταγωγής του καθενός. Η Μαρία και ο Ιωσήφ κατάγονταν από τη γενιά του Δαβίδ. Έπρεπε λοιπόν να πάνε στη Βηθλεέμ.
Φτάνοντας εκεί, χτύπησαν όλες τις πόρτες. Μα ούτε σε σπίτι ούτε σε πανδοχείο βρήκαν δωμάτιο. Επειδή η Παναγία ήταν ετοιμόγεννη, ένας πανδοχέας τη λυπήθηκε και τους επέτρεψε να μείνουν στο στάβλο με τα ζώα.

Εκεί, στο στάβλο γεννήθηκε ο Χριστός. Η μητέρα του τον σπαργάνωσε και τον κοίμισε πάνω στα άχυρα, μέσα στο παχνί. Ολόγυρα τα ζώα τού κρατούσαν συντροφιά και τον ζέσταιναν με την ανάσα τους.
Ήταν χειμωνιάτικη και κρύα νύχτα.
Έξω στον κάμπο, βοσκοί φύλαγαν τα πρόβατά τους και δεν έπεφταν να κοιμηθούν, μην έρθει ο λύκος και τους τα φάει. Έξαφνα, φως μεγάλο έλαμψε κι ένας άγγελος παρουσιάστηκε μπροστά τους.
Οι ποιμένες τρόμαξαν πολύ. Μα ο άγγελος τους είπε:
«Μη φοβάστε, γιατί σας φέρνω μια καλή είδηση που σ’ όλο τον κόσμο θα δώσει χαρά. Σήμερα στην πόλη του Δαβίδ γεννήθηκε ο Σωτήρας, που είναι ο Χριστός ο Κύριος. Και το σημείο που θα σας οδηγήσει θα είναι τού
το: θα βρείτε βρέφος φασκιωμένο και ξαπλωμένο σε παχνί».
Κι εκεί που μιλούσε ακόμα ο άγγελος, έξαφνα άνοιξαν τα ουράνια, και στρατός αγγέλων ενώθηκε μαζί του και δοξολογούσε κι έλεγε: «Δόξα εν υψίστοις Θεώ κι επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία», που σημαίνει: «Δόξα στο Θεό, που βρίσκεται στα επουράνια. Με τη γέννησή του ήλθε στη γη σωτηρία. και στους φανερώθηκε όλη η καλή διάθεση και η αγάπη που έχει ο Θεός γι’ αυτούς».
Χάθηκαν οι άγγελοι και σηκώθηκαν τότε οι βοσκοί και πήγαν στη Βηθλεέμ, βρήκαν το στάβλο, όπως τους είχε πει ο άγγελος, και, μπαίνοντας, είδαν το βρέφος που κοιμόταν στο παχνί και τη μητέρα του που καθόταν πλάι του. Με συγκίνηση γονάτισαν μπρος στο παχνί και προσκύνησαν.

Τον καιρό που γεννήθηκε ο Χριστός ζούσαν στην Ανατολή τρεις άνθρωποι πολύ σοφοί. Γι’ αυτό τους έλεγαν Μάγους. Αυτοί, που από χρόνια μελετούσαν τα ουράνια σώματα, ξαφνικά παρατήρησαν ένα πρωτόφαντο αστέρι. Έβγαλαν λοιπόν το συμπέρασμα ότι γεννήθηκε ο Σωτήρας του κόσμου. Το αστέρι αυτό τους οδήγησε στην Ιερουσαλήμ.
Οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ, που περίμεναν τον ελευθερωτή βασιλιά, αναστατώθηκαν, όταν είδαν τους Μάγους. Μα πιο πολύ απ’ όλους αναστατώθηκε ο Βασιλιάς Ηρώδης, γιατί φοβόταν μήπως κάποιος του πάρει το θρόνο.
Φώναξε λοιπόν τους συμβούλους του και ζήτησε να μάθει πού λένε οι Γραφές ότι θα γεννηθεί αυτός ο βασιλιάς. Εκείνοι του διάβασαν το ιερό βιβλίο με τις προφητείες που έλεγε ότι θα γεννηθεί στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας.

Αμέσως ο Ηρώδης κάλεσε τους Μάγους στο παλάτι και τους ρώτησε πότε ακριβώς είδαν το αστέρι. Έπειτα τους έστειλε στη Βηθλεέμ, λέγοντάς τους: «Πηγαίνετε με το καλό. Ψάξτε να βρείτε το παιδί κι ελάτε να με ειδοποιήσετε, για να πάω κι εγώ να το προσκυνήσω».
Οι Μάγοι έφυγαν, ακολουθώντας το αστέρι, που τους οδήγησε ως το μέρος όπου βρισκόταν το παιδί. Μπήκαν μέσα, γονάτισαν και το προσκύνησαν. Ύστερα του πρόσφεραν τα δώρα τους: χρυσάφι, λιβάνι και σμύρνα (αρώματα).
Μετά την προσκύνηση, άγγελος Κυρίου τους πρόσταξε να μην πάνε πίσω στον Ηρώδη, αλλά να φύγουν από άλλο δρόμο, γιατί ο Ηρώδης είχε κακό σκοπό για το παιδί.
Οι τρεις Μάγοι έφυγαν από άλλο δρόμο για την πατρίδα τους, γιατί δεν ήθελαν να τους δει και να τους ρωτήσει ο βασιλιάς Ηρώδης, που γύρευε το κακό του παιδιού.
Μόλις όμως έφυγαν οι Μάγοι, ο άγγελος παρουσιάστηκε στον Ιωσήφ και του είπε:
- Σήκω, πάρε το παιδί και τη μητέρα του και φύγετε για την Αίγυπτο. Θα μείνετε εκεί ώσπου να σου πω, γιατί ο Ηρώδης θα ψάξει να βρει το παιδί για να το σκοτώσει.
Υπακούοντας στο θέλημα του Θεού, ο Ιωσήφ πήρε τη μητέρα και το παιδί και φύγανε νύχτα για την Αίγυπτο. Έτσι βγήκε αληθινός ο λόγος που είχε πει ο προφήτης Ωσηέ, πολλά χρόνια προτού γεννηθεί ο Χριστός: «Από την Αίγυπτο κάλεσα τον Υιό μου».
Αργότερα, όταν ο Ηρώδης είχε πια πεθάνει, παρουσιάστηκε ξανά ο άγγελος στον Ιωσήφ και του παράγγειλε να πάρει τον Ιησού και τη Μαρία και να γυρίσουν πίσω στην Παλαιστίνη. Γύρισαν πραγματικά, και πήγαν να μείνουν στη μικρή πόλη που την έλεγαν Ναζαρέτ, πατρίδα της Παναγίας. Εκεί μεγάλωσε ο Ιησούς.

Γι’ αυτό αργότερα τον είπαν Ναζωραίο.
Το Χριστόψωμο…
Το «ψωμί του Χριστού» το έφτιαχνε, την παραμονή των Χριστουγέννων, η νοικοκυρά με ιδιαίτερη ευλάβεια και με ειδική μαγιά (από ξερό βασιλικό κ.λ.π.).Απαραίτητος επάνω, χαραγμένος ο σταυρός. Γύρω - γύρω διάφορα διακοσμητικά σκαλιστά στο ζυμάρι ή πρόσθετα στολίδια. Αυτά τόνιζαν το σκοπό του χριστόψωμου και εξέφραζαν τις διάφορες πεποιθήσεις των πιστών.
Την ημέρα του Χριστού, ο νοικοκύρης έπαιρνε το χριστόψωμο, το σταύρωνε, το έκοβε και το μοίραζε σ’ όλη την οικογένειά του και σε όσους παρευρίσκονταν στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι. (Μερικοί εδώ βλέπουν ένα συμβολισμό της Θείας κοινωνίας. Όπως ο Χριστός έδωσε τον άρτον της ζωής σε όλη την ανθρώπινη οικογένειά του...).
Γύρω από το χριστόψωμο υπάρχουν και άλλες παραδόσεις. Αναφέρονται στην ενότητα της Εκκλησίας και των λαών, με συμβολικό πρότυπο την ένωση των κόκκων του σίτου σ΄ ένα ψωμί. Οι λαοί κάποτε θα ενωθούν μ’ ένα ποιμένα, το Χριστό.
(Από το βιβλίο «Ήθη, έθιμα και… άλλα» του Τιμόθεου Κ. Κιλίφη)
…στη Μάνη
Κάθε οικογένεια στο φούρνο του σπιτιού «ρίχνει» τα χριστόψωμα, για να τα κόψει στο τραπέζι των Χριστουγέννων ο οικοδεσπότης σταυρώνοντάς τα, και ευχόμενος «Χρόνια πολλά και του χρόνου». Τα χριστόψωμα κατασκευάζονται όπως το ψωμί, μόνο που στολίζονται με σταυρούς και ποικίλα στολίδια ανάλογα με την καλαισθησία της νοικοκυράς.
(Από το περιοδικό «Αδούλωτη Μάνη»)
…στη Σπάρτη
Στη Σπάρτη, σε κάθε σπίτι, δυο τρεις μέρες πριν, ζυμώνουν 1 – 15 καρβέλια ψωμί. Το ένα, που το τρώνε ανήμερα των Χριστουγέννων, είναι το ψωμί του Χριστού και το πλάθουν σε σχήμα σταυρού από ζύμη. Τα’ άλλα χριστόψωμα τα κάνουν με μύγδαλα και καρύδια.
(Από το περιοδικό «Ουράνιο Τόξο»)
…στους Σαρακατσάνους
Οι Σαρακατσάνοι τσοπάνηδες φτιάχνουν δύο χριστόψωμα. Το πρώτο, το καλύτερο και με τα πιο πολλά κεντίδια, είναι για το Χριστό «για να τους φυλάει και να τους βλογάει». Πάνω του σκαλίζουν ένα μεγάλο σταυρό – φεγγάρι με πέντε λουλούδια.
Το δεύτερο, η τρανή Χριστοκουλούρα ή Ψωμί του Χριστού, είναι για τα πρόβατα. Έτσι τα τιμά ο βοσκός και τα βλογά ο Χριστός. Στη Χριστοκουλούρα παριστάνεται με ζύμη, όλη η ζωή της στάνης, δηλαδή η μάντρα, τα πρόβατα, οι βοσκοί κ.λ.π.
(Από το περιοδικό «Ουράνιο Τόξο»)
…στην Κεφαλονιά
Χαρακτηριστική είναι μια κεφαλλονίτικη συνήθεια. Όλο το σόι συγκεντρώνεται στο σπίτι του πιο ηλικιωμένου. Στο πάτωμα τοποθετούν τρία δαυλιά «χιαστί» και πάνω τους βάνουν την «κουλούρα».
Όλοι κάνουν ένα κλοιό γύρω ακουμπώντας καθένας με το δεξί του χέρι την κουλούρα. Ύστερα ο νοικοκύρης ψάλλει το «Η γέννησή σου Χριστέ ο Θεός…» και ρίχνει λάδι στα δαυλιά, βάζοντάς τα στη φωτιά. Μετά κόβει την κουλούρα, τη μοιράζει και δειπνούν όλοι μαζί.
(Από το περιοδικό «Ουράνιο Τόξο»)
…στην Κρήτη
Το χριστουγεννιάτικο ψωμί το φτιάχνουν οι γυναίκες με ιδιαίτερη φροντίδα και υπομονή. Η ετοιμασία του είναι ολόκληρη ιεροτελεστία: χρησιμοποιούν ακριβά υλικά, ψιλοκοσκινισμένο αλεύρι, ροδόνερο, μέλι, σουσάμι, κανέλα, γαρίφαλα και καθώς ζυμώνουν λένε: "Ο Χριστός γεννιέται, το φως ανεβαίνει, το προζύμι για να γένει."
Όταν πλάσουν το ζυμάρι, παίρνουν τη μισή ζύμη και φτιάχνουν μια κουλούρα, ενώ με την υπόλοιπη φτιάχνουν ένα σταυρό με λωρίδες και τον τοποθετούν πάνω στο ψωμί. Στο κέντρο βάζουν ένα άσπαστο καρύδι και στην υπόλοιπη επιφάνεια σχεδιάζουν σχήματα με το μαχαίρι ή με το πιρούνι, όπως λουλούδια , φύλλα, καρπούς, πουλάκια.
Για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι, το Χριστόψωμο είναι ευλογημένο ψωμί. Το κόβουν ανήμερα τα Χριστούγεννα, ανταλλάσσοντας πολλές ευχές.

Η φορεσιά της Αργολιδοκορινθίας

Η Αγγελική Χατζημιχάλη, η μάνα της ελληνικής λαογραφίας, ταξιδεύει σ’ όλη την Ελλάδα οπού οι γνήσιοι, απλοί άνθρωποι της υπαίθρου την αγκαλιάζουν και της προσφέρουν την καθημερινότητά τους, της ανοίγουν τη ζωή τους στα μάτια της με τα ήθη, τα έθιμα, τον τρόπο παρασκευής ή κατασκευής από φαγητά, γλυκά, υφαντά μέχρι ξυλόγλυπτα, ασημικά, κεραμικά… στο παρακάτω άρθρο μας περιγράφει με ζωντάνια την φορεσιά της Αργολιδοκορινθίας.


Η επίσημη φορεσιά της Αργολιδοκορινθίας (Μουσείο Μπενάκη)
Η φορεσιά της Αργολιδοκορινθίας ξαπλώνονταν σε όλες τις πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά του νομού αυτού. Ο μεγάλος αυτός νομός που αρχίζει από την Περαχώρα, έχει δηλ. βορεινά τα Γεράνια όρη και μέρος του Κορινθιακού κόλπου, δυτικά τα βουνά της Κυλλήνης ( Ζήρειας ), νότια τα βουνά του Αρτεμισίου και τον Αργολικό κόλπο, ανατολικά την χερσόνησο της Ερμιονίδος επί του Σαρωνικού κόλπου και φθάνει μέχρι του ισθμού της Κορίνθου, είχε μια κοινή φορεσιά. Στη μεγάλη αυτή περιοχή επικρατούσε η γνωστή φορεσιά με το σιγκούνι με παραλλαγές μονάχα στα κεντήματα που είχαν στο ποκάμισο, ο τζάκος, η τραχηλιά, η ποδιά. Τα κεντήματα αυτά γινωμένα όλα με μετάξια διακρίνονταν για τον πλούτο, την ιδιομορφία, και την ποικιλία τους. Δημιούργημα της ορεινής Κορινθίας ήταν γνωστά με την ονομασία ως κεντήματα της Στυμφαλίας, της πασίγνωστης από την αρχαιότητα θρυλικής λίμνης η οποία μαζί με την κοιλάδα του Φενεού αποτελούσαν το μεγαλύτερον και ευφορώτερον υψίπεδον της Ζήρειας.
Τα κεντήματα που επικρατούσαν σε ολόκληρη την Αργολιδοκορινθία θεωρούνται από τα εκλεκτότερα της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδος. Έχουν παλιότατη παράδοση σε διακοσμητικά γεωμετρικά θέματα, τεχνοτροπία, χρωματισμούς και ιδιότυπη τεχνική μέθοδο. Είναι όλα μετρητά. Γίνονται δηλ. μετρώντας τις κλωστές του υφάσματος. Για τα κεντήματα αυτά απαιτείται να γίνει κάποτε εκτενής και λεπτομερής μελέτη.
Η φορεσιά διακρίνονταν σε καθημερινή, γιορτινή και νυφική. Τα τμήματά της μοιάζουν με τα τμήματα των στολών της Αττικής, Ελευσίνας, Τανάγρας, Αταλάντης, Αράχωβας κλπ. Όπως και σε κείνες έτσι και σ’ αυτή κύριο τμήμα τους είναι το σιγκούνι που δεν αποχωρίζονταν ποτέ οι γυναίκες ακόμη και στον ύπνο τους. Το θεωρούσαν ντροπή να δεί ο άντρας γυναίκα χωρίς σιγκούνι.
Η καθημερινή φορεσιά είχε διαφορά από την γιορτινή και τη νυφική κυρίως στα κεντήματα. Η καθημερινή ήταν εντελώς σκέτη και είχε ολίγα ή και ελάχιστα κεντήματα, ενώ η γιορτινή και η νυφική είχαν πολλά μεταξωτά κεντίδια σε όλα τα τμήματά τους. Μόνες τους οι γυναίκες γνέθαν το μπαμπάκι, ύφαιναν τα υφάσματα και μόνες τους τα κεντούσαν.
Τα μπαμπάκια τα παίρνανε από το Άργος και τα γνέθανε μαζεμένες καμιά δεκαριά μαζί τα βράδια, πότε στο ένα και πότε στο άλλο σπίτι. Μετάξια δεν βγάζαν όλες οι οικογένειες. Οι πλουσιώτερες τρέφανε μεταξοσκώληκες και αυτές δίνανε στις άλλες όσα κουκούλια χρειάζονταν. Οι ίδιες κατεργάζονταν το μετάξι και το γνέθανε μόνες ρόκα – αδράχτι δηλ. στριμμένο ίσια, λεπτό, κατάλληλο για κέντημα. Ύστερα το βάφανε με διάφορα χρώματα. Για το ποκάμισο και την ποδιά προτιμούσαν το καφετί και το μαύρο και κάπου κάπου βάζανε μερικά τμήματα από κέντημα γινωμένο άλλοτε με κόκκινο άλλοτε με γαλάζιο ή κίτρινο χρώμα. Γι’ αυτό γενικός χρωματισμός σε όλα τους σχεδόν τα ποκάμισα είναι το καφετί ή το μαύρο που ποικίλλονται σποραδικά με τα λίγα παραπάνω χρώματα που αναφέραμε.
Η τραχηλιά όμως είχε άλλοτε αυστηρούς και άλλοτε ζωηρούς χρωματισμούς. Στην περιοχή της Στυμφαλίας και του Φενεού σε όλη την ψηλή περιφέρεια της Ζήρειας ήταν καφετιά σκούρα, ενώ σε όλα τα πεδινά μέρη, στο Άργος, στην Νεμέα, στην Επίδαυρο επικρατούσε το κόκκινο χτυπητό χρώμα.
Τη φορεσιά αποτελούν: Το μισοφόρι, το ποκάμισο, ο μπούστος, ο ονομαζόμενος διμινό με τα πανωμάνικα, τα κατωμάνικα, το σιγκούνι ή η σιαγκούνα, το γιουρντί, η τραχηλιά, το ζωνάρι, η ποδιά.


Κόρη με παραδοσιακή ενδυμασία του Άργους








Ο κεφαλόδεσμος αποτελείται από το τσεμπέρι, τη μαντήλια και τη μπόλια ή το μεσάλι. Τα κοσμήματα είναι: Οι αλυσίδες ή τα λεντίκια, η καδένα με τον σταυρό, τα καρφιτσάλια (οι καρφίτσες), τα πετάλια (βραχιόλια). Γενικά τα κοσμήματα είναι παρόμοια με τα γνωστά στις φορεσιές της Αττικοβοιωτίας, και σε όλες τις φορεσιές με το σιγκούνι, κλπ. Όπως π.χ. οι αλυσίδες, η καδένα με τον σταυρό (εικ. 9), είναι αλυσίδες διάφορες με στρογγυλές πλάκες και ιδιότυπα σχέδια ( ο σταυρός, η Παναγία και πολλά άλλα) ή με τα κρεμασμένα νομίσματα και παράδες, τ’ άσπρα.
Το μισοφόρι, που βάζουνε πρώτο πρώτο είναι το εσωτερικό πουκάμισο. Μαλομπάμπακο, είχε φύλλα φαρδιά και λοξά και χρώμα ολόλευκο. Το στιμόνι γινωμένο με μπαμπάκι το γνέθαν ίσια στ’ αδράχτι για να είναι καλά στριμμένο και το μάλλινο υφάδι δρούγα στ’ αδράχτι για να είναι να είναι απαλό. Το σχήμα του ήταν όμοιο με το ποκάμισο και δεν είχε κανένα στολισμό. Το ποκάμισο, παλιότερα ήταν μακρύ. Γινόταν από χοντρό μπαμπακερό χειρίσιο ύφασμα του αργαλειού. Λεγόταν κοντό, γιατί δεν είχε μανίκια όπως δεν είχαν τα άλλα ποκάμισα της Αττικής, Ελευσίνας, Τανάγρας κλπ. Αργότερα όμως άρχισαν να βάζουν κεντητά μανίκια για ν’ αποφεύγουν τα κατωμάνικα. Στο ποδόγυρο και στα μανίκια το ποκάμισο είχε λιγώτερα ή περισσότερα κεντήματα ανάλογα με τον προορισμό του, καθημερινό, γιορτινό, νυφιάτικο. Εξαιρετικό ποκάμισο ήταν το νυφικό διακοσμημένο μπροστά με μακριές όρθιες ταινίες – κολόνες, που φθάναν έως τη μέση, και λεγόταν κολονάτο. Είχε όμως και άλλες όρθιες ταινίες ολόγυρα μικρότερες. Αλλά και στ’ άλλα ποκάμισα βάζαν κεντήματα ιδιότυπα και μοναδικά στο είδος τους των οποίων δυστυχώς δεν έχουν σωθεί τα ονόματα των σχεδίων.
Στα εξαιρετικά αυτά πρότυπα όλα γεωμετρικά βρίσκομε και διάφορες επιδράσεις από τις γύρω περιοχές όπως π.χ. το ποκάμισο που έχει κέντημα Αττικής στον ποδόγυρο, άλλο ποκάμισο που έχει κέντημα Αράχοβας στα μανίκια και το ποκάμισο με σχέδιο της Τανάγρας τα παιδιά που χορεύουν, στα μανίκια κλπ. Οι γριές φορούσαν ποκάμισα χωρίς κεντήματα. Το νυφικό ποκάμισο το δίνανε να το φορέσουν άλλες δύο νύφες κι’ ύστερα το κρύβανε στην κασέλα για να το βάλουν σάβανο στη νεκραλλαξιά στο μεγάλο ταξίδι.
Ο μπούστος το διμινό, είναι κοντός, παρόμοιος στο σχήμα με το τζάκο της Αττικής κλπ., συγκρατεί τα κεντητά μανίκια που φθάνουν ως τον αγκώνα, τα πανωμάνικα. Έχει κι’ αυτός στα μανίκια όμορφα και ιδιόρρυθμα κεντήματα. Το μπούστο κατάργησαν τα τελευταία χρόνια και στη θέση του βάλανε μανίκια. Τα κατωμάνικα, είναι τα μανίκια που πέφτουν κάτω από τα πανωμάνικα του διμινού και στερεώνονται πρόχειρα στα μανίκια του. Έχουν κι’ αυτά όμορφα ιδιότυπα κεντήματα, όμοια στα σχέδια με τα κεντήματα που έχουν τα πανωμάνικα. Κι αυτά καταργήθηκαν όταν βάλανε μανίκια στο ποκάμισο. Το σιγκούνι ή η σιαγκούνα ήταν ολόασπρη και μακριά. Το ύφασμά της ήταν μάλινο, δίμιτο του αργαλειού νεροτρουβιασμένο και το λέγανε ράσικο. Όταν πάλιωνε το βάφανε γαλάζιο σκούρο σαν μούρο. Η βαφή του γινόταν μ’ ένα θάμνο σαν κουμαριά τον λεγόμενο μελεγύ. Στο βάψιμο ρίχνανε αντί για στήψι, βιτριόλι. Η σιγκούνα ( το ύφασμα) είχε φάρδος 0,35 μ. πόντους όταν τη φέρνανε από τη νεροτριβή.









Η καθημερινή φορεσιά της Αργολιδοκορινθίας ( από το κάτω Μπέλεσι του Άργους)







Σαν την ράβανε οι ντόπιοι ραφτάδες, την κόβανε σε 7 κομμάτια, λόξες και την κεντούσαν ολόκληρη πλάκα με μαλλιά γαλαζοπράσινα. Το κέντημά της έμοιαζε με το κέντημα της παλιάς γαλάζιας σιγκούνας της Αττικής. Αυτή τη σιγκούνα τη συνήθιζαν αργότερα για καθημερινή και φτιάσανε άλλη για καλή με ωραία πολύπλοκα σχέδια γινωμένα με πολύχρωμα μεταξωτά κορδονάκια. Η σιγκούνα αυτή άρχισε σιγά σιγά να κονταίνει, να γίνεται κομψότερη ενώ κρατούσε τον ίδιο πολύχρωμο διάκοσμό της. Οι γριές δεν φορούσαν σιγκούνα αλλά γιούρντα. Η γιούρντα ήταν πάντα γαλάζια σκούρα σα μαύρη και είχε φλόκια εσωτερικά σαν της Αττικής περίπου. Ολόγυρα και στις μασχάλες για να μη ξεφτάει την ρέλιαζαν με τσόχα το ρούχο, όπως και τις σιαγκούνες.
Το ρέλιασμα το λέγανε φυτιλάκι. Η γιούρντα ήταν πάντα γαλάζια σκούρα ή μαύρη και άσπρο ολόγυρα το φυτιλάκι. Κάτω στο τελείωμα, στις δύο γωνίες είχε από μια φούντα άσπρη. Οι γιούρντες ήταν μακριές μέχρι τα γόνατα και οι παλιές σιαγκούνες πολύ πιο κάτω από την περιφέρεια.
Η τραχηλιά, δεν έλειπε ποτέ από καμιά φορεσιά. Ήταν γινωμένη από ύφασμα μπαμπακερό, πανί δίμιτο του αργαλειού κι’ είχε όμορφα γεωμετρικά σχέδια κεντημένα με μετάξια, σε παλιότατη παράδοση και ιδιόρρυθμα σχέδια.
Πολλών το βάθος είναι κατακόκκινο και ποικίλεται με πράσινα μετάξια. Άλλα είναι γινωμένα ολόκληρα με καφέ χρωματισμό. Τα κεντήματα αυτά αξίζουν ιδιαίτερα την προσοχή και την μελέτη μας. Το ζωνάρι, μάλλινο υφασμένο στον αργαλειό, είχε στιμόνι και υφάδι διπλά στριμμένο. Το βάφαν κρεμεζί δηλ. βυσσινί σκούρο κι’ άλλοτε κόκκινο με ριζάρι. Το μάκρος του ήταν δύο οργιές ή πέντε πήχες. Η κάθε οργιά είχε μάκρος όσο είναι και τα δύο χέρια ανοιγμένα δηλ. 2,50 πήχες. Το φάρδος του ήταν 0,30 μ. Το δίπλωναν στα δύο κι’ έτσι το φάρδος γινόταν 0,15 μ. Διπλωμένο το γύριζαν αρκετές βόλτες στη μέση και τα μεγάλα κρόσια του 0.20 μάκρος και τ’ άφηναν να πέφτουν στα πλάγια.
Η ποδιά, δεν έλειπε κι’ αυτή ποτέ από τη φορεσιά. Ήταν από πανί δίμιτο του αργαλειού. Το σχήμα της και ο στολισμός της αποτελούν υπόδειγμα μοναδικό ανάμεσα στις ελληνικές ποδιές. Η καλή νυφική ποδιά είχε σχέδιο κολονάτο που έμοιαζε με του ποκάμισου.
Ο κεφαλόδεσμος. Τον καθημερινό τον αποτελούσαν το τσεμπέρι και η μαντίλια. Το τσεμπέρι, μπαμπακερό μαντίλι με σταμπωτά λουλούδια, το δίπλωναν τριγωνικά και το φορούσαν με τις άκρες στριφογυρισμένες γύρω από το κεφάλι. Πάνω από το τσεμπέρι έπεφτε η μαντίλια. Οι νιές βάζανε κίτρινη μαντίλια με λουλούδια σταμπωτά κι’ οι γριές μαύρη με λίγα χρωματιστά λουλούδια. Η νύφη κι’ όλες οι άλλες γυναίκες στο γάμο, στα πανηγύρια, στις μεγάλες γιορτές, τα Χριστούγεννα, τη Λαμπρή, στις γιορτές των ανδρών τους, φορούσαν πάνω από το τσεμπέρι τη μπόλια ή το μεσάλι. Η μπόλια ή το μεσάλι, είχε μεγάλη διάδοση γύρω σ’ όλη την περιφέρεια.
Φαίνεται πως την φορούσαν τον παλιό καιρό από τα Βίλλια του Κιθαιρώνα ίσαμε την Τσακωνιά και σ’ όλη την Αργολιδοκορινθία. Η μπόλια ή το μεσάλι γινόταν από μπαμπακερό δίμιτο ύφασμα που είχε πλάτος 0.35. Το μάκρος της τον παλιό καιρό ήταν άλλοτε 1,95, άλλοτε 2,70 και άλλοτε 2,90. Τα πλατειά μεταξωτά κεντήματα στις δύο άκρες της μπόλιας πιάνανε όλο το πλάτος του υφάσματος. Είχαν ύψος περίπου 0,30 – 0,50 μ. ανάλογα με τον πλούτο της φορεσιάς και κατέληγαν σε πλούσια κρόσια, με φούντες 0,20 μ. μάκρος. Το κέντημα και τα κρόσια ήταν ολομέταξα σε ποικίλα χρώματα, συνήθως ολοκόκκινα ή καφέ σκούρα, πράσινα κλπ. Οι βελονιές των κεντημάτων ήταν ποικίλες: γαζοβελονιά, πισωβελονιά, σταυροβελονιά και ατζαλωτή βελονιά. Τα ιδιόρρυθμα αυτά κεντήματα έχουν πλήθος σχεδίων και χρωματισμών. Πολλά μάλιστα είναι επηρεασμένα από κεντήματα της Λειβαδιάς των Θηβών και σε αρκετά βρίσκουμε τη Σαρακατσάνικη επίδραση. Τη μπόλια δεν ξέρομε πως τη δένανε τα παλιά χρόνια που γινόταν μακριά. Αργότερα όμως σαν κόντηνε απλωνόταν πάνω στο κεφάλι. Το πλάτος του υφάσματος το σκέπαζε ολόκληρο. Η μια της άκρη η κεντημένη διπλώνονταν γύρω γύρω σαν κουλούρα και στόλιζε το κεφάλι σαν στεφάνι πάνω από το μέτωπο, ενώ οι φούντες πέφτανε πάνω στο δεξί μάγουλο. Η άλλη άκρη της μπόλιας απλώνονταν πάνω στη ράχη έτσι που το πλούσιο κέντημά της να την στολίζει. Σαν κατάργησαν τη μπόλια οι χωρικές της Αργολιδοκορινθίας βάλανε όλες τσεμπέρι και μαντίλι.
Το τσεμπέρι, άσπρο μπαμπακερό μαντίλι, δένανε σφιχτά στο κεφάλι για να συγκρατεί τα μαλλιά. Πάνω στο τσεμπέρι ρίχνανε το μεγάλο άσπρο μπαμπακερό μαντίλι που είχε στους γύρους σταμπωτό διάκοσμο λουλούδια, κλάρες κλπ. Από τα ιδιότυπα έθιμα του γάμου που μοιάζουν με τ’ άλλα ελληνικά, αναφέρομε των αδελφοποιτών, βλάμηδων. Ένα βλάμη με τους δυο γονιούς του να ζούνε, είχε η νύφη κι’ άλλον ένα ο γαμπρός. Αυτοί είχαν το πρόσταγμα σε όλα τα έθιμα του γάμου. Ο βλάμης του γαμπρού όταν πέρνανε τη νύφη από το σπίτι της πήγαινε μπροστά και κρατούσε το φλάμπουρο, που αποτελούνταν από ένα καλάμι που είχε στην κορφή του ένα σταυρό, μ’ ένα μήλο στολισμένο με γαρύφαλλα. Ένα κόκκινο μαντήλι από τουλπάνι απλώνονταν σαν σημαία. Τα προικιά που πέρνανε ήταν ανάλογα με την οικονομική κατάσταση της κάθε νύφης. Τέσσερα – πέντε σιγκούνια, τέσσερα – πέντε μισοφόρια, πέντε – έξη ποκάμισα με διάφορα σχέδια κλπ. Όταν φθάνανε οι νιόνυμφοι ύστερα από τη στέψη στο σπίτι της πεθεράς, η πεθερά τους έδινε μια κουταλιά μέλι, τους έδενε με το μαντίλι και τους τραβούσε μέσα για να είναι ενωμένοι σ’ όλη τους τη ζωή και να μη μαλώνουν.
Σήμερα η στολή έχει πολύ απλοποιηθεί. Κι αυτήν ακόμα την φοράνε μόνον μερικές και σε γιορταστικές περιστάσεις. Το ποκάμισο έγινε μια μπλούζα και μια φούστα. Την μπλούζα τη λένε μπόλκα κι’ είναι συνήθως γινομένη από αλατζά. Φοράνε ένα τριανταφυλλί μεσοφόρι και η φούστα έχει κοφτά κεντήματα ξεκινά για να φαίνεται το ρόζ μεσοφόρι. Ο μπούστος και τα κατωμάνικα φυσικά καταργήθησαν. Το σιγκούνι κόντηνε κι’ έγινε λίγο πιο κάτω από τη μέση ενώ εξακολουθεί να έχει τα παλιά του κεντήματα. Η γιούρντα καταργήθηκε όπως και το ζωνάρι. Η τραχηλιά έγινε απλουστάτη, με χασέ και με κεντήματα που τα λένε αραδίτσες.
Αγγελική Χατζημιχάλη

Ο τοκετός, η περίοδος της λοχείας και το νεογέννητο στη λαϊκή ιατρική

Λαογραφικά στοιχεία για τον τοκετό, τη λεχώνα και το νεογέννητο από την περιοχή της Αργολίδας.
Τα παρακάτω στοιχεία προέκυψαν από συνομιλίες με ηλικιωμένες γυναίκες της περιοχής του Άργους οι οποίες είχαν παραβρεθεί ως βοηθοί ή παρατηρητές την ώρα του τοκετού και κατατίθενται ως μαρτυρίες για τον τρόπο που γεννούσε μια γυναίκα 50 και πλέον χρόνια πριν.





Σκηνή τοκετού από το βιβλίο του

Roesslin Der Swangern Frawen

und Hebammen Rosengarten (1513),

που απεικονίζει μια γυναίκα καθισμένη

σε καρέκλα να δέχεται τις φροντίδες δύο μαιών.




Η εγκυμοσύνη, ο τοκετός και η περίοδος της Λοχείας αντιμετωπίζονταν για αιώνες ολόκληρους από τον απλό λαό με συγκεκριμένες πρακτικές που αποτελούσαν κράμα λαϊκής ιατρικής και άφθονης δεισιδαιμονίας. Οι γυναίκες που είχαν επιφορτιστεί με το ρόλο της μαμής, σπάνια διπλωματούχες και πολύ συχνότερα πρακτικές, ήταν γυναίκες συνήθως ηλικιωμένες που είχαν μάθει την τέχνη της Μαίευσης δίπλα σε μια άλλη μαμή. Οι πρακτικές μαμές δεν αναλάμβαναν μόνο τα σχετικά με τον τοκετό αλλά συχνά παρέμεναν στο σπίτι και φρόντιζαν για όλες τις υποχρεώσεις που έπρεπε να διεκπεραιωθούν και που σχετίζονταν με τη γέννηση μιας νέας ζωής.
Μόλις έπιαναν μια γυναίκα οι πόνοι, ο σύζυγος και οι οικείοι της ειδοποιούσαν τη μαμή, η οποία έφτανε στο σπίτι και έδινε οδηγίες σχετικά με τα εφόδια που θα χρειαζόταν για τη φροντίδα της επιτόκου, την εκτέλεση του φυσιολογικού τοκετού και τη φροντίδα του νεογέννητου.
Ξεκινώντας φρόντιζαν πάντα στο προσκέφαλο της επιτόκου να βρίσκεται η εικόνα της Θεοτόκου ή σπανιότερα του Αγίου Ελευθερίου, που θα βοηθούσε τη γυναίκα να «ελευθερωθεί» από τους πόνους και συχνά έψελναν ύμνους στην Παναγία, μαζί με τις υπόλοιπες γυναίκες. Η παράδοση αυτή είναι πανάρχαια και θυμίζει τις συνήθειες των αρχαίων ελληνίδων Μαιών να απευθύνουν τιμές και δεήσεις στις προστάτιδες του τοκετού θεές Ειλειθυϊα, Λητώ, Μαία, Άρτεμη και Ήρα.
Στο κέντρο της θεϊκής τριάδας στέκεται η Λητώ, αριστερά ο γιος της Απόλλων με κιθάρα και δεξιά η κόρη της Άρτεμις με δάδες (4ος αιώνας π.Χ., Αρχαιολογικό Μουσείο Αθήνας).

Στην κλασική Αθήνα η Άρτεμις ήταν θεά του τοκετού. Η θεά κυνηγός είχε σχεδόν ξεχαστεί.

Πάντοτε είχαν νερό ως ένα απαραίτητο εφόδιο το οποίο, εκτός από τη χρηστική του αξία για τον καθαρισμό της επιτόκου, του νεογνού και της ίδιας της μαμής, είχε και ένα συμβολικό – μαγικό ρόλο: θεωρούσαν πως θα βοηθούσε και αυτό ώστε «σαν το νερό να κυλήσει το μωρό» αποφεύγοντας την καταπόνηση της επιτόκου.
Μετά τον τοκετό, σε ορισμένες περιπτώσεις, περνούσαν το μωρό με προσοχή επάνω από φλόγα. Αυτή η πρακτική πιθανώς χρησιμοποιούνταν ως μέθοδος αντισηψίας, για να σκοτωθούν τα μικρόβια αλλά ίσως και για δεισιδαιμονικούς λόγους που σχετίζονται με την εξαγνιστική δράση της φωτιάς. Μετά το λουτρό του νεογνού, έσταζαν στα μάτια του σταγόνες από χυμό λεμονιού. Αυτό εκφράζει πιθανώς τη γνώση που είχαν για την καταπολέμηση της γονοκοκκικής οφθαλμίας των νεογνών και αναφέρεται από το Σωρανό, ο οποίος ωστόσο συνιστούσε ενστάλαξη λαδιού, ενώ ακόμη και σήμερα γίνεται σε πολλά Μαιευτήρια ενστάλαξη αντιβιοτικού κολλύριου.
Ένα άλλο περίεργο έθιμο που μου αναφέρθηκε ήταν το «κόψιμο» του νεογνού. Με ένα μικρό ξυράφι χάρασσαν ελαφρά τα άκρα του μωρού επιτρέποντας στο «κακό» αίμα να βγει από το σώμα του.
Στη συνέχεια φρόντιζαν τη λεχώνα και ασχολούνταν ιδιαίτερα με το διαιτολόγιό της. Ανάλογα με το πώς εκτιμούσαν την κατάστασή της μπορούσαν να της δώσουν σούπα από κρέας και κάποιες φορές, προφανώς όταν το κρέας δεν ήταν διαθέσιμο, έφτιαχναν χυλό με αλεύρι και κρασί.
Μια ακόμα ενδιαφέρουσα παράδοση ήταν το στρώσιμο του τραπεζιού για τις Μοίρες. Συγκεκριμένα πίστευαν πως μέσα στις τρεις πρώτες νύχτες από τον τοκετό, οι τρεις Μοίρες θα επισκέπτονταν τη λεχώνα και θα καθόριζαν τη μοίρα του μωρού της και για το λόγο αυτό έπρεπε να προετοιμαστούν.
Έστρωναν το καλύτερο τραπεζομάντηλο της λεχώνας, τοποθετούσαν πάνω στο τραπέζι ένα καρβέλι φρέσκο ψωμί, μια κανάτα νερό και ένα μαχαίρι μαυρομάνικο ενώ κάποιες άλλες φορές θεωρούσαν σημαντικό να υπάρχει και κάποιο γλυκό. Η μαμή ή κάποια άλλη γυναίκα παρέμεναν τις τρεις πρώτες ημέρες στο σπίτι και τις νύχτες περίμεναν την έλευση των Μοιρών. Εάν αυτές έμεναν ευχαριστημένες από το τραπέζι τότε θα ήταν ευνοϊκές, διαφορετικά το μωρό δεν θα είχε καλή τύχη.
Η μαμή σιωπηλή και κρυμμένη παρακολουθούσε τη συνομιλία των Μοιρών και δεν παρέμβαινε, ενώ την επομένη το πρωί διηγούνταν στη λεχώνα το τι είχε ειπωθεί. Σε μια περίπτωση, μάλιστα, μια γυναίκα μου ανέφερε ότι το αποτέλεσμα της επίσκεψης των Μοιρών δεν ήταν καθόλου καλό και το μωρό πέθανε την τρίτη ημέρα από τη γέννησή του.
Εντύπωση προκαλεί η επιλογή των εφοδίων του τραπεζιού. Εκ πρώτης όψεως κανείς καταλαβαίνει ότι θεωρούσαν πως οι Μοίρες θα έτρωγαν το ψωμί κόβοντάς το με το μαχαίρι και στη συνέχεια θα έπιναν νερό, όπως και πράγματι διηγούνται ότι συνέβαινε.
Ωστόσο από άλλες αναφορές που έχουν υποπέσει στην αντίληψή μου, το ψωμί, το νερό και το μαυρομάνικο μαχαίρι φαίνεται πως αποτελούσαν μαγικά αποτρεπτικά αντικείμενα, τα οποία υποτίθεται πως έχουν πολύ καλά αποτελέσματα στην αντιμετώπιση των άσχημων ονείρων.
Τόσο τα ρούχα της εγκύου όσο και οι πάνες του μωρού δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να παραμείνουν απλωμένα στο σύρμα μετά τη δύση του Ηλίου και αυτό διότι νεράιδες και ξωτικά θα έπαιρναν τα ρούχα και μητέρα και μωρό θα έχαναν τα λογικά τους. Επίσης φρόντιζαν να μην τοποθετείται το μωρό δίπλα σε παράθυρο ώστε να μην απαχθεί από τις παραπάνω οντότητες και αντικατασταθεί από ένα άλλο δικό τους μωρό. Αλλά και οι ίδιες οι μαμές κινδύνευαν από τα ξωτικά, τα οποία τις απήγαγαν για να βοηθήσουν τις γυναίκες τους όταν γεννούσαν. Εάν τα κατάφερναν τότε τις γέμιζαν χρυσάφι.
Η έγκυος δεν θα έπρεπε να βγει από το σπίτι τις σαράντα πρώτες ημέρες για να μη «ματιαστεί» αλλά κυρίως δεν θα έπρεπε να μπει σε εμπορικό κατάστημα διότι αυτό ήταν μεγάλη γρουσουζιά για τον έμπορο.
Εξετάζοντας το μωρό η μαμή ή κάποια ηλικιωμένη γυναίκα, ήταν σύνηθες να δηλώσει ότι αυτό «κόπηκε». Με τη φράση αυτή εννοούσαν τις κράμπες και δυσκαμψίες που πάθαινε από λάθος στάση του σώματός του ή από λανθασμένο τρόπο φασκιώματος. Τότε κατέφευγαν σε ένα δεξιοτεχνικό μασάζ που η αλήθεια είναι ότι αγχώνει λίγο όποιον το παρακολουθήσει αλλά υποτίθεται πως ανακουφίζει πραγματικά το μωρό.
Στις περιπτώσεις που η ζωή του νεογέννητου κινδύνευε σοβαρά, τότε η Μαμή κατέφευγε στο «αεροβάπτισμα». Σήκωνε δηλαδή το μωρό ψηλά, επικαλούνταν την Αγία Τριάδα κάνοντας με το μωρό στα χέρια το σημείο του Σταυρού και του έδινε όνομα. Αυτή η τεχνική, θεωρούσαν πως είτε μπορούσε να βοηθήσει στην επιβίωσή του είτε εξασφάλιζε πως αν πέθαινε δεν θα ήταν χωρίς όνομα διότι στην τελευταία περίπτωση ένα αβάπτιστο μωρό πίστευαν πως δεν πήγαινε ούτε στον Παράδεισο αλλά ούτε και στην Κόλαση. Άλλοι πάλι έλεγαν όμως ότι αυτά τα μωρά μετατρέπονταν σε Αγγέλους αλλά ορισμένοι Αρκάδες θεωρούσαν πως τα μωρά αυτά γίνονταν «χαμοδράκια».
Όταν όλα πήγαιναν καλά και έφτανε η τεσσαρακοστή ημέρα, η μητέρα έπρεπε να σηκωθεί πριν ξημερώσει, να στρέψει το μωρό της προς την πλευρά του ανατέλλοντος ηλίου ώστε το πρώτο θέαμα από τον έξω κόσμο που θα έβλεπε το μωρό να ήταν ο Ήλιος και να πει την εξής ευχή: «όπως λάμπει ο Ήλιος έτσι να λάμψεις κι εσύ στη ζωή σου» και μια νέα ζωή ξεκινούσε…

Μιχάλης Μώρος
Μαιευτής – Γραμματέας ΣΕΜ Ναυπλίου

Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2010

ΓΝΩΜΙΚΑ











Η υπερβολική λύπη γελάει. Η υπερβολική χαρά κλαίει.

Υπομονή για το παρόν, πίστη για το μέλλον και χαρά στην προσπάθεια.

Μοιρασμένη χαρά, διπλή χαρά. Μοιρασμένος πόνος, μισός πόνος.

Πρέπει να ζούμε σαν να πρόκειται να πεθάνουμε αύριο και να μελετάμε σαν να πρόκειται να ζήσουμε για πάντα.

Η δύναμή σου πέλαγο κι η θέλησή μου βράχος.

Όμορφος κόσμος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος.

Δυστυχισμένε μου λαέ καλέ και αγαπημένε.Πάντα ευκολόπιστε και πάντα προδομένε.

Κι αν εξεράθη το κλαρί, πάντα χλωρή είν’ η ρίζα.

Παρακαλώ σε, σταυραϊτέ, για χαμηλώσου ολίγο,και δώσ’ μου τες φτερούγες σου και πάρε με μαζί σου,πάρε με απάνου στα βουνά, τι θα με φάη ο κάμπος!

Οι παλιάνθρωποι ενώνονται σαν τις σάπιες σταφίδες

Όποιος θέλει, βρίσκει καιρό. Όποιος δεν θέλει, βρίσκει πρόφαση.

Λόγος στηλώνει την ψυχήκαι λόγος την κρημνίζει.

Η στιγμή της πραγματικής ησυχίας σου δεν είναι εκείνη, καθ’ ην κοιμάσαι συ, αλλ’ εκείνη, καθ’ ην κοιμάται η συνείδησίς σου.

Ξεύρεις την χώραν που ανθεί φαιδρά πορτοκαλέα;που κοκκινίζ’ η σταφυλή και θάλλει η ελαία;― Ω! δεν την αγνοεί κανείς· είναι η γη η ελληνίς!

Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2010

Λαϊκό Παραμύθι

Η λέξη «μύθος» σημαίνει στοματικός λόγος, σήμερα όμως δηλώνει τον αφηγηματικό λόγο με θέμα μια εντυπωσιακή ιστορία, ίσως φανταστική, με ήρωες από την ιστορία, την ανθρώπινη κοινωνία ή και την κοινωνία των ζώων. Έτσι έχουμε μύθους για την κοσμογονία ή τους μύθους του Αισώπου. Στην Ελληνική λαογραφία, οι μύθοι έχουν αλληγορική σημασία και θέλουν να διδάξουν ή να παραδειγματίσουν. Οι πρωταγωνιστές μπορεί να είναι μόνο ζώα, ή μόνο άνθρωποι ή και άνθρωποι και ζώα.
Τα παραμύθια είναι οι λαϊκές διηγήσεις. Ότι είναι στη λογοτεχνία το μυθιστόρημα, είναι στη λαογραφία το παραμύθι. Είναι μεγάλοι περιπετειακοί μύθοι με κέντρο τον άνθρωπο και φανταστικά και μεταφυσικά στοιχεία όπως δράκους, μάγισσες και φτερωτά άλογα. Έτσι έχουμε τα μυθικά ή ξωτικά παραμύθια, τα διηγηματικά ή κοσμικά, τα θρησκευτικά η Συναξαρικά παραμύθια και τα ευτράπελα ή σατιρικά. Τα νεοελληνικά παραμύθια, ψυχαγώγησαν στους αιώνες της κλειστής ζωής του, το λαό.
Παράλληλα με τους μύθους και τα παραμύθια, θα βρούμε και τα αστειολογήματα ή αλλιώς τις ευτράπελες ιστορίες που σατίριζαν επαγγέλματα, χαρακτήρες, ή ειρωνεύονταν τρόπους: την ψευτιά, τη φιλαργυρία, την τεμπελιά, κλπ. ή ακόμα και την καταγωγή. Πριν ακόμα γίνουν γνωστά τα ανέκδοτα για τους Πόντιους, σειρά είχαν πάρει οι περισσότεροι νησιώτες π.χ. Κεφαλλονίτες και Χιώτες, οι κάτοικοι «αντίπαλων» χωριών, κλπ.. Μαζί με όλα αυτά, σας έχουμε και κάποια αινίγματα και παροιμίες, για να θυμηθούν οι παλιότεροι και να τα γνωρίσουν οι νέοι:

Η νεράιδα και το μαντήλι της
Ήταν μια φορά ένας πολύ ωραίος νέος και πολλά κορίτσια ήθελαν να τον πάρουν άντρα, μα αυτός δεν ήθελε να πάρει καμία από τις γυναίκες του κόσμου, μόνο ήθελε να πάρει νεράιδα. Και οι νεράιδες τον ενοστιμεύονταν και πολλές φορές έρχονταν και το επείραζαν. Εδοκίμασε πολλές φορές να πλησιάσει καμία από δαύτες, αλλά ποτέ δεν το κατόρθωσε. Το λοιπόν, μια μέρα ρώτησε μια γριά μπαμπόγρια, τι πρέπει να κάνει για να πάρει μια απ’ τις νεράιδες γυναίκα. Και η γριά του είπε: «σαν έρθουν οι νεράιδες να σε πειράξουν και θα σου μιλούν, συ κοίταξε πως θα πάρεις μιανής το μαντήλι. Κι α’ θέλεις να μένει πάντα μαζί σου και να μη σου φύγει ποτέ, πρέπει να βάλεις το μαντήλι στο φούρνο και να το κάψεις. Αλλά μπορεί όμως και να πεθάνει από τη λύπη της αν το κάμεις αυτό. Για τούτο, το καλύτερο είναι να το κρύψεις. Μα να προσέχεις μη σε γελάσει και σου ξαναπάρει το μανήλι. Έτσι θα σ’ ακολουθήσει όπου κι αν πας».
Όταν λοιπόν ήρθαν πάλι οι νεράιδες και τον πείραζαν, εκεί που του μιλούσαν, εχύθει αυτός απάνω σε μία και τη στιγμή που πήγε αυτή να πετάξει στον αέρα, της έπεσε το μαντήλι της και τ' άρπαξε εκείνος και το ‘χωσε στον κόρφο του. Η νεράιδα τον παρακαλούσε να της το δώσει πίσω και του λέγε: «Δώσ’ μου Γιάννη το μαντήλι! Δώσ’ μου το καημένε και γω να κάμω ότι θέλεις». Ο νέος όμως δεν της έκαμε τη χάρη και της είπε μονάχα πως θέλει να την πάρει γυναίκα. Οι άλλες νεράιδες πέταξαν στον αέρα και εχάθηκαν. Αυτή δεν μπορούσε πλιό να πετάξει κι έμεινε με το Γιάννη. Την επήγε λοιπόν αυτός στο σπίτι του, την παντρεύτη κι έκαμε παιδιά με δαύτη.
Εκείνη όμως ήταν πάντα πικραμένη και στενοχωρημένη, και σε καμιά γιορτή και σε κανένα πανηγύρι δεν ήθελε ν’ αλλάξει φορέματα και να στολιστεί και να κάμει ότι κάνουν οι άλλες γυναίκες. Ο Γιάννης που έβλεπε το μαράζι της γυναίκας του, ελυπότανε πολύ. Και μια μέρα που ήταν γιορτή και πήγαιναν όλοι στο χορό όξω από το χωριό, και η νεράιδα ζητούσε με τα κλάιματα το μαντήλι από τον άντρα της, τη συμπόνεσε εκείνος και ήθελε να της το δώσει. Μόνο εφοβόταν μην του φύγει όταν θα το πάρει και γι’ αυτό της είπε: «Σ’ το δίνω να πας στο χορό, μόνο πρέπει να μου τάξεις πως θα γυρίσεις στο σπίτι και δεν θα φύγεις, αλλιώς δεν θα σ’ το δώσω». Του το έταξε και του είπε μάλιστα: «Τώρα πλιό να σ’ αφήσω, ύστερα από τόσα χρόνια, και που έχω καμωμένα παιδιά με σένα;». Έτσι της το ‘δωσε το μαντήλι και αυτή άλλαξε τα φορέματά της και στολίστηκε. Και με μιας έλαμψε το σπίτι από την ομορφιά της γιατί σα νεράιδα που ήταν, ξεπερνούσε όλες τις γυναίκες στην ομορφιά. Πήγε λοιπόν στο χορό και άστραψε ο τόπος και όλοι όσοι ήσαν εκεί να κοιτάζουν και ν’ αφήνουν το θάμα τους. Και αυτή πήγε μπρουστέλα στο χορό και με μια ψιλή και γλυκιά φωνή άρχισε να λέει ένα τραγούδι πο’ ‘σκιζε την πέτρα και μάραινε καρδιές. Και σαν έκαμε τρεις γύρους στο χορό, σείστηκε, λυγίστηκε, κούνησε το μαντήλι της κι έκαμε μια «Ι, ι, ι!» και πέταξε στον αέρα για ν’ ανταμώσει τις συντρόφισσές της κι εχάθηκε. Κι έτσι ο Γιάννης έχασε τη γυναίκα του.

Στα νεοελληνικά χρόνια, θα βρούμε πολλά αινίγματα, διατυπωμένα με λιτότητα, φραστικό ρυθμό, συντομία και έξυπνη αλληγορία. Τα θέματα και τα σύμβολα των αινιγμάτων, παίρνονται από τον αισθητικό αλλά και το νοητό κόσμο. Γενικά το αίνιγμα αντιπροσωπεύει τη γύρω ζωή, αφού αναζητεί τα θέματα και τα σύμβολά του από την υπάρχουσα εμπειρία (ιστορία, παραδόσεις, κοσμοθεωρία, θρησκεία, υλικό βίο, επαγγέλματα, κατοικία, τροφή, ζώα, φυτά). Λειτουργεί δε παιδαγωγικά καθώς ασκεί τη διανόηση μικρών και μεγάλων. Ας δούμε λοιπόν λίγα αινίγματα:
Ψηλός, ψηλός καλόγερος και κόκαλα δεν έχει
(καπνός)
κλειδώνω μανταλώνω, τον κλέφτη βρίσκω μέσα
(ήλιος)
τα δυο καλά στεκούμενα, τα δύο συμπερπατούμενα,
τα δυο που δεν ταιριάζουνε, τα δυο που δε λαγιάζουνε
(ήλιος και φεγγάρι)
Τρεις τη βαστούνε και γεννά, μαύρα τα κάνει τα παιδιά και πίσω της τα’ αφήνει
(πέννα)
Από την γην επλάστηκα ως ο Αδάμ, στην κάμινον εψήθηκα ως οι τρεις Παίδες, τα χείλη μου πολλούς εδρόσισαν, αλλά στο θάνατό μου κανείς δε βρέθηκε να θάψει τα οστά μου
(στάμνα)
Φίδι είδα μεσ’ στο λάδι κι είχε ήλιο στο κεφάλι
(λύχνος)
Γύμνια στέκ’ η κοπελιά μέσα στην ξεροβρουλλιά
(η μυζήθρα στο τυροβόλι)
Μικρή μικρή νοικοκυρά, μεγάλη πίττα φτιάχνει
(μέλισσα)
Παράληψη θα ήταν να μη συμπεριλάβουμε εδώ τα σοφά κληροδοτήματα των αιώνων, τις παροιμίες, τα γνωμικά και τις διάφορες εκφράσεις που πέρασαν από στόμα σε στόμα και από γενιά σε γενιά, κουβαλώντας τη σοφία του λαού. Και επειδή δεν θα χωρούσαν ούτε σε τόμους βιβλίων αυτά που βρήκαμε, θα δώσουμε εδώ λίγες, τις πιο χαρακτηριστικά και όχι απαραίτητα τόσο γνωστές. Άλλωστε τις πολύ γνωστές τις ξέρετε ήδη!
Δεν το χω που δεν πεθαίνω, μόνο που ζω κι όλο μαθαίνω
Η φτώχια χαμηλώνει τα’ αυτιά
Της αδικιάς το γέννημα, σε ποντισμένο μύλο
Το Μάρτη ξύλα φύλαγε μην κάψεις τα παλούκια
Το πρόβατο που θέλει να φάει ξύλο, πάει και τρίβεται στου τσοπάνη τη μαγκούρα
Τι σου λείπει κασσιδιάρη; Σκούφια με μαργαριτάρι
Έφτασε ο κόμπος στο χτένι
Ανύπαντρος προξενητής για λόγου του γυρεύει
Όποιος φυτεύει αμυγδαλιές, θα χει και τους τζιτζίκους
Πέντε μέτρα κι ένα κόβε
Όλα τα χει η Μαριωρή, μόνο ο φερετζές της λείπει
Δίνει στο σκύλο άχυρα και στο μουλάρι κρέας
Σαν της τρελής τα μαλλιά
Σαν τη μύγα μες στο γάλα
Χαράς ευαγγέλια
Από πέτρα σε λιθάρι
Ο ποντικός δεν χώραγε στην τρύπα του, έσερνε και κολοκύθα
Έτρεχε ένας μη βραχεί κι έπεσε στο ποτάμι
Την έπαθε σαν την αλεπού με τα σταφύλια
Η αλήθεια είναι λάδι και πλέει
Βλέπεις στραβέ; Βλέπει ο θεός
Η χάρη θέλει αντίχαρη και πάλι να ναι χάρη
Βόηθαμε να σε βοηθώ, ν’ ανεβούμε το βουνό
Καθένας κλαίει τον πόνο του κι ο μυλωνάς τα’ αυλάκι
Όποιος κάηκε στο χυλό, φυσάει και το γιαούρτι
Ο θεός δίνει το ντέρτι, ο Θεός και το ντερμάνι (αντοχή)
Από πίττα που δεν τρως τι σε μέλλει κι αν καεί
Χέρι που δεν μπορείς να το δαγκώσεις, φίλα το
Δικοί μου όσους κλείνει η πόρτα μου
Μην κάμεις, μη σου κάμουνε, μην πεις, να μη σου πούνε
Ανεμομαζώματα, διαβολοσκορπίσματα
Ερωτήσαν την καμήλα, ποιος δρόμος είναι ο καλύτερος; Ο ανήφορος ή ο κατήφορος; Και αποκρίθηκε: Χάθηκε ο ίσιος δρόμος;
Βράζει με το ζουμί του
Κακή γυναίκα και καπνός σε διώχνουν απ΄ το σπίτι
Του Θεού ένα κερί και του διαβόλου δέκα
Ο λόγος σου με χόρτασε και το ψωμί σου φά το
Ότι κάμεις, λάβεις, καρδιά μη σε πονέσει
Καινούρια αγάπη πιάνεται, παλιά δε λησμονιέται

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.


Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.


Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια

ΤΟ ΚΑΚΟ ΜΑΤΙ

Πολλοί Έλληνες, ιδίως στην επαρχία, πιστεύουν ότι ένα άτομο μπορεί να "ματιάσει" ένα άλλο είτε από φθόνο είτε από υπερβολικό θαυμασμό. Ο "ματιασμένος" νοιώθει άσχημα σωματικά και ψυχολογικά. Για να αποφύγουν το κακό μάτι, όσοι πιστεύουν σε αυτό φοράνε ένα μπλε ματόχαντρο ή ένα μπλε βραχιόλι. Οι προληπτικοί και όσοι πιστεύουν στη βασκανία δηλώνουν ότι το μπλε χρώμα διώχνει το κακό μάτι. Παραδόξως όμως πιστεύουν ότι οι γαλανομάτες είναι αυτοί που κυρίως "ματιάζουν". Εκτός από το ματόχαντρο, ένας άλλος τρόπος για να προστατευθεί κανείς από το κακό μάτι είναι να κρεμάσει σε μια γωνία του σπιτιού του σκόρδα. Οι Έλληνες πιστεύουν ότι το σκόρδο (όπως και τα κρεμμύδια) έχει και άλλες θεραπευτικές ιδιότητες. Έτσι λοιπόν όταν κάποιος είναι άρρωστος τον συμβουλεύουν να εμπλουτίσει τη δίαιτά του με σκόρδο.

ΤΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΚΑΙΡΟΥ



Παλιά τα πανηγύρια είχαν, κυρίως εμπορικό χαρακτήρα, γι’ αυτό και τα αποκαλούσαν εμποροπανήγυρη. Βέβαια και ο θρησκευτικός χαρακτήρας κατείχε πρωτεύουσα θέση.
Έτσι λοιπόν, ανάλογα στον κάθε τόπο με το πότε γιόρταζε η εκκλησία του χωριού ή σε προκαθορισμένες ημερομηνίες, γινόταν η εμποροπανήγυρη σε επίκαιρα σημεία της περιοχής, που προσφέρονταν εδαφικά και οδικά στον ευρύτερο χώρο. Στο πανηγύρι συμμετείχε ολόκληρο το χωριό, με ιδιαίτερη χαρά. Ήταν μια ευκαιρία να ξεχάσουν τα βάσανα μιας ολόκληρης κοπιαστικής χρονιάς. Σ’ αυτό το πανηγύρι, έκαναν έντονη την παρουσία τους οι νέοι του χωριού, που γάμπριζαν.
Μέχρι το 1950 και λίγο αργότερα, για να εξοικονομήσει ο τύπος του χορευταρά και γλεντζέ τα χρήματα που του χρειαζόταν για να πάει σ΄ ορισμένα πανηγύρια, για να χαρεί τα νιάτα και τη λεβεντιά του, έπρεπε να κάμει οικονομίες ολόκληρο το χρόνο και περίμενε να έλθει η ημέρα του δείνα ή τάδε πανηγυριού και να ντυθεί τα γιορτινά του, το γυαλιστερό και τριζάτο βρακί, το πολίτικο γιλέκο (από την πόλη), το ποικιλόχρωμο πουκάμισο, το σακάκι το πανάκριβο και τέλος το «βρακάδικο» σκούφο - έμοιαζε με τον Αϊβαλιώτικο - που τώρα πια δεν υπάρχει στην αγορά - η καμιά φορά και καπέλο.

Τα ζύγιζε όλα, τόσα στους δίσκους της εκκλησίας, τόσα στο κερί, τόσα στο γεύμα της εκκλησίας, τόσα στο καφενείο και τόσα στα μουσικά όργανα (βιολί, κλαρίνο, ούτι, λαούτο και καμιά φορά σαντούρι). Μεταφορικό μέσο είχε το μουλάρι του, που κι αυτό έπρεπε να είναι περιποιημένο, σαμάρι καινούργιο, καπίστρι με πολύχρωμες χάντρες και φυλακτό, στρογγυλό από το πάχος, ευκίνητο. Εκείνο όμως που έκαμνε πιο μεγάλη εντύπωση, ήταν ο αναβάτης, ο νέος με το στριμμένο, σαν τσιγκέλι, μουστάκι, τα πλούσια καλοχτενισμένα μαλλιά και περιποιημένα, όχι όπως ο σημερινός μακρυμάλλης. Καμιά φορά οι αναβάτες ήταν «δικάβαλλοι», δηλ. διπλοί.
Οι κοπελιές του χωριού και των γειτονικών χωριών τον έβλεπαν και τον καμάρωναν και αυτός περήφανος για τον εαυτό του, σκόρπιζε σ΄ όλες, κατά προτίμηση στην αγαπημένη του, δειλές ματιές, που λίγα έδειχναν, αλλά πολλά υπόσχονταν.

Άρχιζαν το χορό με ένα σέρβικο ή χασάπικο ή γιωργάρικο, που φανέρωναν όλη την χορευτική τους δεινότητα σε ευκινησία, τσαλίμια, που με κατάπληξη τους παρακολουθούσαμε. ΄Έπειτα ο καλαματιανός που έπαιρναν μέρος και περισσότερες κοπέλες, διότι οι πρώτοι προϋπέθεταν αντοχή, ευκινησία και χορευτική ικανότητα, ενώ ο καλαματιανός προσιδίαζε περισσότερο στις γυναίκες, και κατόπιν ο συρτός ανά ζεύγη, ξαπολυτός (καρσιλαμάς), γρηγορινός (πολύ σύντομος) τσιφτετέλης και άλλοι.
Παντού πρώτοι και καλύτεροι, ευλύγιστοι, πεταχτοί, λαστιχένιοι σκόρπιζαν το γλέντι, τη χαρά, το θαυμασμό, αλλά κaι το φθόνο για κείνους που δεν ήσαν καλοί χορευτές.
Έπιναν κρασί ή σούμα με μεζέδες, όχι της προκοπής. Η μπύρα ήταν άγνωστη - μα κάτι τέτοιο ήταν ακατανόητο για χωριά. Κερνούσαν όλες τις παρέες και κείνες ανταπέδιδαν το κέρασμα. Σ΄αυτόν που χόρευε πρόσφεραν ούζο ή κρασί και στην κοπελιά λουκούμια, που όσα περισσότερα μάζευε τόση μεγαλύτερη ικανοποίηση δοκίμαζε. Αν μάλιστα τύχαινε να είναι ωραία και καλή χορεύτρια, τα κεράσματα δεν σταματούσαν καθόλου. Τα παιδιά λιγουριάζανε όταν έβλεπαν τόσα λουκούμια να μαζεύουν οι κοπέλες, που σε κάποια φίλη τους τα πετούσαν. Κι αν τύχαινε να είναι γνωστή, τα φιλοδωρούσαν μερικά.

Γινόταν όμως καβγάδες για τη σειρά προτεραιότητας στους «κάβους», που έπρεπε να εξασφαλίσει κάθε συντροφιά για τις κοπέλες της παρέας της. Επικρατούσε μια όχι καλή συνήθεια. Κάθε νέα που έμπαινε στο χωριό έπρεπε να την χορέψουν όλοι οι νέοι που την γνώριζαν και όταν ήταν και καλή χορεύτρια τότε πήγαιναν και ξένοι, φυσικό ήταν λοιπόν να παρατείνεται ο «κάβος», η διάρκεια χορού με αποτέλεσμα να στενοχωρούνται οι άλλες νέες. Και τότε συνέβαιναν οι παρεξηγήσεις.
Σωστό ήταν τότε να διακόπτονταν ο χορός και να πάρει σειρά κάποια άλλη. Η πίστα ήταν μικρή, μόλις επαρκούσε για τρία ζεύγη - σπάνια παραπάνω - τη σειρά προτεραιότητας την κανόνιζαν οι καφετζήδες, που δεν ήταν επαγγελματίες, αλλά περιστασιακοί. Μια άσπρη ποδιά, ήταν το διακριτικό τους. Κι αν τύχαινε να μην τα «παίρνουν απάνω τους» δηλ. να μη ήσαν σβέλτοι, τότε μετατρεπόταν σε δράμα. Εν τω μεταξύ οι άλλες νέες περίμεναν με αγωνία αλλά και πικρία, διότι αναβαλλόταν η σειρά τους.
Δικαιολογημένοι λοιπόν ήσαν οι καυγάδες, αν σκεφθούμε ότι ραδιόφωνα δεν υπήρχαν, κασετόφωνα το ίδιο και συνεπώς μουσική άκουαν μόνο στα πανηγύρια και σε έκτακτες περιστάσεις (αρραβώνες, γάμους και βαφτίσια). Διψούσε ο κόσμος για μουσική και χορό. Πώς να ικανοποιηθεί; Οι ευκαιρίες παρουσιάζονταν μόνο το καλοκαίρι στα πανηγύρια.

Οι μεγάλοι, αν είχαν κορίτσια της παντρειάς, περίμεναν να μπει στο χορό η κόρη τους να την καμαρώσουν, αν όχι πήγαιναν σε διάφορα συγγενικά ή φιλικά σπίτια, κερνιόνταν, έτρωγαν το βράδυ και κατόπιν, όσοι διέθεταν υποζύγια έφευγαν για τα χωριά τους.

Ρόλο έπαιζε και η εποχή, για να διαθέτουν τα απαραίτητα χρήματα αυτοί που θα επισκέπτονταν το παζάρι. Πάλι, ανάλογα τον πληθυσμό και την αξία του κάθε πανηγυριού, ήταν και η διάρκειά του, που συνήθως κυμαινόταν από 3 ως και 8 ημέρες.
Γίνονταν σ’ αυτά εμπορικές συναλλαγές μεγάλης έκτασης. Έμποροι, από τα μεγάλα αστικά κέντρα, φτάνανε εκεί με την πλούσια πραμάτεια τους. Εκτός όμως από το μεγάλο εμπόριο σε παντός είδους αγαθά, όπως σε τρόφιμα, υφάσματα, είδη υπόδησης, γεωργικά εργαλεία, σαμάρια, ψαθιά κ.ά., γινόταν και μεγάλες συναλλαγές αγοραπωλησίας ζώων. Μεγάλη ζήτηση είχαν τα μουλάρια, που γεννιόντουσαν από τη διασταύρωση του γαϊδάρου με τη φοράδα ή αλόγου με γαϊδούρα, γιατί τα ζώα αυτά είναι μεγάλης αντοχής και δεν δυσκολεύονται σε δύσβατους δρόμους. Πολύ διαδεδομένες ήταν και οι τράμπες, που έκαναν εκείνη την εποχή, με τα ζώα.
Εδώ εύρισκε ο καθένας ό,τι ήθελε και σε τιμές συμφέρουσες. Όσοι είχανε κορίτσια της παντρειάς, αγοράζανε από δω τα προικιά τους, όπως χαλκώματα, φορτσέρια, σεντόνια κι ότι άλλο ήταν απαραίτητο.
Τράμπες γίνονταν τότε, εκτός από τα ζώα, και στα υπόλοιπα προϊόντα, μιας και χρήματα δεν υπήρχαν εύκολα.

ΠΗΓΗ

Ό Ελληνικός καφές

Ο Ελληνικός καφές είναι η παρέα του Έλληνα σε κάθε στιγμή της ζωής του. Η παρέα και στα καλά και στα άσχημα. Το πρωϊνό καφεδάκι αποτελεί το καλλίτερο ξεκίνημα της ημέρας αλλά και το απογευματινό πού δημιουργεί την καλλίτερη ατμόσφαιρα για φιλική κουβεντούλα.

Πώς γίνετε όμως ο καφές; Ο Ελληνικός καφές έχει πολλές ποικιλίες κατασκευής και αυτές τις γνωρίζει πολύ καλά ο καφετζής αλλά και ο μερακλής του καφέ.

Για όσους δεν ξέρουν πώς να φτιάχνουν ένα καλό φλιτζάνι καφέ , πάμε να δούμε πώς γίνετε.

Ελληνικός καφές

Τρόπος παρασκευής καλού Ελληνικού καφέ


Μπρίκι

Κατά προτίμηση με στενό πάνω μέρος για να ανακυκλώνεται η θερμοκρασία κατά την διάρκεια του ψησίματος και στην σωστή διάσταση για την συγκεκριμένη ποσότητα καφέ που θα φτιάξουμε.


Εστία ψησίματος

Κατά προτίμηση χόβολη ή έστω γκαζάκι με χαμηλή φλόγα.

Το ηλεκτρικό μάτι δεν προτείνεται γιατί παρέχει ζέστη μόνο από κάτω από το μπρίκι και καθόλου από το πλάι. Επίσης αργεί να ζεσταθεί αλλά από την στιγμή που θα ζεσταθεί και μετά έχει μεγάλη ένταση η θερμοκρασία που αναπτύσσει


Φλιτζάνι.

Χοντρό πορσελάνινο για να διατηρεί ζεστό τον καφέ περισσότερη ώρα


Καφές: επιλέξτε τον καφέ που σας αρέσει. Είναι και θέμα προσωπικού γούστου πέρα από ποιότητα καφέ


Ο Ελληνικός καφές είναι συνήθως ανοιχτόχρωμος και χαρμάνι του βραζιλιάνικου Rio, Santos και Robusta. Πλέον κυκλοφορεί και πιο καβουρντισμένος, «σκούρος» ελληνικός, χαρμάνι από καφέδες της Κεντρικής Αμερικής, για όσους προτιμούν τον καφέ πιο πικρό και δυνατό. Στα καφεκοπτεία βρίσκεις χύμα και μεσαίου καβουρντίσματος, που είναι ελάχιστα πιο πικρός και πικάντικος, και δεν υστερεί σε καϊμάκι. Στην Ελλάδα ο καφές καβουρντίζεται σε κενό αέρος. Εξωτερικά ο κόκκος είναι πιο ψημένος και εσωτερικά είναι λίγο άψητος


Ονομασίες και αναλογίες καφέ / ζάχαρης.

Για φλιτζανάκι των 75 ml, (τυπικός μονός καφές)

Ρίξτε την σωστή ποσότητα νερού μετρώντας με το φλιτζάνι.

Σκέτος με 1 κ.γ. καφέ,

Μέτριος με 1 κ.γ. καφέ και 1 κ.γ. ζάχαρη ή

Μέτριος-κλασικός με 2 κ.γ. καφέ και 2 κ.γ. ζάχαρη και

Μέτριος γλυκός με 2 κ.γ. ζάχαρη.

Μέτριος με ολίγη (αλλιώς ναι και όχι) έχει λιγότερο από 1 κ.γ. ζάχαρη

Ολίγον μέτριος με 1,5 κ.γ. ζάχαρη.

Μέτριος-βαρύς Ο μέτριος με ακόμη περισσότερο καφέ ,

Πολλά βαρύς έχει 4 κ.γ. καφέ και 6 ζάχαρη, ενώ ο

Βαρύς-γλυκός 3 κ.γ. καφέ και 4 κ.γ. ζάχαρη.

Όταν ζητηθεί χωρίς καϊμάκι ο μέτριος, θα είναι μέτριος βραστός και όχι, θα πρέπει να έχει φουσκώσει δύο φορές και να σερβιριστεί από ψηλά ώστε, πέφτοντας στο φλιτζάνι, να κάνει και φουσκάλες.

Πολλά βαρύς και όχι. Το ίδιο, όπως αλλά με μισή δόση νερού

Σκέτος βραστός δεν έχει καϊμάκι, ενώ ο

Σκέτος (θερια­κλίδικος) θα πρέπει να έχει και καϊμάκι, και φουσκάλες – και για να γίνει σωστός πρέπει να παρασκευαστεί σε κρύο νερό. Τρεις κουταλιές καφέ, καθόλου ζάχαρη, κρύο νερό και όταν αρχίσει να φουσκώνει ανασηκώνουμε και ξανακατεβάζουμε το μπρίκι, Σερβίρουμε από ψηλά για να κάνει και φουσκάλες


Παρατήρηση: Το κουταλάκι του καφέ είναι μικρό


Ψήσιμο καφέ

Αφού βάλουμε καφέ (ή και ζάχαρη) στο μπρίκι, ανακατεύουμε μόνο στην αρχή, μέχρι να ανακατευτεί καλά ο καφές και να λιώσει η ζάχαρη. Αποφεύγουμε να ξαναανακατέψουμε γιατί χαλάει το καϊμάκι.

Αν ψήνουμε σε χόβολη / άμμο, βυθίζουμε μέχρι τη μέση το μπρίκι στην «άμμο» και περιμένουμε να φουσκώσει.
Αν φτιάχνουμε συγχρόνως σε ένα μπρίκι παραπάνω από ένα καφέ, μοιράζουμε στα φλυτζανάκια πρώτα το καϊμάκι και μετά συμπληρώνουμε με τον υπόλοιπο καφέ.

Αν θέλουμε πλούσιο καϊμάκι χρησιμοποιούμε κρύο νερό.


Tips

Διατηρείστε το καφέ ερμητικά κλεισμένο σε αλουμινένο ή γυάλινο βάζο (ή ακόμα και στην αρχική του συσκευασία αφού τυλίξετε το πάνω μέρος από το σακουλάκι και βάλετε ένα λαστιχάκι να το κρατάει κλειστό) κατά προτίμηση μέσα στο ψυγείο

Χρησιμοποιείστε στεγνό και καθαρό κουτάλι για να πάρετε καφέ μέσα από το βάζο του καφέ

Μην βάζετε γάλα στον καφέ γιατί γίνετε πιο βαρύς, πειράζει στο στομάχι και αλλοιώνει το άρωμα και την γεύση του καφέ.

Αφήστε τον καφέ λίγα λεπτά να κάτσει το κατακάθι για να μην σας πειράξει στο στομάχι.

πηγή

Ή περιγραφή τών κατοικιών καί τής ζωής στό χωριό.

Γενικά

Οικιστική μελέτη του χωριού & του συνοικισμού

Το λαϊκό σπίτι, αν το σκεφτούμε μέσα στη συνοικιστική του ομάδα, αποτελεί το ιερό καταφύγιο, αλλά και το ορμητήριο του πρώτου κοινωνικού πυρήνα, που είναι η οικογένεια. Γι' αυτό συγκεντρώνει την ύψιστη προσοχή του δημιουργού (νοικοκύρη ή οικοδόμου, για τα τρία κυριότερα στοιχεία της οργανικής του οντότητας, το στέρεο και εξυπηρετικό χτίσιμο, την καλή γειτνίαση και την πρακτική ομορφιά.


Η μελέτη λοιπόν της λαϊκής κατοικίας πρέπει να γίνεται στα πλαίσια του περιβάλλοντος και του συνόλου των άλλων σπιτιών. Υπάρχει "κοινωνία σπιτιών", όπως υπάρχει και η κοινωνία ανθρώπων. Ο μελετητής λαογράφος, πριν προχωρήσει στην περιγραφή των κατοικιών και της ζωής ενός χωριού, πρέπει να δώσει την συνολική μορφή και τα οικιστικά χαρακτηριστικά του χωριού, με την εξής σειρά:


Επταχώρι Καστορίας


1. Οπτική (πανοραματική) μορφή του χωριού.
Τα σχήματα συνήθως των συνοικισμών είναι: κυκλικά, ασύμμετρα και επιμήκη. Ο κυκλικός συνοικισμός (χωριό) συγκεντρώνεται γύρω από ένα ύψωμα (παλιόκαστρο), μια εκκλησία, μια πηγή ή μια αγορά. Οι δρόμοι του βγαίνουν έξω ακτινωτά. Ο επιμήκης (ή μακρυδρομικός) συνοικισμός σχηματίζεται παράλληλα με τους μεγάλους εθνικούς δρόμους και είναι νεώτερος, Οι σύμμετροι συνοικισμοί ήταν παλιότερα ή σε ψηλώματα (αμφιθεατρικοί) ή σε κρυμμένες κοιλάδες. Μελετάται στις περιπτώσεις αυτές, αν το χωριό είναι δίλοφο ή διπλευρικό. Επίσης, αν είναι παράλιο, μεσόγειο ή ορεινό. Και γενικά, ποιος είναι ο προσανατολισμός και η γεωγραφική του θέση.


Λέχοβο Καστοριάς


2. Κλίμα, έδαφος, υψόμετρο, νερά, καλλιέργειες ·απαραίτητο πλαισίωμα στην περιγραφή μας, που οδηγεί και σε συμπεράσματα, αν το χωριό είναι γεωργικό ή κτηνοτροφικό, παραγωγικό ή άγονο, πράσινο ή ξερό, λιθόκτιστο ή από ξενόφερτα υλικά.


Μέτσοβο Ηπείρου


3. Εσωτερική σύνθεση του χωριού η οποία περιλαμβάνει τα κεντρικά κτίρια όπως η εκκλησία, το σχολείο, τα Κοινοτικά γραφεία, η βρύση, τα καφενεία, η αγορά, το «μεϊντάνι» με τα μαγαζάκια και τα χοροστάσια. Οι γειτονιές με τους χαρακτηριστικούς δρόμους, το κοιμητήριο, οι δρόμοι εξόδου.



4. Ιστορικά του χωριού, όνομα και ετυμολογία, χρονολογία κτισίματος, περιπέτειες, σύγχρονες συνθήκες.


Το Δημοτικό Σχολείο Ριζοβουνίου Πρεβέζης


Οικιστική μελέτη του σπιτιού


1. Περιγραφή του εξωτερικού χώρου, της γειτονιάς, του εδάφους και της έκτασης του οικοπέδου (ξερότοπος, βλάστηση, απάνω γειτονιές, επικλινές έδαφος, ξάγναντο ή γούπατο).



Η πέτρινη καμάρα της Μπαμπαλίνας Τρικάλων


2. Εξωτερική μορφή του σπιτιού. Μονώροφο, διώροφο, πλατυμέτωπο, στενομέτωπο, γωνιόστεγο (δίρριχτο και με αέτωμα), με επίκλινη στέγη (μονόριχτο), επιπεδόστεγο (ταράτσα), πυραμιδόστεγο ή καμπυλόστεγο. Πολυπαράθυρο ή τυφλό. Απλό ή πολυσύνθετο (με χαγιάτια, πτερύγια κτλ.). Χρώματα που κυριαρχούν. Τυχόν επιγραφές ή σήματα και χρονολογίες.


Κατοικία Ηπείρου


3. Υλικά οικοδομίας. Τοιχοποιία, ξυλοδομικά εξαρτήματα, στέγη (κεραμίδια, πλάκες, δὠμα από πηλό, κλαδιά ή τσιμέντο). Εδώ μπορούν να ζητηθούν και τα έθιμα χτισίματος, στα θεμελιώματα (σφάξιμο κοκκόρου, αγιασμοί κτλ.) και στη σκεπή (μαντηλώματα).


4. Αρχιτεκτονικός τύπος του σπιτιού (τοπικός ή πανελλήνιος) και γενική αισθητική. Εκτίμηση των ιδιοτυπιών και εμπνεύσεων. Αισθητική της προσαρμογής στο περιβάλλον. Ψεκτά σημεία επίσης.


Διώροφη οικία Καλάνδρας Χαλκιδικής


5. Εσωτερική διαίρεση του σπιτιού (κάτοψη & τομή). Δωμάτια και χώροι (και τρόποι) οικογενειακής ζωής, για το αντρόγυνο, για τα παιδιά, για τους γέρους, για τους ξένους. Φροντίδες προσανατολισμού και υγιεινής. Πρακτικά διδάγματα, αλλά και άγνοιες. Χρώματα και διακόσμηση, θέση της εστίας και καπνοδόχος.


6. Έπιπλα & σκεύη. Εντοιχισμένα και κινητά έπιπλα της λαϊκής κατοικίας. Τόποι κατασκευής ή αγοράς. Οι ντόπιοι επιπλοποιοί. Τα αρμάρια τροφίμων, οι παλιές κασέλες, το εικονοστάσι. Μεταγενέστερες αστικές εξελίξεις. Τα σκεύη (αγγεία) του μαγειρειού, της τραπεζαρίας, του νοικοκυριού (νερό, πλύσιμο) και της φιλοξενίας (δίσκοι, σερβίτσια κτλ.). Η εσωτερική ατμόσφαιρα και εμφάνιση του σπιτιού είναι η ζωντανότερη πλευρά της ελληνικής κατοικίας, επειδή δείχνει τις οικονομικές συνθήκες της οικογένειας, την προσωπικότητα της νοικοκυράς, την πολιτιστική διάθεση για βελτίωση, και το πνεύμα της φιλοξενίας.


Παραδοσιακή αρχιτεκτονική Κρανέας Ελασσόνας


7. Αυλή & κήπος: Τα χτισίματα της αυλής, φούρνος, μαγειρειό, στάβλοι, αχερώνας, κοτέτσι ή περιστερώνας κτλ. Το πηγάδι και η στέρνα, τρόποι για την άντληση του νερού. Η κεντρική και η δευτερεύουσα πόρτα με την αρχιτεκτονική της στέγης τους. Χτυπητήρια ή κουδούνια για ειδοποίηση. Ασφαλιστικά σύνεργα. Η μάντρα ή ο φράχτης, μικροεμπόδια για τους κλέφτες. Δέντρα και καλλιέργειες. Σπιτική ανθοκομία και γλάστρες ή αρτάνες.


8. Ιδιόρρυθμες αγροτικές κατοικίες: Καλύβες πέτρινες ή δεντρόκλαδες, στάνες και στρούγγες, τσαρδάκια, λιμναίες καλαμωτές κατοικίες κ.α.



Στάνες Σαρακατσαναίων


Η μελέτη της ελληνικής κατοικίας, ιδιαίτερα στην παραδοσιακή της μορφή, είναι έργο εθνικό, όσο εθνικός ήταν πάντα και ο ρόλος του ελληνικού σπιτιού, που στέγασε με συνεχή εξέλιξη την πρώτη γέννηση, τα παιδικά χρόνια, την οικογενειακή τιμή, τον γάμο, τις χαρές και τις λύπες, τον ειρηνικό θάνατο, την φτώχεια ή τον πλούτο, αλλά και την αξιοπρέπεια και την ελευθερία του κάθε Έλληνα.





Σκόρδο σπορά φύτεμα καλλιέργεια


Τα σκόρδα είναι φυτά βολβώδη, πολυετή και ανήκουν στην οικογένεια των λειριοειδών. Καλλιεργούνται για τούς βολβούς τους, οι οποίοι βρίσκουν μεγάλη χρησιμοποίηση στη μαγειρική ή παρασκευή ειδικών δροσιστικών τροφών.
Τα φύλλα διαφέρουν απ' εκείνα των κρεμμυδιών, γιατί είναι πιό σπαθωτά και πιό στενά και στριμμένα. Τα άνθη είναι λευκά και στη κορυφή του καυλού σχηματίζουν σφαιρικό σκιάδιο. Κάθε κεφάλι αποτελείται από 8-12 σκελίδες, εκ των οποίων οι εξωτερικές είναι μεγαλύτερες από τις εσωτερικές και πιό καυτερές. Τα σκόρδα ευδοκιμούν σε χώματα ελαφρά, όχι πολύ υγρά, προ πάντων στραγγερά και γόνιμα. Στα βαριά και σφικτά εδάφη, πού κρατούν πολλή υγρασία, σαπίζουν η δίδουν μικρά κεφάλια, στα δε πολύ ξηρά και άγονα ή απόδοσης των είναι μηδαμινή και ή γεύσης των γίνεται εξαιρετικά καυτερή.
Η καλλιέργεια γίνεται αποκλειστικώς με βολβίδια (σκελίδες) είτε, πολύ σπανίως, με σπόρους. Στα θερμά μέρη ή φυτεία αυτών, εκτελείται κατά "Οκτώβριο-Νοέμβριο, τα δε ψυχρά και ορεινά κατά Φεβρουάριο- Μάρτιο. Το ίδιο γίνεται και για τον πολλαπλασιασμό με σπόρο. Για την απόκτηση καλής φυτείας, πρέπει από κάθε κεφάλι σκόρδου, να διαλέγονται τα εξωτερικά και χονδρά βολβίδια, τα όποια και μόνο να χρησιμοποιούνται, τα δε μικρά και λεπτά να απορρίπτονται.
Αυτά φυτεύονται σε βραγιές και κατά γραμμές 20-25 πόντους, η μία της άλλης, επ’ αυτών δε, κατά διαστήματα 12 -15 πόντους και σε βάθος 2-3 πόντους, το πολύ. Σε περίπτωση συγκαλλιέργειας φυτεύονται ως μπορτούρες στα σαμάρια των βραγιών, των ποτιστικών αυλακών, είτε ανάμεσα στα μαρούλια, στα σπανάκια κλπ.
Για κάθε στρέμμα απαιτούνται πέντε πλεξούδες η 1500-1800 κεφάλια περίπου.
Η προετοιμασία του εδάφους πρέπει να γίνεται καλή, με 2-3 σκαψίματα και σπάσιμο των βώλων, ώστε το χώμα να τρίβεται εντελώς. Επίσης και ή λίπανσης πρέπει να είναι ή κατάλληλη.
Η κοπριά αποτελεί άριστο λίπασμα, σε ποσό 2-2.500 οκάδες στο στρέμμα, πρέπει όμως να είναι εντελώς χωνευμένη και να χρησιμοποιείται πολύ προ της φυτείας. Μαζί με συμπληρωματικά φωσφοροκαλιοΰχα χημ. λιπάσματα (0-12-6) δίδει πολύ καλλίτερα αποτελέσματα. Από τα σύνθετα χημ. λιπάσματα αξιοσύστατος είναι ό τύπος 4-10-10, σε ποσό 50-60 οκάδ. στο στρέμμα. Κατά προτίμηση χρησιμοποιούνται σκέτα, σε χώματα με οργανικές ουσίες η οπωσδήποτε σφικτά.
Η καλλιέργεια των σκόρδων με σπόρο, δεν είναι πρακτική, γιατί χρειάζονται δύο έτη για να δώσουν κεφάλια, δηλαδή, το πρώτο έτος θα παραχθούν μικρά βολβίδια, τα όποια θα ξαναφυτευτούν για ν' αποδώσουν το επόμενο έτος. Επίσης δε πολλαπλασιασμός αυτός, με σπόρο, δεν δίδει τις επιθυμητές ποικιλίες.
Σε όλες τις περιπτώσεις, τα σκόρδα, κατά την διάρκεια της βλαστήσεώς τους, πρέπει να βοτανίζονται και να σκαλίζονται 1-2 φορές, ιδίως στην αρχή, και να ποτίζονται εφ’ όσον μόνον υπάρχει μεγάλη ξηρασία. Όταν πλησιάζει ή ωρίμανση και αρχίσουν να κιτρινίζουν τα φύλλα, τότε δένονται στη κορυφή, είτε στρίβονται για να σταματήσει ή βλάστηση και να γίνουν τα κεφάλια χονδρότερα, ή ακόμη και για να επισπευτεί ή πρωιμότης των.
Η συγκομιδή αρχίζει κατά Μάιο-Ιούνιο αναλόγως των ποικιλιών και του τόπου. Πρέπει να γίνεται μετά την τέλεια αποξήρανση των φύλλων, αλλιώς όταν είναι πρόωρη, τα κεφάλια δεν διατηρούνται και σαπίζουν πολύ γρήγορα στην αποθήκη.
Τα σκόρδα αφού ξεριζωθούν με το χέρι η με λισγάρι, δένονται σε πλεξούδες ανά 50- 100 κεφάλια και αφήνονται μερικές ήμερες στον ήλιο για να χάσουν μέρος της υγρασίας τους. Κατόπιν αναρτώνται σε ξηρή και ευάερη αποθήκη μέχρις ότου διατεθούν. Μια καλή απόδοσης σκόρδων φθάνει 8-12 φορές μεγαλύτερη από το χρησιμοποιηθέν ποσό της φυτείας.

Ποικιλίες.
Οι κυριότερες ποικιλίες των σκόρδων, οι οποίες και συχνότερα συναντώνται στην καλλιέργεια είναι:
-Σκόρδα κοινά. Ταύτα κάνουν κεφάλια μέτρια στο μέγεθος με πολλές και σφικτές σκελίδες, συνήθως ο-λίγο κυρτές. Είναι ποικιλία ανθεκτική και μάλλον όψιμη.
-Σκόρδα ολόλευκα. Ταύτα γίνονται χονδρότερα των προηγουμένων και με σκελίδες ποιό σαρκώδεις. Οι εσωτερικές και εξωτερικές φλούδες είναι χαρακτηριστικώς κάτασπρες. Είναι ποικιλία εκλεκτή και πρώιμη
-Σκόρδα τεράστια. Τα κεφάλια αυτών αποκτούν τεράστιο όγκο (10—15 πόντους διάμετρο) με ολίγες σκελίδες, αλλά ή κάθε μία αντιστοιχεί μ' ένα ολόκληρο σκόρδο κοινό. Πρόκειται περί εξαιρετικής ποικιλίας, ελάχιστα όμως καλλιεργούμενης
-Σκόρδα στρογγυλά χονδρά. Ταύτα αποκτούν κεφάλια χονδρά και σχεδόν στρογγυλά , με σαρκώδεις σκελίδες ελάχιστα καυστικές .
-Σκόρδα σχιστά. Ταύτα χαρακτηρίζονται από τις σκελίδες όποιες είναι πολύ χαλαρές μεταξύ των η μάλλον όλως διόλου χωριστές. Είναι γλυκύτερα από τα άλλα σκόρδα και αποτελούν άλλο είδος

Ασθένειες. Οι συνηθέστερες αρρώστιες των σκόρδων είναι:
Η σκωρίαση
Παρουσιάζεται στα φύλλα σαν πολυάριθμα και πυκνά στίγματα σκουρόξανθα, τα όποια εμποδίζουν τη κανονική λειτουργία της βλαστήσεως. Προλαμβάνεται με 2-3 ψεκάσματα βορδιγαλείου πολτού (1 οκά θειικός χαλκός με 1 οκά ασβέστη σε 100 οκάδες νερό).




Η σήψης των βολβών
Είναι ένας μικρός μύκητας, ό όποιος ζει συνήθως ως σαπρόφυτο, αλλά κάποτε προσβάλλει τα σκόρδα και κρεμμύδια, όπου αναπτύσσεται σε παράσιτο. Παρουσιάζεται ως μαύρη μούχλα μεταξύ των λεπίων των βολβών. Ευνοείται σε πολύ υγρά εδάφη και εκεί πού γίνεται χρήσης φρέσκης κοπριάς. Για τα σκόρδα είναι επικίνδυνη αρρώστια. Θεραπευτικό μέσο δεν υπάρχει, παρά αποφυγή των αίτιων πού τη προκαλούν, είτε αλλαγή της καλλιέργειας για 3-4 χρόνια.

Από τα έντομα, οι σοβαρότεροι εχθροί είναι ό κρεμμυδοφάγος και ή μηλολόνθη, οι όποιοι προσβάλλουν τούς βολβούς. Καταπολεμούνται με άρσενικούχα δολώματα από αραβόσιτο ή πίτυρα, είτε με παγίδες.

Πηγή: Πρακτικός οδηγός του λαχανόκηπου-Παράρτημα «Γεωργικού δελτίου» μηνός Ιανουαρίου 1940
άπό