Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2014

Η ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΑ ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ

Την κτηνοτροφία εξ αρχής πρέπει να τη διακρίνουμε στην καθαρά επαγγελματική και στην οικιακή. Με την οικιακή κτηνοτροφία ασχολούνταν όλες σχεδόν οι οικογένειες μέχρι το 1960 περίπου.
                Σ’ όλα τα σπίτια υπήρχαν τα ζώα-εργάτες για τις καλλιέργειες και τις μεταφορές, και αυτά που κάλυπταν τις βασικές ανάγκες διατροφής. Στις μέρες μας σπάνια θα συναντήσει κανείς οικογένειες με τα γνώριμα στα παλιά χρόνια κατοικίδια.
                Ο απασχολούμενος συστηματικά με τη βόσκηση προβάτων και γιδιών λεγότανε τσοπάνης. Η βόσκηση γινότανε όλο το χρόνο. Από νωρίς το πρωί, το χάραγμα, μέχρι το σούρουπο. Ο τσοπάνης τις νύχτες έμενε συνήθως στο σπίτι του. Τα

πρόβατα ή τα γίδια τα 'κλεινε στο "γαλάρι". Το γαλάρι ήτανε μάντρα σκεπασμένη ή σπηλιάκι με τοίχο στη μπροστινή μεριά. Τα περισσότερα κοπάδια είχανε σκυλί. Πολλές φορές το καλοκαίρι ο ίδιος ο τσοπάνης φύλαγε τα πρόβατα ή τα γίδια τις νύχτες για να μην τα φάνε οι λύκοι, ή άλλα αγρίμια. Τον χειμώνα τα πήγαινε σε καλές βοσκές. Τις πολύ κρύες ημέρες τα κράταγε στο μαντρί ή στο γαλάρι και τα τάιζε με σανό, τριφύλλι ή βίκο.
               

Τα βοσκοτόπια διέθεταν πλούσια νομή για το διάστημα από τον Οκτώβριο μέχρι τον Αύγουστο. Την περίοδο του καλοκαιριού όμως οι κτηνοτρόφοι με τα κοπάδια τους έπαιρναν το δρόμο για τα χειμαδιά.

                Οι κτηνοτρόφοι είχαν τα μαντριά τους. Τα κατασκεύαζαν με ξύλα μόνο και κλαδιά από λαδανιά και σουσούρες τα οποία σκέπαζαν με κλαδιά πεύκου, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να γίνονται αδιαπέραστα από τη βροχή και τον αέρα.
                Χωρίς να είναι δυνατό να υπολογίσουμε τον ακριβή αριθμό των γιδοπροβάτων, μπορούμε να πούμε ωστόσο ότι, αν και οι κτηνοτροφικές οικογένειες ήταν σχετικά λίγες, ο αριθμός των γιδοπροβάτων τους υπήρξε κατά καιρούς τεράστιος.

                Τα μεγάλα όμως κοπάδια απαιτούσαν εξαντλητική δουλειά νύχτα-μέρα και συνεχείς μετακινήσεις. Γι’ αυτό οι κτηνοτρόφοι εποχιακά απασχολούσαν “στιχτάδες”, που ήταν απαραίτητοι κυρίως για τις καλοκαιρινές μετακινήσεις των κοπαδιών, για το άρμεγμα και για τις γέννες. Χαρακτηριστικά, το άρμεγμα, που άρχιζε την Άνοιξη (ίσως και από τον Φλεβάρη) όταν πουλάγανε τα αρνιά και περίσσευε το γάλα, ξεκινούσε με τη δύση του ήλιου, τελείωνε τα μεσάνυχτα και το πρωί πάλι άρχιζε από τα βαθιά χαράματα.
               

Το γάλα το άρμεγαν μέσα σε ξύλινα καρδάρια που χωρούσαν δώδεκα οκάδες και το συγκέντρωναν σε καζάνια των εκατό οκάδων ή και μεγαλύτερα. Η μαγιά όταν έπαιρνε κόκκινο χρώμα ήταν έτοιμη για χρήση. Για να τυροκομήσουνε βράζανε το γάλα ώσπου να γίνει χλιαρό. Τότε ρίχνανε την πιτέα (πυτιά) που έπαιρναν από το στομάχι των μικρών κατσικιών, την οποία αλάτιζαν και την έβαζαν στον ήλιο για να βράσει. Το σκεπάζανε αρκετή ώρα στο χαρανί (καζάνι) για να πήξει. Μετά το βάζανε σε τρυπητά πανιά (τσαντίλες) για να στραγγίξει. Με διαφορετική κατεργασία βγάζανε τη μυζήθρα, το βούτυρο, το ξινόγαλο κ.λ.π. Το έτοιμο τυρί το βάνανε σε ασκιά με άλμη (αλατόνερο) για αυτό λεγότανε τουλουμοτύρι και τουλουμίσιο από το "τουλούμι" που σημαίνει ασκί. Το φυλάγανε όμως και σε πιθάρια, λαγήνες και τενεκέδες, πάλι βουτηγμένο σε αλατόνερο.
                Το τυρί και το μαλλί οι κτηνοτρόφοι το αντιπραγματεύονταν στο χωριό με γεωργικά συνήθως προϊόντα, κυρίως σιτάρι, λάδι, μέλι, κρασί γιατί οι ίδιοι δεν είχαν τη δυνατότητα να ασχοληθούν με καμιά άλλη δουλειά. Με το μαλλί των προβάτων οι νοικοκυρές γέμιζαν στρώματα και μαξιλάρια, κατασκεύαζαν ρούχα και σκεπάσματα και με το μαλλί των κατσικιών κατασκεύαζαν σαΐσματα, τροβάδες, τσουπιά, δισάκια. Επίσης, οι ίδιοι οι κτηνοτρόφοι κατασκεύαζαν βαριά ρούχα που ήταν απαραίτητα για την φύλαξη των κοπαδιών κατά την περίοδο του χειμώνα, όπως η γούνα με κουκούλα, φτιαγμένη με δέρματα τραγιών ή προβάτων κατάλληλα επεξεργασμένα, τα ταλαγάνια που ήταν μάλλινα παλτά και τα ύφαιναν στον αργαλειό με χοντρά μάλλινα στημόνια και υφάδια, το μαλλιότο και άλλα. Την γκλίτσα, απαραίτητο εργαλείο για το σαλάισμα των κοπαδιών, την έφτιαχναν συνήθως από σφενδάνη ή οξιά.
             

   Κάθε γεωργική-μελισσοκομική οικογένεια έπρεπε να διαθέτει απαραίτητα οκτώ με δέκα ζώα-εργάτες για τα πολλά οργώματα των χωραφιών, τις συνεχείς μετακινήσεις των μελλισοσμηνών σε πολύ μακρινά μέρη και τις πολλές άλλες αγροτικές εργασίες. Τα ζώα αυτά οι νοικοκυραίοι τα στάβλιζαν σε καλύβες ή στα κατάλληλα διαμορφωμένα κατώγια των σπιτιών. Κατά την περίοδο του οργώματος και της σποράς, κυρίως τα βόδια, τα στάβλιζαν σε καλύβες που υπήρχαν σε διάφορες τοποθεσίες γύρω από το χωριό, για να αποφεύγονται οι καθημερινές μετακινήσεις.
Εκτός από τα ζώα-εργάτες κάθε οικογένεια διέθετε απαραίτητα ορισμένο αριθμό κατοικίδιων ζώων (κατσίκες, κότες, γουρούνια κλπ.) που όλα μαζί κάλυπταν σε μεγάλο βαθμό τις βασικές ανάγκες διατροφής. Έτσι, μπορούμε να πούμε ότι τα προϊόντα της οικόσιτης κτηνοτροφίας μαζί με αυτά της γεωργικής παραγωγής, κάλυπταν σχεδόν ολόκληρο το φάσμα των αναγκών διατροφής και ένδυσης κάθε αγροτικής οικογένειας.
                Χαρακτηριστικές ήταν και οι πεποιθήσεις των ανθρώπων της εποχής για τις σχέσεις τους με τα ζώα. Οι παλιοί αγαπούσαν και σέβονταν τα ζώα τους, κυρίως εκείνα που τους πρόσφεραν εργασία, με ξεχωριστό τρόπο. Χαρακτηριστικά, όταν περνούσαν τα βόδια από το παζάρι του χωριού πηγαίνοντας προς τη βρύση, όλοι όσοι κάθονταν στα καφενεία, σηκώνονταν όρθιοι και παρέμεναν όρθιοι μέχρι να προσπεράσουν δείχνοντας με αυτόν τον τρόπο τον σεβασμό τους. Κι όταν τα ζώα αυτά μεγάλωναν και δεν ήταν σε θέση να δουλεύουν δεν τα έσφαζαν, αλλά τα περιέθαλπαν μέχρι να πεθάνουν από φυσικό θάνατο.
Κι αυτό γιατί θεωρούσαν μεγάλη ασέβεια να σκοτώνουν τα ζώα με τα οποία εργάζονταν για πολλά χρόνια μαζί. Η καθημερινή συνύπαρξη του ανθρώπου με τα ζώα για πολλά χρόνια στον μόχθο της δουλειάς, δημιουργούσε σχέση σεβασμού και εκτίμησης, που στις μέρες μας πιθανόν να φαντάζει υπερβολική και παράλογη. Από τα πεθαμένα αυτά ζώα έπαιρναν μόνο το δέρμα με το οποίο κατασκεύαζαν διάφορα δερμάτινα είδη (παπούτσια, ζυγολουριά κλπ.).
             
   Η κτηνοτροφία άρχισε να εγκαταλείπεται από την περίοδο που τα ζεύγη βοών και τα μουλάρια αντικαταστάθηκαν από τα μηχανοκίνητα μέσα καλλιέργειας και μεταφοράς. Στις μέρες μας υπάρχουν λίγα μόνο μικρά κοπάδια με γιδοπρόβατα και βόδια, ενώ τα μέσα καλλιέργειας της παλιάς εποχής δεν υπάρχουν, ούτε σχεδόν σαν μουσειακά στοιχεία. 

 πηγη

Tα καημένα τα πουλάκια

Kρύο βαρύ, χειμώνας όξω,
τρέμουν οι φωτιές στα τζάκια·
τώρα, ποιος τα συλλογιέται
τα καημένα τα πουλάκια!
Tα πουλάκια είναι στα δέντρα,
τα πουλάκια είναι στα δάση,
― τα πουλάκια θα τα πάρει
ο βοριάς που θα περάσει·
η βροχή, και το χαλάζι,
κι ο βοριάς που θα περάσει,
― και το χιόνι, που το παίρνουν,
στις αυλές με το φαράσι...
 

Kι αν η νύχτα είναι μεγάλη,
κι έρχεται γιομάτη τρόμους,
κι αν ο θάνατος, απόψε,
φέρνει γύρα, μες στους δρόμους,
κι αν η παγωνιά θερίζει,
κι είναι δίχως ρουχαλάκια,

δε βαριέσαι, ― ποιος θυμάται
τα καημένα τα πουλάκια...


Tα πουλάκια είναι στα δέντρα,
τα πουλάκια είναι στα δάση,
― τα πουλάκια θα τα πάρει,
ο βοριάς που θα περάσει·

η βροχή, και το χαλάζι,
κι ο βοριάς που θα περάσει,
― και το χιόνι, που το παίρνουν,
στις αυλές, με το φαράσι...

Στα παιδάκια είναι τα χάδια,
στα παιδάκια, τα φιλάκια:
τώρα, ποιος τα συλλογιέται
τα καημένα τα πουλάκια;


Kι όταν γίνει, πάλι, βράδυ,
κι όλοι πάνε να πλαγιάσουν,
να χωθούν μες στα κρεβάτια,
μην τυχόν και ξεπαγιάσουν,

τα πουλάκια τα καημένα,
τα πουλάκια, τώρα, πέρα
θα χαθούν, χωρίς ελπίδα
να φανούν την άλλη μέρα..
.

 Nαπολέων Λαπαθιώτης
(από το βιβλίο: Nαπολέων Λαπαθιώτης, Tα ποιήματα, Eκδοτικός οίκος Γ. Φέξη, 1964) 
πηγη

Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2014

Ροδιά: φύτεμα , καλλιέργεια , συμβουλές.

Πώς φυτεύονται και καλλιεργούνται οι ροδιές-Του Φλωρεντινού
Οι ροδιές προκόβουν στα θερμά κλίματα, φυτεύονται δε και σε άνυδρα μέρη. Πρέπει όταν τις φυτεύουμε να βάζουμε μαζί και σκυλλοκρέμμυδα.
Η αρρωστημένη ροδιά γιατρεύεται αν τυλίξουμε τον κορμό της κοντά στις ρίζες με φύκια και την ποτίζουμε τακτικά. Ο Διοφάνης λέγει στα Γεωργικά του ότι τα ρόδα γίνονται κόκκινα αν ποτίζουμε τις ρίζες και βάζουμε συγχρόνως σκόνη από τα λουτρά. Ο Δημόκριτος λέει ότι η ροδιά και η μυρτιά προκόβουν μαζί και όταν τύχουν κοντά είναι εύφορα και τα δυο δέντρα και μπλέκουν το ένα με το άλλο τις ρίζες των και αν ακόμη τύχη να μην είναι πάρα πολύ κοντά.


Για να μη σκάνε τα ρόιδα-Tου Αφρικανού
Όταν θα φυτέψουμε τη ροϊδιά βάζουμε πρωτύτερα στο λάκκο λιθάρια. Αν η ροδιά είναι φυτεμένη από πριν, φυτεύουμε κοντά σκιλλοκρεμμύδα που έχει αποστροφή προς τα ρόιδα και δεν τα αφήνει να σκάσουν. Επίσης και αν φυτέψουμε ανάποδα τη ρόιδια τα ρόιδα της δεν θα σκάζουν.


Για να γίνουν τα ρόιδα χωρίς κουκούτσι-Του ιδίου
Βγάζουμε, όπως και στο κλήμα, αρκετό μέρος από την ψίχα και το σχισμένο ξύλο το καταχώνουμε, έπειτα δε από κάμποσο καιρό, κόβουμε το μεγαλύτερο βλαστάρι και έτσι τα ρόιδα γίνονται χωρίς κουκούτσια.

Της ροδιάς το κλαδί εμποδίζει τα ζωύφια-Του ιδίου
Λένε ότι το κλαδί της ροδιάς διώχνει τα ζωύφια και για τούτο το βάζουν στα αχυροστρώματα για προφύλαξη.

Για να γίνουν τα ρόιδα ποιό κόκκινα-Του Διδύμου
Αν θέλουμε τα ρόιδα να γίνουν κόκκινα, ποτίζουμε τη ροδιά με νερό ανακατωμένο με σκόνη από λουτρά.

Για να γίνουν γλυκά τα ξυνορόιδα-Του Παξάμου
Σκάβουμε λάκκο γύρω από τις ρίζες του δέντρου και τις αλείφουμε με χοιρινή κοπριά. Κατόπιν τις χώνουμε και τις ραντίζουμε με ανθρώπινό κάτουρο.

Για να κάνει πολύ καρπό η ροδιά-Του Δημοκρίτου
Κοπανίζουμε καλά αντράκλα και γαλατσίδα και αλείφουμε τον καρπό της ροδιάς.

Πως μπορούμε να βρούμε πόσα σπυριά έχει το ρόιδο χωρίς να το ανοίξουμε-Του Δημοκρίτου
Ανοίγουμε ένα ρόιδο και μετρούμε πόσα σπυριά έχει. Τόσα θα έχουν και όλα τα άλλα ρόδια της ίδιας ροδιάς. Γιατί να είναι μεγάλο ή μικρό το ρόιδο δεν εξαρτάται απ’ τα πολλά ή απ’ τα λίγα σπυριά που έχει μέσα, αλλά από το αν είναι τα σπυριά μικρά ή μεγάλα.

Πως κεντρώνονται οι ροδιές-Του Φλωρεντινού
Η ροϊδιά κεντρώνεται διαφορετικά από τα άλλα δέντρα. Διαλέγουμε ένα κλαδί τόσο ευλύγιστο που να μπορεί να φτάσει έως κάτω στο χώμα και το κεντρώνουμε μέσα από την φλούδα καθώς τα άλλα δέντρα και ασφαλίζουμε το κεντράδι δίνοντάς το. Έπειτα το τραβούμε προς τη γη, χωρίς να πιάνουμε το κεντράδι αλλά το ποιό κάτω μέρος, το χύνουμε μαζί με μούργα και το στερεώνουμε καλά για να μην πεταχτεί επάνω έως πού να φυτρώσει το κεντράδι.
Στα άλλα δέντρα παίρνουμε τα κεντράδια πριν βλαστήσουν, απ’ τη ροϊδιά όμως παίρνουμε και όταν έχει βλάστηση. Καθώς είπαμε παραπάνω ή ροϊδιά προκόβει πολύ κοντά στη μυρτιά, όπως αναφέρει και ό Δίδυμος στα Γεωργικά του. Και για αυτό όπως λένε, αν κεντρώσουμε ροδιά στη μυρτιά ή μυρτιά στη ροδιά κάνει πολύν καρπό. Η ροδιά κεντρώνεται καλά στη μυρτιά ή στην ιτιά. Στη ροδιά κεντρώνεται ή κιτριά, καθώς λέει ο Δίδυμος στα Γεωργικά του.

Πως διατηρούνται τα ρόιδα-Του Βηρυτίου
Τα ρόιδα που πρόκειται να φυλάξουμε για το χειμώνα πρέπει να τα κόβουμε απ’ το δέντρο ελαφρά για να μη σπάσουν, γιατί όταν σπάσουν αρχίζουν να σαπίζουν. Αφού τα μαζέψουμε έτσι απείραχτα, βουτάμε το μέρος που κόψαμε σε βραστή πίσσα και τα κρεμούμε.
Άλλοι βαφτίζουν ολόκληρα τα ρόδα και αφού ξεραθούν τα κρεμούν. Απ’ τα ρόιδα γίνεται και κρασί και είναι πολύ καλό ποτό. Άλλοι τυλίγουν το κάθε ρόδο με φρύγανα, τα δένουν με σχοινιά και τα αλείφουν καλά με γύψο απ’ όλες τις μεριές, για να μη φούσκωση το ρόδο και σκάσει και τα αφήνουν στο δέντρο. Το ίδιο μπορεί να γίνει και στα μήλα.

Άλλοι τα βάζουν μέσα σε πριονίδια από ξύλο βελανιδιάς και χύνουν μέσα και ξύδι. Μερικοί ζεσταίνουν θαλασσινό νερό ή βράζουν άλμη και βουτούν μέσα τα ρόιδα και κατόπιν τα στεγνώνουν στον ήλιο και τα κρεμούν. Όταν πρόκειται να τα χρησιμοποιήσουν 2 ημέρες πριν τα βάζουν στο νερό.
Άλλοι για να διατηρήσουν πολύ καιρό τα ρόιδα επάνω στο δέντρο, βάζουν το κάθε ρόδο μέσα σε χύτρα καινούργια και την κουπώνουν και την ασφαλίζουν έτσι ώστε να μη χτυπάει ούτε στους κλάδους ούτε επάνω στις άλλες για να μη σπάσει. Με τον τρόπο αυτό έχουν πάντοτε φρέσκα ρόιδα. τα ρόιδα διατηρούνται πολύ καιρό αν τα βαφτίσουμε μέσα σε ζεστό νερό καθαρό και αμέσως τα βγάλουμε. Τα ρόιδα μπορούμε να τα έχουμε και μέσα σε άμμο στεγνό ή σε σωρό από σιτάρι έως ότου ζαρώσουν.

Τα ρόιδα διατηρούνται χλωρά έως την άνοιξη επάνω στο δέντρο, αν όταν ωριμάσουν, στριφογυρίσουμε τα κλωνάρια της ροδιάς μια ή δύο φορές και σκεπάσουμε κάθε ένα ρόιδο με ξερές κολοκύθες ή γογγύλια (τα σκάβουμε δηλαδή και σκεπάζουμε τα ρόδια με τα φύλλα) για να μη βρέχονται και να μην τα τρώνε τα πουλιά.
Πηγή: Γεωπονικά-Κασσιανού Βάσσου
πηγη 


Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

Γαλακτομπούρεκο μέ μυστικά.

ΓΑΛΑΚΤΟΜΠΟΥΡΕΚΟ
Συνταγή
Γιά τήν κρέμα.
1 κιλό γάλα.
1 1/2 φλυτζάνι τσαγιού ζάχαρη
1 φλυτζάνι τσαγιού σιμιγδάλι ψιλό.
5 αυγά.
3 κουταλιές βούτυρο φρέσκο.
2 βανίλιες.
1/2 φύλλα μπακλαβά.
1/2 φλυτζάνι τσαγιού βούτυρο γάλακτος γιά τά φύλλα.
Γιά τό σιρόπι.
3 1/2 φλυτζάνια τσαγιού ζάχαρη.
2 1/2  φλυτζάνια νερό.
1 κουταλάκι χυμό λεμονιού. 
{καί 1 κουταλιά γλυκόζι γιά νά μήν ζαχαρώσει.}
Βάζετε τό γάλα στήν φωτιά νά κάψει. Ρίχνετε τό σιμιγδάλι καί ανακατεύετε διαρκώς μέ ξύλινη κουτάλα νά πάρει βράση καί νά πήξει. Χτυπάτε τά αυγά μέ τήν ζάχαρη καί τήν βανίλια , κατεβάζετε από τ΄ν φωτιά  τήν κρέμα καί τά προσθέτετε λίγα - λίγα ανακατεύοντας πάντα.  Ρίχνετε καί τό φρέσκο βούτυρο ανακατεύετε νά διαλυθεί καί αφήνετε τήν κρέμα νά κρυώσει. 
Βουτυρώνετε ένα μέτριο ταψί καί στρώνετε (τό πρώτο μυστικό} 6 φύλλα  αλλά τό  έκτο  δέν τό στρώνουμε αλλά τό βάζουμε κατσαρό.  Τό κάθε ένα φύλλο  τό βουτυρώνουμε μέ τό βούτυρο γάλακτος πολύ καλα.  Ρίχνουμε τήν κρέμα καί στρώνουμε τά υπόλοιπα φύλλα κανονικά. 
Πρίν βάλουμε στόν φούρνο τό γαλακτομπούρεκο {δεύτερο μυστικό}δέν τό χαράζουμε κανονικά  , αλλά  κάνουμε μικρές χαρακές σάν σημάδια γιά νά τό κόψουμε μετά. 
Αλείφουμε τήν επιφάνια μέ βούτυρο καί ραντίζουμε μέ λίγο νερό. Ψήνουμε σέ μέτριο προθερμασμένο φούρνο  γιά 30΄λεπτά {ανάλογα τόν φούρνο}   ώσπου νά ροδίσουν καλά τά φύλλα. 
 Ετοιμάζουμε τό σιρόπι βάζοντας τήν ζάχαρη , τό νερό τό λεμόνι καί τήν γλυκόζη νά βράσουν καί μόλις πάρει βράση καί κοχλάζει , τό αφήνουμε 3 λεπτά μέ τό ρολόϊ καί  είναι έτοιμο .
 Όταν βγάλουμε τό γλυκό από τό φούρνο {τρίτο μυστικό} τού ρίχνουμε τό σιρόπι καί τό ξαναβάζουμε στόν φούρνο μέ τούς  ίδιους βαθμούς θερμοκρασίας, νά ψηθεί γιά 5- 10΄λεπτά ακόμα.  Αυτό κάνει τά φύλλα τραγανά γιά δύο καί τρείς ημέρες {τήν τέταρτη δέν υπάρχει γαλακτομπούρεκο γιατί έχει φαγωθεί. }
Καλή επιτυχία. 
Καί πολλά σιρόπια.  
Σοφία Βλάχου.



Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2014

«Οκτώβρη και δεν έσπειρες, οκτώ σακιά δε γέμισες». ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ ΤΟΥ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

Ο δεύτερος μήνας του φθινοπώρου. Έχει 31 ημέρες κι είναι ο πιο κατάλληλος για την καλλιέργεια και τη σπορά των χωραφιών. Ο ελληνικός λαός δίνει και τα ονόματα: Αϊ-Δημήτρης ή Αϊ-Δημητριάτης, Βροχάρης, Σποριάτης ή Σποριάς ή Σπαρτός, Μπρουμάρης (=ομιχλώδης, σκοτεινός) και Παχνιστής (από την πάχνη που πέφτει στους αγρούς). Τον θεωρεί έναν από τους μήνες κατά τους οποίους πρέπει κανείς να πίνει το κρασί ανέρωτο, γιατί τον συμπεριλαμβάνει στην παροιμία: «Όποιος μήνας έχει ΡΟ, δε θέλει στο κρασί νερό». Κατά το ρωμαϊκό ημερολόγιο ήταν ο 8ος μήνας, γι` αυτό κι ονομάστηκε Οκτόμπερ. Ήταν αφιερωμένος στον Άρη και τον παρίσταναν με μορφή κυνηγού, που έχει λαγό στα πόδια του, πουλιά πάνω απ` το κεφάλι του και ένα είδος κάδου κοντά του. Ο μήνας «των χειμαδιών» και ο γυρισμός των παραδοσιακών μαστόρων στις οικογενειακές εστίες.
ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ:
                «Οκτώβρη και δεν έσπειρες, οκτώ σακιά δε γέμισες».
                «Οκτώβρη και δεν έσπειρες, τρία καλά δεν έκαμες».
                «Όποιος σπέρνει τον Οκτώβρη, έχει οκτώ σειρές στ’ αλώνι».
                «Τον Σεπτέμβρη τα σταφύλια, τον Οκτώβρη τα κουδούνια».
                «Αϊ Δημητράκη μου, Μικρό καλοκαιράκι μου».
                «Αν βρέξει ο Οκτώβρης και χορτάσει η γη, πούλησ' το σιτάρι σου και αγόρασε βόδια».
               «Αν δε βρέξει, ας ψιχαλίσει, πάντα κάτι θα δροσίσει».
                «Αν δε βρέξει, πως θα ξαστερώσει;»
                «Αν δε χορτάσει ο Οκτώβριος τη γη, πούλησε τα βόδια σου και αγόρασε σιτάρι».
                «Άσπορος μη μείνεις, άθερος δε μένεις».
                «Βαθιά τ' αυλάκια να φουντώσουνε τα στάχυα».
                «Δεύτερο αλέτρι, δεύτερο δεμάτι».
                «Μακριά βροντή, κοντά βροχή».
                «Ο καλός ο νοικοκύρης, ο λαγός και το περδίκι, όταν βρέχει χαίρονται».
                «Οκτώβρη και δεν έσπειρες καρπό πολύ δεν παίρνεις».
                «Οκτώβρης και δεν έσπειρες, σιτάρι λίγο θα 'χεις».
                «Οκτώβρη και δεν έσπειρες λίγο ψωμί θα πάρεις».
                «Οκτώβρης βροχερός, Οκτώβρης καρπερός».
                «Οκτώβρης-Οκτωβροχάκης το μικρό καλοκαιράκι».
                «Τ' άη - Δημητριού, τι είσαι ‘σύ και τι ΄μαι εγώ λέει το νιο κρασί στο παλιό».
                «Τ’ Αϊ Λουκά σπείρε τα κουκιά».
                «Τα σταφύλια τρυγημένα και τα σκόρδα φυτεμένα».

ΠΗΓΗ

Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2014

Η ψυχή της Ρωμιοσύνης βρίσκεται μέσα στον ήχο του Κλαρίνου

Φωτογραφία του Κώστα Μπαλάφα. Τσοπάνηδες στο Βουνό Παρνασσός το 1903

Η ψυχή της Ρωμιοσύνης βρίσκεται μέσα στον ήχο του Κλαρίνου 
Επιμέλεια: Σοφία Ντρέκου

Το Κλαρίνο μπορεί να εκφράσει και τα πιο δυνατά, ανθρώπινα συναισθήματα. Η ψυχή της Ρωμιοσύνης βρίσκεται μέσα στον ήχο του Κλαρίνου και δη στο Μοιρολόϊ φίλοι μου, κατά την γνώμη μου και τα συναισθήματά μου. (Σοφία Ντρέκου)

Οι δρόμοι των νερών και των κοπαδιών
Ο Οκτώβρης είναι ο μήνας που οι ποιμένες, οδηγούμενοι και από τον οικολογικό καταναγκασμό, αρχίζουν να κατεβαίνουν με τα κοπάδια από τα αλπικά λιβάδια των βουνών στους κάμπους, να ξεχειμωνιάσουν.
Όσο αισιόδοξο και άνετο είναι το ανέβασμα ανθρώπων και ζώων μέσα στην ανοιξιάτικη φυσική αλλά και ψυχική ευδία, τόσο αγωνιώδες και επίπονο είναι το κατέβασμα μέσα στη φθινοπωρινή συγκυρία, οπότε η μέρα έχει μικρύνει, τα ζώα εγκυμονούν, οι καιρικές συνθήκες είναι συχνά αντίξοες. (Ελένη Ψυχογιού - Λαογράφος, Ερευνήτρια του Κέντρου Ερεύνης Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών)
 
ΒΙΝΤΕΟ 1: «Τσοπανάκος ήμουνα». Ηχογράφηση του 1910 δημοτικού τραγουδιού. Θυμηθήτε το παλιό σήμα της Ελληνικής ραδιοφωνίας κατά την έναρξη του προγράμματος με τις κουδούνες.» Τραγούδι με προέλευση από την Αιτωλοακαρνανία Στερεάς Ελλάδας. Ο ρυθμός του κομματιού είναι 8/8 (3-3-2), χορεύεται ως «ΣΥΡΤΟΣ» και κινείται σε δρόμο Νιγκρίζ.



ΒΙΝΤΕΟ 2 Ταξίδι στο χθές: «Μοιρολόϊ» Στο κλαρίνο ο Βαγγέλης Χαλιγιάννης


πηγή

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014

Το λεξικό των τσοπάνηδων





voskosΑγγειό (το): δοχείο, σκεύος.
Ανάρμεγος: το θηλυκό ζώο που δεν έχει αρμεχθεί. Είναι ανάρμεγο το κοπάδι.
Απλάδι (το): Κλινοσκέπασμα από προβατίσιο μαλλί....
Αποκόβω: απογαλακτίζω.
Αρβάλι (το): Χάλκινο ή τσίγκινο στρογγυλό δοχείο με χερούλι για το άρμεγμα των ζώων.
Αρνάδα: Χρονιάρα προβατίνα που κρατήθηκε για «έχει», δηλ. για αναπαραγωγή. Στα γίδια λέγεται κατσικάδα.
Ασαλά(γ)ητος: αυτός που δεν παίρνει από ορμήνιες, που κάνει ότι του κατέβει στο μυαλό.
Βάκρα: Προβατίνα με άσπρο τρίχωμα στο σώμα της και μαύρες κηλίδες μόνο στο μούτρο της.
Βετούλι (το): Κατσίκι ενός έτους.
Γαλάρια (τα): Τα γεννημένα πρόβατα ή γίδια που κρατούν (έχουν) γάλα. Σε αντίθεση με τα στέρφα που δεν έχουν.
Γάστρα (η): Σιδερένιο θολωτό σκέπασμα. Στη γάστρα ψήνονταν το ψωμί, ορισμένα φαγητά και ολόκληρα αρνιά ή κατσίκια.
Γκιόσα (η): Η γίδα με μαύρο σώμα και άσπρη κοιλιά.
Γκισέμι (το): Τραγί ή κριάρι μουνουχισμένο και μεγαλόσωμο, οδηγός του κοπαδιού που φέρνει το μεγαλύτερο κουδούνι.
Γκλίτσα: Ποιμενική μαγκούρα με σκαλιστή λαβή.
Ζλάπι (το): Η φράση «παρουσιάσκη ζλάπι» σημαίνει ότι εμφανίστηκαν στα πέριξ λύκοι ή τσακάλια και πρέπει να προσέχει ο τσοπάνης.
Ζυγούρι (το): Πρόβατο που μόλις έχει περάσει το πρώτο έτος της ηλικίας του.
Ζωντανά (τα): Τα πρόβατα και τα γίδια συνολικά. Αλλιώς τα πράματα.
Κάδη (η): Ξύλινο ψηλό δοχείο με στενή βάση για το χτύπημα του γάλακτος.
ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ

Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2014

Για να φτιάξουμε αμυγδαλοβούτυρο, κάτι σαν ταχίνι δηλαδή από αμύγδαλα.



Για να φτιάξουμε αμυγδαλοβούτυρο, κάτι σαν ταχίνι δηλαδή από αμύγδαλα, χρειαζόμαστε 2 πράγματα:
αμύγδαλα φρέσκα [ωμά και μυρωδάτα]
& έναν καλό επεξεργαστή τροφίμων.
Η διαδικασία είναι πανεύκολη και δεν χρειαζόμαστε άλλα υλικά. Για να φτιάξουμε ένα μικρό βαζάκι θα χρειαστούμε 200 γραμμάρια αμύγδαλα.
1. Βάζουμε τα αμύγδαλα στο μπλέντερ
2. Χτυπάμε για 1 λεπτό. Τα αμύγδαλα θα γίνουν χοντρά τρίμματα
3. Χτυπάμε για 1 ακόμη λεπτό. Τα αμύγδαλα θα  γίνουν ψιλά ψιλά τρίμματα.
4. Χτυπάμε για 2 ακόμη λεπτά. Τα τρίμματα αρχίζουν σιγά σιγά να βγάζουν το λάδι τους και να κολλάνε μεταξύ τους.

5. Χτυπάμε για 2 ακόμη λεπτά. Τα τρίμματα αρχίζουν να κολλάνε στα τοιχώματα του μπλέντερ. Ανοίγουμε λοιπόν το καπάκι και τα ξεκολλάμε με μια λαστιχένια σπάτουλα.
6. Χτυπάμε για 1 ακόμα λεπτό, ανοίγουμε το καπάκι, ξεκολλάμε τα αμύγδαλα από τα τοιχώματα και ξαναχτυπάμε. Επαναλαμβάνουμε 3-4 φορές.
7. Τώρα τα αμύγδαλα έχουν βγάλει αρκετό λάδι και δεν είναι πια τρίμματα, αλλά έχουν σχηματίσει μια παχιά πάστα.
8. Χτυπάμε άλλα 2 λεπτά. Η πάστα στην αρχή είναι συμπαγής, σαν ζύμη. Με το χτύπημα όμως θα διαλυθεί, θα βγάλει κι άλλο λάδι και έτσι ξαφνικά θα σχηματιστεί το αμυγλαδοβούτυρο!

Αν θέλουμε σταματάμε, ή χτυπάμε για 1 λεπτό ακόμη για πιο υδαρή δομή.
Καλή επιτυχία! Είναι καταπληκτικό!
πηγή

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2014

Τὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκα...



Τὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκα κι ἃς τὸ πατοῦν οἱ ξένοι
στοιχειὸ εἶναι καὶ μὲ προσκαλεὶ• ψυχή, καὶ μὲ προσμένει.
Τὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκα, ἴδιο στὴν ἴδια στράτα
στὰ μάτια μου ὅλο ὑψώνεται καὶ μ' ὅλα του τὰ νιάτα.
( Κ. Παλαμᾶς)

Στὸν ἀξιότιμο κύριο Κων Κάρκο, Καθηγητή, τιμῆς καὶ εὐχαριστίας πρόσφορο

Σιωπηλὸ μέσα στὸ χαντάκι τῆς ἐρημιᾶς καὶ τῆς ἀπουσίας προσώπων ἀπομένει σήμερα τὸ σπίτι μας. Ὁ πανίερος αὐτός, μετὰ τὴν ἐκκλησιά, χῶρος στὸ ἐρημωμένο σήμερα παλιό μας χωριό, ἀναμένει τὸ κλειδὶ ποὺ θὰ τοῦ ἀνοίξει τὴ θύρα καὶ φέρει, ἔστω γιὰ λίγο τὴν ἀνθρώπινη παρουσία μέσα σὲ κείνη τὴν παγωμένη σιωπὴ καὶ ἐρημιά. Γιατὶ τὸ πατρικὸ τὸ σπίτι εἶναι ἀναμφίβολα τὸ ἱερὸ ταμιευτήριο ἀπὸ μνῆμες, πρόσωπα καὶ μυρωδιές. Ποὺ τὶς ξαναζεῖ ὁ ἐπισκέπτης καὶ συνάμα τὶς χωνεύει μέσα του μὲ δάκρυα ἀναπόφευκτης συγκίνησης.



Διαβάζοντας τοὺς παραπάνω στίχους τοῦ μεγάλου μας Κ. Παλαμᾶ νομίζεις ὅτι γιὰ σένα γράφτηκαν. Ἐπειδὴ μέσα τους διακρατοῦν τὴν χαρμολύπη τῆς ἀνάμνησης καὶ τὴν ἐπιστροφή. Ἐπώδυνη ἴσως ἐπιστροφή, ὅμως τόσο ἀναγκαία. Γιατὶ ἀπό κεῖ ποὺ ἄρχισες τὴ ζωή σου, ἐκεῖ καταλήγεις, ἔστω καὶ νοερὰ σὲ ὁποιαδήποτε στιγμὴ ρεμβασμοῦ καὶ ἀναπόλησης. Κι ἀναπαύεσαι τότε, καθὼς νομίζεις ὅτι θὰ ξαναδεῖς τὴν ἀναμμένη παραστιά, τὴ μάνα νὰ συδαυλίζει τὴ φωτιά, τὴ γιαγιὰ μὲ τὸ πλέξιμό της καὶ τὸν παπποῦ νὰ κοιτάζει τὶς φλόγες ποὺ κλάδωναν τὰ ξύλα. Γιατὶ ὁ πατέρας ἔλειπε...



Καὶ μαζὶ μ᾿ αὐτὰ ὀσφραίνεσαι τὴ εὐωδιὰ τῶν κυδωνιῶν καὶ τῶν μήλων ποὺ κρέμονταν ἀπ’ τὴν παρταριά, τὸ φασκόμηλο ποὺ ἀχνίζει, τὸ ρετσίνι τοῦ πεύκου ἤ τοῦ σχοίνου ποὺ ἁπλώνεται ὠς λιβανωτὸ στὴ μισοσκότεινη τὴν κάμαρα.

Τώρα ποὺ ὅλ᾿ αὐτὰ εἶναι κρυσταλλωμένες εἰκόνες μέσα σου φροντίζεις νὰ τὶς συντηρεῖς, ὅπως τὰ ἅγια, παλιὰ εἰκονίσματα, γιὰ νὰ σὲ φυλᾶνε ἀπὸ «παντὸς κακοῦ». Κι εἶσαι σίγουρος ὅτι σὲ φυλᾶνε.
π. Κων. Ν. Καλλιανός
πηγή

Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2014

Ύψωση τού Τιμίου καί Ζωοποιού Σταυρού καί ο βασιλικός.

Ο βασιλικός και ο Τίμιος Σταυρός. Λαϊκός θρύλος.
Όλοι γνωρίζουμε πως τον Χριστό μας τον σταύρωσαν. Τον κάρφωσαν δηλαδή πάνω σ' ένα ξύλινο σταυρό, κι εκεί ξεψύχησε.

Τον ξύλινο σταυρό οι Χριστιανοί τον έθαψαν βαθιά στο χώμα για να μην τον βρουν οι ειδωλολάτρες και τον μολύνουν. Έτσι ο Τίμιος Σταυρός έμεινε χρόνια πολλά θαμμένος μέσα στη γη.

Όταν έπειτα από καιρό επικράτησε ο Χριστιανισμός, η Αγία Ελένη αποφάσισε να βρει και να ξεθάψει τον Τίμιο Σταυρό και να τον στήσει μέσα στην εκκλησία στα Ιεροσόλυμα για να τον προσκυνούν οι Χριστιανοί. Πήγε λοιπόν η ίδια στα Ιεροσόλυμα και ζήτησε να μάθει σε ποιο μέρος ήταν θαμμένος ο Σταυρός.

Όμως κανένας Χριστιανός δεν ήξερε να της πει. Εκείνοι που πριν από πολλά χρόνια τον είχαν θάψει βαθιά στο χώμα, είχαν πια πεθάνει. Έβαλε λοιπόν η Αγία Ελένη χιλιάδες εργάτες κι άρχισαν να σκάβουν όλα τα χωράφια εκεί γύρω. Είχε ακλόνητη πίστη πως κάπου θα τον έβρισκε. Πολλούς μήνες δούλευαν οι εργάτες χωρίς αποτέλεσμα. Κάποια μέρα, καθώς η Αγία Ελένη βάδιζε μέσα σ' ένα χωράφι, πάτησε ένα χορτάρι και αμέσως μια γλυκιά μυρωδιά γέμισε τον αέρα.

"Τι ωραία μυρωδιά είναι αυτή", είπε από μέσα της η Αγία Ελένη.

"Από που να χύνεται αυτή η γλυκιά μοσχοβολιά;".

Καθώς κοίταξε γύρω της έσκυψε κι έκοψε ένα κλαδάκι απ' το φυτό που πάτησε, το μύρισε και τότε κατάλαβε πως το χορτάρι εκείνο ήταν που σκορπούσε την γλυκιά ευωδιά.

Μεμιάς ο νους της φωτίστηκε, φώναξε έναν εργάτη και του είπε να σκάψει σ' εκείνο το μέρος.

Σε λίγο, τι θαύμα! Ο εργάτης βρήκε εκεί τον Τίμιο Σταυρό όπου επάνω ξεψύχησε ο Χριστός μας.

Από εκείνη τη στιγμή, το μυρωδάτο αυτό φυτό λέγεται βασιλικός, γιατί φύτρωσε στο σημείο που ήταν θαμμένος ο Σταυρός, όπου είχε σταυρωθεί ο βασιλιάς του κόσμου. Γι' αυτό μοιράζουν βασιλικό στις εκκλησίες στη γιορτή της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού, στις 14 Σεπτεμβρίου.
πηγή

Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2014

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΣΤΗΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Παπλωματάς: Παπλωματάς: Tα σύνεργα της δουλειάς του ήταν: το τοξάρι με την κόρδα(χορδή) που ήταν φτιαγμένη από στριμμένο έντερο βοδιού, το κοπάλι (ξύλινο σε σχήμα μπουκαλιού), μια μαύρη ψαλίδα, βελόνα, κλωστές, δακτυλήθρα και το τσιπούκι (βέργα) λεπτό, πελεκημένο και λείο, από ξύλο κρανιάς, που ξεπερνούσε το ένα μέτρο. Οι καλοί τεχνίτες ήταν Ανατολίτες και περιζήτητοι. Για να γίνει κάποιος τεχνίτης καλός έπρεπε να μαθητεύσει τουλάχιστον δύο χρόνια στο αφεντικό του.
Υφασματοπώλης: Oι μικροί έμποροι που φόρτωνανα στα γαϊδουράκια τους τις διάφορες πραματείες τους, και διαλαλούσαν τα εμπορεύματά τους στις γειτονιές.
Παντοφλάς: Τσαγκάρηδες που ασχολήθηκαν μόνο με παντόφλες, οργάνωσαν εργαστήρια, αλλά έβγαιναν και στη γύρα για το λιανικό κέρδος. Μερικές από τις παντόφλες ήταν ολοκέντητες.
Μπαλωματής
Μπαλωματής:Τις πρωινές ώρες αλλά και τις απογευματινές έκανε την εμφάνισή του στις λαϊκές συνοικίες ο πλανόδιος μπαλωματής. Είχε κρεμασμένη στον ώμο του μια τσάντα με τα απαραίτητα εργαλεία:σφυριά, σουβλιά, καρφιά, ξυλοπρόκες, κόλλα, κομμάτια από λάστιχο (που προερχόταν από παλιές ρόδες αυτοκινήτων) και την απαραίτητη ποδιά για να μην λερώνονται. Η τιμή ήταν ανάλογα με τη εργασία 1-2-3 δρχ. το κομμάτι και στα 1918 το σόλιασμα των παπουτσιών κόστιζε 10 δρχ.
Ομπρελάς: Το επάγγελμα του ομπρελά ήταν ευκαιριακό και εποχιακό. Γυρνούσε στις γειτονιές κουβαλώντας μαζί του παλιές ομπρέλες μισοχαλασμένες, χρήσιμες για ανταλλακτικά. Το ύφασμα που χρειαζόταν για την ομπρέλα το διέθετε η νοικοκυρά.
Καρεκλάς: Hταν ο τεχνίτης που γνώριζε να πλέκει με επιδεξιότητα το χόρτο (σάζι) στο ξύλινο πλαίσιο μιας καρέκλας.Ολη η Θεσσαλονίκη ήταν πεδίο δραστηριότητας τους.
Κοσκινάς: Φρόντιζε να φτιάχνει ο ίδιος τα κόσκινα μια και δεν χρειαζόταν πολλά υλικά και εργαλεία για να γίνει. Μια ψιλή σίτα ή μία τρυπημένη λαμαρίνα ή ακόμη και ένα δέρμα με τρύπες -ανάλογα για τη δουλειά που το χρειαζόταν η νοικοκυρά- και ένα λεπτό, στρογγυλό ξύλο, το "κασνάκι", γύρω-γύρω, ήταν τα υλικά που χρειαζόταν για να γίνει ένα κόσκινο.
Καλαθάς: Με τις συχνές μετακινήσεις του από τους βάλτους στην πόλη, βοήθησαν πολύ στην απελευθέρωσή της, μεταφέροντας μηνύματα, τρόφιμα, πολλές φορές και πολεμοφόδια στους αντάρτες του βάλτου και αργότερα στην κατοχή στα διάφορα άλλα αντάρτικα λημέρια.
Σκουπάς: Παλιά φορτωνόταν ο σκουπάς όσες σκούπες μπορούσε και γύριζε όλη την ημέρα μέχρι να ξεπουλήσει το εμπόρευμά του. Τις σκούπες τις ετοίμαζε ο ίδιος από μέρες στο σπίτι του με τη βοήθεια της οικογένειάς του, γιατί χρειαζόταν μεγάλη προετοιμασία για να γίνει μια σκούπα ή άλλες φορές τις αγόραζε από τους εμπόρους
Καλαθάς
Σταμνάς: Ο σταμνάς προμηθευόταν από νωρίς όλα τα πήλινα είδη, τα απαραίτητα για το νοικοκυριό, όπως στάμνες, πήλινες κατσαρόλες, κιούπια και γλάστρες από τα γύρω καμίνια. Τα φόρτωνε σε κοφίνια που κουβαλούσε το γαϊδουράκι του και γύριζε στις γειτονιές για να ξεπουλήσει.
Κρασάς: Το επάγγελμα του κρασά ήταν εποχιακό. Κατά τον Οκτώβριο με τα πρώτα κρύα ήταν έτοιμο το κρασί.Η ποσότητα του κρασιού υπολογίζονταν σε μεταλλικά κύπελα της οκάς ή μισοκάρικα κι ο κρασάς είχε πάντα μαζί του και το δράμι.
Λαδάς: Αυτός που πουλούσε το λάδι το έπαιρνε από τους εμπόρους, που το έφερναν από τη νότια Ελλάδα μέσα σε κιούπια ή βαρέλια.Ο μικροπωλητής έπαιρνε το λάδι, που ήταν αγνό λάδι ελιάς, το έβαζε σε ξύλινα βαρέλια και τα φόρτωνε σε κάρο.
Νερουλάς: Στην παλιά Θεσσαλονίκη που δεν υπήρχαν βρύσες μέσα στα σπίτια, ο νερουλάς αναλάμβανε την τροφοδότησή τους με νερό. Υπήρχε συνήθως ένας νερουλάς σε κάθε γειτονιά και είχε σταθερή πελατεία. Έκανε πολλά κοπιαστικά δρομολόγια και αμειβότανε περίπου 1 δεκάρα τον τενεκέ. Το επάγγελμα του νερουλά διατηρήθηκε μέχρι το 1930, οπότε ιδρύθηκε ο ΟΥΘ.
Γαλατάς: Οι πλανόδιοι γαλατάδες κατέβαιναν από τα γύρω χωριά στην πόλη τις πρωινές ώρες ή ακόμη και τις απογευματινέ ανάλογα με την ώρα που έκαναν το άρμεγμα. Οι περισσότεροι φορούσαν τοπικές ενδυμασίες. Γύριζαν από σπίτι σε σπίτι πουλώντας το φρέσκο, ολόπαχο γάλα που το μετρούσαν 1/4 με ½ οκά ή μία οκά, τα λεγόμενα δράμια.
Γιαουρτσής: Έβγαινε στην γύρα μετά το ηλιοβασίλεμα και ο λόγος ήταν η προστασία των πελατών του από τις μύγες και το ξύνισμα του γιαουρτιού, μα ακόμη γιατί η γιαούρτη είναι μοναδική για βραδινή τροφή.
Παγωτατζής: Είχε ένα μεγάλο κάδο ξύλινο και στο κέντρο του τοποθετούσε έναν άλλο μεταλλικό κάδο, στον οποίο έριχνε τα υλικά που χρειαζόταν για να γίνει το παγωτό. Είχε ένα ωραίο καρότσι ολόλευκο γεμάτο πλουμίδια και φωτογραφίες πάνω στο οποίο τοποθετούσε τα σκεύη για να σερβίρει το παγωτό καθαρά και καλογυαλισμένα.
Σαλεπιτζής
Μπουγατσατζής: Η προετοιμασία της μπουγάτσας γινόταν στο σπίτι του μπουγατσατζή από το απόγευμα της προηγούμενης μέρας. Κατά τις 7 - 8 η ώρα έβγαινε στην πλατεία, συνήθως είχε στέκι στον Βαρδάρη και την πωλούσε στους περαστικούς που πήγαιναν εκείνη την ώρα στη δουλειά τους. Η τιμή της ήταν μία δραχμή το κομμάτι ή 3 δραχμές η οκά.
Χαλβατζής: Οι πλανόδιοι χαλβατζήδες με την ολοστρόγγυλη τάβλα απάνω στο κεφάλι τους, σεργιανούσαν στους δρόμους της πόλης και διαλαλούσαν το εμπόρευμά τους. Οι καλύτεροι τεχνίτες του χαλβά ήταν οι Αρβανίτες.
Μαντζουνάς: Ο μαντζουνάς για να ετοιμάσει το νοστιμότατο μαντζούνι που μοσχοβολούσε ξυπνούσε από τη νύχτα. Τα υλικά που χρησιμοποιούσε ήταν λίγη ζάχαρη, νερό, διάφορα χρώματα, αρώματα, μπαχαρικά και ό,τι άλλο ήταν απαραίτητο.
Λουκουματζής: Πολύ συχνά σε δρόμους περαστικούς σε στάσεις λεωφορείων ή στους σταθμούς των τρένων, συναντούσε κανείς τον πλανόδιο πωλητη λουκουμιών. Εμφανιζόταν κατά τις 10 το πρωί αλλά και το απόγευμα.
Κουλουρτζής: Οι μικροπωλητές με τους ταβάδες στο κεφάλι ή με καλάθια, ξεχύνονταν στους δρόμους από τα ξημερώματα και μέχρι τις 10 - 11 το πρωί ξεπουλούσαν. Οι καλύτεροι τεχνίτες κουλουριών ήταν οι Ηπειρώτες.
Καστανάς: Οι καστανάδες ήταν ντόπιοι και τα κάστανα τα κατέβαζαν με τα ζώα από διάφορες περιοχές το Χορτιάτη, την Καστανιά, το Πήλιο και το Βόλο.
Σαλεπιτζής: Με την κάτασπρη ποδιά του και το σκούφο, τυλιγμένος στα ζεστά, με τη φουφού αναμμένη, ένα μικρό σκαμνί, το αστραφτερό χάλκινο γκιούμι, τα κουπάκια και το δίσκο διαλαλούσε στους παγωμένους δρόμους το αχνιστό και μυρωμένο σαλέπι. Οι περισσότεροι σαλεπιτζήδες ήταν μικρασιάτες.
Λεμονατζής: Στην παλιά Θεσσαλονίκη ο λεμονατζής έκανε την εμφάνισή του από τις 10 το πρωί μέχρι αργά το απόγευμα. Ετοίμαζε στο σπίτι του από νωρίς την λεμονάδα, την οποία τοτποθετούσε στο κέντρο ενός χάλκινου, γυαλιστερού τεπόζιτου και γύρω-γύρω έβαζε πάγο. Συνήθως οι λεμονατζήδες ήταν αρβανίτες.
Μανάβης
Μανάβης: Περνούσε από τις γειτονιές με το γαϊδουράκι του και το κάρο του γεμάτο λαχανικά. Μα για να είναι γεμάτο ήταν οπωσδήποτε καλοκαίρι. Το χειμώνα δεν υπήρχαν θερμοκήπια.
Αυγουλάς: Ο αυγουλάς έπρεπε τη νύχτα να ξεκινήσει από τα γύρω χωριά της Θεσσαλονίκης, φορτώνοντας από βραδύς ακόμα την πραμάτεια του στο κάρο ή και στον ώμο του πολλές φορές και που αποτελούνταν από αυγά, από κότες και κοκόρια, ανάλογα με τις απαιτήσεις.
Κρεοπώλης: Κάθε πλανόδιος κρεοπώλης τριγυρνούσε τις γειτονιές το πρωί με το άλογο του, που ήταν φορτωμένο με δύο ξύλινες τάβλες πάνω στις οποίες ήταν κρεμασμένα από καρφιά, κομμάτια κρέας. Το επάγγελμα του πλανόδιου κρεοπώλη το εξασκούσαν Έλληνες και Τούρκοι.
Πατσατζής: Από πολύ πρωί ο πατσατζής πήγαινε στα σφαγεία για να αγοράσει τα προϊόντά του.
Ψαράς: Οι ψαράδες ήταν άνθρωποι πνευματώδεις και ετοιμόλογοι. Και τότε και τώρα οι περισσότεροι κατάγονται από τη Σμύρνη.
Αβδελάς: Το επάγγελμα του αβδελά ξεκινάει τον περασμένο αιώνα και η ακμή του φτάνει μέχρι το 1953.Αβδελάδες ήταν κυρίως οι γύφτοι. Το στέκι αγοράς των αβδελών ήταν η Στοά Χορτιάτη και δίπλα η οδός Μενελάου. Ο αβδελάς έβαζε μέσα σε μικρά βαζάκια μία ή δύο βδέλες ή όσες του ζητούσε ο αγοραστής και τις πουλούσε 1 δραχμή την καθεμιά
Γανωτής
Γανωτής: Το επάγγελμα του γανωτή ήταν πολύ παλιό. Στην πλάτη του κουβαλούσε πάντα ένα τσουβάλι για να συγκεντρώσει τα μπακιρικά που ήθελαν γάνωμα. Μέχρι το μεσημέρι μάζευε όλα τα σκεύη και τα μετέφερε στο εργαστήρι του, το χαλκωματάδικο, που ήταν συνήθως στο σπίτι του. Η τιμή γανώματος για κάθε σκεύος ήταν το 1920 περίπου 10 δραχμές.: Το επάγγελμα του γανωτή ήταν πολύ παλιό. Στην πλάτη του κουβαλούσε πάντα ένα τσουβάλι για να συγκεντρώσει τα μπακιρικά που ήθελαν γάνωμα. Μέχρι το μεσημέρι μάζευε όλα τα σκεύη και τα μετέφερε στο εργαστήρι του, το χαλκωματάδικο, που ήταν συνήθως στο σπίτι του. Η τιμή γανώματος για κάθε σκεύος ήταν το 1920 περίπου 10 δραχμές.
Ακονιστής
Ακονιστής: Ο γυρολόγος ακονιστής γυρόφερνε στις γειτονιές φορτωμένος με το ακόνι, ένα χειροκίνητο εργαλείο με ξύλινη βάση που στήριζε πάνω την πέτρα φτιαγμένη κυκλικά, από νερόπετρα, μυλόπετρα.
Καρβουνιάρης: Ο καρβουνιάρης πήγαινε πρωί πρωί στα καμίνια και φόρτωνε το γαϊδουράκι του με όσα τσουβάλια κάρβουνα άντεχε. Υστερα γύριζε τις γειτονιές όλη την μέρα και πουλούσε τα κάρβουνα στις νοικοκυρές που τα χρειαζονταν για να μεγειρέψουν το φαγητό.
Ξυλάς: Τα ξύλα τα μετλεφεραν χωρικοί από τα βουνά στις πολεις. Από δω άρχιζε η δουλειά του ξυλοκόπου που πολλές φορές ήταν δύο και τρεις μαζί. Εκοβαν τα ξύλα σε μικρά κομματάκια με το τσεκούρι και το πριόνι τοποθετώντας κάθετα ανάμεσα στα πόδια τους, ενώ το ξύλο οριζόντια.
Καλντερμιτζής.: Δεν πρόκειται για μεμονωμένους τεχνίτες αλλά για μικρά, έκτακτα, ειδικευμένα συνεργεία του Δήμου που δούλευαν με ημερομίσθιο. Συνήθως δούλευαν κοντά στις ράγες του τραμ και επισκεύαζαν τα φθαρμένα σημεία με κυβόλιθους, σκληρές πέτρες λαξευμένες συνήθως από γρανίτη, κατάλληλες για την οδόστρωση.
Τουλουπατζής: Οι τουλουπατζήδες ήταν μια ομάδα ανθρώπων, ιδιωτών, που είχαν το στέκι τους μέσα στα Λαδάδικα. Πυροσβέστες ήταν κυρίως Εβραίοι. Το επάγγελμα αυτό υπήρχε στη Θεσσαλονίκη μέχρι το 1920.
Λούστρος
Φαναρτζής: Το επάγγελμα του φαναρτζή λειτούργησε στη Θεσσαλονίκη μέχρι το 1935 που αντικατάστησε ο ηλεκτρισμός. Οι φαναρτζήδες ήταν δημοτικοί υπάλληλοι και ήταν επιφορτισμένοι κατά περιοχές με το άναμμα και σβήσιμο των φαναριών που υπήρχαν στους δρόμους.
Σκουπιδιάρης: Οι σκουπιδιάρηδες ήταν δημοτικοί υπάλληλοι και περνούσαν από τις γειτονιές ότι ώρα τους βόλευε. Ηταν συνήθως Τούρκοι ή γύφτοι.
Καϊφενές: Ο καφετζής άνοιγε το μαγαζί του πολύ πρωί. Έβαζε την ποδιά του για να περιποιηθεί την πελατεία του.
Μπαρμπέρης: Οι μπαρμπέρηδες ήταν δύο λογιών: Oι μαγαζάτορες μπαρμπέρηδες, δηλαδή εκείνοι που στεγαζόταν μέσα σε μαγαζιά και οι υπαίθριοι μπαρμπέρηδες που είχα τα στέκι τους έξω από τα χάνια.
Λούστρος: Ο λούστρος τριγυρνούσε στους κεντρικούς δρόμους της πόλης φορτωμένος με το γραφικό, ξύλινο κασελάκι. Είχε σχεδόν μόνιμη πελατεία, μόνο άντρες. Η αμοιβή του για το ζευγάρι των παπουτσιών ήταν μία δραχμή.
Εφημεριδοπώλης : Στη Θεσσαλονίκη το επάγγελμα του εφημεριδοπώλη το εξασκούσαν κυρίως παιδιά 13-17 χρονών. Η ποικιλία των εφημερίδων ήταν μεγάλη. Κυκλοφορούσαν και ντόπιες και ξένες εφημερίδες.
Φωτογράφος: Ο φωτογράφος άρχιζε τη δουλειά του κάθε μέρα κατά τις 10 το πρωί. Το στέκι του ήταν στην πλατεία Αριστοτέλους ή στον Λευκό Πύργο.
ΠΗΓΉ

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.


Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.


Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια

ΤΟ ΚΑΚΟ ΜΑΤΙ

Πολλοί Έλληνες, ιδίως στην επαρχία, πιστεύουν ότι ένα άτομο μπορεί να "ματιάσει" ένα άλλο είτε από φθόνο είτε από υπερβολικό θαυμασμό. Ο "ματιασμένος" νοιώθει άσχημα σωματικά και ψυχολογικά. Για να αποφύγουν το κακό μάτι, όσοι πιστεύουν σε αυτό φοράνε ένα μπλε ματόχαντρο ή ένα μπλε βραχιόλι. Οι προληπτικοί και όσοι πιστεύουν στη βασκανία δηλώνουν ότι το μπλε χρώμα διώχνει το κακό μάτι. Παραδόξως όμως πιστεύουν ότι οι γαλανομάτες είναι αυτοί που κυρίως "ματιάζουν". Εκτός από το ματόχαντρο, ένας άλλος τρόπος για να προστατευθεί κανείς από το κακό μάτι είναι να κρεμάσει σε μια γωνία του σπιτιού του σκόρδα. Οι Έλληνες πιστεύουν ότι το σκόρδο (όπως και τα κρεμμύδια) έχει και άλλες θεραπευτικές ιδιότητες. Έτσι λοιπόν όταν κάποιος είναι άρρωστος τον συμβουλεύουν να εμπλουτίσει τη δίαιτά του με σκόρδο.

ΤΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΚΑΙΡΟΥ



Παλιά τα πανηγύρια είχαν, κυρίως εμπορικό χαρακτήρα, γι’ αυτό και τα αποκαλούσαν εμποροπανήγυρη. Βέβαια και ο θρησκευτικός χαρακτήρας κατείχε πρωτεύουσα θέση.
Έτσι λοιπόν, ανάλογα στον κάθε τόπο με το πότε γιόρταζε η εκκλησία του χωριού ή σε προκαθορισμένες ημερομηνίες, γινόταν η εμποροπανήγυρη σε επίκαιρα σημεία της περιοχής, που προσφέρονταν εδαφικά και οδικά στον ευρύτερο χώρο. Στο πανηγύρι συμμετείχε ολόκληρο το χωριό, με ιδιαίτερη χαρά. Ήταν μια ευκαιρία να ξεχάσουν τα βάσανα μιας ολόκληρης κοπιαστικής χρονιάς. Σ’ αυτό το πανηγύρι, έκαναν έντονη την παρουσία τους οι νέοι του χωριού, που γάμπριζαν.
Μέχρι το 1950 και λίγο αργότερα, για να εξοικονομήσει ο τύπος του χορευταρά και γλεντζέ τα χρήματα που του χρειαζόταν για να πάει σ΄ ορισμένα πανηγύρια, για να χαρεί τα νιάτα και τη λεβεντιά του, έπρεπε να κάμει οικονομίες ολόκληρο το χρόνο και περίμενε να έλθει η ημέρα του δείνα ή τάδε πανηγυριού και να ντυθεί τα γιορτινά του, το γυαλιστερό και τριζάτο βρακί, το πολίτικο γιλέκο (από την πόλη), το ποικιλόχρωμο πουκάμισο, το σακάκι το πανάκριβο και τέλος το «βρακάδικο» σκούφο - έμοιαζε με τον Αϊβαλιώτικο - που τώρα πια δεν υπάρχει στην αγορά - η καμιά φορά και καπέλο.

Τα ζύγιζε όλα, τόσα στους δίσκους της εκκλησίας, τόσα στο κερί, τόσα στο γεύμα της εκκλησίας, τόσα στο καφενείο και τόσα στα μουσικά όργανα (βιολί, κλαρίνο, ούτι, λαούτο και καμιά φορά σαντούρι). Μεταφορικό μέσο είχε το μουλάρι του, που κι αυτό έπρεπε να είναι περιποιημένο, σαμάρι καινούργιο, καπίστρι με πολύχρωμες χάντρες και φυλακτό, στρογγυλό από το πάχος, ευκίνητο. Εκείνο όμως που έκαμνε πιο μεγάλη εντύπωση, ήταν ο αναβάτης, ο νέος με το στριμμένο, σαν τσιγκέλι, μουστάκι, τα πλούσια καλοχτενισμένα μαλλιά και περιποιημένα, όχι όπως ο σημερινός μακρυμάλλης. Καμιά φορά οι αναβάτες ήταν «δικάβαλλοι», δηλ. διπλοί.
Οι κοπελιές του χωριού και των γειτονικών χωριών τον έβλεπαν και τον καμάρωναν και αυτός περήφανος για τον εαυτό του, σκόρπιζε σ΄ όλες, κατά προτίμηση στην αγαπημένη του, δειλές ματιές, που λίγα έδειχναν, αλλά πολλά υπόσχονταν.

Άρχιζαν το χορό με ένα σέρβικο ή χασάπικο ή γιωργάρικο, που φανέρωναν όλη την χορευτική τους δεινότητα σε ευκινησία, τσαλίμια, που με κατάπληξη τους παρακολουθούσαμε. ΄Έπειτα ο καλαματιανός που έπαιρναν μέρος και περισσότερες κοπέλες, διότι οι πρώτοι προϋπέθεταν αντοχή, ευκινησία και χορευτική ικανότητα, ενώ ο καλαματιανός προσιδίαζε περισσότερο στις γυναίκες, και κατόπιν ο συρτός ανά ζεύγη, ξαπολυτός (καρσιλαμάς), γρηγορινός (πολύ σύντομος) τσιφτετέλης και άλλοι.
Παντού πρώτοι και καλύτεροι, ευλύγιστοι, πεταχτοί, λαστιχένιοι σκόρπιζαν το γλέντι, τη χαρά, το θαυμασμό, αλλά κaι το φθόνο για κείνους που δεν ήσαν καλοί χορευτές.
Έπιναν κρασί ή σούμα με μεζέδες, όχι της προκοπής. Η μπύρα ήταν άγνωστη - μα κάτι τέτοιο ήταν ακατανόητο για χωριά. Κερνούσαν όλες τις παρέες και κείνες ανταπέδιδαν το κέρασμα. Σ΄αυτόν που χόρευε πρόσφεραν ούζο ή κρασί και στην κοπελιά λουκούμια, που όσα περισσότερα μάζευε τόση μεγαλύτερη ικανοποίηση δοκίμαζε. Αν μάλιστα τύχαινε να είναι ωραία και καλή χορεύτρια, τα κεράσματα δεν σταματούσαν καθόλου. Τα παιδιά λιγουριάζανε όταν έβλεπαν τόσα λουκούμια να μαζεύουν οι κοπέλες, που σε κάποια φίλη τους τα πετούσαν. Κι αν τύχαινε να είναι γνωστή, τα φιλοδωρούσαν μερικά.

Γινόταν όμως καβγάδες για τη σειρά προτεραιότητας στους «κάβους», που έπρεπε να εξασφαλίσει κάθε συντροφιά για τις κοπέλες της παρέας της. Επικρατούσε μια όχι καλή συνήθεια. Κάθε νέα που έμπαινε στο χωριό έπρεπε να την χορέψουν όλοι οι νέοι που την γνώριζαν και όταν ήταν και καλή χορεύτρια τότε πήγαιναν και ξένοι, φυσικό ήταν λοιπόν να παρατείνεται ο «κάβος», η διάρκεια χορού με αποτέλεσμα να στενοχωρούνται οι άλλες νέες. Και τότε συνέβαιναν οι παρεξηγήσεις.
Σωστό ήταν τότε να διακόπτονταν ο χορός και να πάρει σειρά κάποια άλλη. Η πίστα ήταν μικρή, μόλις επαρκούσε για τρία ζεύγη - σπάνια παραπάνω - τη σειρά προτεραιότητας την κανόνιζαν οι καφετζήδες, που δεν ήταν επαγγελματίες, αλλά περιστασιακοί. Μια άσπρη ποδιά, ήταν το διακριτικό τους. Κι αν τύχαινε να μην τα «παίρνουν απάνω τους» δηλ. να μη ήσαν σβέλτοι, τότε μετατρεπόταν σε δράμα. Εν τω μεταξύ οι άλλες νέες περίμεναν με αγωνία αλλά και πικρία, διότι αναβαλλόταν η σειρά τους.
Δικαιολογημένοι λοιπόν ήσαν οι καυγάδες, αν σκεφθούμε ότι ραδιόφωνα δεν υπήρχαν, κασετόφωνα το ίδιο και συνεπώς μουσική άκουαν μόνο στα πανηγύρια και σε έκτακτες περιστάσεις (αρραβώνες, γάμους και βαφτίσια). Διψούσε ο κόσμος για μουσική και χορό. Πώς να ικανοποιηθεί; Οι ευκαιρίες παρουσιάζονταν μόνο το καλοκαίρι στα πανηγύρια.

Οι μεγάλοι, αν είχαν κορίτσια της παντρειάς, περίμεναν να μπει στο χορό η κόρη τους να την καμαρώσουν, αν όχι πήγαιναν σε διάφορα συγγενικά ή φιλικά σπίτια, κερνιόνταν, έτρωγαν το βράδυ και κατόπιν, όσοι διέθεταν υποζύγια έφευγαν για τα χωριά τους.

Ρόλο έπαιζε και η εποχή, για να διαθέτουν τα απαραίτητα χρήματα αυτοί που θα επισκέπτονταν το παζάρι. Πάλι, ανάλογα τον πληθυσμό και την αξία του κάθε πανηγυριού, ήταν και η διάρκειά του, που συνήθως κυμαινόταν από 3 ως και 8 ημέρες.
Γίνονταν σ’ αυτά εμπορικές συναλλαγές μεγάλης έκτασης. Έμποροι, από τα μεγάλα αστικά κέντρα, φτάνανε εκεί με την πλούσια πραμάτεια τους. Εκτός όμως από το μεγάλο εμπόριο σε παντός είδους αγαθά, όπως σε τρόφιμα, υφάσματα, είδη υπόδησης, γεωργικά εργαλεία, σαμάρια, ψαθιά κ.ά., γινόταν και μεγάλες συναλλαγές αγοραπωλησίας ζώων. Μεγάλη ζήτηση είχαν τα μουλάρια, που γεννιόντουσαν από τη διασταύρωση του γαϊδάρου με τη φοράδα ή αλόγου με γαϊδούρα, γιατί τα ζώα αυτά είναι μεγάλης αντοχής και δεν δυσκολεύονται σε δύσβατους δρόμους. Πολύ διαδεδομένες ήταν και οι τράμπες, που έκαναν εκείνη την εποχή, με τα ζώα.
Εδώ εύρισκε ο καθένας ό,τι ήθελε και σε τιμές συμφέρουσες. Όσοι είχανε κορίτσια της παντρειάς, αγοράζανε από δω τα προικιά τους, όπως χαλκώματα, φορτσέρια, σεντόνια κι ότι άλλο ήταν απαραίτητο.
Τράμπες γίνονταν τότε, εκτός από τα ζώα, και στα υπόλοιπα προϊόντα, μιας και χρήματα δεν υπήρχαν εύκολα.

ΠΗΓΗ

Ό Ελληνικός καφές

Ο Ελληνικός καφές είναι η παρέα του Έλληνα σε κάθε στιγμή της ζωής του. Η παρέα και στα καλά και στα άσχημα. Το πρωϊνό καφεδάκι αποτελεί το καλλίτερο ξεκίνημα της ημέρας αλλά και το απογευματινό πού δημιουργεί την καλλίτερη ατμόσφαιρα για φιλική κουβεντούλα.

Πώς γίνετε όμως ο καφές; Ο Ελληνικός καφές έχει πολλές ποικιλίες κατασκευής και αυτές τις γνωρίζει πολύ καλά ο καφετζής αλλά και ο μερακλής του καφέ.

Για όσους δεν ξέρουν πώς να φτιάχνουν ένα καλό φλιτζάνι καφέ , πάμε να δούμε πώς γίνετε.

Ελληνικός καφές

Τρόπος παρασκευής καλού Ελληνικού καφέ


Μπρίκι

Κατά προτίμηση με στενό πάνω μέρος για να ανακυκλώνεται η θερμοκρασία κατά την διάρκεια του ψησίματος και στην σωστή διάσταση για την συγκεκριμένη ποσότητα καφέ που θα φτιάξουμε.


Εστία ψησίματος

Κατά προτίμηση χόβολη ή έστω γκαζάκι με χαμηλή φλόγα.

Το ηλεκτρικό μάτι δεν προτείνεται γιατί παρέχει ζέστη μόνο από κάτω από το μπρίκι και καθόλου από το πλάι. Επίσης αργεί να ζεσταθεί αλλά από την στιγμή που θα ζεσταθεί και μετά έχει μεγάλη ένταση η θερμοκρασία που αναπτύσσει


Φλιτζάνι.

Χοντρό πορσελάνινο για να διατηρεί ζεστό τον καφέ περισσότερη ώρα


Καφές: επιλέξτε τον καφέ που σας αρέσει. Είναι και θέμα προσωπικού γούστου πέρα από ποιότητα καφέ


Ο Ελληνικός καφές είναι συνήθως ανοιχτόχρωμος και χαρμάνι του βραζιλιάνικου Rio, Santos και Robusta. Πλέον κυκλοφορεί και πιο καβουρντισμένος, «σκούρος» ελληνικός, χαρμάνι από καφέδες της Κεντρικής Αμερικής, για όσους προτιμούν τον καφέ πιο πικρό και δυνατό. Στα καφεκοπτεία βρίσκεις χύμα και μεσαίου καβουρντίσματος, που είναι ελάχιστα πιο πικρός και πικάντικος, και δεν υστερεί σε καϊμάκι. Στην Ελλάδα ο καφές καβουρντίζεται σε κενό αέρος. Εξωτερικά ο κόκκος είναι πιο ψημένος και εσωτερικά είναι λίγο άψητος


Ονομασίες και αναλογίες καφέ / ζάχαρης.

Για φλιτζανάκι των 75 ml, (τυπικός μονός καφές)

Ρίξτε την σωστή ποσότητα νερού μετρώντας με το φλιτζάνι.

Σκέτος με 1 κ.γ. καφέ,

Μέτριος με 1 κ.γ. καφέ και 1 κ.γ. ζάχαρη ή

Μέτριος-κλασικός με 2 κ.γ. καφέ και 2 κ.γ. ζάχαρη και

Μέτριος γλυκός με 2 κ.γ. ζάχαρη.

Μέτριος με ολίγη (αλλιώς ναι και όχι) έχει λιγότερο από 1 κ.γ. ζάχαρη

Ολίγον μέτριος με 1,5 κ.γ. ζάχαρη.

Μέτριος-βαρύς Ο μέτριος με ακόμη περισσότερο καφέ ,

Πολλά βαρύς έχει 4 κ.γ. καφέ και 6 ζάχαρη, ενώ ο

Βαρύς-γλυκός 3 κ.γ. καφέ και 4 κ.γ. ζάχαρη.

Όταν ζητηθεί χωρίς καϊμάκι ο μέτριος, θα είναι μέτριος βραστός και όχι, θα πρέπει να έχει φουσκώσει δύο φορές και να σερβιριστεί από ψηλά ώστε, πέφτοντας στο φλιτζάνι, να κάνει και φουσκάλες.

Πολλά βαρύς και όχι. Το ίδιο, όπως αλλά με μισή δόση νερού

Σκέτος βραστός δεν έχει καϊμάκι, ενώ ο

Σκέτος (θερια­κλίδικος) θα πρέπει να έχει και καϊμάκι, και φουσκάλες – και για να γίνει σωστός πρέπει να παρασκευαστεί σε κρύο νερό. Τρεις κουταλιές καφέ, καθόλου ζάχαρη, κρύο νερό και όταν αρχίσει να φουσκώνει ανασηκώνουμε και ξανακατεβάζουμε το μπρίκι, Σερβίρουμε από ψηλά για να κάνει και φουσκάλες


Παρατήρηση: Το κουταλάκι του καφέ είναι μικρό


Ψήσιμο καφέ

Αφού βάλουμε καφέ (ή και ζάχαρη) στο μπρίκι, ανακατεύουμε μόνο στην αρχή, μέχρι να ανακατευτεί καλά ο καφές και να λιώσει η ζάχαρη. Αποφεύγουμε να ξαναανακατέψουμε γιατί χαλάει το καϊμάκι.

Αν ψήνουμε σε χόβολη / άμμο, βυθίζουμε μέχρι τη μέση το μπρίκι στην «άμμο» και περιμένουμε να φουσκώσει.
Αν φτιάχνουμε συγχρόνως σε ένα μπρίκι παραπάνω από ένα καφέ, μοιράζουμε στα φλυτζανάκια πρώτα το καϊμάκι και μετά συμπληρώνουμε με τον υπόλοιπο καφέ.

Αν θέλουμε πλούσιο καϊμάκι χρησιμοποιούμε κρύο νερό.


Tips

Διατηρείστε το καφέ ερμητικά κλεισμένο σε αλουμινένο ή γυάλινο βάζο (ή ακόμα και στην αρχική του συσκευασία αφού τυλίξετε το πάνω μέρος από το σακουλάκι και βάλετε ένα λαστιχάκι να το κρατάει κλειστό) κατά προτίμηση μέσα στο ψυγείο

Χρησιμοποιείστε στεγνό και καθαρό κουτάλι για να πάρετε καφέ μέσα από το βάζο του καφέ

Μην βάζετε γάλα στον καφέ γιατί γίνετε πιο βαρύς, πειράζει στο στομάχι και αλλοιώνει το άρωμα και την γεύση του καφέ.

Αφήστε τον καφέ λίγα λεπτά να κάτσει το κατακάθι για να μην σας πειράξει στο στομάχι.

πηγή

Ή περιγραφή τών κατοικιών καί τής ζωής στό χωριό.

Γενικά

Οικιστική μελέτη του χωριού & του συνοικισμού

Το λαϊκό σπίτι, αν το σκεφτούμε μέσα στη συνοικιστική του ομάδα, αποτελεί το ιερό καταφύγιο, αλλά και το ορμητήριο του πρώτου κοινωνικού πυρήνα, που είναι η οικογένεια. Γι' αυτό συγκεντρώνει την ύψιστη προσοχή του δημιουργού (νοικοκύρη ή οικοδόμου, για τα τρία κυριότερα στοιχεία της οργανικής του οντότητας, το στέρεο και εξυπηρετικό χτίσιμο, την καλή γειτνίαση και την πρακτική ομορφιά.


Η μελέτη λοιπόν της λαϊκής κατοικίας πρέπει να γίνεται στα πλαίσια του περιβάλλοντος και του συνόλου των άλλων σπιτιών. Υπάρχει "κοινωνία σπιτιών", όπως υπάρχει και η κοινωνία ανθρώπων. Ο μελετητής λαογράφος, πριν προχωρήσει στην περιγραφή των κατοικιών και της ζωής ενός χωριού, πρέπει να δώσει την συνολική μορφή και τα οικιστικά χαρακτηριστικά του χωριού, με την εξής σειρά:


Επταχώρι Καστορίας


1. Οπτική (πανοραματική) μορφή του χωριού.
Τα σχήματα συνήθως των συνοικισμών είναι: κυκλικά, ασύμμετρα και επιμήκη. Ο κυκλικός συνοικισμός (χωριό) συγκεντρώνεται γύρω από ένα ύψωμα (παλιόκαστρο), μια εκκλησία, μια πηγή ή μια αγορά. Οι δρόμοι του βγαίνουν έξω ακτινωτά. Ο επιμήκης (ή μακρυδρομικός) συνοικισμός σχηματίζεται παράλληλα με τους μεγάλους εθνικούς δρόμους και είναι νεώτερος, Οι σύμμετροι συνοικισμοί ήταν παλιότερα ή σε ψηλώματα (αμφιθεατρικοί) ή σε κρυμμένες κοιλάδες. Μελετάται στις περιπτώσεις αυτές, αν το χωριό είναι δίλοφο ή διπλευρικό. Επίσης, αν είναι παράλιο, μεσόγειο ή ορεινό. Και γενικά, ποιος είναι ο προσανατολισμός και η γεωγραφική του θέση.


Λέχοβο Καστοριάς


2. Κλίμα, έδαφος, υψόμετρο, νερά, καλλιέργειες ·απαραίτητο πλαισίωμα στην περιγραφή μας, που οδηγεί και σε συμπεράσματα, αν το χωριό είναι γεωργικό ή κτηνοτροφικό, παραγωγικό ή άγονο, πράσινο ή ξερό, λιθόκτιστο ή από ξενόφερτα υλικά.


Μέτσοβο Ηπείρου


3. Εσωτερική σύνθεση του χωριού η οποία περιλαμβάνει τα κεντρικά κτίρια όπως η εκκλησία, το σχολείο, τα Κοινοτικά γραφεία, η βρύση, τα καφενεία, η αγορά, το «μεϊντάνι» με τα μαγαζάκια και τα χοροστάσια. Οι γειτονιές με τους χαρακτηριστικούς δρόμους, το κοιμητήριο, οι δρόμοι εξόδου.



4. Ιστορικά του χωριού, όνομα και ετυμολογία, χρονολογία κτισίματος, περιπέτειες, σύγχρονες συνθήκες.


Το Δημοτικό Σχολείο Ριζοβουνίου Πρεβέζης


Οικιστική μελέτη του σπιτιού


1. Περιγραφή του εξωτερικού χώρου, της γειτονιάς, του εδάφους και της έκτασης του οικοπέδου (ξερότοπος, βλάστηση, απάνω γειτονιές, επικλινές έδαφος, ξάγναντο ή γούπατο).



Η πέτρινη καμάρα της Μπαμπαλίνας Τρικάλων


2. Εξωτερική μορφή του σπιτιού. Μονώροφο, διώροφο, πλατυμέτωπο, στενομέτωπο, γωνιόστεγο (δίρριχτο και με αέτωμα), με επίκλινη στέγη (μονόριχτο), επιπεδόστεγο (ταράτσα), πυραμιδόστεγο ή καμπυλόστεγο. Πολυπαράθυρο ή τυφλό. Απλό ή πολυσύνθετο (με χαγιάτια, πτερύγια κτλ.). Χρώματα που κυριαρχούν. Τυχόν επιγραφές ή σήματα και χρονολογίες.


Κατοικία Ηπείρου


3. Υλικά οικοδομίας. Τοιχοποιία, ξυλοδομικά εξαρτήματα, στέγη (κεραμίδια, πλάκες, δὠμα από πηλό, κλαδιά ή τσιμέντο). Εδώ μπορούν να ζητηθούν και τα έθιμα χτισίματος, στα θεμελιώματα (σφάξιμο κοκκόρου, αγιασμοί κτλ.) και στη σκεπή (μαντηλώματα).


4. Αρχιτεκτονικός τύπος του σπιτιού (τοπικός ή πανελλήνιος) και γενική αισθητική. Εκτίμηση των ιδιοτυπιών και εμπνεύσεων. Αισθητική της προσαρμογής στο περιβάλλον. Ψεκτά σημεία επίσης.


Διώροφη οικία Καλάνδρας Χαλκιδικής


5. Εσωτερική διαίρεση του σπιτιού (κάτοψη & τομή). Δωμάτια και χώροι (και τρόποι) οικογενειακής ζωής, για το αντρόγυνο, για τα παιδιά, για τους γέρους, για τους ξένους. Φροντίδες προσανατολισμού και υγιεινής. Πρακτικά διδάγματα, αλλά και άγνοιες. Χρώματα και διακόσμηση, θέση της εστίας και καπνοδόχος.


6. Έπιπλα & σκεύη. Εντοιχισμένα και κινητά έπιπλα της λαϊκής κατοικίας. Τόποι κατασκευής ή αγοράς. Οι ντόπιοι επιπλοποιοί. Τα αρμάρια τροφίμων, οι παλιές κασέλες, το εικονοστάσι. Μεταγενέστερες αστικές εξελίξεις. Τα σκεύη (αγγεία) του μαγειρειού, της τραπεζαρίας, του νοικοκυριού (νερό, πλύσιμο) και της φιλοξενίας (δίσκοι, σερβίτσια κτλ.). Η εσωτερική ατμόσφαιρα και εμφάνιση του σπιτιού είναι η ζωντανότερη πλευρά της ελληνικής κατοικίας, επειδή δείχνει τις οικονομικές συνθήκες της οικογένειας, την προσωπικότητα της νοικοκυράς, την πολιτιστική διάθεση για βελτίωση, και το πνεύμα της φιλοξενίας.


Παραδοσιακή αρχιτεκτονική Κρανέας Ελασσόνας


7. Αυλή & κήπος: Τα χτισίματα της αυλής, φούρνος, μαγειρειό, στάβλοι, αχερώνας, κοτέτσι ή περιστερώνας κτλ. Το πηγάδι και η στέρνα, τρόποι για την άντληση του νερού. Η κεντρική και η δευτερεύουσα πόρτα με την αρχιτεκτονική της στέγης τους. Χτυπητήρια ή κουδούνια για ειδοποίηση. Ασφαλιστικά σύνεργα. Η μάντρα ή ο φράχτης, μικροεμπόδια για τους κλέφτες. Δέντρα και καλλιέργειες. Σπιτική ανθοκομία και γλάστρες ή αρτάνες.


8. Ιδιόρρυθμες αγροτικές κατοικίες: Καλύβες πέτρινες ή δεντρόκλαδες, στάνες και στρούγγες, τσαρδάκια, λιμναίες καλαμωτές κατοικίες κ.α.



Στάνες Σαρακατσαναίων


Η μελέτη της ελληνικής κατοικίας, ιδιαίτερα στην παραδοσιακή της μορφή, είναι έργο εθνικό, όσο εθνικός ήταν πάντα και ο ρόλος του ελληνικού σπιτιού, που στέγασε με συνεχή εξέλιξη την πρώτη γέννηση, τα παιδικά χρόνια, την οικογενειακή τιμή, τον γάμο, τις χαρές και τις λύπες, τον ειρηνικό θάνατο, την φτώχεια ή τον πλούτο, αλλά και την αξιοπρέπεια και την ελευθερία του κάθε Έλληνα.





Σκόρδο σπορά φύτεμα καλλιέργεια


Τα σκόρδα είναι φυτά βολβώδη, πολυετή και ανήκουν στην οικογένεια των λειριοειδών. Καλλιεργούνται για τούς βολβούς τους, οι οποίοι βρίσκουν μεγάλη χρησιμοποίηση στη μαγειρική ή παρασκευή ειδικών δροσιστικών τροφών.
Τα φύλλα διαφέρουν απ' εκείνα των κρεμμυδιών, γιατί είναι πιό σπαθωτά και πιό στενά και στριμμένα. Τα άνθη είναι λευκά και στη κορυφή του καυλού σχηματίζουν σφαιρικό σκιάδιο. Κάθε κεφάλι αποτελείται από 8-12 σκελίδες, εκ των οποίων οι εξωτερικές είναι μεγαλύτερες από τις εσωτερικές και πιό καυτερές. Τα σκόρδα ευδοκιμούν σε χώματα ελαφρά, όχι πολύ υγρά, προ πάντων στραγγερά και γόνιμα. Στα βαριά και σφικτά εδάφη, πού κρατούν πολλή υγρασία, σαπίζουν η δίδουν μικρά κεφάλια, στα δε πολύ ξηρά και άγονα ή απόδοσης των είναι μηδαμινή και ή γεύσης των γίνεται εξαιρετικά καυτερή.
Η καλλιέργεια γίνεται αποκλειστικώς με βολβίδια (σκελίδες) είτε, πολύ σπανίως, με σπόρους. Στα θερμά μέρη ή φυτεία αυτών, εκτελείται κατά "Οκτώβριο-Νοέμβριο, τα δε ψυχρά και ορεινά κατά Φεβρουάριο- Μάρτιο. Το ίδιο γίνεται και για τον πολλαπλασιασμό με σπόρο. Για την απόκτηση καλής φυτείας, πρέπει από κάθε κεφάλι σκόρδου, να διαλέγονται τα εξωτερικά και χονδρά βολβίδια, τα όποια και μόνο να χρησιμοποιούνται, τα δε μικρά και λεπτά να απορρίπτονται.
Αυτά φυτεύονται σε βραγιές και κατά γραμμές 20-25 πόντους, η μία της άλλης, επ’ αυτών δε, κατά διαστήματα 12 -15 πόντους και σε βάθος 2-3 πόντους, το πολύ. Σε περίπτωση συγκαλλιέργειας φυτεύονται ως μπορτούρες στα σαμάρια των βραγιών, των ποτιστικών αυλακών, είτε ανάμεσα στα μαρούλια, στα σπανάκια κλπ.
Για κάθε στρέμμα απαιτούνται πέντε πλεξούδες η 1500-1800 κεφάλια περίπου.
Η προετοιμασία του εδάφους πρέπει να γίνεται καλή, με 2-3 σκαψίματα και σπάσιμο των βώλων, ώστε το χώμα να τρίβεται εντελώς. Επίσης και ή λίπανσης πρέπει να είναι ή κατάλληλη.
Η κοπριά αποτελεί άριστο λίπασμα, σε ποσό 2-2.500 οκάδες στο στρέμμα, πρέπει όμως να είναι εντελώς χωνευμένη και να χρησιμοποιείται πολύ προ της φυτείας. Μαζί με συμπληρωματικά φωσφοροκαλιοΰχα χημ. λιπάσματα (0-12-6) δίδει πολύ καλλίτερα αποτελέσματα. Από τα σύνθετα χημ. λιπάσματα αξιοσύστατος είναι ό τύπος 4-10-10, σε ποσό 50-60 οκάδ. στο στρέμμα. Κατά προτίμηση χρησιμοποιούνται σκέτα, σε χώματα με οργανικές ουσίες η οπωσδήποτε σφικτά.
Η καλλιέργεια των σκόρδων με σπόρο, δεν είναι πρακτική, γιατί χρειάζονται δύο έτη για να δώσουν κεφάλια, δηλαδή, το πρώτο έτος θα παραχθούν μικρά βολβίδια, τα όποια θα ξαναφυτευτούν για ν' αποδώσουν το επόμενο έτος. Επίσης δε πολλαπλασιασμός αυτός, με σπόρο, δεν δίδει τις επιθυμητές ποικιλίες.
Σε όλες τις περιπτώσεις, τα σκόρδα, κατά την διάρκεια της βλαστήσεώς τους, πρέπει να βοτανίζονται και να σκαλίζονται 1-2 φορές, ιδίως στην αρχή, και να ποτίζονται εφ’ όσον μόνον υπάρχει μεγάλη ξηρασία. Όταν πλησιάζει ή ωρίμανση και αρχίσουν να κιτρινίζουν τα φύλλα, τότε δένονται στη κορυφή, είτε στρίβονται για να σταματήσει ή βλάστηση και να γίνουν τα κεφάλια χονδρότερα, ή ακόμη και για να επισπευτεί ή πρωιμότης των.
Η συγκομιδή αρχίζει κατά Μάιο-Ιούνιο αναλόγως των ποικιλιών και του τόπου. Πρέπει να γίνεται μετά την τέλεια αποξήρανση των φύλλων, αλλιώς όταν είναι πρόωρη, τα κεφάλια δεν διατηρούνται και σαπίζουν πολύ γρήγορα στην αποθήκη.
Τα σκόρδα αφού ξεριζωθούν με το χέρι η με λισγάρι, δένονται σε πλεξούδες ανά 50- 100 κεφάλια και αφήνονται μερικές ήμερες στον ήλιο για να χάσουν μέρος της υγρασίας τους. Κατόπιν αναρτώνται σε ξηρή και ευάερη αποθήκη μέχρις ότου διατεθούν. Μια καλή απόδοσης σκόρδων φθάνει 8-12 φορές μεγαλύτερη από το χρησιμοποιηθέν ποσό της φυτείας.

Ποικιλίες.
Οι κυριότερες ποικιλίες των σκόρδων, οι οποίες και συχνότερα συναντώνται στην καλλιέργεια είναι:
-Σκόρδα κοινά. Ταύτα κάνουν κεφάλια μέτρια στο μέγεθος με πολλές και σφικτές σκελίδες, συνήθως ο-λίγο κυρτές. Είναι ποικιλία ανθεκτική και μάλλον όψιμη.
-Σκόρδα ολόλευκα. Ταύτα γίνονται χονδρότερα των προηγουμένων και με σκελίδες ποιό σαρκώδεις. Οι εσωτερικές και εξωτερικές φλούδες είναι χαρακτηριστικώς κάτασπρες. Είναι ποικιλία εκλεκτή και πρώιμη
-Σκόρδα τεράστια. Τα κεφάλια αυτών αποκτούν τεράστιο όγκο (10—15 πόντους διάμετρο) με ολίγες σκελίδες, αλλά ή κάθε μία αντιστοιχεί μ' ένα ολόκληρο σκόρδο κοινό. Πρόκειται περί εξαιρετικής ποικιλίας, ελάχιστα όμως καλλιεργούμενης
-Σκόρδα στρογγυλά χονδρά. Ταύτα αποκτούν κεφάλια χονδρά και σχεδόν στρογγυλά , με σαρκώδεις σκελίδες ελάχιστα καυστικές .
-Σκόρδα σχιστά. Ταύτα χαρακτηρίζονται από τις σκελίδες όποιες είναι πολύ χαλαρές μεταξύ των η μάλλον όλως διόλου χωριστές. Είναι γλυκύτερα από τα άλλα σκόρδα και αποτελούν άλλο είδος

Ασθένειες. Οι συνηθέστερες αρρώστιες των σκόρδων είναι:
Η σκωρίαση
Παρουσιάζεται στα φύλλα σαν πολυάριθμα και πυκνά στίγματα σκουρόξανθα, τα όποια εμποδίζουν τη κανονική λειτουργία της βλαστήσεως. Προλαμβάνεται με 2-3 ψεκάσματα βορδιγαλείου πολτού (1 οκά θειικός χαλκός με 1 οκά ασβέστη σε 100 οκάδες νερό).




Η σήψης των βολβών
Είναι ένας μικρός μύκητας, ό όποιος ζει συνήθως ως σαπρόφυτο, αλλά κάποτε προσβάλλει τα σκόρδα και κρεμμύδια, όπου αναπτύσσεται σε παράσιτο. Παρουσιάζεται ως μαύρη μούχλα μεταξύ των λεπίων των βολβών. Ευνοείται σε πολύ υγρά εδάφη και εκεί πού γίνεται χρήσης φρέσκης κοπριάς. Για τα σκόρδα είναι επικίνδυνη αρρώστια. Θεραπευτικό μέσο δεν υπάρχει, παρά αποφυγή των αίτιων πού τη προκαλούν, είτε αλλαγή της καλλιέργειας για 3-4 χρόνια.

Από τα έντομα, οι σοβαρότεροι εχθροί είναι ό κρεμμυδοφάγος και ή μηλολόνθη, οι όποιοι προσβάλλουν τούς βολβούς. Καταπολεμούνται με άρσενικούχα δολώματα από αραβόσιτο ή πίτυρα, είτε με παγίδες.

Πηγή: Πρακτικός οδηγός του λαχανόκηπου-Παράρτημα «Γεωργικού δελτίου» μηνός Ιανουαρίου 1940
άπό