*-*

Πέμπτη, 25 Μαρτίου 2010

Πασχαλινά έθιμα


Πρόκειται για τα έθιμα που σχετίζονται με τη θρησκευτική εορτή του Πάσχα. Το Πάσχα είναι η μεγαλύτερη και πλουσιότερη σε λαογραφικές εκδηλώσεις γιορτή των ορθοδόξων χριστιανών. Οι χριστιανοί γιορτάζουν την ανάσταση του Σωτήρα και τη διάβαση από το θάνατο στη ζωή. Η αντίστοιχη ελληνική λέξη για το Πάσχα είναι Λαμπρή, διότι η ημέρα της ανάστασης του Χριστού είναι μέρα ευφρόσυνη.




Το Πάσχα είναι κινητή γιορτή. Ο εορτασμός της ορίζεται κάθε χρόνο για την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας. Πληθώρα εθίμων και παραδόσεων αναβιώνουν κατά τη διάρκεια της εβδομάδας που προηγείται του Πάσχα (Μεγάλη Εβδομάδα) σε όλες τις περιοχές του ελληνικού χώρου.





Οι προετοιμασίες για τον εορτασμό της Ανάστασης ξεκινούν από τη Μεγάλη Πέμπτη. Την ημέρα αυτή οι νοικοκυρές κατά παράδοση ετοιμάζουν τα τσουρέκια και βάφουν αβγά με ειδικές βαφές κόκκινου χρώματος. Το αυγό συμβολίζει από την αρχαιότητα την ανανέωση της ζωής και το κόκκινο χρώμα το αίμα του Χριστού. Παλιότερα συνήθιζαν να τοποθετούν το πρώτο κόκκινο αβγό στο εικονοστάσι του σπιτιού για να ξορκίζουν το κακό. Σε κάποια χωριά, πάλι, σημάδευαν το κεφάλι και την πλάτη των μικρών αρνιών με την κόκκινη μπογιά που είχε χρησιμοποιηθεί για το βάψιμο των αβγών. Συνήθιζαν επίσης να φυλάσσουν μία από τις κουλούρες της Μεγάλης Πέμπτης στο εικονοστάσι για να προστατεύονται τα μέλη της οικογένειας από τα μάγια.





Την πιο ιερή μέρα της Μεγάλης Εβδομάδας αποτελεί η Παρασκευή, μέρα κορύφωσης του θείου δράματος με την Αποκαθήλωση από το σταυρό και την Ταφή του Χριστού. Λόγω του πένθους της ημέρας οι νοικοκυρές δεν ασχολούνται με τις δουλειές του σπιτιού, αποφεύγοντας ακόμη και το μαγείρεμα. Με λουλούδια που μαζεύουν ή αγοράζουν, γυναίκες και παιδιά πηγαίνουν στις εκκλησίες για να στολίσουν τον Επιτάφιο. Το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής γίνεται στις εκκλησίες αναπαράσταση της ταφής του Χριστού και το ίδιο απόγευμα η περιφορά του Επιταφίου.





Από το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου ξεκινούν οι ετοιμασίες για το γιορτινό τραπέζι της Ανάστασης και οι νοικοκυρές μαγειρεύουν τη μαγειρίτσα. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα οι πιστοί συγκεντρώνονται στις εκκλησίες κρατώντας λευκές λαμπάδες, τις οποίες ανάβουν με το «Άγιο φως», που μοιράζει ο ιερέας. Όταν ο τελευταίος ψάλλει το «Χριστός Ανέστη» οι πιστοί ανταλλάσσουν ευχές και το λεγόμενο «φιλί της Αγάπης». Με το «Άγιο φως» συνηθίζουν να σταυρώνουν το ανώφλι της εξώπορτας των σπιτιών τρεις φορές για καλή τύχη. Κατόπιν κάθονται γύρω από το γιορτινά στρωμένο τραπέζι για να τσουγκρίσουν τα κόκκινα αυγά και να γευματίσουν με την παραδοσιακή μαγειρίτσα.Το πρωί της Κυριακής σουβλίζεται σε πολλές περιοχές της χώρας ο οβελίας. Σε άλλες πάλι, το κρέας για το πασχαλινό τραπέζι, αρνί ή κατσίκι κατά περίπτωση, ψήνεται στο φούρνο. Μέσα σε εορταστική ατμόσφαιρα ακολουθεί πλούσιο γεύμα και το γλέντι διαρκεί συνήθως μέχρι αργά το βράδυ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.


Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.


Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια