*-*

Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2011

Η ανάγκη για το μικρό μας περιβόλι


Στις μεγάλες κοινωνικές κρίσεις περιμένουμε εύλογα από τους αρμόδιους φορείς να πάρουν κάποια μέτρα που θα δώσουν λύση στο πρόβλημα. Αν, όμως, τα μέτρα αυτά δεν λαμβάνονται ή αν αργούν να αποδώσουν ή αν λαμβάνονται λάθος μέτρα, τότε το άτομο τι κάνει; Δεν μπορεί να περιμένουμε μοιρολατρικά την εξαθλίωση. Πέρα από την ανάγκη συμβολής μας στην συλλογική επίλυση των προβλημάτων, είναι ζωτική ανάγκη –και μπορούμε- να αντιδράσουμε και να δράσουμε και ατομικά. Το κείμενο που ακολουθεί μας ενημερώνει για μια από τις μορφές που πήρε στη Γαλλία και σε άλλες χώρες η ατομική "αντίσταση" στην φτώχεια και στην πείνα: Είναι οι ιδιωτικοί λαχανόκηποι. 

 
Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας «Τα Νέα», το 70% των κατοίκων της Γαλλίας έχει πρόσβαση σε κήπο και αν μέχρι τώρα οι Γάλλοι φύτευαν σε αυτούς από μεράκι λίγα ζαρζαβατικά, τώρα πλέον τους έχουν μετατρέψει σε φυτώρια. Ιδιαίτερα στα βόρεια και τα νοτιοανατολικά περίχωρα οι καλλωπιστικοί κήποι και το γκαζόν ξηλώνονται για να δώσουν την θέση τους σε λαχανόκηπους και οπωροφόρα δέντρα. Τα φρούτα και τα λαχανικά καλλιεργούνται για ιδιωτική χρήση και ό, τι περισσεύει καταψύχεται και κονσερβοποιείται από τους ίδιους. Μάλιστα, σε πολλές περιοχές της γαλλικής επαρχίας αυτοί οι οικογενειακοί κήποι έχουν γίνει λαϊκές αγορές, όπου το μέσον συναλλαγής δεν είναι το χρήμα αλλά η ανταλλαγή των προϊόντων μεταξύ των γειτόνων, πράγμα που ζωντανεύει επίσης τις ανθρώπινες σχέσεις μεταξύ τους. Αυτή την χρονιά η παραγωγή της ντομάτας για ιδιωτική κατανάλωση έφτασε τους 100.000 τόνους – ποσότητα που ξεπέρασε κατά πολύ τις προσδοκίες των ειδικών. Αυτός αποτελεί έναν τρόπο για τους Γάλλους να αυξήσουν την αγοραστική τους δύναμη, καθώς όχι μόνον ο φτωχός αδυνατεί να τα βγάλει πέρα οικονομικά, αλλά και η μεσαία τάξη έχει δεχτεί τις συνέπειες της ανεργίας, της προσωρινής εργασίας και της ακρίβειας.
 
Εκτός όμως από την Γαλλία, πολλές χώρες, έχουν στραφεί σε αυτήν την τακτική όχι μόνον λόγω της ακρίβειας αλλά και των διατροφικών σκανδάλων και φυτοφαρμάκων που μας απειλούν. Ήδη και στις γειτονιές της Αθήνας σε πολλά μπαλκόνια και κήπους οι νοικοκυραίοι έχουν τοποθετήσει ζαρντινιέρες όπου καλλιεργούν τα εποχικά ζαρζαβατικά και αυτό αποτελεί μια σύγχρονη τάση. Η απειλή της καταστροφής του περιβάλλοντος έχει ευαισθητοποιήσει πολλά αστικά νοικοκυριά στην κατανάλωση αγαθών ιδίας παραγωγής και μάλιστα εάν πρόκειται για μπαλκόνια ο όρος που χρησιμοποιείται στην Βρετανία,  είναι «kitchen gardening», (κηπουρική κουζίνας), ενώ εάν πρόκειται για κήπο, ο όρος που χρησιμοποιείται είναι «edible garden» , (φαγώσιμος κήπος). Αυτή η συνήθεια ξεκίνησε  μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στην Βρετανία, την Αυστρία και την Γερμανία καθώς οι κυβερνήσεις τους παραχώρησαν σε οικογένειες εκτάσεις των 15-20 τ.μ. προς καλλιέργεια για τις προσωπικές τους ανάγκες και την καταπολέμηση της πείνας και της φτώχειας. Η συνήθεια αυτή επεκτάθηκε σιγά σιγά και στα σπίτια.  Το ίδιο συνέβη και στην Ρωσία και το φαινόμενο σήμερα αντί να σβήνει  αναζωπυρώνεται από τις νεότερες γενιές  και επεκτείνεται στις ΗΠΑ και σε άλλες χώρες ως αναγκαιότητα.
 
Η δημιουργία μιας οικιακής καλλιέργειας είναι μια εύκολη υπόθεση ακόμα και σε ζαρντινιέρες, αν κανείς δεν διαθέτει μερικά τετραγωνικά γης. Πολύ εύκολα στην καλλιέργειά τους είναι οι πιπεριές, τα μαρούλια, ο άνηθος, το σέλινο και όλα τα μυρωδικά, τα κρεμμύδια, τα σκόρδα, η ρόκα, τα σέσκουλα, οι ντομάτες, τα κολοκύθια και πολλά άλλα. Ακόμα και μια λεμονιά ή μια ροδιά  μπορεί να καλλιεργηθεί σε ένα μπαλκόνι. Ιδιαίτερα αυτή την εποχή μπορούμε να  φυτέψουμε ραδίκια, ρόκα, σπανάκι, μαϊντανό, σκόρδα και μαρούλια. Κάθε εποχή θέλει τα δικά της. Στα βιβλιοπωλεία αλλά και στο διαδίκτυο μπορούμε να αναζητήσουμε πολλές πληροφορίες για την καλλιέργεια όλων αυτών, που όχι μόνο θα καλύψουν τις οικιακές μας ανάγκες σε τροφή ποιοτική και θα κάνουν οικονομία στο πορτοφόλι μας,  αλλά επίσης – και αυτό είναι πολύ σημαντικό για την εποχή που ζούμε και ιδιαίτερα αν ζούμε σε  αστικό κέντρο -  η ενασχόληση με το μικρό περιβόλι μας στην αυλή ή στο μπαλκόνι μας θα αποτελέσει  ψυχαγωγία πραγματική και  αντιστρεσσογόνα. Θα αφυπνίσει μέσα  μας μνήμες ξεχασμένες από καιρό, θα δούμε χρώματα, θα μυρίσουμε αρώματα,  θα μας  φέρει σε επαφή με την γη και το χώμα, τον αέρα, τον ήλιο, το νερό, θα αναγκαστούμε να νοιαστούμε για αυτό που φροντίζουμε, θα το αγαπήσουμε, κοντολογίς θα αφυπνίσει και τις αισθήσεις μας. Η φύση μετά θα κάνει αυτό που ξέρει καλά: θα μας δώσει τους καρπούς της απλόχερα.

 Αν. Γιαννοπούλου  Λ.Κ.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.


Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.


Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια