*-*

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011

H βρύση στην ποίηση και στο δημοτικό μας τραγούδι


¨Η Πηγή"     Ζωγραφικό έργο τής Σοφίας Βλάχου.
-
(σταχυολογήματα)Από την Αρτάνη

- Οι Προγονοί μας πάντοτε έδιναν μεγάλη σημασία και αξία στο νερό,
(νεαρόν ύδωρ > φρέσκο ύδωρ > νερό). Το είχαν Θεοποιήσει!!!. Ο Σοφός Θαλής φιλοσόφησε με βάση το «Θείο ύδωρ». Ο Εμπεδοκλής, μάλιστα, και ένας άλλος σοφός, ο Ίππων, δογμάτιζαν ότι η Ψυχή του ανθρώπου πήρε τη γένεσή της από το νερό, ο δε ποιητής Ασκραίος διατύπωσε: «άριστον μεν ύδωρ, ο δε χρυσός αιθόμενον ύδωρ».
Η χρησιμότητα της πηγής και της βρύσης δεν ήταν για πόση και πλύση μόνο, αλλά και τόπος συναντήσεων τών ανθρώπων. Οι Κορίνθιοι πνευματικοί άνθρωποι στην Κρήνη της Πειρήνης φιλοσοφούσαν, στη βρύση αυτή που πήρε το όνομα της από τα δάκρυα της Πειρήνης για τον πρόωρο θάνατο του γιου της…

Την παράδοση αυτή της φιλοσοφίας και διδασκαλίας την έχει απαθανατίσει ο ποιητής Ευριπίδης με τους στίχους του «διδάσκειν σοφόν αμφί Πει­ρήνης ύδωρ». Μα οι βρύσες - κρήνες - δεν ήταν για τους σοφούς μόνο, αλλά και για τον Λαό. Το νερό είναι πηγή ζωής και προσωποποίηση της αφθονίας και του αστείρευτου πλούτου…


Γι' αυτό και όλοι οι δρόμοι των χωριών είναι έτσι χαραγμένοι που να οδηγούν στη βρύση, το ίδιο στον κάμπο, το ίδιο και στο βουνό, όλα τα δρομάκια οδηγούν σε κάποια βρύση, στο θεμέλιο κάθε δραστηριότητας που παίζει πρωταρχικό ρόλο στη

Ζωή…

Για το χωριό η βρύση, εκτός των άλλων, είναι τόπος συνάντησης ιδίως για τους νέους.

«Κι αν πάς Μαλάμω μ' για νερό
και ΄γω στη βρύση καρτερώ...»
Κι όταν η μοίρα το φέρει και ξενιτευτεί ο νιός, άχαρος μένει ο τόπος για τις νιές:
«πάν’ τα κορίτσια για νερό,
βρίσκουν τον τόπο αδειανό»
.


Μόνο στην ξενιτιά δεν υπάρχουν τέτοιες βρύσες, μας το λέει ο ποιητής:

..δεν θα ιδείς εκεί περίλυπε διαβάτη
να τραγουδάει το κρυσταλλένιο μας νερό...

Αυτό το κελάρυσμα, το τραγούδι της πηγής, τραγούδησε και ο Θεόκριτος στα «Ειδύλλια» του. Για τους νέους η βρύση στάθηκε κάποιο ορόσημο για την αγάπη και τον έρωτα. Η νιότη νιώθει αλλιώς τη ζωή και στο περιβόλι της ψυχής του νέου, ριζώνει εύκολα η αγάπη, ο έρωτας.

«Πήγα στη βρύση κι έκατσα μ' ένα λαμπρό φεγγάρι,
δεν είδα την αγάπη μου νερό να ρθεί να πάρει.
Και χθες την είδα στο χορό που χόρευε μπροστά μου
και μια φορά απ' τις πολλές που διάβαινε μπροστά μου,
ανοίγει τα χειλάκια της και σιγανά μου λέει:
απόψε στην κρυόβρυση θα 'ρθώ ν’ ανταμωθούμε»


Όπως χαρούμενα και τραγουδιστό τρέχει το νεράκι της βρύσης, έτσι οι νιές χαρούμενες θα πάνε στη βρύση γιατί ο νιός τις καρτερεί σιγοτραγουδώντας:

«ποιός είδε ήλιο αποβραδίς
κι αστρί το μεσημέρι,
ποιός είδε κόρη ανύπαντρη
στη βρύση να γεμίζει»
Την αναζητάει τη βρύση και η κόρη, και παρακαλεί τη Μάνα της να τη στείλει για κρύο νερό:
«στείλε με Μάνα μ' για νερό
και θα το φέρω δροσερό
κι αν δε το φέρω δροσερό
τα μάτια μου να μη χαρώ»


Έχει τον σκοπό της η κόρη γιατί κι ο νιός εκεί παραφυλάει:

«Απόψε παραμόνευα
μ' ένα λαμπρό φεγγάρι
για να περάσει η αγάπη μου,
νερό να πάει να πάρει».
Ξέρει κι ο νιός πού πάει η αγάπη του.
“Παν τα πουλάκια στις βοσκές
κι η αγάπη μου στη βρύση”…


… και ακόμη:

Βρύση μου Πετρεκάμαρη
και με το κρύο σου το νερό,
βρύση μ, κι αν έρθει η αγάπη μου,
κι αν έρθει η καλούδα μου,
να της θολώσεις το νερό
να την αργοπορήσετε….
-Δεν ξέρω ποια είναι η αγάπη σου
Και ποια είναι η καλούδα σου!!.
-Φορεί γιορντάνι στο λαιμό,
Χρυσή κορδέλα στα μαλλιά!!.

Εκεί κι ο ξενιτεμένος θα την περιμένει να της ζητήσει νερό:
«Σαράντα τάσια μού ΄δωσε
στα μάτια δεν την είδα,
κι απάνω στα σαράντα δυο
γυρίζει και την βλέπω».


Κι ακόμη:

- Ένα νερό κυρά- Βαγγελιώ
ένα νερό γκρεμίζεται, από πούθε κατεβαίνει;
Βαγγελιώ μου παινεμένη !
-Απ το γκρεμό κυρά - Βαγγελιώ
απ το γκρεμό γκρεμίζεται
και σε περιβόλι μπαίνει,
Βαγγελιώ μου παινεμένη..."

….θα τραγουδήσει ο περιβολάρης.

Μιλάει το νερό στη βρύση με τη δική του γλώσσα και γλυκοχαιρετάει με το κελάρυσμα του. Το νερό της βρύσης είναι ποίηση. Ποιός ποιητής, ποιός μουσικός, με ποιές λέξεις θα σου τραγουδήσει το τραγούδι της βρύσης; Ποιός ζωγράφος και με τι χρώματα θα ζωγραφίσει τη μαγεία της αδιάκοπης τραγουδίστρας βρύσης;

Ζωοδότρα η βρύση, μάζευε ο άνθρωπος κάθε δάκρυ της γης και το 'κανε βρύση, το διοχέτευε σε μια ξύλινη ή πέτρινη κούπα, φύτευε κάποιο δεντράκι -αν δεν υπήρχε- και με τη σκιά των δέντρων και τη δροσιά της βρύσης έκανε την ερημιά, όαση!!!. Πόσες φορές διψασμένοι δουλευτές, εργάτες, ξυλοκόποι, στρατοκόποι και διαβάτες, στη φλόγα του καλοκαιριού δεν έσβησαν τη κάψα τους με γάργαρο νεράκι μιας ξύλινης ή από φλούδα ελάτου, ταπεινής βρυσούλας που την ανακάλυψε στο δάσος από το μουρμουρητό της τραγούδι. Και εκείνη η ταπεινή θα του ΄πει:

«Διαβάτη πιέστο χορταστά
το δροσερό νερό μου,
και γείρε να ξεκουραστείς
στον ίσκιο τον δικό μου»


Πόσο αξίζει το νερό της; Περισσότερο από χρυσάφι!. Ποιός δεν αλλάζει τον χρυσό με δυο σταγόνες νερό να σβήσει τη δίψα του στην ερημιά; Δεν είχε άδικο ο διψασμένος Μουσουλμάνος, όπως μας λέει ο μύθος, που έριξε τον κουβά του στο πηγάδι και έπιασε το χρυσάφι, τον αδειάζει και τον ξαναδειάζει και τον ξαναρίχνει ώσπου έπιασε νερό, ήπιε κι ευχαρίστησε τον Αλλάχ.


Γραφικές ήταν οι βρύσες του χωριού πριν σωληνωθεί το νερό και το χώσουμε μέσα σε άχαρους τσιμεντένιους τοίχους και σε μολυβένιους πλαστικούς και λαστιχένιους σωλήνες. Λίγες, ελάχιστες απόμειναν ακόμη απλές, καλοπελεκημένες ξύλινες και πέτρινες ομορφοπελεκημένες, σωστά μαρμαρένια καλλιτεχνήματα.


Η βρύση στο χωριό είναι κάτι το ξέχωρο, είναι χτισμένη με ιδιαίτερη αρχιτεκτονική και με τα καλύτερα πετρομάρμαρα, του πελεκητή καμάρι και του χωριού στολίδι. Γραφική η βρύση του χωριού, πότε μόνη της τραγουδάει με το τρεχούμενο νεράκι που αναβλύζει από τα σπλάχνα της Γης, πότε δυό - δυό οι κούπες, πότε τρείς και πέντε και πότε εφτά μαζί, μα κάθε μια με το δικό της τραγούδι και τους δικούς της μύθους και θρύλους.

Εκεί κοπέλες λυγερές, ψηλές, λιγνές, κοντούλες και γιομάτες, με λαμπαδοχυμένη μέση, γαϊτανοφρύδες και μαυρομάτες κι άλλες ξανθές με χρυσανθένιες πλεξούδες, Μούσες, Νεράϊδες και Θεές μαζί.

Νεράϊδες σωστές, κατηφόριζαν στη βρύση με ελαφιού σβελτάδα. Άλλες με τη βαρέλα και το καδί στον ώμο κι άλλες με μπόγο μαλλιά και ρούχα πλεκτά και υφαντά για πλύσιμο, όπως τις είδε ο ποιητής να πλένουν, να λευκαίνουν στα κρύα νερά, στού ήλιου τις αχτίδες και τις τραγούδησε:

“Αχολογάει η ρεματιά
λαμποκοπούν οι βρύσες
και πλένουν και λευκαίνουνε
στα κρύα τα νερά,
του ήλιου τις χρυσές αχτίδες”

Η βρύση δεν είναι μόνο το « λάλον ύδωρ » μας, της Κασταλίας πηγής, αλλά ζωή για κάθε ζωντανό και ποίηση και τραγούδι…και..Χαρά!
Κι όλα αυτά και άλλα πολλά, πριν κάμποσα χρόνια, ωσάν όνειρο και γλυκό παραμύθι, πριν έρθει ο καρνάβαλος οδοστρωτήρας της ανάποδης καί αντίστροφης εξέλιξης (εξ-έλικος > Ελικών;) με τις πλανεύτρες και δολερές πατούσες του, τις τσαλακώσει κι αυτές και πέσουν θύματα του πλαστικού μας δανειοσυντήρητου ευδαιμονισμού, της απληστίας, της τροφονοθείας, της αδιαφορίας μας, της εκμετάλλευσης, της εμφιάλωσης, της άγριας εμπορευματοποίησης και φορολόγησης 23%!!!!! της καταπάτησης κάθε φυσικής και φυσιολογικής δραστηριότητάς μας.

Μια ματιά αδογμάτιστη χωρίς φόβο, προκατάληψη και πάθος τούτη την εποχή, καθώς φθίνει και «πενθεί» η Μάνα φύση, είναι αρκετή για των λόγων το αληθές.-


‘Αρτάνη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.


Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.


Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια