*-*

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2012

Άγιος Τρύφων. Ο Άγιος των αμπελουργών


Από τον ΔΙΟΝΥΣΣΟ .....στον  ΄Αγιο Τρύφων

Σύμφωνα με τον Ορθόδοξο Συναξαριστή, την 1η Φεβρουαρίου τιμάται η μνήμη του Αγίου Τρύφωνος που έχει καθιερωθεί σαν προστάτης των αμπελουργών. Βέβαια, δεν έχουν βρεθεί γεγονότα από τον βίο του  που να φανερώνουν μια ιδιαίτερη σχέση του Αγίου  με το αμπέλι ή το κρασί.
    Ο Άγιος Τρύφων γεννήθηκε στη Λάμψακο, παραλιακή πόλη της Φρυγίας και προερχόταν από φτωχική οικογένεια. Στην παιδική του ηλικία έβοσκε  χήνες για να ζήσει, συγχρόνως όμως μελετούσε με ζήλο  την Αγία Γραφή και εκτελούσε με ευλάβεια τα θρησκευτικά του καθήκοντα. Αξιώθηκε να θαυματουργεί, να θεραπεύει και να εξορκίζει δαιμόνια εν ζωή. Μαρτύρησε στα χρόνια του Δέκιου, στη Νίκαια της Βιθυνίας της οποίας υπήρξε και ο πολιούχος άγιος. Ποια σχέση είχε όμως ένας χηνοβοσκός με τους αμπελουργούς σε σημείο  μάλιστα να αναδειχθεί  και προστάτης τους; Ποιοι ήταν οι λόγοι που οδήγησαν τους νεώτερους λαϊκούς αγιογράφους να παρουσιάζουν  τον  Άγιο   ως νέο, αγένειο, σγουρομάλλη, κρατώντας κλαδευτήρι, ένα εργαλείο που συνδέεται με το κλάδεμα του αμπελιού, την σημαντικότερη  ίσως αμπελουργική εργασία. Αλλού παρουσιάζεται κρατώντας φύλλα αμπέλου, δείχνοντας ολοφάνερα την ιδιαίτερη σχέση του με αυτό το φυτό.

H απάντηση ίσως κρύβεται στο ότι  ο τόπος καταγωγής του Αγίου, η φρυγική Βιθυνία ήταν ξακουστή για τους αμπελώνες της και την παραγωγή οίνων ποιότητας, όπως και όλα τα παράλια της Προποντίδας. Πιθανότατα λοιπόν ο Άγιος μετατράπηκε σταδιακά σε προστάτη της κύριας παραγωγής του τόπου.
     Μάλιστα λόγω των θαυματουργικών, ιαματικών και εξορκιστικών του ιδιοτήτων, όταν επικράτησε ο Χριστιανισμός και απαγορεύτηκαν τα παλιά λατρευτικά στοιχεία επωμίσθηκε το ρόλο του προστάτη όλων των γεωργών κι όχι μόνο των αμπελουργών. Στο «Μικρό Ευχολόγιο» ( Εκδ. Απ. Διακ. 1993, σελ. 327-328) βρίσκονται η διήγηση και ο όρκος του ίδιου του Αγίου, με τον οποίο έδεσε τα θηρία που κατέστρεφαν αμπέλια, κήπους και αφάνιζαν ακόμη τα φύλλα, έως και τους καρπούς. Τα ονόματα των θηρίων, σύμφωνα πάντα με τον Άγιο, που προκαλούν λοιπόν την καταστροφή στα αμπέλια και χωράφια είναι :  «κάμπη, σκώληξ, σκωληκοκάμπη, σκάνθαρος βρούχος, ακρίς, επίμαλος, καλιγάρις, μακρόπους, μύρμηγξ, φθείρ, ρυγίτης, ψυλλίτης ...» Οι ευχές του Αγίου διαβάζονται από τους ιερείς συνήθως μετά την τέλεση Αγιασμού και με το  αγιασμένο νερό ραντίζονται τα δένδρα και τα φυτά .
Βέβαια, καθοριστικό ρόλο στην ανάδειξη του αγίου ως προστάτη των αμπελουργών παίζει και  το γεγονός ότι η μνήμη του Αγίου Τρύφωνος εορτάζεται την ίδια περίοδο που οι αμπελουργοί αρχίζουν το “κλάδεμα “, μια πολύ σημαντική αμπελουργική εργασία για την πορεία του αμπελιού και της παραγωγής.
Λατρευτικές συνήθειες και έθιμα
Πως ήταν λοιπόν δυνατόν οι ελληνικοί πληθυσμοί της Ανατολικής Ρωμυλίας
( Αγχίαλος, Σωζόπολη, Μεσήμβρια...) που ζούσαν σε κατάφυτες από αμπέλια περιοχές να αγνοήσουν έναν τέτοιο Άγιο, που θα τους εξασφάλιζε την προστασία των αμπελώνων από πιθανές καταστροφές; Οι Αγχιαλίτες λάτρευαν λοιπόν τον Άγιο Τρύφων με ιδιαίτερη ευλάβεια. Την ημέρα αυτή κανένας δεν πήγαινε βέβαια για οποιαδήποτε δουλειά στο αμπέλι, παρά συγκεντρώνονταν όλοι στην Εκκλησία να κάνουν Αγιασμό και αρτοκλασία με κόλλυβο για το μνημόσυνο του Αγίου Τρύφωνα. Στο κόλλυβο μάλιστα που παρέθεταν  “ζωγράφιζαν “ την μορφή του Αγίου. Φρόντιζαν ακόμη να διατηρούν από τον τρύγο σταφύλια, να τα πηγαίνουν αυτή την ημέρα στην εκκλησία, να διαβαστούν και να μοιραστούν στους πιστούς σαν ευλογία. Στο τέλος, ράντιζαν με τον Αγιασμό τα αμπέλια και τα χωράφια τους, για να έχουν καλή παραγωγή, μια καλή χρονιά, με ευφορία και  γονιμότητα.
Όταν  αργότερα, το 1924, όπως αναφέρει η φιλόλογος-λαογράφος Ζέτα Παπαγεωργοπούλου, σαν πρόσφυγες ξεριζώθηκαν και εγκαταστάθηκαν στη  νέα τους πατρίδα, μετέφεραν εκτός από τις αμπελοοινικές τους τεχνικές και τους τρόπους λατρείας τους. Με τη δημιουργία του χωριού, της Νέας Αγχιάλου, δεν χάνουν χρόνο και χτίζουν ένα εκκλησάκι στη μνήμη του Αγίου Τρύφωνα, για να μπορούν να εκτελούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα.
    Από τότε έως σήμερα, κάθε χρόνο  συνεχίζουν πιστά τα λατρευτικά τους έθιμα.Μάλιστα μετά την απόλυση της Θ. Λειτουργίας όλοι γλεντούν με τοπική μουσική, άφθονο κρασί και παραδοσιακές συνταγές. Το γλέντι πλαισιώνουν χορευτικά συγκροτήματα με παραδοσιακούς χορούς, ενώ πλήθος επισκεπτών έχουν την ευκαιρία να γνωρίσουν  και να διασκεδάσουν σε έναν τόπο με πλούσια αμπελοοινική  ιστορία. Οι Αγχιαλίτες τιμούν  λοιπόν με ξεχωριστή ευλάβεια τον Άγιο προστάτη τους συνεχίζοντας έτσι την πολιτιστική παράδοση τόσων αιώνων, που παρέλαβαν από τους προγόνους τους. 

άπό



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.


Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.


Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια