*-*

Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΦΩΤΟΣ.


Μαρτυρίες ή διηγήσεις που να περιγράφουν τη συγκεκριμένη τελετή κατά τους πρώιμους χριστιανικούς αιώνες, δεν έχουν διασωθεί. Έχουν διασωθεί όμως κάποια αρχαία λυχνάρια που οι επιγραφές τους ρίχνουν περισσότερο φως σχετικά με την αρχαιότητα της τελετής.

Η έλευση του Αγίου Φωτός στον Πανάγιο Τάφο του Ιησού Χριστού, κάθε Μεγάλο Σάββατο, είναι ένα θαυμαστό και ιδιαιτέρως τιμώμενο γεγονός που λαμβάνει χώρα για περισσότερο από μία χιλιετία. Κάθε χρόνο, κατά τη μεσημβρία του Μεγάλου Σαββάτου, ένα Φως πηγάζει από τον Τάφο του Χριστού και αναφλέγει την αποκαλούμενη «ακοίμητη» κανδήλα στο εσωτερικό του Τάφου, ενώ ταυτοχρόνως γαλαζόλευκες εκλάμψεις του ίδιου Φωτός διαχέονται μέσα στον Ναό της Αναστάσεως, φωτίζοντας τον χώρο και αναφλέγοντας κάποιες από τις κανδήλες και τις λαμπάδες των πιστών.  Δεν είναι μόνο οι ορθόδοξοι που παίρνουν μέρος στην τελετή του Αγίου Φωτός, αλλά πολλοί αλλόθρησκοι όπως Αρμένιοι και Κόπτες,  που περιμένουν έξω απο τον πανάγιο τάφο του Χριστού για να ανάψουν τις λαμπάδες τους απο τον ορθόδοξο πατριάρχη μιας και το άγιο φως ανάβει μόνο στους ορθοδόξους. Επίσης Εβραίοι αστυνομικοί είναι πάντα παρόν μέσα και έξω απο τον πανάγιο τάφο και μάρτυρες του γεγονότος αυτού κάθε χρόνο.

Εντύπωση προκαλεί, επίσης, το γεγονός ότι οι μουσουλμάνοι των Ιεροσολύμων, αν και αλλόθρησκοι, συμμετέχουν κατά χιλιάδες στην τελετή του Αγίου Φωτός, αποδέχονται την αυθεντικότητα του θαύματος και μεταφέρουν το Φως με ευλάβεια στα τζαμιά και στις κατοικίες τους, όπου το διατηρούν άσβεστο καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.
Σήμερα, μετά από δύο χιλιετίες, το ίδιο Φως εξακολουθεί να εμφανίζεται στον ίδιο τόπο, στο εσωτερικό του Τάφου του Χριστού αλλά και έξω από αυτόν, κατά τη διάρκεια της τελετής του Μεγάλου Σαββάτου. Το γεγονός αυτό έχει καταγεγραμμένη διάρκεια ζωής τουλάχιστον 12 αιώνων. Η  μόνη φορά που δεν εμφανίστηκε  το άγιο φως στον Πανάγιο Τάφο ήταν την εποχή των σταυροφοριών στην Ιερουσαλήμ.
Πότε όμως τελέστηκε για πρώτη φορά το θαύμα;
Το Αγιο Φως εμφανίστηκε για πρώτη φορά την ώρα που έλαβε χώρα η Ανάσταση του Θεανθρώπου, μετά τα μεσάνυχτα του Μεγάλου Σαββάτου και λίγες ώρες πριν από το ξημέρωμα της Κυριακής του Πάσχα, με πιθανότερη ημερομηνία την 5η Απριλίου του 33 μ.Χ.1
Το φως αυτό ταυτίζεται με το υπερφυές Φως που διέλαμψε μέσα στον Τάφο του Χριστού την ώρα της Αναστάσεώς Του.
λιχνιεςΌπως μας αναφέρει ο Άγιος Γρηγόριος και ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός «και τρέχοντας ο Πέτρος, έφτασε στο μνήμα, και βλέποντας το φως εντός του Τάφου εξεπλάγει» , Την ίδια μέρα που αναστήθηκε ο Χριστός και όταν η Μαρία η Μαγδαληνή, η Ιωάννα, η Μαρία η μητέρα του Ιακώβ, μαζί με άλλες γυναίκες πήγαν στο τάφο του Χριστού, παρατήρησαν ότι ένα λευκό φως έλουζε τον τάφο. Έτσι με αυτό τον τρόπο μπόρεσαν και είδαν μέσα στον σκοτεινό τάφο την σινδόνη του Χριστού και τον τάφο που ήταν άδειος.

Η πρώτη παρουσία του θαύματος του Αγίου Ακτίστου Φωτός συναντάται ακριβώς την ώρα που ο Ιησούς Χριστός επιστρέφει από τον κόσμο των νεκρών για να δοξαστεί διά της Αναστάσεώς του μέσα σε ένα απερινόητο και απρόσιτο Φως. Το ίδιο Φως γεμίζει τον Πανάγιο Τάφο, κάθε χρόνο, κατά την τελετή του Μεγάλου Σαββάτου.
Σύμφωνα με τον Έλληνα κληρικό Νικήτα (10ος αι.) το Αγιο Φως άρχισε να εμφανίζεται ήδη από την εποχή του Χριστού, αμέσως μετά την Ανάληψή Του, κάθε Μεγάλο Σάββατο χωρίς καμία διακοπή στο πέρασμα των αιώνων. Ο Άραβας ιστορικός αλ-Μασούντι και ο Αρμένιος ιστορικός Κιρακός ανάγουν τη χρονική αφετηρία του θαύματος λίγο αργότερα, και αναφέρουν ότι το Αγιο Φως άρχισε να εμφανίζεται κατά την περίοδο κατασκευής του Ναού της Αναστάσεως, δηλαδή την περίοδο 326-336 μ.Χ. Ο ιστορικός Κιρακός αναφέρει επιπλέον ότι το πρώτο ιστορικό πρόσωπο που βίωσε το θαύμα είναι ο Αγιος Γρηγόριος ο Φωτιστής, περί το έτος 330.
 
Η καλοπροαίρετη απιστία έναντι των έκτακτων «υπερφυσικών» φαινομένων είναι απαραίτητη και σε πλήρη συμφωνία με το παράγγελμα του Ευαγγελιστή Ιωάννη περί δοκιμής των πνευμάτων «εάν είναι από τον Θεόν».  Όμως, στην περίπτωση του Αγίου Φωτός πρόκειται για ένα γεγονός που δεν είναι έκτακτο ή προσωρινό, αλλά επαναλαμβανόμενο επί πολλούς αιώνες, με τρόπο πασίδηλο και ιστορικώς καταγεγραμμένο.
ΠΗΓΗ 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.


Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.


Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια