Παρασκευή 17 Σεπτεμβρίου 2010

λαϊκοι παραδοσιακοί χοροί


Ζωναράδικος : Χορός μεικτός (χορεύεται από άντρες και γυναίκες) , κυκλικός , με μεγάλη διάδοση σε όλη τη Θράκη . Το όνομά του το οφείλει στο ότι , οι χορευτές , πιάνονται ο ένας από τον άλλον από τα ζωνάρια . Μπροστά μπαίνουν οι άντρες και ακολουθούν οι γυναίκες . Σύμφωνα με τα ήθη παλιότερα , ο τελευταίος άντρας , που θα πιανόταν με την πρώτη γυναίκα του γυναικείου κύκλου για να σχηματίσουν έναν ενιαίο κύκλο χορού , έπρεπε απαραίτητα , να έχει συγγενική σχέση μαζί της .

Συγκαθιστός : Μεικτός , αντικρυστός , κατά ζεύγη . Την ονομασία του την οφείλει στο ότι το βήμα του χορευτή , ημικάθεται , μια στο δεξί και μια στο αριστερό πόδι . Χορεύεται στους γάμους , όταν πηγαίνουν να πάρουν την νύφη , αλλά και σε άλλα πανηγύρια και γλέντια και συνοδεύεται από ενθουσιώδη επιφωνήματα .

Χασάπικος Πολίτικος ή Μακελλάρης : Θεωρείται πολεμικός χορός . Πήρε την ονομασία του από το ότι ήταν ο χορός που συνηθιζόταν ιδιαίτερα από την συντεχνία των μακελλάρηδων (χασάπηδων) .

Αντικρυστός ή Καρσιλαμάς : (Καρσί = Αντίκρυ) . Συνηθίζεται ιδιαίτερα στις γαμήλιες τελετές και διασκεδάσεις . Στην παραδοσιακή εκτέλεση του χορού , οι γυναίκες κρατούν μαντίλι από δύο διαγώνιες άκρες , με τεντωμένε ή λυγισμένα τα χέρια στους αγκώνες , και κινούν τα χέρια δεξιά κι αριστερά , ή περιστρέφουν το μαντίλι κυκλικά στη μία κατεύθυνση , ώσπου να διπλωθεί και μετά , αυτό ξεδιπλώνεται στην αντίθετη κίνηση .

Ταπεινός : Γαμήλιος χορός , καθαρά γυναικείος , απλός και αργός με μικρά βήματα . Είναι ο πρώτος χορός μετά την στέψη , με την νύφη στην κορυφή του χορού .

Κουσευτός : Χορός που ονομάστηκε έτσι , από το ότι τα βήματά του είναι τρεχάτα (κουσεύω = τρέχω)

Χορός της παλαίστρας : Συνηθιζόταν σε γάμους και πανηγύρια , όπου απαραίτητο στοιχείο ήταν το αγώνισμα της πάλης , πολλές φορές από επαγγελματίες παλαιστές .

Σουφλιουτούδα : Γυναικείος χορός του Σουφλίου . Την ονομασία του την οφείλει στον εναρκτήριο στίχο “Σουλτάνα Σουφλιουτούδα” τοπικού χορευτικού τραγουδιού .

Γιάννη μ’ , Γιαννάκη μου : Μεικτός χορός του Σουφλίου επίσης με το όνομά του από τοπικό τραγούδι .

Γίκνα : Γαμήλιος χορός της Ορεστιάδας . Το όνομά του οφείλει στο χρώμα (κνα) , που χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες για το βάψιμο των νυχιών τους .

Σούστα : Μεικτός χορός της περιοχής Διδυμοτείχου . Το όνομά του βγήκε από το “σουστάρισμα” , (λύγισμα) των ποδιών .

Του Μαμά τα παλικάρια : Μεικτός χορός της περιοχής της Γρατινής Ροδόπης . Το όνομά του , από τον εναρκτήριο στίχο του τοπικού τραγουδιού (“Του Μαμά τα παλικάρια , ήταν όλα σαν λιοντάρια”) .

Ζεϊμπέκικος : Αργός χορός , παρόμοιος με τον αντικρυστό Καρσιλαμά . Θεωρείται χορός πολεμικός και χορεύεται μόνο από δύο άτομα . Οι κινήσεις γίνονται μέσα σε νοητό κύκλο . Έχει αργό και γρήγορο μέρος , χωρίς τυποποιημένα βήματα , τα οποία κατά περίσταση δίνουν στον χορευτή την δυνατότητα να εξωτερικεύσει τα συναισθήματά του .

Λαγίσιος ή Λαγίτικος : Μιμητικός και σκωπτικός χορός , που παριστάνει το κυνήγι του λαγού . Είναι κυκλικός και χορευόυαν παλιότερα στα βραδυνά γλέντια του γάμου , για να δημιουργήσει ευθυμία και χαλάρωση , μετά την υπερένταση της ημέρας .

Πως το τρίβουν το πιπέρι : Πολύωρος (;) μιμητικός ανδρικός χορός .Οι ίδιοι οι χορευτές τραγουδούν και προσπαθούν να μιμηθούν τις αντίστοιχες κινήσεις υποθετικού τριψίματος πιπεριού με τα μέλη του σώματός τους (αγκώνα , γόνατα , μύτη κλπ)

Χορός του Μαχαιριού ή Αράπικος : Χορός από δύο άντρες , που κρατούν μαχαίρια και ο ένας προσπαθεί να ακουμπήσει το στήθος του άλλου , οπότε αυτός πέφτει κάτω προσποιούμενος τον νεκρό , και ο νικητής χορεύει γύρω του θριαμβευτικά . (ο χορός αυτός αναφέρεται και στην “Κύρου Ανάβασις” του Ξενοφώντα , Βιβλίο Στ’ , κεφ. 1 , 5-6) .

Οι χοροί των Αναστεναρίων : Ιδιότυποι και ιδιόμορφου χοροί , που έχουν πρωτεύοντα ρόλο στην όλη τελετουργία , και αποτελούν ένα από τα βασικά στοιχεία του … εκστασιασμού των τελεστών . Οι βηματισμοί στους χορούς αυτούς , είναι απλοί , με στατικότητα και αυτοσχεδιασμούς και με ανάλογες κινήσεις των χεριών , που εκφράζουν την ψυχοσύνθεση και τα συναισθήματα των οιστρόπληκτων χορευτών .

silia.wordpress.com

Πέμπτη 10 Ιουνίου 2010

Αμπαή αρχές 20ού αι


Αμπαή αρχές 20ού αι. Δ. 0.43x0.65 μ. Μαλλί, μετάξι Σαρακατσάνοι Αθήνα, Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, Α.Μ. 9089 Αμπαή, μάλλινο κάλυμμα με ενυφασμένο διάκοσμο για το στολισμό του αλόγου που χρησιμοποιούσαν στο ψίκι (γαμήλια πομπή). Σε μπλε σκούρο φόντο προβάλλουν ρόδακες από πολύχρωμα μεταξωτά γαϊτάνια και κομμάτια κόκκινης τσόχας. Στις τρεις πλευρές κρόσσι.

Δισάκι αρχές 20ού αι.


Δισάκι αρχές 20ού αι. Δ. 1.10x0.45 Μαλλί ,δέρμα Μικρά Ασία Αθήνα, Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, Α.Μ. 14644 Δισάκι μάλλινο υφασμένο με την τεχνική του χαλιού με διακοσμητικές λεπτομέρειες από δέρμα. Πλούσιος πολύχρωμος διάκοσμος με παράσταση του Αγίου Δημητρίου και στις δύο πλευρές. Στο κέντρο δεσπόζουν μεγάλα ακτινωτά λουλούδια.

Χράμι αρχές 20ου αι


Χράμι αρχές 20ου αι. Δ. 1.80Χ1.05 μ. Μαλλί Μέτσοβο Αθήνα, Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, Α.Μ. 10506 Ορθογώνιο μάλλινο υφαντό παραπέτασμα πόρτας. Ο πολύχρωμος διάκοσμος είναι ταξινομημένος σε δύο επιφάνειες. Η εξωτερική είναι κόκκινη ενώ η εσωτερική μαύρη και απολήγει σε αέτωμα. Τυποποιημένα φυτικά μοτίβα, συνδυασμένα με σύνθετη ζικ-ζακ γραμμή.

Κιλίμι αρχές 20ου αι


Κιλίμι αρχές 20ου αι; Μαλλί Πλαταιές Αθήνα, Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, Α.Μ. 17587 Μάλλινο ριγωτό υφαντό με πολύχρωμο ενυφασμένο διάκοσμο. Ο διάκοσμος αποτελείται από πλατιές ταινίες με γεωμετρικά θέματα όπως ρόμβοι, τσιγκελωτά και πλήθος άλλων μοτίβων.

Αμπαή αρχές 20ου αι.,


Αμπαή αρχές 20ου αι., Δ. 0.68Χ0.49 μ. Μαλλί Σαρακατσάνοι Αθήνα, Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, Α.Μ. 4103 Αμπαή, μάλλινο κάλυμμα με ενυφασμένο διάκοσμο για το στολισμό του αλόγου που χρησιμοποιούσαν στο ψίκι (γαμήλια πομπή). Πάνω στο μαύρο βάθος προβάλλουν τα λευκά κυρίως διακοσμητικά μοτίβα και κάποιες λεπτομέρειες σε βυσσινί χρώμα. Ανάμεσα τους κυριαρχεί ο σταυρός. Κρόσσι στις τρεις πλευρές.

Πατανία τέλη 19ου/αρχές 20ού αι.


Πατανία τέλη 19ου/αρχές 20ού αι. Δ. 1.30x1.97 Μαλλί Κρήτη Αθήνα, Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, Α.Μ. 5874 Κόκκινο, μάλλινο δίφυλλο κλινοσκέπασμα με πολύχρωμο ενυφασμένο διάκοσμο. Η επάνω στενή πλευρά χαρακτηρίζεται από πλήθος μοτίβων λευκού και κόκκινου χρώματος. Η κάτω στενή πλευρά είναι χωρισμένη σε δύο οριζόντιες επάλληλες ζώνες όπου γυναικείες μορφές χορεύουν πιασμένες χέρι-χέρι, ενώ ανάμεσα παρεμβάλ- λονται γραμμικά και φυτικά μοτίβα. Ξεχωρίζουν δύο εραλδικές παραστάσεις πουλιών. Στην άνω φρίζα της κάτω πλευράς εναλλάσσονται μικρές γυναικείες μορφές με φυτικά μοτίβα.

Πατανία τέλη 19ου/αρχές 20ού αι


Πατανία τέλη 19ου/αρχές 20ού αι. Δ. 1.60x2.00 μ. Μαλλί Κρήτη Αθήνα, Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, Α.Μ. 5525 Τμήμα κόκκινου, μάλλινου τρίφυλλου κλινοσκεπάσματος με πολύχρωμο ενυφασμένο διάκοσμο. Στο κέντρο δεσπόζουν δύο θέματα: μία μεγάλη άμαξα που τη σέρνουν δύο άλογα και την Αγία Σοφία με ψηλά καμπαναριά, που τα στολίζει ο σταυρός. Στο κάτω μέρος η υφάντρα έχει κεντήσει τη λέξη ΚΑΛΗΜΕΡΑ πλαισιωμένη από δύο πετεινούς, αρχέγονο σύμβολο της πάλης και της νίκης των δυνάμεων του καλού ενάντια σε αυτές του κακού. Τη σύνθεση συμπληρώνουν κοπέλες που χορεύουν και εραλδικές παραστάσεις πουλιών και λουλουδιών.

ΚΛΙΝΟΣΚΕΠΑΣΜΑ


Πατανία τέλη 19ου/αρχές 20ού αι. Δ. 1,30 x2.00 μ. Μαλλί Κρήτη Αθήνα, Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, Α.Μ. 5524 Τμήμα κόκκινου, μάλλινου δίφυλλου κλινοσκεπάσματος, με πολύχρωμο ενυφασμένο διάκοσμο. Στη σύνθεση κυριαρχεί η απεικόνιση της βασιλικής οικογένειας με δύο κεφαλαία Α που πιθανόν να δηλώνουν τα αρχικά του ονόματος της υφάντρας. Σε επάλληλες ζώνες είναι διευθετημένα τα υπόλοιπα θέματα, εκ των οποίων οι ανώτερες έχουν αφηγηματικό χαρακτήρα με άλογα που τρέχουν και ένοπλους στρατιωτικούς. Σε όλη τη σύνθεση είναι έκδηλα τα στυλιζαρισμένα φυτικά και ζωικά θέματα καθώς και τα γραμμικά μοτίβα με εγγεγραμμένους ρόδακες.

ΥΦΑΝΤΙΚΗ


ΥΦΑΝΤΙΚΗ
Η υφαντική είναι από τις πρώτες τέχνες στην ιστορία του ανθρώπου. Τα ευρήματα των ανασκαφών μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η υφαντική είναι γνωστή από τα προϊστορικά χρόνια σε όλους τους γνωστούς πολιτισμούς της Μεσογείου, της Κεντρικής Ασίας, της Ινδίας, της ʼπω Ανατολής.

Με τη δημιουργία του υφάσματος ο άνθρωπος καλύπτει βασικές ανάγκες του: προστατεύεται από το κρύο, αλλά και στολίζει το σώμα του και το χώρο όπου κατοικεί, καθώς η υφαντική, πέρα από τη χρησιμότητά της, είναι η κύρια τεχνική με την οποία ο άνθρωπος έδωσε έκφραση στο καλλιτεχνικό του συναίσθημα.

Όπως στα αρχαία χρόνια, έτσι και στη νεότερη Ελλάδα, οι γυναίκες υφαίνουν γιατί πρέπει να ετοιμάσουν όλα τα απαραίτητα στην οικογένεια: υφάσματα για τις φορεσιές, υφαντά για τις ανάγκες του σπιτιού, όπως σεντόνια, μαξιλάρια, βελέντζες, κιλίμια, κουρτίνες, προσόψια, τραπεζομάντιλα κ.λ.π., αλλά και υφαντά απαραίτητα για τις καθημερινές ασχολίες, όπως σακιά για τη μεταφορά προϊόντων, τσαντίλες για το στράγγισμα του τυριού, λαδοσάκια για τα ελαιοτριβεία κ.λ.π.

Όπως στα αρχαία χρόνια, έτσι και στη νεότερη Ελλάδα, η υφαντική κατέλαβε ξεχωριστή θέση ανάμεσα στους κλάδους της ελληνικής λαϊκής τέχνης, ενώ η διαδικασία και τα όργανα της ετοιμασίας της κλωστής και του πανιού πήραν μεταφυσικές προεκτάσεις και συνδέθηκαν με διάφορες λαϊκές μαγικο-θρησκευτικές πρακτικές και δοξασίες.

Η μεγαλύτερη άνθηση της ελληνικής υφαντικής συμπίπτει με την εποχή της γενικής αναγέννησης του Ελληνισμού και καλύπτει τον 18ο και 19ο αιώνα. Τέχνη ανέκαθεν γυναικεία και οικιακή, η υφαντική εξελίσσεται κατά την εποχή αυτή και σε οργανωμένη ανδρική βιοτεχνία, που δεν περιορίζεται μόνο στην εξυπηρέτηση των σπιτικών αναγκών αλλά ανταποκρίνεται και σε πλατιές εμπορευματικές και εξαγωγικές απαιτήσεις.

Τα υφαντά αυτά κατασκευάζονται στα εργαστήρια -όπου εργάζονται κυρίως άντρες- κάτω από την καθοδήγηση συντεχνιών. Οι συντεχνίες συντονίζουν και οργανώνουν την παραγωγή μιας ολόκληρης περιοχής και είναι υπεύθυνες για τη διάθεση της εγχώριας παραγωγής στο εξωτερικό.

Στη Θράκη η περίφημη συντεχνία των αμπατζήδων της Φιλιππούπολης διοχέτευε στο εξωτερικό εμπόριο όλη την εγχώρια παραγωγή του αμπά (χοντρό μάλλινο ύφασμα) Από τις αρχές του 19ου αιώνα, οι μεγαλέμποροι των υφαντών ιδρύουν εμπορικές εταιρείες με αντιπροσώπους σε πολλά μέρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στη Βιέννη, τη Βενετία, την Τεργέστη, και σε άλλα κέντρα του διεθνούς εμπορίου της εποχής.

Συμφωνητικά και έγγραφες παραγγελίες του μακρινού αυτού καιρού δείχνουν την έκταση της εργαστηριακής υφαντικής παραγωγής στην Ελλάδα του 18ου και 19ου αιώνα.

Σε ολόκληρη σχεδόν τη χώρα, από τη Θεσσαλία, την Ήπειρο, τη Μακεδονία και τη Θράκη και από τα Επτάνησα ως τα νησιά του Αιγαίου (Κύπρο, Χίο, Μυτιλήνη) και την Κρήτη, κατασκευάζονταν υφαντά με όλα τα υλικά (μάλλινα, λινά, βαμβακερά, μεταξωτά, ακόμη και χρυσοΰφαντα) που γίνονταν ανάρπαστα όχι μόνο στα αστικά κέντρα της Ελλάδας αλλά και στις αγορές της Δύσης και της Ανατολής.

Τα έργα της υφαντικής διακρίνονταν κυρίως για τους χρωματικούς συνδυασμούς τους και τον πλούτο των διακοσμητικών θεμάτων. Τα χρώματα, βαμμένα με φυτικές χρωστικές ουσίες (ρίζες, φύλλα, καρποί φυτών κ.ά.) έδιναν στα ελληνικά υφαντά αρμονικές συνθέσεις. Απαραίτητο εξάρτημα για την ύφανση των κάθε λογής υφαντών, που δεν έλειπε από κανένα σπίτι, ήταν ο ξύλινος αργαλειός.

Στον ελλαδικό χώρο οι ξύλινοι αργαλειοί, διακρινόταν σε τρεις τύπους : τον όρθιο, τον πλαγιαστό και τον αργαλειό του λάκκου. Από άποψη τεχνικής, τα πιο διαδομένα υφαντά ήταν τα κιλίμια, οι φλοκάτες, τα σκουλάτα, τα δίμιτα κ.ά.

Οι τεχνικές και οι αισθητικές παραλλαγές που απαντούν στα διάκοσμα υφαντά της γυναικείας χειροτεχνίας στην Ελλάδα είναι πολλές. Κάθε περιοχή ακολουθώντας την ιδιαίτερη καλλιτεχνική της αντίληψη, δημιουργεί τη δική της ξεχωριστή παράδοση.

Ωστόσο, το τοπικό χρώμα συχνά νοθεύεται ή και πλουτίζεται με στοιχεία που μεταφέρουν οι επιγαμίες, οι μετακινήσεις, οι εμπορικές συναλλαγές αλλά και οι ξένες επιρροές, ανατολικές και δυτικές, που αφομοιωμένες και αναπλασμένες χαρακτηρίζουν την ελληνική λαϊκή τέχνη στο σύνολό της.

Τα κίνητρα της διάκοσμης οικιακής υφαντικής είναι κυρίως η κατασκευή της φορεσιάς και ο πρακτικός και διακοσμητικός εξοπλισμός του σπιτιού.

Έτσι τα έργα της επηρεάζονται άμεσα από τις ενδυματολογικές ποικιλίες, την κοινωνική οργάνωση, το κλίμα και τη διαμόρφωση των εσωτερικών χώρων της λαϊκής αρχιτεκτονικής του κάθε τόπου. Από τα περισσότερα και πιο εντυπωσιακά έργα της νεοελληνικής υφαντικής, απόλυτα δεμένα -όπως τα έργα της κεντητικής- με την εσωτερική διαμόρφωση του βορειοελλαδίτικου ή του αιγαιοπελαγίτικου σπιτιού, είναι τα πολύμορφα και πολυώνυμα χράμια, καρπέτες, τζακόπανα, μπάντες για τον τοίχο, βελέντζες κ.ά. που στολίζουν τους εσωτερικούς χώρους.

Από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα υφαντών με ενυφασμένο γεωμετρικό διάκοσμο είναι οι καρπέτες της Λευκάδας, πολύχρωμες, με ζωηρούς χρωματισμούς. Αντίθεση στην ευφρόσυνη πολυχρωμία της λευκαδίτικης υφαντικής αποτελούν τα αυστηρότερα, με μαύρο συνήθως βάθος και μικρά στυλιζαρισμένα φυτικά και ζωικά μοτίβα στα υφαντά του Μετσόβου.

Οι Σαρακατσάνοι -νομάδες κτηνοτρόφοι- διαμορφώνουν μια ξεχωριστή υφαντική παράδοση. Τα Σαρακατσάνικα υφαντά, χαρακτηρίζονται από το μαύρο χρώμα του βάθους, διακοσμημένο με λευκά ή πολύχρωμα (συνήθως, κόκκινα, πράσινα, και γαλάζια) διακοσμητικά μοτίβα. Ανάμεσα σ αυτά κυριαρχούν το μοτίβο του σταυρού, του δικέφαλου αετού κ.ά.

Οι λεπτοϋφασμένες, βαμβακερές ή μεταξωτές, στυλομαντήλες της Καρπάθου, εκφράζουν άμεσα τη σχέση ανάμεσα στην υφαντική και την αρχιτεκτονική.

Μακρόστενο υφαντό, η στυλομαντήλα, χρησιμοποιείται για να στολίσει τον κεντρικό στύλο του καρπάθικου σπιτιού. Η δομική θέση του στύλου και οι λατρευτικές τελετουργικές προσφορές που του αποδίδονται κάθε πρώτη του χρόνου και οι οποίες ταυτίζουν τον στύλο με την πατριαρχική ιεραρχία, αποδίδοντας του ταυτόχρονα συμβολισμούς γονιμικής λατρείας, τονίζουν την σπουδαιότητα των πολύχρωμων αυτών υφαντών της Καρπάθου.

Τα ωραιότερα ωστόσο δείγματα της νεοελληνικής υφαντικής είναι οι κόκκινες πατανίες της Κρήτης, με την τοιχογραφική αντίληψη της ενυφασμένης διακόσμησης στις στενές πλευρές τους.

Τρίφυλλα κλινοσκεπάσματα οι κρητικές πατανίες στόλιζαν επιδεικτικά, την ημέρα του γάμου, τους τοίχους του σπιτιού της νύφης. Τα ωραιότερα δείγματα της υφαντικής αυτής προέρχονται από τα χωριά Κισσάμου της Δυτικής Κρήτης.

Σάββατο 1 Μαΐου 2010

Ο ΜΑΪΟΣ ΤΩΝ ΑΝΘΕΩΝ


Ο ΜΑΪΟΣ ΜΑΣ ΕΦΤΑΣΕ ΕΜΠΡΟΣ ΒΗΜΑ ΤΑΧΥ
ΝΑ ΤΟΝ ΠΡΟΫΠΑΝΤΗΣΟΥΜΕ ΠΑΙΔΙΑ ΣΤΗΝ ΕΞΟΧΗ.

Πιστεύεται ότι πήρε το όνομά του από την μητέρα του Ερμή, τη Μαία.

Απεικονίζεται με ένα νέο άνδρα που φέρει στο κεφάλι καλάθι γεμάτο λουλούδια.

Ο λαός μας, συσχετίζοντας παρετυμολογικά το όνομα του Μαΐου με τα μάγια, τον θεωρεί μαγεμένο μήνα.

Ο μήνας των λουλουδιών και της βλάστησης.

Οι Αγραφιώτες τον ονομάζουν «χαλαζά» και οι Τήνιοι «βροχάρη». Οι Θρακιώτες ονομάζουν τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο «Τριαντάφυλλα», γιατί το κυριότερο από τα λουλούδια του Μάη είναι το τριαντάφυλλο.

Στη Μακεδονία ονομάζεται «Κερασάρης», στον Πόντο «Καλομήνας», στην Κύπρο «Πεντεφάς ή Πενταδείλινος», γιατί εξαιτίας του μεγάλου μήκους των ημερών του, αναγκάζονται να τρώνε 5 φορές την ημέρα. Επίσης Πράσινος και Λούλουδος.

ΕΡΓΑΣΙΕΣ:

Θερίζουν τα σανά, τη σίκαλη, τη βρώμη & το κριθάρι.

Σπέρνουν μπαμπάκι, καλαμπόκι.

Μεταφυτεύουν τα καπνά.

Φυτεύουν λαχανικά.

Κάνουν τα τελευταία «μπόλια» (=εμβολιασμούς).

Παρασκευή τυριού.

Κούρεμα προβάτων & γιδιών.


ΕΘΙΜΑ-ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ:

Τον Μάη απέφευγαν να κάνουν γάμους και σημαντικές εργασίες.


ΚΟΥΚΚΟΥΜΑΣ

(Σύμη, 2/5). Στα πολύ παλιά χρόνια ο κουκκουμάς γινόταν σ' όλες τις γειτονιές, για να δουν οι κοπέλες (οι κόρες όπως τις αποκαλούν εκεί) αυτόν που θα παντρευτούν. Αποβραδίς (1/5), μια κοπελιά που ζούσαν οι γονείς της έπαιρνε το «αμίλητο νερό» από 7 σπίτια, σ' ένα δοχείο, που λεγόταν κουκκουμάρι, (απαραίτητο ήταν και στα 7 σπίτια, τη νοικοκυρά να την έλεγαν Ειρήνη). Έριχναν ύστερα όλες οι κοπέλες, στο κουκκουμάρι με το «αμίλητο νερό», τα δαχτυλίδια τους, το σκέπαζαν με κόκκινο πανί, το έδεναν με κόκκινη κορδέλα, έβαζαν από πάνω ένα κλειδί και έβγαζαν το κουκκουμάρι στο δώμα για να το δουν τ' άστρα.




Την επόμενη, 2/5, μετά τη θεία λειτουργία, οι κοπελιές ετοίμαζαν φαγητά (συνήθως γιαπράκια, ντολμάδες δηλαδή) και γλυκά, καθώς και μια πίτα, με μπόλικο αλάτι και «αμίλητο νερό».

Την πίτα την ετοίμαζαν ανάποδα.

Με τα χέρια δηλ. πίσω θα κοσκίνιζαν το αλεύρι, θα ζύμωναν, θα φούρνιζαν και θα ξεφούρνιζαν την πίτα.

Μετά το φαγητό έβαζαν στη μέση ένα μεγάλο ταψί και μέσα σ' αυτό το κουκκουμάρι, αφού το ξεσκέπαζαν και του έβαζαν βασιλικό και άλλα μυρωδικά φυτά, έπαιρναν όλες θέση γύρω του κι άρχιζαν να τραγουδούν σε επίσημη βυζαντινή μελωδία, χτυπώντας τα χέρια τους στο σινί (στρογγυλό χάλκινο ταψί):
Να βγάλουμε τον κουκκουμά, να 'βγει η χαριτωμένη
να 'βγει της Παναγιάς ο γιος και της κυράς η κόρη.
Να βγάλουμε τον κουκκουμά.
Στη μια του Μα, στις δυο του Μα, τον κουκκουμά να βγάλω
κι αν είναι καλορίζικος, τον αγαπώ θα πάρω.
Αϊ Θανάση αφέντη μου έβγα απ' το θρανί σου
να δεις χαρές που γίνονται έξω απ' το πλατύ σου.
Να βγάλουμε τον κουκκουμά.
Γύρω τριγύρω στο σινί, πέρδικες πλουμισμένες
και του καιρού χαρούμενες και καλοπαντρεμένες…
Το τραγούδι συναρπαστικό, κρατούσε πολλή ώρα. Έπειτα έβγαζαν το βασιλικό κι ένα ανήλικο κορίτσι, με τους γονείς της ζωντανούς, έπαιρνε ένα-ένα τα δαχτυλίδια από το κουκκουμάρι, λέγοντας ταυτόχρονα ένα ανδρικό όνομα.

Στη συνέχεια έτρωγαν την αλμυρή πίτα κι άρχιζαν το χορό, με συνοδεία λύρας και λαγούτου. Κορίτσια τραγουδήστε και ρίξτε ένα γρόσι
να κάνουμε του λυριστή μαλαματένια στρώση…





Το βράδυ οι κοπελιές, μετά τον πολύ χορό και την αλμυρή πίτα, ήταν σίγουρο ότι θα δίψαγαν. Θα έβλεπαν στον ύπνο τους ότι πήγαν σε κάποιο σπίτι να πιουν νερό. Αν το σπίτι, που στ' όνειρό της έβλεπε η κάθε κοπελιά, πως πήγε να πιει νερό, έχει γιο ανύπαντρο, με το όνομα που της φώναξαν, βγάζοντας το δαχτυλίδι της από το κουκκουμάρι, θεωρείτο «σίγουρο» πως αυτόν θα έπαιρνε για άντρα της.


ΤΑ ΑΝΑΣΤΕΝΑΡΙΑ.

Πολυσυζητημένο έθιμο, που τελείται με μεγάλη δημοσιότητα, κατά το τριήμερο 21-23 Μάη, προς τιμήν των αγίων Κων/νου & Ελένης. Αποτελούν μία από τις πιο χαρακτηριστικές και ενδιαφέρουσες εκδηλώσεις της λαϊκής λατρείας με μορφή δρώμενου. Παλαιότερα γινόταν σε μικρή περιοχή της επαρχίας Σωζοαγαθουπόλεως της Β.Α. Θράκης.

Μετά την ανταλλαγή πληθυσμών το 1923, βάσει της συνθήκης της Λοζάννης, το έθιμο μεταφυτεύθηκε και ρίζωσε στη Μακεδονία. Στο τελετουργικό μέρος τους περιλαμβάνονται εκστατικοί χοροί, πομπικές περιφορές εικονισμάτων, αρχαιότροπη θυσία ζώου, χρήση αγιάσματος και εντυπωσιακή πυροβασία (περπάτημα πάνω σε αναμμένα κάρβουνα) των τελεστών Αναστενάρηδων, από την οποία κυρίως είναι γνωστό το δρώμενο.

Τα όργανα λύρα και νταούλι παίζουν σ' όλες τις φάσεις της τελετουργίας, στη διάρκεια της οποίας ακούγονται και ειδικά τραγούδια.

Ένα από τα γνωστότερα έθιμα του Ν. Σερρών, που έγινε αντικείμενο έρευνας και μελέτης, τόσο των ελλήνων, όσο και των ξένων ερευνητών.

Τα αναστενάρια, μεταφυτευμένα από τους πρόσφυγες της Ανατολικής Θράκης στη Βόρεια Ελλάδα, τελούνται σε τέσσερα σημεία της χώρας αυτής, όπου είναι εγκατεστημένοι οι αναστενάρηδες.

Τα μέρη αυτά είναι ο Λαγκαδάς, η Μελίκη Βέροιας, η Μαυρολεύκη Δράμας και η Αγία Ελένη Σερρών.

Το έθιμο αυτό έχει την αρχή του στην αρχαιότητα, που οπωσδήποτε αποτελεί συνέχεια λατρευτικών τελετών, προς τιμή του θεού Διόνυσου. Αυτό προκύπτει από την ομοιότητα των εθίμων που γινόταν τότε, αλλά και εξακολουθούν να γίνονται και τώρα, όπως η θυσία του ταύρου, η χρησιμοποίηση του ιαματικού νερού, των αγιασμάτων, ο χορός, τα όργανα, η φωτιά.






Οι αναστενάρηδες, έχουν ως ανώτατο αρχηγό τους το "αναστενάρικο εικόνισμα του Αγίου" και ανώτατο ιεράρχη τους, τον Αρχιαναστενάρη.

Οι εικόνες που κουβαλούν οι αναστενάρηδες μαζί τους, είναι οι λεγόμενες "χάρες" και παριστάνουν το ιερό ζεύγος των Αγίων και οι οποίες τους δίνουν την ικανότητα να βαδίζουν στη φωτιά.

Παρατηρώντας τον χορό των αναστενάρηδων, σ' όλη τη διάρκεια του εθίμου, έκρινα σωστό να ταξινομηθεί σε τρεις φάσεις:

α) πριν την πυροβασία

β) κατά το ξεκίνημα και

γ) κατά την επιστροφή από την πυροβασία.

α) ο χορός πριν την πυροβασία

Ο χορός αρχίζει μέσα στο κονάκι, (δηλ. τα σπίτια των αρχιαναστενάρηδων, όπου φυλάσσονται οι εικόνες των Αγίων), όπου τελείται η αγρυπνία και γενικώς η προετοιμασία των μυστών για την οιστροπληξία (παραφροσύνη). Αυτή κορυφώνεται στις 21 Μαΐου και παρέχει τη δυνατότητα της πυροβασίας, καθώς επίσης, εξασφαλίζει στους πιστούς την ακαΐα.

Ο χορός αρχίζει συγκεκριμένα, από τότε που οι "χάρες" εγκαλούν τον αναστενάρη.

Όταν λένε ότι "η εικόνα εγκαλεί τον καθαρό άνθρωπο", εννοούν ότι ο προσκαλεσμένος αισθάνεται μέσα του την ανάγκη να χορέψει αδίστακτα και αφοσιωμένα, μαζί με τις "χάρες".





Αφού, λοιπόν, συμβούν όλα αυτά, οι αναστενάρηδες αρχίζουν τον χορό. Κάνουν βήματα μπροστά (τροχαίους και ιάμβους ) και γυρίζουν όμοια πίσω, χτυπώντας τα πόδια ρυθμικά, πότε ελαφρά, πότε βαριά, υψώνουν τα χέρια δεκτικά, τα συμπλέκουν πάνω από το κεφάλι, τα φέρνουν πλάγια, σκύβουν γυρτά προς το ένα μέρος.

Τέλος, κάποτε, παύει ο χορός. Τότε, σταυροκοπιούνται, κάνουν μετάνοιες, θυμιατίζουν και αποσύρονται σε μία γωνιά σιωπηλοί.

Τα όργανα παίζουν όλη αυτή την ώρα της αγωνίας τους και οι παρόντες τραγουδούν.

Στα αναστενάρια, οι οργανοπαίκτες είναι η μεγάλη δύναμη, που οδηγεί τους χορευτές στο ρυθμό και τους συγκλονίζει και τους οιστρηλατεί. Κι αυτοί οι ίδιοι είναι μυημένοι, παίζουν τα όργανα τους με πάθος, συγκλονίζονται οι ίδιοι, συμπάσχουν, σκύβουν, υψώνουν το κεφάλι με τα μάτια ψηλά, καμπουριάζουν και με τα πόδια κρατούν το ρυθμό, χωρίς κανένα παραπάτημα.

Τα όργανα τους είναι η γκάιντα, η λύρα, το νταούλι και το καβάλι, που σήμερα δεν υπάρχει.

β) ο χορός κατά το ξεκίνημα και την πυροβασία

Η πομπή ξεκινά από το κονάκι. Έξω, στον αυλόγυρο του κονακιού, σχηματίζεται ο κυκλικός χορός. Ενώ τα όργανα παίζουν και το βήμα ρυθμίζεται από την έρρυθμη μουσική, βγαίνουν χορεύοντας οι αναστενάρηδες, προηγουμένου του αρχιαναστενάρη, κατευθυνόμενοι από το κονάκι προς το αλάνι. Εκεί τα όργανα παίρνουν θέση γύρω από τη φωτιά.

Αφού οι αναστενάρηδες χορεύοντας καλύψουν τρεις γύρους γύρω από τη θρακιά, ξεκινούν την πυροβασία. Ο χορός κατά την πυροβασία είναι σε ρυθμό 2/4 και οργιώδης, χαρακτηριζόμενος από πολλά γρήγορα πηδήματα, με μικρά βήματα και περιστροφές.

Ο χορός τους διαρκεί γύρω στις δύο με τρεις ώρες, ώσπου δηλαδή, να σβήσουν τη φωτιά.

γ) ο χορός κατά την επιστροφή από την πυροβασία

Η επιστροφή γίνεται και πάλι πομπική. Οι αναστενάρηδες χορεύουν, έως ότου όλη η πομπή φθάσει στο κονάκι. Μετά την εναπόθεση των εικόνων στο εικονοστάσιο, ξαναρχίζει ο χορός, όταν οι αναστενάρηδες με όλη τους την ψυχή, εκτελούν τον προτελευταίο του χορό. Τέλος, ο αρχιαναστενάρης μαζί με τα όργανα, βγαίνει χωρίς τις εικόνες στον αυλόγυρο.

Εκεί στήνεται ο ύστατος χορός. Τα όργανα και ο ρυθμός ανάβουν. Στον κυκλικό αυτό χορό προηγείται ο αρχιαναστενάρης και ακολουθεί ο μεγάλος κύκλος του λαϊκού χορού, που πηδούν ρυθμικά. Συμπληρώνοντας τους τρεις γύρους, ο αρχιαναστενάρης λύνει τον κύκλο και κάνει την απόλυση.

Θεωρώντας την πλήρη περιγραφή της διεξαγωγής της τελετής, όπως αυτή παρουσιάζεται ανά τον κόσμο, μη άμεσου

Παρασκευή 9 Απριλίου 2010

ΑΠΡΙΛΙΟΣ


ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ:

«O Απρίλης με τα λουλούδια και ο Μάης με τα ρόδα».

«Ο Μάης έχει το όνομα και ο Απρίλης τα λουλούδια».

«Ο Απρίλης έχει την δροσιά και ο Μάης τα λουλούδια».

«Αν κάνει ο Μάρτης δυο νερά κι ο Απρίλης άλλο ένα, χαρά σε κείνο το ζευγά που 'χει πολλά σπαρμένα».

«Και τ' Απριλιού τις δεκαχτώ, πέρδικα ψόφησε στ' αβγό».

«Των καλών ναυτών οι γυναίκες, τον Απριλομά χηρεύουν».

«Αν ρίξει Απρίλης τρεις βροχές κι ο Μάης άλλες δύο, να δεις σταφύλια σαν παιδιά και πίτες σαν αλώνια».

ΑΠΡΙΛΙΟΣ

Από το λατινικό aperio =ανοίγω, γιατί τότε ανοίγουν-ανθίζουν τα λουλούδια. Είναι ο 4ος μήνας του Γρηγοριανού (νέου) και του Ιουλιανού (παλαιού) ημερολόγιου και ο 2ος του ρωμαϊκού, κοινώς Απρίλης.

Ήταν αφιερωμένος στην Αφροδίτη. Θεωρείται ο μήνας της άνοιξης.

Τότε οι βοσκοί αφήνουν τα χειμαδιά και ανεβαίνουν στα βουνά.

Οι βροχές του θεωρούνται ευεργετικές. Μερικά παρατσούκλια του είναι: Γρίλλης (=γκρινιάρης), Τιναχτοκοφινίδης (τίναζαν τα κοφίνια, δηλ. τέλειωναν οι προμήθειες), Αηγιωργίτης ή Αηγιωργάτης, Λαμπριάτης και Τριανταφυλλάς.

ΟΙΚΙΑΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ


Τα παλιά χρόνια, ήταν συνεχής και αδιάκοπη η προσπάθεια της κάθε αγροτικής οικογένειας να εξασφαλίσει όσο το δυνατόν περισσότερα είδη διατροφής, για να μπορέσει να θρέψει την πολυάριθμη φαμίλια της.

Για την εξασφάλιση αυτών των αγαθών, των τόσο απαραίτητων για τη συντήρησή τους, λειτουργούσε ένα ολοκληρωμένο σύστημα παραγωγής τους από την ίδια οικογένεια. Τα προσφερόμενα προϊόντα προς αγορά, από τα παντοπωλεία, ήταν απρόσιτα. Αυτά τα παντοπωλεία ήταν κάτι σαν τα σημερινά super-market, γιατί πούλαγαν όλα τα είδη της εποχής. Εκτός από τα τρόφιμα είχαν λιπάσματα, θειάφι, είδη κιγκαλερίας, βαφές, πρόκες… μέχρι και ασπιρίνες. Όμως ο πολύς κόσμος δεν είχε χρήματα για να τα αγοράσει. Ειδικά οι φτωχοί αγρότες έπιαναν χρήματα στα χέρια τους μόνο το καλοκαίρι που πούλαγαν τα προϊόντα τους. Είναι γνωστό ότι αρκετά παλιά, το εμπόριο γινόταν με ανταλλαγή προϊόντων. Αργότερα μπήκε το βερεσέ (αγορά με πίστωση). Οι πιο τακτικοί πελάτες των καταστημάτων αυτών ήταν τα πιτσιρίκια, αν και δεν έκαναν μεγάλους λογαριασμούς, που αγόραζαν συνήθως καραμέλες, στραγάλια και κανένα ξερολούκουμο. Το βασικό είδος διατροφής ήταν βέβαια και τότε το ψωμί και μετά το λάδι. Όμως ο μεγάλος αγώνας ήταν για το ψωμί της χρονιάς. Προσπάθεια του κάθε αγρότη ήταν να αυξήσει την παραγωγή του σιταριού και του κριθαριού, για να χορτάσει η οικογένειά του ψωμί. Βέβαια το αποτέλεσμα δεν ήταν πάντα θετικό. Τότε αναγκάζονταν να αγοράσουν στάρι ή έτοιμο αλεύρι. Ο πλάστης, το πλαστήρι, η πινακωτή (σανίδια χοντρά από κορμούς πεύκων με κοιλώματα ανάλογα το μήκος), η μεγάλη πήλινη ή ξύλινη λεκάνη ήταν τα χρειαζούμενα νοικοκυράς, η οποία ζύμωνε το ψωμί της οικογένειας για ολόκληρη εβδομάδα. Από το βράδυ της προηγούμενης ημέρας έπιανε το προζύμι. Ένα κομμάτι ζυμάρι που είχε φυλαγμένο στην παγωνιέρα από το ψωμί της προηγούμενης εβδομάδας, το δούλευε με νερό και αλεύρι, έτσι που να γίνει πηκτός χυλός και τον άφηνε κουκουλωμένο με μάλλινη κουβέρτα όλη τη νύχτα. Μ' αυτή τη μαγιά, πολύ πρωί την άλλη μέρα ζύμωνε το ψωμί, το κουκούλωνε και πάλι με την κουβέρτα και το άφηνε να ανεβεί. Ύστερα κράταγε πάλι ένα κομμάτι ζυμάρι (προζύμι), για να κάνει το ψωμί της επόμενης εβδομάδας. Με το υπόλοιπο έπλαθε 4-5 μεγάλα καρβέλια (όσα και οι θέσεις της πινακωτής), που ήταν στρωμένη με βαμβακερές πετσέτες καλά αλευρωμένες. Δίπλωνε τις πετσέτες πάνω από τα ψωμιά και σκέπαζε την πινακωτή με την κουβέρτα, για να μην κρυώσει η ζύμη και για να φουσκώσει γρήγορα. Όταν φούσκωνε το ψωμί, έβαζε την πινακωτή στον ώμο και το πήγαινε στο φούρνο.

Στην είσοδο της αυλής του κάθε σπιτιού δέσποζε η παρουσία του φούρνου. Σπίτι χωρίς φούρνο δεν υπήρχε κι αυτό γιατί ψωμί έτοιμο δεν πουλιόταν τότε. Αν κάποια οικογένεια τύχαινε να μην έχει, τότε ζύμωνε λίγα ψωμιά και τα φούρνιζε στη γειτόνισσα. Αρτοποιός της οικογένειας ήταν η ίδια η μάνα. Οι νοικοκυρές συνήθως χρησιμοποιούσαν μεγάλη σκάφη, γιατί ζύμωναν πολλά καρβέλια (7-10, από 3 οκάδες και πάνω το καθένα). Μ' αυτά θα πέρναγαν πολλές μέρες, γιατί το ζύμωμα και το άναμμα του φούρνου ήταν μια πολύ κουραστική δουλειά. Μόλις τελείωνε το ζύμωμα, έπλαθε τα ψωμιά, τα έβαζε πάνω σε τάβλες ή στις πινακωτές και τα σκέπαζε για να «γίνουν» με τη ζεστασιά, οπότε και θα ήταν έτοιμα για το φούρνισμα.

Μετά άναβε το φούρνο. Έριχνε στη συνέχεια κλαριά για να κάψει καλά, οπότε και θα ήταν έτοιμος για το ψήσιμο. Τα κλαριά τα έσπρωχνε με το φουρνόξυλο και τα άπλωνε σε όλα τα μέρη του φούρνου για να είναι ομοιόμορφο το κάψιμο. Όταν ο φούρνος ήταν έτοιμος, τότε τραβούσε προς τα έξω πάλι με το φουρνόξυλο όλα τα κάρβουνα και τα μάζευε προς το εξωτερικό της πόρτας του φούρνου. Μετά με την πανιάρα (ένα κοντάρι, πάνω στο οποίο είχε δεμένο ένα βρεγμένο χοντρό πανί) σκούπιζε καλά το δάπεδο του φούρνου, για να είναι καθαρό. Τότε ερχόταν η σειρά του μεγάλου ξύλινου φτυαριού. Έβαζε πάνω στο φτυάρι το κάθε καρβέλι, το χάραζε μ' ένα μαχαίρι και το φούρνιζε. Τελευταία έβαζε την προπύρα την οποία άφηνε έξω-έξω, κοντά στην πόρτα του φούρνου. Η προπύρα ήταν ακριβώς ίδια με τη σημερινή λαγάνα που τρώμε κάθε Καθαρή Δευτέρα. Ετοιμαζόταν πολύ πιο γρήγορα απ' τα άλλα ψωμιά και τρωγόταν ζεστή. Στα παιδιά άρεσε πολύ με τουλουμοτύρι, σαν πρωινό φαγητό. Εκεί άναβε το φούρνο με ξύλα και όταν ο φούρνός πύρωνε, έβαζε με ένα ξύλινο φτυάρι τα ψωμιά.

Το λάδι δεν δημιουργούσε το ίδιο άγχος, και τούτο γιατί εκείνοι που δεν κάλυπταν τις ανάγκες της χρονιάς είχανε τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουν την έλλειψη αυτή. Μέλη της οικογένειας πήγαιναν και μάζευαν ελιές των μεγαλοπαραγωγών και αμείβονταν σε είδος και μ' αυτό τον τρόπο κάλυπταν τις ανάγκες τους. Όταν λοιπόν εξασφαλιζόταν το ψωμί και το λάδι της χρονιάς, τότε ο επικεφαλής της οικογένειας έπαιρνε βαθιά ανάσα. Για όλα τα άλλα λειτουργούσε ο προαιώνιος θεσμός της οικιακής οικονομίας, δηλ. η οικογενειακή παραγωγή. Δεν αφήνανε καμία ευκαιρία να περάσει ανεκμετάλλευτη, προκειμένου να εξασφαλίσουν τα μέσα διατροφής. Σπέρνανε φακές, ρεβίθια, φασόλια και φυτεύανε πατάτες, ντομάτες και μποστάνια. Τις μέρες της μουστιάς, οι νοικοκυρές βράζανε μούστο και τον κάνανε πετιμέζι. Το βάζανε σε σταμνιά - μικρά κιούπια - και το φυλάγανε για το χειμώνα. Αποτελούσε μια εξαιρετική τροφή για μικρούς και μεγάλους. Αντικαθιστούσε τη ζάχαρη, που ήταν ακριβή για τη φτωχολογιά. Μ' αυτό γλύκαιναν, το τσάι του βουνού, το χαμομήλι και τη φασκομηλιά που έπιναν. Οι νοικοκυρές ετοίμαζαν και πολλές σταφίδες και τις αποθήκευαν για το χειμώνα. Όσο αφορά τις ντομάτες, όταν είχαν σχετικά μεγάλη παραγωγή, τις λιώνανε μέσα στα σκαφίδια, τις αλατίζανε, τις σουρώνανε, για να μείνει μονάχα ο χυμός και μετά μέσα στον τέντζερη τις βράζανε ώσπου να πήξουν κι έτσι κάνανε τον ντοματοπελτέ. Μετά τον βάζανε σ' ένα κιούπι, ρίχνανε από πάνω λάδι, για να μην έρχεται σε επαφή με τον ατμοσφαιρικό αέρα και μουχλιάσει κι έτσι είχανε ντομάτα να περάσουνε όλο το χειμώνα. Με το γάλα της γίδας κάνανε μπόλικο γλυκοτραχανά. Κόβανε το στάρι στο χερόμυλο με τις δύο μεγάλες κυλινδρικές πέτρες, το κάνανε πλιγούρι και μετά το βράζανε μέσα στο γάλα. Ήτανε κι ο τραχανάς μια από τις περιζήτητες χειμωνιάτικες τροφές.

Το βαγένι με το κρασί, ήταν απαραίτητο σε κάθε σπίτι. Επίσης σε πρώτη θέση και τα λάχανα, που τα έλεγαν σε κάποιες περιοχές και μάπες.

Όσο αφορά τα ζώα τους, οι τσοπάνηδες των ορεινών χωριών το χειμώνα, εάν είχαν μεγάλο αριθμό από γιδοπρόβατα, για να τα προφυλάξουν από τη παγωνιά, τα φέρνανε να ξεχειμάσουν κατά τον κάμπο και εκεί τα σκάριζαν (= έβγαζαν) για να βοσκήσουν. Σ' αυτούς τους τσοπάνηδες, παραχωρούσαν τα χωράφια τους με το χορτάρι οι ντόπιοι, και σε αντάλλαγμα έπαιρναν τουλουμοτύρι έτοιμο μέσα στ' ασκιά και μαλλιά προβατίσια ή γίδινα, που αποτελούσαν βέβαια την πρώτη ύλη για τον αργαλειό της κάθε νοικοκυράς.

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2010

Πασχαλινά έθιμα


Πρόκειται για τα έθιμα που σχετίζονται με τη θρησκευτική εορτή του Πάσχα. Το Πάσχα είναι η μεγαλύτερη και πλουσιότερη σε λαογραφικές εκδηλώσεις γιορτή των ορθοδόξων χριστιανών. Οι χριστιανοί γιορτάζουν την ανάσταση του Σωτήρα και τη διάβαση από το θάνατο στη ζωή. Η αντίστοιχη ελληνική λέξη για το Πάσχα είναι Λαμπρή, διότι η ημέρα της ανάστασης του Χριστού είναι μέρα ευφρόσυνη.




Το Πάσχα είναι κινητή γιορτή. Ο εορτασμός της ορίζεται κάθε χρόνο για την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας. Πληθώρα εθίμων και παραδόσεων αναβιώνουν κατά τη διάρκεια της εβδομάδας που προηγείται του Πάσχα (Μεγάλη Εβδομάδα) σε όλες τις περιοχές του ελληνικού χώρου.





Οι προετοιμασίες για τον εορτασμό της Ανάστασης ξεκινούν από τη Μεγάλη Πέμπτη. Την ημέρα αυτή οι νοικοκυρές κατά παράδοση ετοιμάζουν τα τσουρέκια και βάφουν αβγά με ειδικές βαφές κόκκινου χρώματος. Το αυγό συμβολίζει από την αρχαιότητα την ανανέωση της ζωής και το κόκκινο χρώμα το αίμα του Χριστού. Παλιότερα συνήθιζαν να τοποθετούν το πρώτο κόκκινο αβγό στο εικονοστάσι του σπιτιού για να ξορκίζουν το κακό. Σε κάποια χωριά, πάλι, σημάδευαν το κεφάλι και την πλάτη των μικρών αρνιών με την κόκκινη μπογιά που είχε χρησιμοποιηθεί για το βάψιμο των αβγών. Συνήθιζαν επίσης να φυλάσσουν μία από τις κουλούρες της Μεγάλης Πέμπτης στο εικονοστάσι για να προστατεύονται τα μέλη της οικογένειας από τα μάγια.





Την πιο ιερή μέρα της Μεγάλης Εβδομάδας αποτελεί η Παρασκευή, μέρα κορύφωσης του θείου δράματος με την Αποκαθήλωση από το σταυρό και την Ταφή του Χριστού. Λόγω του πένθους της ημέρας οι νοικοκυρές δεν ασχολούνται με τις δουλειές του σπιτιού, αποφεύγοντας ακόμη και το μαγείρεμα. Με λουλούδια που μαζεύουν ή αγοράζουν, γυναίκες και παιδιά πηγαίνουν στις εκκλησίες για να στολίσουν τον Επιτάφιο. Το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής γίνεται στις εκκλησίες αναπαράσταση της ταφής του Χριστού και το ίδιο απόγευμα η περιφορά του Επιταφίου.





Από το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου ξεκινούν οι ετοιμασίες για το γιορτινό τραπέζι της Ανάστασης και οι νοικοκυρές μαγειρεύουν τη μαγειρίτσα. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα οι πιστοί συγκεντρώνονται στις εκκλησίες κρατώντας λευκές λαμπάδες, τις οποίες ανάβουν με το «Άγιο φως», που μοιράζει ο ιερέας. Όταν ο τελευταίος ψάλλει το «Χριστός Ανέστη» οι πιστοί ανταλλάσσουν ευχές και το λεγόμενο «φιλί της Αγάπης». Με το «Άγιο φως» συνηθίζουν να σταυρώνουν το ανώφλι της εξώπορτας των σπιτιών τρεις φορές για καλή τύχη. Κατόπιν κάθονται γύρω από το γιορτινά στρωμένο τραπέζι για να τσουγκρίσουν τα κόκκινα αυγά και να γευματίσουν με την παραδοσιακή μαγειρίτσα.Το πρωί της Κυριακής σουβλίζεται σε πολλές περιοχές της χώρας ο οβελίας. Σε άλλες πάλι, το κρέας για το πασχαλινό τραπέζι, αρνί ή κατσίκι κατά περίπτωση, ψήνεται στο φούρνο. Μέσα σε εορταστική ατμόσφαιρα ακολουθεί πλούσιο γεύμα και το γλέντι διαρκεί συνήθως μέχρι αργά το βράδυ.

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2010

Οι παραδόσεις μιας οικογένειας και η ψυχική υγεία.


Γυρνώντας το χρόνο πίσω, ίσως μπορούμε να ανακαλέσουμε πολύτιμες μνήμες από τα παιδικά μας χρόνια που αφορούν τις παραδόσεις που τιμούσαμε στην οικογένεια μας. Το στόλισμα του Χριστουγεννιάτικου δέντρου, η νηστεία στο Πάσχα, οι συγκεντρώσεις της οικογένειας γύρω από το Κυριακάτικο τραπέζι. Αυτά τα μικρά τελετουργικά που κάθε οικογένεια τηρεί, στο βαθμό που μπορεί, είναι πολύ σημαντικά στην ψυχική υγεία του παιδιού αλλά και όλης της οικογένειας. Κάθε οικογένεια έχει τις δικές της προσωπικές παραδόσεις.
Οι παραδόσεις αυτές μπορεί να αφορούν τα τοπικά έθιμα, τα σαββατοκύριακα, τον τρόπο που γιορτάζει τις γιορτές, τις εκδρομές «στο χωριό» ή το να ανήκει σε ένα σύλλογο που βοηθά στο να διατηρείται η μνήμη και η ταυτότητα των μελών του.
Η πραγματικότητα είναι ότι, στις σημερινές οικογένειες, όπου εργάζονται και οι δύο γονείς οι προτεραιότητες έχουν μετατοπιστεί. Από την άλλη πλευρά οι δραστηριότητες των παιδιών τόσο σχολικές όσο και εξωσχολικές έχουν αυξηθεί, όχι πάντα προς όφελος του παιδιού. Οι οθόνες του υπολογιστή, του κινητού και της τηλεόρασης έχουν περιορίσει κατά πολύ τις προσωπικές επαφές ενήλικων και παιδιών τόσο ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας όσο και στις φιλικές σχέσεις. Απουσιάζουν από την οικογένεια, οι στιγμές εκείνες που με αφορμή μία γιορτή, μια Κυριακή ή μια εκδήλωση, η οικογένεια θα βρεθεί ξανά μαζί για να επικοινωνήσει και να μοιραστεί στιγμές χαράς.
Η τήρηση όμως των παραδόσεων αυτών, βοηθά στο να αναπτυχθούν ικανοποιητικές σχέσεις τόσο ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας όσο και στη σύνδεση των παιδιών με την ευρύτερη κοινωνία. Τα τελετουργικά αυτά είναι πολύ σημαντικά για την υγιή ανάπτυξη των παιδιών και δεν χρειάζεται να είναι πολύπλοκα ή χρονοβόρα. Χρειάζεται να είναι ευχάριστα και να επαναλαμβάνονται συχνά. Η συγκέντρωση της οικογένειας γύρω από το καθημερινό ή το Κυριακάτικο τραπέζι, η συμμετοχή των μελών της οικογένειας στα «σαββατιάτικα ψώνια», η επαφή της οικογένειας με το κοινωνικό σύνολο, κάποια μορφή εθελοντισμού είναι μόνο μερικά από τα τελετουργικά που μπορούμε να ενσωματώσουμε στην ζωή μας.
Τι μπορούμε να κάνουμε;
· Προσπαθήστε να καθιερώσετε μικρές στιγμές ανάπαυλας από τη καθημερινή ζωή τηρώντας τις παραδόσεις που είναι σημαντικές για εσάς και την οικογένεια σας.
· Τρώτε όλοι μαζί στο τραπέζι όσο πιο συχνά μπορείτε. Ακόμη και αν αυτό είναι μία Κυριακή την εβδομάδα.
· Μοιραστείτε ιστορίες με τα παιδιά σας που αφορούν τη δική σας παιδική ηλικία.
· Γραφτείτε σε έναν σύλλογο και παρακολουθήστε τις εκδηλώσεις του ως οικογένεια.
· Γιορτάστε τις γιορτές και τα γενέθλια των μελών της οικογένειας και τα δικά σας.
· Πηγαίνετε εκδρομές και κανονίστε τις οικογενειακές διακοπές με τέτοιον τρόπο ώστε να μπορούν όλα τα μέλη της οικογένειας να συμμετέχουν.
Αυτά τα απλά τελετουργικά μειώνουν σημαντικά το άγχος μέσα στην οικογένεια, φέρνουν τα μέλη της πιο κοντά και δημιουργούν ισχυρούς δεσμούς που είναι απαραίτητοι για τη ψυχική υγεία των μελών της. Η οικογένεια είναι εκείνος ο τόπος που χρειάζονται όλοι οι άνθρωποι να αισθάνονται ασφαλής και καλά μέσα σε αυτόν.
Οι αλλαγές που μπορούμε να επιφέρουμε μέσα στην οικογένεια τηρώντας τις παραδόσεις και τα τελετουργικά έχουν τεράστια δύναμη, ειδικά σε μία εποχή που η αποξένωση είναι μία επιλογή που επενδύεται με την ψευδαίσθηση της τεχνολογίας. Οι άνθρωποι χρειάζονται κοντινές, προσωπικές επαφές και όχι άψυχες οθόνες. Μια μικρή αλλαγή φέρνει μια μεγάλη αλλαγή. Μην υποτιμάτε, λοιπόν, τη δύναμη των τελετουργικών που φέρνουν χαρά, ευτυχία, εμπιστοσύνη και ελπίδα μέσα στην οικογένεια.

Νάνσυ Ψημενάτου Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας

Οι λαϊκές παραδόσεις των εορτών και η αντοχή τους στο χρόνο


Ελάχιστα έθιμα επιβιώνουν στις μέρες μας και τα περισσότερα έχουν παραδοθεί αλλοιωμένα
Tης Γιωτας Μυρτσιωτη
Στα παιδικά Χριστούγεννα γυρνάει η σκέψη τούτες τις γιορτινές μέρες, σε έθιμα και τελετουργίες για τους παλαιότερους που τα βίωσαν μέσα από την τοπική παράδοση και τις λαϊκές δοξασίες με συνέπεια, χαμόγελο, ευφορία, προσμονή, και για τους νεότερους ως αφήγηση. Πλούσια η εθιμολογία των ημερών στη Βόρεια Ελλάδα από την Ηπειρο και τη Δυτική Μακεδονία ώς τη Θράκη, με ποικίλες θρησκειολογικές και εθνολογικές ερμηνείες, συμβολισμούς και ξεχωριστή σημασία -κοινωνική και οικονομική- αποτέλεσαν αντικείμενο επιστημονικής έρευνας στα νεότερα χρόνια.
Πασπαλισμένες σήμερα οι γιορτές του Δωδεκαημέρου από τη χρυσόσκονη της ευμάρειας, μ' ένα φύσημα ξεσκεπάζουν την «καρδιά» του πολιτισμού που γέννησε ήθη και έθιμα και τα μετέφερε από γενιά σε γενιά.
Ξενόφερτες συνήθειες εκτόπισαν τα λαϊκά έθιμα, ατόνησαν ή αλλοίωσαν την πρωτογενή τους μορφή. Ορισμένα διατηρούνται ώς τις μέρες μας, προσαρμοσμένα ωστόσο στις σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες διαβίωσης, και άλλα επανήλθαν με νέες ονομασίες ως τουριστικές ατραξιόν για να ενισχύσουν την ισχνή οικονομία στις τοπικές κοινωνίες.
Τα χοιροσφάγια έγιναν πια «γουρουνοχαρές», εκδηλώσεις δηλαδή λαϊκής γιορτής που διοργανώνουν μικρές κοινότητες-ομπρέλα της τοπικής αυτοδιοίκησης. Το χοιρινό αντικαταστάθηκε από τις γεμιστές γαλοπούλες και η χριστουγεννιάτικη λειτουργία από τα ρεβεγιόν...
Οι φωτιές που άναβαν παραμονή των Χριστουγέννων στη Φλώρινα για να... ζεστάνουν το νεογέννητο, σύμφωνα με την παράδοση, εξακολουθούν να καίνε ώς τις μέρες μας αλλά άλλη σημασία έχουν πια, με ολονύχτια γλέντια και λαϊκά δρώμενα που προσελκύουν χιλιάδες επισκέπτες. Τα ντολμαδάκια, τα τυλιχτά «γιαπράκια» στη Μακεδονία και τη Θράκη, ιδιαίτερα στην Κοζάνη, που συμβολίζουν τα σπάργανα του Χριστού, δεν λείπουν από το χριστουγεννιάτικο τραπέζι ώς τις μέρες μας.
Πιστοί στην παράδοση παραμένουν οι μικροί «καλαντάρηδες», που όμως αντί για μικρά χριστόψωμα προσδοκούν ένα ικανοποιητικό χρηματικό φιλοδώρημα. Οσο και αν οι πλούσιες βιτρίνες χορταίνουν τον συναισθηματικό κόσμο παιδιών και μεγάλων, το παιχνίδι της αυτοσχέδιας μπάλας από τα σπλάχνα του χοίρου που διηγούνται οι παλαιότεροι εξακολουθεί να μένει ως νοσταλγική ανάμνηση στην ψυχή και την καρδιά τους.
Τον κύκλο του εορταστικού Δωδεκαημέρου σχολιάζουν ακροθιγώς οι αντιπαρατιθέμενοι σήμερα, αναφέροντας τα λαϊκά έθιμα που επιβιώνουν στις μέρες μας, αλλά και τους λόγους για τους οποίους τα περισσότερα έχουν εκλείψει.

Ο ΑΡΤΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ


Η θέση του ψωμιού στη χριστιανική θρησκεία, στην κοινωνική ζωή, τις μεγάλες θρακιώτικες γιορτές, τις παροιμίες και τις προλήψεις, αναλύθηκε από την λαογράφο Όλγα Ρονταρή, σε μία ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ομιλία με θέμα «Το ψωμί στην παράδοση της Θράκης». Η ομιλία έγινε στην αίθουσα του Λαογραφικού Μουσείου Κομοτηνής.

Κάνοντας ένα περιδιάβασμα στην θρακιώτικη λαογραφία διαπίστωσε ότι το ψωμί ήταν η βασική τροφή του Θρακιώτη, «ήταν ο άρτος ο επιούσιος, αλλά ήταν και αυτός ο οποίος που συνδεόταν άμεσα με όλες τις φάσεις της ζωής του. Δηλαδή από την γέννηση, από το προξενιό, όλη η κοινωνική του ζωή ήταν πάντοτε σε συνάρτηση με την παραγωγή του ψωμιού κλπ. Πέρα από ένα ιερό σύμβολο για έναν αγροτικό λαό όπως είναι οι Θρακιώτες, ήταν και πέρα από μια αναγκαία για τον οργανισμό του θρεπτική τροφή, ήταν και ένα σύμβολο για την κοινωνική ζωή. Όλη του η κοινωνική ζωή από την γέννησή του μέχρι τον θάνατο περιστρέφεται γύρω από το ψωμί.

Το πρώτο παιδί όταν γεννιόταν έφτιαχναν ψωμιά, όταν έβγαζε το πρώτο δόντι έκαναν την δοντόπιτα, μετά όταν περπατούσε την στρατόπιτα κλπ.

Όταν πήγαιναν τα προξενιά έφτιαχναν τις κουλούρες, όταν θα παντρευόταν πάλι το ψωμί είναι παγκοσμίως γαμήλιο σύμβολο και έχει δηλαδή γύρω από το ψωμί, το στάρι, το λάδι και το κρασί που είναι τα βασικά μεσογειακά προϊόντα και βρίσκονται εν αφθονία στην Ελλάδα, ή οι άνθρωποι ασχολήθηκαν με αυτά πάρα πολύ, έχει δημιουργηθεί μία τόσο πλούσια λαϊκή παράδοση την οποία πρέπει να θυμηθείς σήμερα για να κάνεις και τις συγκρίσεις σου σχετικά με τις διατροφικές συνήθειες και για την διατροφική αξία των σημερινών προϊόντων. Δηλαδή παλιά το ψωμί μας έτρεφε, σήμερα πιστεύεται ότι το ψωμί μας αρρωσταίνει είτε γιατί μας παχαίνει, είτε γιατί έχει πάρα πολλά προσθετικά, είτε γιατί έχει ουσίες οι οποίες δεν είναι τόσο ωφέλιμες».

Το αλεύρι, το σιτάρι, το κριθάρι και το καλαμπόκι γίνονται οι ευλογημένοι καρποί της επιβίωσής τους αλλά και σύμβολα του πολιτισμού της Θράκης. Τα ψωμιά της καθημερινής χρήσης, τα εορταστικά ψωμιά, τα ψωμιά των γεγονότων του κύκλου της ζωής, οι πίτες και τα ζυμαρικά κάθε ομάδας, στον Έβρο, τη Ροδόπη και την Ξάνθη, αποτέλεσαν θέματα έρευνας. Στη Θράκη στις περισσότερες θρησκευτικές εορτές του έτους φτιάχνουν άρτους ή άλλα αρτοσκεύσματα για να προσφέρουν στους αγίους, για να ζητήσουν την προστασία τους, να κερδίσουν την εύνοιά τους ή να ξεπεράσουν κάποια δύσκολη κατάσταση.

Το ψωμί είναι επίσης ένα παγκόσμιο πανάρχαιο γαμήλιο σύμβολο. Στη Θράκη το προξενιό, ο αρραβώνας, το κάλεσμα στο γάμο, η τελετή του γάμου αλλά και τα μεθεόρτια είναι όλα συνδεδεμένα το με το ψωμί και το σιτάρι. Ψωμί προσφέρεται και στις οδυνηρές στιγμές του χαμού αγαπημένου προσώπου. Για την παρηγοριά ο παπάς δίνει ψίχουλα από πρόσφορο βουτηγμένα στο κρασί στους συγγενείς του «συγχωρεμένου», λίγο μετά την κηδεία. Ακόμα και οι δοξασίες, οι μύθοι, οι προλήψεις, οι όρκοι, τα παραμύθια είναι συνδεδεμένα με τον τιμημένο καρπό της θρακικής γης, το σιτάρι και το ψωμί, το οποίο είχε τη δύναμη να αποδιώχνει το κακό, αφού καθαγιάσθηκε στο Μυστικό Δείπνο. Παροιμίες και εκφράσεις της Θράκης για το ψωμί -Από κρύο φούρνο θα σε φέρει ζεστό ψωμί. Αυτό το έλεγαν για την προκομμένη και έξυπνη κοπέλα. -Ο πεινασμένος βλέπει ψωμιά και διψασμένος βρύση. Βλέπει και ο ξυπόλυτος παπούτσια με τις μύτες. Αυτό σημαίνει ότι ο καθένας επιθυμεί ότι του λείπει. -Πάρε το τυρί να ξεχάσεις το ψωμί. Αυτό το έλεγαν στην Σαμοθράκη γι’ αυτούς που ξεχνούν τις ευεργεσίες όταν τους αρνηθούμε κάτι. Νομίζω ότι υπάρχει και τραγούδι που το έλεγαν στο αλώνισμα κάθε καλοκαίρι που λέει «θερίστε, αλωνίστε, δεματοκουβαλήστε και εγώ το κουλικάκι μου θέλω να μου το δώσετε». Αυτό το τραγούδι είναι το τραγούδι του τζίτζιρα.

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2009

ΛΑΪΚΗ ΤΕΧΝΗ



Λαϊκή Τέχνη



Από την Live-Pedia.gr

Λαϊκή τέχνη (μουσική, ποίηση, ζωγραφική, αρχιτεκτονική διακοσμητική) είναι αυτή που ξεπηδά αυθόρμητα και ανεπιτήδευτα μέσα από το λαό και όχι από ορισμένα άτομα. Η λαϊκή τέχνη αντικατοπτρίζει και συγκεντρώνει όχι μόνο το παρόν, αλλά και το παρελθόν της ομαδικής έκφρασης του καλλιτεχνικού πλούτου της χώρας μας. Συνδέεται στενά με τις παλαιές συνήθειες και τις παραδόσεις που πολλές διατηρούνται ζωντανές σε αρκετά μέρη της Ελλάδας.
Η λαϊκή τέχνη, με τις ποικίλες μορφές και εκδηλώσεις της, εκφράζει, με ζωντάνια και παραστατικότητα, τις διαφορές, τις ιδιορρυθμίες, το φυλετικό χαρακτήρα, την αισθητική παράδοση, τις ανησυχίες και τον πλούτο της συλλογικής ψυχής του ελληνικού λαού. Το ανεξάντλητο υλικό της λαϊκής μας τέχνης είναι αποκρυστάλλωμα του πολιτισμού μας στα διάφορα στάδια της πορείας του.
Διατηρεί η λαϊκή τέχνη τύπους και μορφές που σταθεροποιήθηκαν διαμέσου των χρόνων, τύπους και μορφές που εκφράζουν την κοινωνική καταπίεση, την ανάγκη και την αγάπη της ελευθερίας τη κοινωνική ενότητα και το ομαδικό αίσθημα του συνόλου μέσα στο οποίο το άτομο δεν είναι κάτι ξεχωριστό, αλλά μέλος ενός συνόλου.
Οι κλιματολογικές συνθήκες, οι συνήθειες και οι παραδόσεις, οι ιστορικές, κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές και άλλες συνθήκες, οι περιπέτειες κάθε τόπου, η καλλιτεχνική παράδοση και η επαφή με ξένα έργα δίνουν στην τέχνη κάθε τόπου καταπληκτικές τοπικές διαφορές που αντανακλούν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και τα βιώματα των κατοίκων. Η ελληνική λαϊκή τέχνη, λόγω της γεωγραφικής θέσης της πατρίδας μας, δέχτηκε την επίδραση Ανατολής και Δύσης. Με την ελληνική λαϊκή τέχνη συγγενεύει κι αυτή των βαλκανικών λαών, που διατηρεί βέβαια τα ιδιαίτερα γνωρίσματά της. Η ελληνική λαϊκή τέχνη εκδηλώνεται κυρίως στην αρχιτεκτονική, τη λαϊκή ζωγραφική και την εικονογραφία, τη μαρμαρογλυπτική και τη χειροτεχνία, δηλαδή στα ρούχα, στην υφαντική, στα κεντήματα, στη δαντελοποιία, στα σταμπωτά υφάσματα, στα πέτσινα είδη, στην κεραμική, τη μεταλλουργική, την αργυροχοΐα, την ξυλοτεχνία, την ξυλογλυπτική κλπ.

ΠΑΡΑΔΟΣΗ


Πιστή στις παραδόσεις και τα έθιμα του τόπου μας η νοικοκυρά κάθε σπιτιού ασχολείται και με το ζύμωμα του ψωμιού στο σπίτι. Παλιά σε κάθε σπίτι υπήρχε κι ένας αργαλειός και η γνώση της υφαντικής ήταν απαραίτητο εφόδιο για κάθε γυναίκα.

ΖΩΓΡΑΦΙΚΑ ΕΡΓΑ ΛΑΪΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.


Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.


Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια

ΤΟ ΚΑΚΟ ΜΑΤΙ

Πολλοί Έλληνες, ιδίως στην επαρχία, πιστεύουν ότι ένα άτομο μπορεί να "ματιάσει" ένα άλλο είτε από φθόνο είτε από υπερβολικό θαυμασμό. Ο "ματιασμένος" νοιώθει άσχημα σωματικά και ψυχολογικά. Για να αποφύγουν το κακό μάτι, όσοι πιστεύουν σε αυτό φοράνε ένα μπλε ματόχαντρο ή ένα μπλε βραχιόλι. Οι προληπτικοί και όσοι πιστεύουν στη βασκανία δηλώνουν ότι το μπλε χρώμα διώχνει το κακό μάτι. Παραδόξως όμως πιστεύουν ότι οι γαλανομάτες είναι αυτοί που κυρίως "ματιάζουν". Εκτός από το ματόχαντρο, ένας άλλος τρόπος για να προστατευθεί κανείς από το κακό μάτι είναι να κρεμάσει σε μια γωνία του σπιτιού του σκόρδα. Οι Έλληνες πιστεύουν ότι το σκόρδο (όπως και τα κρεμμύδια) έχει και άλλες θεραπευτικές ιδιότητες. Έτσι λοιπόν όταν κάποιος είναι άρρωστος τον συμβουλεύουν να εμπλουτίσει τη δίαιτά του με σκόρδο.

ΤΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΚΑΙΡΟΥ



Παλιά τα πανηγύρια είχαν, κυρίως εμπορικό χαρακτήρα, γι’ αυτό και τα αποκαλούσαν εμποροπανήγυρη. Βέβαια και ο θρησκευτικός χαρακτήρας κατείχε πρωτεύουσα θέση.
Έτσι λοιπόν, ανάλογα στον κάθε τόπο με το πότε γιόρταζε η εκκλησία του χωριού ή σε προκαθορισμένες ημερομηνίες, γινόταν η εμποροπανήγυρη σε επίκαιρα σημεία της περιοχής, που προσφέρονταν εδαφικά και οδικά στον ευρύτερο χώρο. Στο πανηγύρι συμμετείχε ολόκληρο το χωριό, με ιδιαίτερη χαρά. Ήταν μια ευκαιρία να ξεχάσουν τα βάσανα μιας ολόκληρης κοπιαστικής χρονιάς. Σ’ αυτό το πανηγύρι, έκαναν έντονη την παρουσία τους οι νέοι του χωριού, που γάμπριζαν.
Μέχρι το 1950 και λίγο αργότερα, για να εξοικονομήσει ο τύπος του χορευταρά και γλεντζέ τα χρήματα που του χρειαζόταν για να πάει σ΄ ορισμένα πανηγύρια, για να χαρεί τα νιάτα και τη λεβεντιά του, έπρεπε να κάμει οικονομίες ολόκληρο το χρόνο και περίμενε να έλθει η ημέρα του δείνα ή τάδε πανηγυριού και να ντυθεί τα γιορτινά του, το γυαλιστερό και τριζάτο βρακί, το πολίτικο γιλέκο (από την πόλη), το ποικιλόχρωμο πουκάμισο, το σακάκι το πανάκριβο και τέλος το «βρακάδικο» σκούφο - έμοιαζε με τον Αϊβαλιώτικο - που τώρα πια δεν υπάρχει στην αγορά - η καμιά φορά και καπέλο.

Τα ζύγιζε όλα, τόσα στους δίσκους της εκκλησίας, τόσα στο κερί, τόσα στο γεύμα της εκκλησίας, τόσα στο καφενείο και τόσα στα μουσικά όργανα (βιολί, κλαρίνο, ούτι, λαούτο και καμιά φορά σαντούρι). Μεταφορικό μέσο είχε το μουλάρι του, που κι αυτό έπρεπε να είναι περιποιημένο, σαμάρι καινούργιο, καπίστρι με πολύχρωμες χάντρες και φυλακτό, στρογγυλό από το πάχος, ευκίνητο. Εκείνο όμως που έκαμνε πιο μεγάλη εντύπωση, ήταν ο αναβάτης, ο νέος με το στριμμένο, σαν τσιγκέλι, μουστάκι, τα πλούσια καλοχτενισμένα μαλλιά και περιποιημένα, όχι όπως ο σημερινός μακρυμάλλης. Καμιά φορά οι αναβάτες ήταν «δικάβαλλοι», δηλ. διπλοί.
Οι κοπελιές του χωριού και των γειτονικών χωριών τον έβλεπαν και τον καμάρωναν και αυτός περήφανος για τον εαυτό του, σκόρπιζε σ΄ όλες, κατά προτίμηση στην αγαπημένη του, δειλές ματιές, που λίγα έδειχναν, αλλά πολλά υπόσχονταν.

Άρχιζαν το χορό με ένα σέρβικο ή χασάπικο ή γιωργάρικο, που φανέρωναν όλη την χορευτική τους δεινότητα σε ευκινησία, τσαλίμια, που με κατάπληξη τους παρακολουθούσαμε. ΄Έπειτα ο καλαματιανός που έπαιρναν μέρος και περισσότερες κοπέλες, διότι οι πρώτοι προϋπέθεταν αντοχή, ευκινησία και χορευτική ικανότητα, ενώ ο καλαματιανός προσιδίαζε περισσότερο στις γυναίκες, και κατόπιν ο συρτός ανά ζεύγη, ξαπολυτός (καρσιλαμάς), γρηγορινός (πολύ σύντομος) τσιφτετέλης και άλλοι.
Παντού πρώτοι και καλύτεροι, ευλύγιστοι, πεταχτοί, λαστιχένιοι σκόρπιζαν το γλέντι, τη χαρά, το θαυμασμό, αλλά κaι το φθόνο για κείνους που δεν ήσαν καλοί χορευτές.
Έπιναν κρασί ή σούμα με μεζέδες, όχι της προκοπής. Η μπύρα ήταν άγνωστη - μα κάτι τέτοιο ήταν ακατανόητο για χωριά. Κερνούσαν όλες τις παρέες και κείνες ανταπέδιδαν το κέρασμα. Σ΄αυτόν που χόρευε πρόσφεραν ούζο ή κρασί και στην κοπελιά λουκούμια, που όσα περισσότερα μάζευε τόση μεγαλύτερη ικανοποίηση δοκίμαζε. Αν μάλιστα τύχαινε να είναι ωραία και καλή χορεύτρια, τα κεράσματα δεν σταματούσαν καθόλου. Τα παιδιά λιγουριάζανε όταν έβλεπαν τόσα λουκούμια να μαζεύουν οι κοπέλες, που σε κάποια φίλη τους τα πετούσαν. Κι αν τύχαινε να είναι γνωστή, τα φιλοδωρούσαν μερικά.

Γινόταν όμως καβγάδες για τη σειρά προτεραιότητας στους «κάβους», που έπρεπε να εξασφαλίσει κάθε συντροφιά για τις κοπέλες της παρέας της. Επικρατούσε μια όχι καλή συνήθεια. Κάθε νέα που έμπαινε στο χωριό έπρεπε να την χορέψουν όλοι οι νέοι που την γνώριζαν και όταν ήταν και καλή χορεύτρια τότε πήγαιναν και ξένοι, φυσικό ήταν λοιπόν να παρατείνεται ο «κάβος», η διάρκεια χορού με αποτέλεσμα να στενοχωρούνται οι άλλες νέες. Και τότε συνέβαιναν οι παρεξηγήσεις.
Σωστό ήταν τότε να διακόπτονταν ο χορός και να πάρει σειρά κάποια άλλη. Η πίστα ήταν μικρή, μόλις επαρκούσε για τρία ζεύγη - σπάνια παραπάνω - τη σειρά προτεραιότητας την κανόνιζαν οι καφετζήδες, που δεν ήταν επαγγελματίες, αλλά περιστασιακοί. Μια άσπρη ποδιά, ήταν το διακριτικό τους. Κι αν τύχαινε να μην τα «παίρνουν απάνω τους» δηλ. να μη ήσαν σβέλτοι, τότε μετατρεπόταν σε δράμα. Εν τω μεταξύ οι άλλες νέες περίμεναν με αγωνία αλλά και πικρία, διότι αναβαλλόταν η σειρά τους.
Δικαιολογημένοι λοιπόν ήσαν οι καυγάδες, αν σκεφθούμε ότι ραδιόφωνα δεν υπήρχαν, κασετόφωνα το ίδιο και συνεπώς μουσική άκουαν μόνο στα πανηγύρια και σε έκτακτες περιστάσεις (αρραβώνες, γάμους και βαφτίσια). Διψούσε ο κόσμος για μουσική και χορό. Πώς να ικανοποιηθεί; Οι ευκαιρίες παρουσιάζονταν μόνο το καλοκαίρι στα πανηγύρια.

Οι μεγάλοι, αν είχαν κορίτσια της παντρειάς, περίμεναν να μπει στο χορό η κόρη τους να την καμαρώσουν, αν όχι πήγαιναν σε διάφορα συγγενικά ή φιλικά σπίτια, κερνιόνταν, έτρωγαν το βράδυ και κατόπιν, όσοι διέθεταν υποζύγια έφευγαν για τα χωριά τους.

Ρόλο έπαιζε και η εποχή, για να διαθέτουν τα απαραίτητα χρήματα αυτοί που θα επισκέπτονταν το παζάρι. Πάλι, ανάλογα τον πληθυσμό και την αξία του κάθε πανηγυριού, ήταν και η διάρκειά του, που συνήθως κυμαινόταν από 3 ως και 8 ημέρες.
Γίνονταν σ’ αυτά εμπορικές συναλλαγές μεγάλης έκτασης. Έμποροι, από τα μεγάλα αστικά κέντρα, φτάνανε εκεί με την πλούσια πραμάτεια τους. Εκτός όμως από το μεγάλο εμπόριο σε παντός είδους αγαθά, όπως σε τρόφιμα, υφάσματα, είδη υπόδησης, γεωργικά εργαλεία, σαμάρια, ψαθιά κ.ά., γινόταν και μεγάλες συναλλαγές αγοραπωλησίας ζώων. Μεγάλη ζήτηση είχαν τα μουλάρια, που γεννιόντουσαν από τη διασταύρωση του γαϊδάρου με τη φοράδα ή αλόγου με γαϊδούρα, γιατί τα ζώα αυτά είναι μεγάλης αντοχής και δεν δυσκολεύονται σε δύσβατους δρόμους. Πολύ διαδεδομένες ήταν και οι τράμπες, που έκαναν εκείνη την εποχή, με τα ζώα.
Εδώ εύρισκε ο καθένας ό,τι ήθελε και σε τιμές συμφέρουσες. Όσοι είχανε κορίτσια της παντρειάς, αγοράζανε από δω τα προικιά τους, όπως χαλκώματα, φορτσέρια, σεντόνια κι ότι άλλο ήταν απαραίτητο.
Τράμπες γίνονταν τότε, εκτός από τα ζώα, και στα υπόλοιπα προϊόντα, μιας και χρήματα δεν υπήρχαν εύκολα.

ΠΗΓΗ

Ό Ελληνικός καφές

Ο Ελληνικός καφές είναι η παρέα του Έλληνα σε κάθε στιγμή της ζωής του. Η παρέα και στα καλά και στα άσχημα. Το πρωϊνό καφεδάκι αποτελεί το καλλίτερο ξεκίνημα της ημέρας αλλά και το απογευματινό πού δημιουργεί την καλλίτερη ατμόσφαιρα για φιλική κουβεντούλα.

Πώς γίνετε όμως ο καφές; Ο Ελληνικός καφές έχει πολλές ποικιλίες κατασκευής και αυτές τις γνωρίζει πολύ καλά ο καφετζής αλλά και ο μερακλής του καφέ.

Για όσους δεν ξέρουν πώς να φτιάχνουν ένα καλό φλιτζάνι καφέ , πάμε να δούμε πώς γίνετε.

Ελληνικός καφές

Τρόπος παρασκευής καλού Ελληνικού καφέ


Μπρίκι

Κατά προτίμηση με στενό πάνω μέρος για να ανακυκλώνεται η θερμοκρασία κατά την διάρκεια του ψησίματος και στην σωστή διάσταση για την συγκεκριμένη ποσότητα καφέ που θα φτιάξουμε.


Εστία ψησίματος

Κατά προτίμηση χόβολη ή έστω γκαζάκι με χαμηλή φλόγα.

Το ηλεκτρικό μάτι δεν προτείνεται γιατί παρέχει ζέστη μόνο από κάτω από το μπρίκι και καθόλου από το πλάι. Επίσης αργεί να ζεσταθεί αλλά από την στιγμή που θα ζεσταθεί και μετά έχει μεγάλη ένταση η θερμοκρασία που αναπτύσσει


Φλιτζάνι.

Χοντρό πορσελάνινο για να διατηρεί ζεστό τον καφέ περισσότερη ώρα


Καφές: επιλέξτε τον καφέ που σας αρέσει. Είναι και θέμα προσωπικού γούστου πέρα από ποιότητα καφέ


Ο Ελληνικός καφές είναι συνήθως ανοιχτόχρωμος και χαρμάνι του βραζιλιάνικου Rio, Santos και Robusta. Πλέον κυκλοφορεί και πιο καβουρντισμένος, «σκούρος» ελληνικός, χαρμάνι από καφέδες της Κεντρικής Αμερικής, για όσους προτιμούν τον καφέ πιο πικρό και δυνατό. Στα καφεκοπτεία βρίσκεις χύμα και μεσαίου καβουρντίσματος, που είναι ελάχιστα πιο πικρός και πικάντικος, και δεν υστερεί σε καϊμάκι. Στην Ελλάδα ο καφές καβουρντίζεται σε κενό αέρος. Εξωτερικά ο κόκκος είναι πιο ψημένος και εσωτερικά είναι λίγο άψητος


Ονομασίες και αναλογίες καφέ / ζάχαρης.

Για φλιτζανάκι των 75 ml, (τυπικός μονός καφές)

Ρίξτε την σωστή ποσότητα νερού μετρώντας με το φλιτζάνι.

Σκέτος με 1 κ.γ. καφέ,

Μέτριος με 1 κ.γ. καφέ και 1 κ.γ. ζάχαρη ή

Μέτριος-κλασικός με 2 κ.γ. καφέ και 2 κ.γ. ζάχαρη και

Μέτριος γλυκός με 2 κ.γ. ζάχαρη.

Μέτριος με ολίγη (αλλιώς ναι και όχι) έχει λιγότερο από 1 κ.γ. ζάχαρη

Ολίγον μέτριος με 1,5 κ.γ. ζάχαρη.

Μέτριος-βαρύς Ο μέτριος με ακόμη περισσότερο καφέ ,

Πολλά βαρύς έχει 4 κ.γ. καφέ και 6 ζάχαρη, ενώ ο

Βαρύς-γλυκός 3 κ.γ. καφέ και 4 κ.γ. ζάχαρη.

Όταν ζητηθεί χωρίς καϊμάκι ο μέτριος, θα είναι μέτριος βραστός και όχι, θα πρέπει να έχει φουσκώσει δύο φορές και να σερβιριστεί από ψηλά ώστε, πέφτοντας στο φλιτζάνι, να κάνει και φουσκάλες.

Πολλά βαρύς και όχι. Το ίδιο, όπως αλλά με μισή δόση νερού

Σκέτος βραστός δεν έχει καϊμάκι, ενώ ο

Σκέτος (θερια­κλίδικος) θα πρέπει να έχει και καϊμάκι, και φουσκάλες – και για να γίνει σωστός πρέπει να παρασκευαστεί σε κρύο νερό. Τρεις κουταλιές καφέ, καθόλου ζάχαρη, κρύο νερό και όταν αρχίσει να φουσκώνει ανασηκώνουμε και ξανακατεβάζουμε το μπρίκι, Σερβίρουμε από ψηλά για να κάνει και φουσκάλες


Παρατήρηση: Το κουταλάκι του καφέ είναι μικρό


Ψήσιμο καφέ

Αφού βάλουμε καφέ (ή και ζάχαρη) στο μπρίκι, ανακατεύουμε μόνο στην αρχή, μέχρι να ανακατευτεί καλά ο καφές και να λιώσει η ζάχαρη. Αποφεύγουμε να ξαναανακατέψουμε γιατί χαλάει το καϊμάκι.

Αν ψήνουμε σε χόβολη / άμμο, βυθίζουμε μέχρι τη μέση το μπρίκι στην «άμμο» και περιμένουμε να φουσκώσει.
Αν φτιάχνουμε συγχρόνως σε ένα μπρίκι παραπάνω από ένα καφέ, μοιράζουμε στα φλυτζανάκια πρώτα το καϊμάκι και μετά συμπληρώνουμε με τον υπόλοιπο καφέ.

Αν θέλουμε πλούσιο καϊμάκι χρησιμοποιούμε κρύο νερό.


Tips

Διατηρείστε το καφέ ερμητικά κλεισμένο σε αλουμινένο ή γυάλινο βάζο (ή ακόμα και στην αρχική του συσκευασία αφού τυλίξετε το πάνω μέρος από το σακουλάκι και βάλετε ένα λαστιχάκι να το κρατάει κλειστό) κατά προτίμηση μέσα στο ψυγείο

Χρησιμοποιείστε στεγνό και καθαρό κουτάλι για να πάρετε καφέ μέσα από το βάζο του καφέ

Μην βάζετε γάλα στον καφέ γιατί γίνετε πιο βαρύς, πειράζει στο στομάχι και αλλοιώνει το άρωμα και την γεύση του καφέ.

Αφήστε τον καφέ λίγα λεπτά να κάτσει το κατακάθι για να μην σας πειράξει στο στομάχι.

πηγή

Ή περιγραφή τών κατοικιών καί τής ζωής στό χωριό.

Γενικά

Οικιστική μελέτη του χωριού & του συνοικισμού

Το λαϊκό σπίτι, αν το σκεφτούμε μέσα στη συνοικιστική του ομάδα, αποτελεί το ιερό καταφύγιο, αλλά και το ορμητήριο του πρώτου κοινωνικού πυρήνα, που είναι η οικογένεια. Γι' αυτό συγκεντρώνει την ύψιστη προσοχή του δημιουργού (νοικοκύρη ή οικοδόμου, για τα τρία κυριότερα στοιχεία της οργανικής του οντότητας, το στέρεο και εξυπηρετικό χτίσιμο, την καλή γειτνίαση και την πρακτική ομορφιά.


Η μελέτη λοιπόν της λαϊκής κατοικίας πρέπει να γίνεται στα πλαίσια του περιβάλλοντος και του συνόλου των άλλων σπιτιών. Υπάρχει "κοινωνία σπιτιών", όπως υπάρχει και η κοινωνία ανθρώπων. Ο μελετητής λαογράφος, πριν προχωρήσει στην περιγραφή των κατοικιών και της ζωής ενός χωριού, πρέπει να δώσει την συνολική μορφή και τα οικιστικά χαρακτηριστικά του χωριού, με την εξής σειρά:


Επταχώρι Καστορίας


1. Οπτική (πανοραματική) μορφή του χωριού.
Τα σχήματα συνήθως των συνοικισμών είναι: κυκλικά, ασύμμετρα και επιμήκη. Ο κυκλικός συνοικισμός (χωριό) συγκεντρώνεται γύρω από ένα ύψωμα (παλιόκαστρο), μια εκκλησία, μια πηγή ή μια αγορά. Οι δρόμοι του βγαίνουν έξω ακτινωτά. Ο επιμήκης (ή μακρυδρομικός) συνοικισμός σχηματίζεται παράλληλα με τους μεγάλους εθνικούς δρόμους και είναι νεώτερος, Οι σύμμετροι συνοικισμοί ήταν παλιότερα ή σε ψηλώματα (αμφιθεατρικοί) ή σε κρυμμένες κοιλάδες. Μελετάται στις περιπτώσεις αυτές, αν το χωριό είναι δίλοφο ή διπλευρικό. Επίσης, αν είναι παράλιο, μεσόγειο ή ορεινό. Και γενικά, ποιος είναι ο προσανατολισμός και η γεωγραφική του θέση.


Λέχοβο Καστοριάς


2. Κλίμα, έδαφος, υψόμετρο, νερά, καλλιέργειες ·απαραίτητο πλαισίωμα στην περιγραφή μας, που οδηγεί και σε συμπεράσματα, αν το χωριό είναι γεωργικό ή κτηνοτροφικό, παραγωγικό ή άγονο, πράσινο ή ξερό, λιθόκτιστο ή από ξενόφερτα υλικά.


Μέτσοβο Ηπείρου


3. Εσωτερική σύνθεση του χωριού η οποία περιλαμβάνει τα κεντρικά κτίρια όπως η εκκλησία, το σχολείο, τα Κοινοτικά γραφεία, η βρύση, τα καφενεία, η αγορά, το «μεϊντάνι» με τα μαγαζάκια και τα χοροστάσια. Οι γειτονιές με τους χαρακτηριστικούς δρόμους, το κοιμητήριο, οι δρόμοι εξόδου.



4. Ιστορικά του χωριού, όνομα και ετυμολογία, χρονολογία κτισίματος, περιπέτειες, σύγχρονες συνθήκες.


Το Δημοτικό Σχολείο Ριζοβουνίου Πρεβέζης


Οικιστική μελέτη του σπιτιού


1. Περιγραφή του εξωτερικού χώρου, της γειτονιάς, του εδάφους και της έκτασης του οικοπέδου (ξερότοπος, βλάστηση, απάνω γειτονιές, επικλινές έδαφος, ξάγναντο ή γούπατο).



Η πέτρινη καμάρα της Μπαμπαλίνας Τρικάλων


2. Εξωτερική μορφή του σπιτιού. Μονώροφο, διώροφο, πλατυμέτωπο, στενομέτωπο, γωνιόστεγο (δίρριχτο και με αέτωμα), με επίκλινη στέγη (μονόριχτο), επιπεδόστεγο (ταράτσα), πυραμιδόστεγο ή καμπυλόστεγο. Πολυπαράθυρο ή τυφλό. Απλό ή πολυσύνθετο (με χαγιάτια, πτερύγια κτλ.). Χρώματα που κυριαρχούν. Τυχόν επιγραφές ή σήματα και χρονολογίες.


Κατοικία Ηπείρου


3. Υλικά οικοδομίας. Τοιχοποιία, ξυλοδομικά εξαρτήματα, στέγη (κεραμίδια, πλάκες, δὠμα από πηλό, κλαδιά ή τσιμέντο). Εδώ μπορούν να ζητηθούν και τα έθιμα χτισίματος, στα θεμελιώματα (σφάξιμο κοκκόρου, αγιασμοί κτλ.) και στη σκεπή (μαντηλώματα).


4. Αρχιτεκτονικός τύπος του σπιτιού (τοπικός ή πανελλήνιος) και γενική αισθητική. Εκτίμηση των ιδιοτυπιών και εμπνεύσεων. Αισθητική της προσαρμογής στο περιβάλλον. Ψεκτά σημεία επίσης.


Διώροφη οικία Καλάνδρας Χαλκιδικής


5. Εσωτερική διαίρεση του σπιτιού (κάτοψη & τομή). Δωμάτια και χώροι (και τρόποι) οικογενειακής ζωής, για το αντρόγυνο, για τα παιδιά, για τους γέρους, για τους ξένους. Φροντίδες προσανατολισμού και υγιεινής. Πρακτικά διδάγματα, αλλά και άγνοιες. Χρώματα και διακόσμηση, θέση της εστίας και καπνοδόχος.


6. Έπιπλα & σκεύη. Εντοιχισμένα και κινητά έπιπλα της λαϊκής κατοικίας. Τόποι κατασκευής ή αγοράς. Οι ντόπιοι επιπλοποιοί. Τα αρμάρια τροφίμων, οι παλιές κασέλες, το εικονοστάσι. Μεταγενέστερες αστικές εξελίξεις. Τα σκεύη (αγγεία) του μαγειρειού, της τραπεζαρίας, του νοικοκυριού (νερό, πλύσιμο) και της φιλοξενίας (δίσκοι, σερβίτσια κτλ.). Η εσωτερική ατμόσφαιρα και εμφάνιση του σπιτιού είναι η ζωντανότερη πλευρά της ελληνικής κατοικίας, επειδή δείχνει τις οικονομικές συνθήκες της οικογένειας, την προσωπικότητα της νοικοκυράς, την πολιτιστική διάθεση για βελτίωση, και το πνεύμα της φιλοξενίας.


Παραδοσιακή αρχιτεκτονική Κρανέας Ελασσόνας


7. Αυλή & κήπος: Τα χτισίματα της αυλής, φούρνος, μαγειρειό, στάβλοι, αχερώνας, κοτέτσι ή περιστερώνας κτλ. Το πηγάδι και η στέρνα, τρόποι για την άντληση του νερού. Η κεντρική και η δευτερεύουσα πόρτα με την αρχιτεκτονική της στέγης τους. Χτυπητήρια ή κουδούνια για ειδοποίηση. Ασφαλιστικά σύνεργα. Η μάντρα ή ο φράχτης, μικροεμπόδια για τους κλέφτες. Δέντρα και καλλιέργειες. Σπιτική ανθοκομία και γλάστρες ή αρτάνες.


8. Ιδιόρρυθμες αγροτικές κατοικίες: Καλύβες πέτρινες ή δεντρόκλαδες, στάνες και στρούγγες, τσαρδάκια, λιμναίες καλαμωτές κατοικίες κ.α.



Στάνες Σαρακατσαναίων


Η μελέτη της ελληνικής κατοικίας, ιδιαίτερα στην παραδοσιακή της μορφή, είναι έργο εθνικό, όσο εθνικός ήταν πάντα και ο ρόλος του ελληνικού σπιτιού, που στέγασε με συνεχή εξέλιξη την πρώτη γέννηση, τα παιδικά χρόνια, την οικογενειακή τιμή, τον γάμο, τις χαρές και τις λύπες, τον ειρηνικό θάνατο, την φτώχεια ή τον πλούτο, αλλά και την αξιοπρέπεια και την ελευθερία του κάθε Έλληνα.





Σκόρδο σπορά φύτεμα καλλιέργεια


Τα σκόρδα είναι φυτά βολβώδη, πολυετή και ανήκουν στην οικογένεια των λειριοειδών. Καλλιεργούνται για τούς βολβούς τους, οι οποίοι βρίσκουν μεγάλη χρησιμοποίηση στη μαγειρική ή παρασκευή ειδικών δροσιστικών τροφών.
Τα φύλλα διαφέρουν απ' εκείνα των κρεμμυδιών, γιατί είναι πιό σπαθωτά και πιό στενά και στριμμένα. Τα άνθη είναι λευκά και στη κορυφή του καυλού σχηματίζουν σφαιρικό σκιάδιο. Κάθε κεφάλι αποτελείται από 8-12 σκελίδες, εκ των οποίων οι εξωτερικές είναι μεγαλύτερες από τις εσωτερικές και πιό καυτερές. Τα σκόρδα ευδοκιμούν σε χώματα ελαφρά, όχι πολύ υγρά, προ πάντων στραγγερά και γόνιμα. Στα βαριά και σφικτά εδάφη, πού κρατούν πολλή υγρασία, σαπίζουν η δίδουν μικρά κεφάλια, στα δε πολύ ξηρά και άγονα ή απόδοσης των είναι μηδαμινή και ή γεύσης των γίνεται εξαιρετικά καυτερή.
Η καλλιέργεια γίνεται αποκλειστικώς με βολβίδια (σκελίδες) είτε, πολύ σπανίως, με σπόρους. Στα θερμά μέρη ή φυτεία αυτών, εκτελείται κατά "Οκτώβριο-Νοέμβριο, τα δε ψυχρά και ορεινά κατά Φεβρουάριο- Μάρτιο. Το ίδιο γίνεται και για τον πολλαπλασιασμό με σπόρο. Για την απόκτηση καλής φυτείας, πρέπει από κάθε κεφάλι σκόρδου, να διαλέγονται τα εξωτερικά και χονδρά βολβίδια, τα όποια και μόνο να χρησιμοποιούνται, τα δε μικρά και λεπτά να απορρίπτονται.
Αυτά φυτεύονται σε βραγιές και κατά γραμμές 20-25 πόντους, η μία της άλλης, επ’ αυτών δε, κατά διαστήματα 12 -15 πόντους και σε βάθος 2-3 πόντους, το πολύ. Σε περίπτωση συγκαλλιέργειας φυτεύονται ως μπορτούρες στα σαμάρια των βραγιών, των ποτιστικών αυλακών, είτε ανάμεσα στα μαρούλια, στα σπανάκια κλπ.
Για κάθε στρέμμα απαιτούνται πέντε πλεξούδες η 1500-1800 κεφάλια περίπου.
Η προετοιμασία του εδάφους πρέπει να γίνεται καλή, με 2-3 σκαψίματα και σπάσιμο των βώλων, ώστε το χώμα να τρίβεται εντελώς. Επίσης και ή λίπανσης πρέπει να είναι ή κατάλληλη.
Η κοπριά αποτελεί άριστο λίπασμα, σε ποσό 2-2.500 οκάδες στο στρέμμα, πρέπει όμως να είναι εντελώς χωνευμένη και να χρησιμοποιείται πολύ προ της φυτείας. Μαζί με συμπληρωματικά φωσφοροκαλιοΰχα χημ. λιπάσματα (0-12-6) δίδει πολύ καλλίτερα αποτελέσματα. Από τα σύνθετα χημ. λιπάσματα αξιοσύστατος είναι ό τύπος 4-10-10, σε ποσό 50-60 οκάδ. στο στρέμμα. Κατά προτίμηση χρησιμοποιούνται σκέτα, σε χώματα με οργανικές ουσίες η οπωσδήποτε σφικτά.
Η καλλιέργεια των σκόρδων με σπόρο, δεν είναι πρακτική, γιατί χρειάζονται δύο έτη για να δώσουν κεφάλια, δηλαδή, το πρώτο έτος θα παραχθούν μικρά βολβίδια, τα όποια θα ξαναφυτευτούν για ν' αποδώσουν το επόμενο έτος. Επίσης δε πολλαπλασιασμός αυτός, με σπόρο, δεν δίδει τις επιθυμητές ποικιλίες.
Σε όλες τις περιπτώσεις, τα σκόρδα, κατά την διάρκεια της βλαστήσεώς τους, πρέπει να βοτανίζονται και να σκαλίζονται 1-2 φορές, ιδίως στην αρχή, και να ποτίζονται εφ’ όσον μόνον υπάρχει μεγάλη ξηρασία. Όταν πλησιάζει ή ωρίμανση και αρχίσουν να κιτρινίζουν τα φύλλα, τότε δένονται στη κορυφή, είτε στρίβονται για να σταματήσει ή βλάστηση και να γίνουν τα κεφάλια χονδρότερα, ή ακόμη και για να επισπευτεί ή πρωιμότης των.
Η συγκομιδή αρχίζει κατά Μάιο-Ιούνιο αναλόγως των ποικιλιών και του τόπου. Πρέπει να γίνεται μετά την τέλεια αποξήρανση των φύλλων, αλλιώς όταν είναι πρόωρη, τα κεφάλια δεν διατηρούνται και σαπίζουν πολύ γρήγορα στην αποθήκη.
Τα σκόρδα αφού ξεριζωθούν με το χέρι η με λισγάρι, δένονται σε πλεξούδες ανά 50- 100 κεφάλια και αφήνονται μερικές ήμερες στον ήλιο για να χάσουν μέρος της υγρασίας τους. Κατόπιν αναρτώνται σε ξηρή και ευάερη αποθήκη μέχρις ότου διατεθούν. Μια καλή απόδοσης σκόρδων φθάνει 8-12 φορές μεγαλύτερη από το χρησιμοποιηθέν ποσό της φυτείας.

Ποικιλίες.
Οι κυριότερες ποικιλίες των σκόρδων, οι οποίες και συχνότερα συναντώνται στην καλλιέργεια είναι:
-Σκόρδα κοινά. Ταύτα κάνουν κεφάλια μέτρια στο μέγεθος με πολλές και σφικτές σκελίδες, συνήθως ο-λίγο κυρτές. Είναι ποικιλία ανθεκτική και μάλλον όψιμη.
-Σκόρδα ολόλευκα. Ταύτα γίνονται χονδρότερα των προηγουμένων και με σκελίδες ποιό σαρκώδεις. Οι εσωτερικές και εξωτερικές φλούδες είναι χαρακτηριστικώς κάτασπρες. Είναι ποικιλία εκλεκτή και πρώιμη
-Σκόρδα τεράστια. Τα κεφάλια αυτών αποκτούν τεράστιο όγκο (10—15 πόντους διάμετρο) με ολίγες σκελίδες, αλλά ή κάθε μία αντιστοιχεί μ' ένα ολόκληρο σκόρδο κοινό. Πρόκειται περί εξαιρετικής ποικιλίας, ελάχιστα όμως καλλιεργούμενης
-Σκόρδα στρογγυλά χονδρά. Ταύτα αποκτούν κεφάλια χονδρά και σχεδόν στρογγυλά , με σαρκώδεις σκελίδες ελάχιστα καυστικές .
-Σκόρδα σχιστά. Ταύτα χαρακτηρίζονται από τις σκελίδες όποιες είναι πολύ χαλαρές μεταξύ των η μάλλον όλως διόλου χωριστές. Είναι γλυκύτερα από τα άλλα σκόρδα και αποτελούν άλλο είδος

Ασθένειες. Οι συνηθέστερες αρρώστιες των σκόρδων είναι:
Η σκωρίαση
Παρουσιάζεται στα φύλλα σαν πολυάριθμα και πυκνά στίγματα σκουρόξανθα, τα όποια εμποδίζουν τη κανονική λειτουργία της βλαστήσεως. Προλαμβάνεται με 2-3 ψεκάσματα βορδιγαλείου πολτού (1 οκά θειικός χαλκός με 1 οκά ασβέστη σε 100 οκάδες νερό).




Η σήψης των βολβών
Είναι ένας μικρός μύκητας, ό όποιος ζει συνήθως ως σαπρόφυτο, αλλά κάποτε προσβάλλει τα σκόρδα και κρεμμύδια, όπου αναπτύσσεται σε παράσιτο. Παρουσιάζεται ως μαύρη μούχλα μεταξύ των λεπίων των βολβών. Ευνοείται σε πολύ υγρά εδάφη και εκεί πού γίνεται χρήσης φρέσκης κοπριάς. Για τα σκόρδα είναι επικίνδυνη αρρώστια. Θεραπευτικό μέσο δεν υπάρχει, παρά αποφυγή των αίτιων πού τη προκαλούν, είτε αλλαγή της καλλιέργειας για 3-4 χρόνια.

Από τα έντομα, οι σοβαρότεροι εχθροί είναι ό κρεμμυδοφάγος και ή μηλολόνθη, οι όποιοι προσβάλλουν τούς βολβούς. Καταπολεμούνται με άρσενικούχα δολώματα από αραβόσιτο ή πίτυρα, είτε με παγίδες.

Πηγή: Πρακτικός οδηγός του λαχανόκηπου-Παράρτημα «Γεωργικού δελτίου» μηνός Ιανουαρίου 1940
άπό