*-*

Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου 2016

Ο ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ ΤΟΥ ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΠΟΚΡΕΩΝ

Ο δεύτερος μήνας του έτους κατά το Γρηγοριανό Ημερολόγιο είναι ο Φεβρουάριος. Στο αρχικό Ρωμαϊκό ημερολόγιο του Νούμα Πομπίλιου (Numa Pompilius ) κατείχε την τελευταία θέση, ωστόσο αργότερα, περί το 153 π.Χ μεταφέρθηκε στη θέση πoυ βρίσκεται και στις ημέρες μας. Είναι μήνας διαβατήριος και αποκαθαρτικός· εξάλλου ο Φεβρουάριος πήρε το όνομά του από το λατινικό ρήμα februum που σημαίνει «εξαγνίζω», καθώς κατά τη διάρκειά του τελούνταν θρησκευτικές εορτές εξαγνισμού και καθαρμού (Februa ή Februatio), προκειμένου να εξαγνιστεί ο χώρος από το μίασμα του παλιού χρόνου. 
Σύμφωνα με αναφορές ο Φέβρουος ήταν ο θεός των νεκρών και η Φεβρούα ήταν η θεά - επόπτης των καθαρμών και των εξαγνισμών. Όμως ο Φεβρουάριος ήταν αφιερωμένος και στον Ποσειδώνα λόγω των πολλών βροχών που σημειώνονται κατά τη διάρκειά του. 
Είναι ο μόνος μήνας διάρκειας 28 ημερών στα κοινά έτη και 29 ημερών στα δίσεκτα έτη. Αρχικά, ο Φεβρουάριος είχε 29 ημέρες στα κοινά και 30 στα δίσεκτα, όμως το 4 π.Χ. ο αυτοκράτορας Οκταβιανός Αύγουστος αφαίρεσε μία ημέρα, την οποία πρόσθεσε στον μήνα Αύγουστο που έφερε το όνομά του. Η προσθήκη μιας επιπλέον ημέρας των δίσεκτων ετών ξεκίνησε το 46 π.Χ. με την καθιέρωση του Ιουλιανού ημερολογίου, όταν ο Ιούλιος Καίσαρ άλλαξε το ρωμαϊκό ημερολόγιο με τη βοήθεια του Έλληνα αστρονόμου Σωσιγένη. Bασισμένος στους υπολογισμούς του πατέρα της αστρονομίας Ίππαρχου (ο οποίος έναν αιώνα νωρίτερα είχε προσδιορίσει ότι το ηλιακό έτος έχει διάρκεια ίση με 365,242 ημέρες), θέσπισε ένα ημερολόγιο του οποίου τα έτη είχαν 365 ημέρες, ενώ σε κάθε τέταρτο έτος πρόσθεταν ακόμη μία ημέρα, μετά την «έκτη προ των καλενδών του Μαρτίου», που ονομαζόταν «bis sextus»· έτσι η ημέρα αυτή, επειδή μετριόταν δύο φορές, ονομάζεται ακόμη και σήμερα «δις έκτη» και το έτος που την περιέχει «δίσεκτο». 
Κατά το Αττικό ημερολόγιο ο Φεβρουάριος ονομάζοταν Ανθεστηριώνας, όνομα προερχόμενο από τις εορτές των Ανθεστηρίων, οι οποίες τελούνταν στην Αρχαία Αθήνα την 11η έως και την 13η ημέρα του μηνός. Η πρώτη ημέρα των Ανθεστηρίων ονομαζόταν «πιθοίγια» διότι ανοίγονταν και δοκιμάζονταν για πρώτη φορά οι πίθοι με τον οίνο της χρονιάς. Η δεύτερη ημέρα λεγόταν «Χόες», από το ομώνυμο οινοδοχείο και η τρίτη ημέρα ονομάζονταν «Χύτροι», και ήταν η ημέρα των ψυχών.Προσφέρονταν δε αγγεία με άνθη, μαγειρεμένα λαχανικά και πανσπερμία σιτηρών και γίνονταν σπονδές από νερό πάνω στους τάφους. 
Απεικόνιση πομπής η οποία μεταφέρει υδρίες
Επίσης, αυτή την ημέρα εορτάζονταν τα Υδροφόρια προς τιμήν όσων χάθηκαν στον Κατακλυσμό του Δευκαλίωνα.Τελούνταν όμως και μυστήρια όπως τα μυστήρια εν Άγραις προς τιμήν της θεάς Δήμητρος. Πρόκειται για εορτή στις Αθηναϊκές Άγρες περί την εικοστή ημέρα του μηνός, η οποία διαρκούσε επτά ημέρες και συνιστούσε προετοιμασία για τους μυημένους στα μεγάλα Ελευσίνια μυστηρία, είχε δε το όνομα «μικρά μυστήρια». Όσοι είχαν σκοπό να μυηθούν στα Ελευσίνια Μυστήρια έπρεπε πρώτα να υποβληθούν στην μύηση της Άγρας η οποία γινόταν επτά μήνες νωρίτερα. 
Στην Ελλάδα ο Φεβρουάριος καλείται και Φλεβάρης, ονομασία η οποία προέρχεται από τις «φλέβες», δηλαδή τα υπόγεια νερά που αναβλύζουν στην διάρκειά του από τις πολλές βροχές. Στην Θράκη μάλιστα υπάρχει το ρήμα φλεβαρίζω που σημαίνει πλημμυρίζω, επειδή τα χωράφια «φλεβαρίζουν» από τα πολλά νερά. «Σου 'πανε Φλεβάρη βρέξε κι αλησμόνησες να πάψεις»... Υπάρχει όμως και το ρήμα φλεβίζω, που σημαίνει κάνω δυνατό κρύο. 
Στα ορεινά μέρη της Ελλάδος προσάρμοσαν το όνομα στις καιρικές συνθήκες του ψύχους και των θανάτων που προκαλούνται εξαιτίας αυτού : «Ο Φλεβάρης φλέβες ανοίγει και πόρτες σφαλνά». 
Επίσης, έχει πάρει διάφορες άλλες ονομασίες σχετικές με την μικρή του διάρκεια : Κουτσοφλέβαρος, Μικρός, Κουτσός, Φλιάρης, Μισερός και Γκουζούκης. Στον Πόντο λέγεται και Κούντουρος γιατί έχει κοντή ουρά καθώς και Κούτσουρος διότι είναι κουτσουρεμένος. 
Στον αγροτικό βίο ονομάζεται κλαδευτής, γιατί η πρώτη ημέρα του Φεβρουαρίου σηματοδοτεί την αρχή του κλαδέματος ,του τσαπίσματος των χωραφιών και άλλων αμπελουργικών φροντίδων. «Ας έρθ’ τ’ Αϊ Τρύφου η μέρα πρώτα, κι απέει πιάν’ς του σβανά στου χέρι σ’». Η γιορτή του Αγίου Τρύφωνα, προστάτη των αμπελιών, την 1η του μηνός του έδωσε και το όνομα «Αϊ-Τρύφωνας». Στην Στενήμαρο της Ανατολικής Ρωμηλίας την ημέρα εκείνη οι αμπελουργοί θυσίαζαν έναν ταύρο και μετά το φαγοπότι διοργάνωναν αγώνες πάλης. 
Ο καιρός τον Φεβρουάριο είναι άστατος, γι' αυτό τον λόγο καλείται και Μεθυσμένος γιατί δεν ξέρει τι κάνει. «Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει καλοκαίρι θα μυρίσει κι άμα πει και θυμώσει μέσ' τα χιόνια θα μας χώσει». Παρ’ όλα αυτά ο Φεβρουάριος είναι ο τελευταίος μήνας του χειμώνα και προπομπός της ανοίξεως. Χαρακτηριστικό του είναι οι ανθισμένες αμυγδαλιές οι οποίες πιστές πάντα στο ετήσιο άνθισμα τους στέλνουν τα υπέροχα μηνύματα αναγεννήσεως της φύσης. 
 
Ο Φεβρουάριος είναι πλούσιος σε παροιμίες και γνωμικά: 
- Ο μήνας Φλεβάρης ή τις φλέβες (του νερού) ανοίγει ή τις φλέβες κλείνει. 
- Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει καλοκαίρι θα μυρίσει, μ' αν τις φλέβες του ανοίξει ξεροπήγαδα γιομίζει. - Ο Φλεβάρης με νερό, κουτσός μπαίνει στο χορό. 
- Χιόνια του Φλεβαριού, χρυσάφι του καλοκαιριού. 
- Φλεβάρης κουτσοφλέβαρος, και του τσαπιού ο μήνας. 
- Φλεβάρη κουτσοφλέβαρε καταραμένε μήνα, μας χιόνισες, μας απόπειρες, μας έλιωσες στην πείνα. - Φλεβάρη μήνα κοίταγε ήλιο και φεγγάρι, πάρε και γνώμη από αστρί και κάνε ό,τι βγάλει. 
- Ό,τι ημέρα κάμει της Παπαντής, θα την κάνει σαράντα μέρες. 
- Χιόνι Φλεβαριάτικο, αλώνι αβερτιάτικο. 
ΕΘΙΜΑ ΣΤΟΝ ΕΛΛΑΔΙΚΟ ΧΩΡΟ 
Δύο είναι τα σπουδαιότερα έθιμα που τηρούνται μέχρι τις μέρες μας είναι το ψυχοσάββατο και οι Απόκριες. 
Στο Ψυχοσάββατο, όσοι έχουν αγαπημένους νεκρούς, βράζουν στάρι και το προσφέρουν για ανάπαυση των ψυχών. Αυτή τη μέρα, σύμφωνα με μια δοξασία οι ψυχές βγαίνουν και κάθονται πάνω στα δέντρα και στα βλαστάρια του αμπελιού, γι αυτό δεν κόβουν τα βλαστάρια, μήπως πέσουν οι ψυχές που είναι καθισμένες πάνω σε αυτά και κλάψουν. 
Οι Απόκριες πάλι αρχίζουν με το τριώδιο, την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισσαίου, συνεχίζουν με την Κυριακή της Κρεατινής και κορυφώνονται με την Κυριακή της Τυρινής που λέγεται και Τρανή Αποκριά. Η πανάρχαια αυτή γιορτή έχει σκοπό να ξυπνήσει τη φύση από τη χειμερία νάρκη της και να εξασφαλίσει τη βλάστηση και την καρποφορία των χωραφιών. Οι μεταμφιεσμένοι πανηγυρίζουν στους δρόμους και στα σπίτια. Χτυπούν τύμπανα και κρατούν φαλλικά σύμβολα, λένε τολμηρά αστεία και εύχονται καλή σοδειά και ευγονία. Οι γιορτές της Αποκριάς τελειώνουν την Κυριακή της Τυρινής και επειδή εκείνη την ημέρα τρώνε συνήθως μακαρόνια με τυρί, τη λένε και Μακαρονού. 
όλο τό άρθρο ΕΔΩ

2 σχόλια:

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.


Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.


Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια