*-*

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΑΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ....ΟΙ ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ

Στην άκρη ενός μικρού χωριού, σε ένα μικρό σπιτάκι ζούσε κάποτε μια μάνα, η κυρά-Λένη, με την κόρη της την Φιλιώ.
Ήταν παραμονή Χριστουγέννων και το χιόνι είχε σκεπάσει τα βουνά, τους κάμπους και τους δρόμους και ήταν δύσκολο να τους διαβείς. Ο αέρας από τα γύρω σπίτια μύριζε μελομακάρονα, δίπλες και χριστόψωμα.
Η κυρά-Λένη με την κόρη της δεν είχαν ζυμώσει τίποτα για τα Χριστούγεννα, γιατί όλη μέρα δούλευαν σε ένα αρχοντόσπιτο.
– Φιλιώ μου, θα πάω μέχρι το μύλο να αλέσω λίγο σιτάρι. Πρέπει να φτιάξουμε κι εμείς μερικά γλυκά.
…είπε η μάνα!
– Όχι μάνα, είσαι κουρασμένη. Θα πάω εγώ στο μύλο.
– Όχι, δε σε αφήνω. Αυτές τις μέρες βγαίνουν οι καλικάντζαροι και συνηθίζουν να τρυπώνουν στους μύλους. Μάλιστα λένε ότι παραμονεύουν τις νέες κοπέλες, για να τις κοροϊδέψουν και να τους κάνουν κακό.
– Δε φοβάμαι μάνα, κι ούτε πιστεύω αυτά που λέγονται για τα καλικαντζαράκια. Θα πάω γρήγορα και θα γυρίσω αμέσως. Έλα δώσε μου το σακί με το σιτάρι και φέρε και το γαϊδουράκι να το φορτώσω.
– Καλά κόρη μου, αφού επιμένεις πήγαινε, αλλά να προσέχεις τα καλικαντζαράκια. Αν εσύ φερθείς έξυπνα, δε θα σε πειράξουν, γιατί στο βάθος είναι λίγο κουτά. Πάω να φέρω το γαϊδουράκι από το στάβλο.
Η Φιλιώ φόρτωσε στο γαϊδουράκι το σακί με το σιτάρι και ξεκίνησε για το μύλο. Από μακριά έβλεπε αμυδρά το φως του μύλου, που φωτιζόταν από ένα λυχνάρι.
Όταν έφτασε στο μύλο, άκουσε φωνές και γέλια. Σκέφτηκε ότι θα είναι μέσα κι άλλοι χωριανοί, που θέλουν να αλέσουν το σιτάρι τους. Σπρώχνει λοιπόν, την πόρτα και με έκπληξη και τρόμο βλέπει μπροστά της γύρω στα πέντε καλικαντζαράκια. Ήταν κάτι κακάσχημα και μαυριδερά ανθρωπάκια, με κατακόκκινα αστραφτερά μάτια, με κρεμασμένες τις γλώσσες τους έξω, με μακριές ουρές και με μεγάλα αυτιά, που συνεχώς κουνιόντουσαν.
Η Φιλιώ τραβήχτηκε προς τα πίσω για να φύγει, μα δεν πρόλαβε. Τα καλικαντζαράκια με γρήγορα πηδήματα την άρπαξαν και την τράβηξαν μέσα και άρχισαν να της λένε:
– Γιατί φεύγεις ομορφούλα; Εμείς περιμέναμε τόση ώρα να φανεί καμιά όμορφη κοπέλα. Τι ήρθες να κάνεις εδώ;
– Ήρθα να αλέσω το σιτάρι μου.
– Άσε το σιτάρι σου και έλα να χορέψουμε.
– Θέλω να χορέψω μαζί σας, αλλά ας βάλω πρώτα το σιτάρι στο μύλο να αλέθεται, για να μην αργήσω.
Και αμέσως έριξε το σιτάρι στο καρίκι του μύλου και άρχισε το άλεσμα.
– Έλα κοπέλα, έλα να χορέψουμε! Και θα σου δώσουμε μεταξωτά φορέματα, χρυσά στολίδια, βελούδινα γοβάκια και δυο μπαούλα προικιά από την Προύσα και τη Βενετία.
– Καλά λοιπόν, θα χορέψουμε! Τρέξτε όμως πρώτα να μου φέρετε όλα αυτά που μου είπατε και σας υπόσχομαι πως θα χορέψουμε μαζί ώρες ατέλειωτες.
– Ελάτε λοιπόν, ας τρέξουμε γρήγορα στην Προύσα και στη Βενετία, να της τα φέρουμε! Ομορφούλα κοπελιά, περίμενε μας! Δε θα αργήσουμε. Σε λίγη ώρα θα έχουμε γυρίσει.
– Ναι, θα περιμένω με αγωνία να έρθετε!
Φεύγοντας τα καλικαντζαράκια έλεγαν μεταξύ τους:
– Πω πω, τι κουτή που είναι! Θα φάει το ξύλο της χρονιάς της όταν γυρίσουμε!
Κι η Φιλιώ αναρωτιόταν όσο έμεινε μόνη:
– Θεέ μου! Τι θα κάνω τώρα; Πρέπει να αλέσω γρήγορα το σιτάρι και να φύγω, πριν με προλάβουν εδώ. Γρήγορα καλέ μου μύλε, άλεθε, για να να φύγω, πριν γυρίσουν τα καλικαντζαράκια.
Το σιτάρι αλέστηκε, η Φιλιώ το πήρε και το άδειασε στο σακί της και βιαστικά φόρτωσε το σακί στο γαϊδουράκι και πήρε το δρόμο της επιστροφής για το χωριό.
Όταν έφτασε, έπεσε τρομαγμένη στην αγκαλιά της μάνας της.
– Αχ μάνα, πόσο φοβήθηκα με τα καλικαντζαράκια!
– Τι έπαθες κόρη μου;
– Να, συνάντησα τα καλικαντζαράκια στο μύλο και μου είπαν να μου δώσουν χρυσά στολίδια, μεταξωτά φορέματα, βελούδινα παπούτσια και δυο μπαούλα προικιά από τη Βενετία και την Προύσα, για να χορέψω μαζί τους. Εγώ όμως δε τα πίστεψα. Τους είπα δήθεν να πάνε πρώτα να μου τα φέρουν, για να μπορέσω να τους ξεφύγω.
– Καλά έκανες κόρη μου. Έλα κόπιασε στη φωτιά να ξεκουραστείς κι εγώ θα φτιάξω τα γλυκά.
Δεν πρόλαβαν να τελειώσουν την κουβέντα, όταν χτύπησε η πόρτα και στο κατώφλι φάνηκε η Μαλάμω, η φαντασμένη κόρη του άρχοντα και είπε στη Φιλιώ:
– Φιλιώ πήγαινε γρήγορα στο μύλο, να αλέσεις λίγο σιτάρι, γιατί μας τέλειωσε το αλεύρι και θέλουμε να φτιάξουμε μερικά γλυκά ακόμη.
– Δε μπορώ να πάω. Μόλις τώρα γύρισα από το μύλο κι έχω πάρει μια τρομάρα από τα καλικαντζαράκια, που δε λέγεται!
– Μπα; Είδες τα καλικαντζαράκια;
…είπε κοροϊδευτικά η Μαλάμω και της απάντησε η κυρά-Λένη:
– Ναι, τα είδε και της έταξαν χρυσά φλουριά, μεταξωτά φορέματα, βελούδινα παπούτσια και δυο μπαούλα προικιά από την Προύσα και τη Βενετία.
– Και δεν τα πήρε η κουτή η κόρη σου;
– Όχι δεν τα πήρε.
– Καλά, καλά. Τότε θα πάω εγώ.
– Εσύ; Καλά δε φοβάσαι τη χιονοθύελλα που άρχισε;
…ρώτησε με απορία η κυρά-Λένη.
– Όχι βέβαια, είμαι γενναία εγώ, δε φοβάμαι!
…είπε και έκλεισε βιαστικά την πόρτα, τρέχοντας μέσα στη χιονοθύελλα προς το μύλο. Ο νους της ήταν στα χρυσά στολίδια, στα μεταξωτά φορέματα, στα βελούδινα παπούτσια και στα δυο μπαούλα με τα προικιά από την Προύσα και τη Βενετία.
Λαχανιασμένη έφτασε στο μύλο, έσπρωξε την πόρτα, μπήκε μέσα και βρέθηκε μπροστά στα καλικαντζαράκια.
 
– Καλώς την κοπέλα! Έλα να χορέψουμε!
…της είπαν τα καλικαντζαράκια κι εκείνη τους απάντησε:
– Για να χορέψω μαζί σας, θέλω πρώτα χρυσά στολίδια, μεταξωτά φορέματα, βελούδινα παπούτσια και δυο μπαούλα προικιά από τη Βενετία και την Προύσα.
– Βέβαια, βέβαια θα σου τα δώσουμε. Πάμε να σου τα φέρουμε αμέσως.
 
…είπαν τα καλικαντζαράκια και βγήκαν έξω. Όταν γύρισαν μετά από λίγο, κρατούσαν στα χέρια τους μεγάλα ρόπαλα και άρχισαν να την χτυπούν.
– Θέλεις στολίδια και μεταξωτά φορέματα, ε; Θέλεις χρυσά φλουριά; Πάρτα λοιπόν, ανόητη Μαλάμω!
Η Μαλάμω φώναζε για βοήθεια, αλλά ποιος να την ακούσει μέσα στη νύχτα;
Τσακισμένη από το ξύλο και την κούραση γύρισε στο σπίτι της. Με ντροπή είπε την περιπέτεια της στη μάνα της. Από τότε όμως σταμάτησε να είναι φαντασμένη και εγωίστρια. ΠΗΓΗ
 

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

Τά παραδοσιακά γλυκά τών Χριστουγέννων.

Έχουμε και λέμε: Κουραμπιέδες, μελομακάρονα, βασιλόπιτα και μπακλαβάς. Κάθε ένα με τη δική του γεύση, με τις δικές του αναλογίες σε βούτυρο και σιρόπι, σε ελαιόλαδο, σε μπαχαρικά και τραγανές κρούστες φύλλων, σε καρύδια και αμύγδαλα. Ορίστε το πιάτο σας, και πάμε να δοκιμάσουμε απ’ όλα.
Ποια είναι η ιστορία του κουραμπιέ; Προλαβαίνει κανείς να αναρωτηθεί, ή μεθά από το μοναδικό άρωμα βουτύρου αντικρίζοντάς τον; Μήπως πνίγεται σε ένα σύννεφο γλύκας, που σηκώνει η ζάχαρη άχνη; Μήπως είναι μαλακός και βυθίζει εύκολα μέσα του τις πίκρες; Όποια κι αν είναι η δική σας αλήθεια, υπάρχει και η κοινή, παραδοσιακά ελληνική: ο κουραμπιές είναι χριστουγεννιάτικος, μοσχομυριστός, και βουτυρένια βελούδινος.
Ο κουραμπιές έχει μεγάλη ιστορία. Ετυμολογικά κατάγεται από την ανατολή, ταξίδεψε μέχρι τον Μεσαίωνα όπου εδραιώθηκε ως μπισκότο, και τέλος πάντων, οι αρχαίοι Έλληνες έψηναν τα μπισκότα δύο φορές (δί-πυρον), ακριβώς για να δώσουν στα γλυκίσματα την υφή, μορφή και τραγανότητα του μπισκότου. Πολυταξιδεμένος, πήγε με τους Βενετούς στην Ασία και ξαναγύρισε, και σήμερα, είναι ο παραδοσιακός μας ελληνικός και αγαπημένος κουραμπιές των Χριστουγέννων και πάσης εορτής.
Με αμύγδαλα, με επικάλυψη σοκολάτας, με τριμμένο αμύγδαλο, με ολόκληρο ή με μισό, με πλούσια ζάχαρη άχνη που σηκώνει ομίχλη ευτυχίας.
Η επόμενη πιατέλα μας είναι γεμάτη με μελομακάρονα. Εδώ, το μέλι και η ζάχαρη έχουν παντρευτεί έναν ιδανικό γάμο, που κρατάει χρόνια, και μάλιστα έχει νικήσει και το σκοτάδι. Γιατί; Διότι οι αρχαίοι Έλληνες προσέφεραν «μακαρία», έναν μικρό άρτο στο σχήμα του σημερινού μελομακάρονου, μετά από τις κηδείες. Η «μακαρωνία» ήταν η βραδινή δέηση προς τον εκλιπόντα. Αργότερα, η μακαρία βούτηξε στο σιρόπι μελιού και έγινε μέλι και μακαρία ίσον μελομακάρονο, και σήμερα το τρώμε επειδή μας αρέσει, επειδή είναι λαχταριστό και πλούσιο γλύκισμα και επειδή γιορτάζουμε, αντιθέτως, τη γέννηση.

Το μοναδικό με το μελομακάρονο είναι ότι φτιάχνεται βασικά με ελαιόλαδο. Φυσικά η ζάχαρη και το μέλι του δίνουν ένα σιρόπι που τονώνει τη μοναδικότητα της γεύσης, κι έρχεται να βοηθήσει και η κανέλα, το γαρίφαλο, λίγο ξύσμα πορτοκαλιού και βέβαια το τριμμένο καρύδι. Αν το προτιμά κανείς με λιγότερο καρύδι, λιγότερο σιρόπι, πιο «μπισκότο» και λιγότερο γλασέ, είναι ένα θέμα-πρόκληση για τον ζαχαροπλάστη της γειτονιάς ή και του σπιτιού κάθε χρόνο. «Μου έπεσε παραπάνω σιρόπι», θα πει η γιαγιά, αλλά στην πραγματικότητα αυτό θέλαμε κι εμείς.

«Κέρδισα το φλουρί!!». Κάθε Πρωτοχρονιά η αγωνία μεγαλώνει και όσοι πρόκειται να διεκδικήσουν το φλουρί κοιτάζονται βαθιά στα μάτια, σφίγγουν το σαγόνι και δεν ανταλλάσσουν κουβέντα. Είναι η συμπεριφορά όσων επιθυμούν κι ελπίζουν δυνατά ότι η χρονιά που έρχεται θα είναι η τυχερή τους, και τούτο θα αποδείξει το φλουρί που θα ξεπροβάλλει από το κομμάτι τους. Ο Άγιος Βασίλης χαμογελά και τονίζει ότι σκοπός της βασιλόπιτας είναι να μνημονεύουμε την καλοψυχία, τη δικαιοσύνη και τη μεγαλοψυχία – αυτές τις αξίες φέρει η βουτυρένια αφράτη βασιλόπιτα.

Το έθιμο θέλει τον Άγιο Βασίλη Δεσπότη στην Καισαρεία της Καππαδοκίας, όταν η πόλη βρέθηκε περικυκλωμένη από εχθρούς, που ήθελαν όλο το χρυσάφι των κατοίκων για να σταματήσουν την πολιορκία και να μην προβούν σε καταστροφές. Οι κάτοικοι, αγαπώντας τον Άγιο Βασίλειο, που προσπάθησε να αποτρέψει το κακό, συγκέντρωσαν τα τιμαλφή και πήγαν να τα παραδώσουν σε ένα σεντούκι. Εκείνη όμως τη στιγμή εμφανίστηκε ο Άγιος Μερκούριος, διώχνοντας τους εχθρούς και αποτρέποντας το κακό. 
Ο Άγιος Βασίλειος, επιθυμώντας να επιστρέψει τα πολύτιμα αντικείμενα στους ιδιοκτήτες τους αλλά χωρίς να γνωρίζει τι ανήκει σε ποιον, σκέφτηκε να τα βάλει σε μικρά ψωμάκια και να τα μοιράσει στις οικογένειες των κατοίκων. Από τότε λοιπόν μέχρι σήμερα, η πίτα αυτή, η βασιλόπιτα, συμβολίζει τη δικαιοσύνη και τη μεγαλοσύνη, την αγάπη και την αισιοδοξία.

 Όλα αυτά μετουσιώνονται σε..τύχη!
Φέτος φτιάχνουμε τη δική μας βασιλόπιτα, πετάμε ένα φλουρί μέσα στη ζύμη όσο ψήνεται και προϋπαντούμε το Νέο Έτος στολίζοντάς την με αμυγδαλόψιχα, γαρίφαλα, ζάχαρη άχνη και γλυκιά αισιοδοξία.

Μήπως θα προτιμούσατε έναν μπακλαβά; Καλύτερα μπακλαβαδάκια μπουκίτσες, με το βούτυρο σχεδόν να μπορείς να το αγγίξεις – αληθινό, μυρωδάτο, φρέσκο, και το σιρόπι να ανακατεύεται σε κάθε φύλλο κρούστας. Ο μπακλαβάς παλιότερα φτιαχνόταν με ζύμη – εμείς θα προτιμήσουμε το φύλλο, που εναλλάσσεται με το καρύδι, το αμύγδαλο και το μέλι. Κάθε στρώση κι ένα βήμα προς τον παράδεισο. Μα πάντα, ο μπακλαβάς, είτε μπουκίτσα, είτε κομμένος τριγωνικά, τετράγωνα, σε ταψί ή σε κουτί, πρέπει να μυρίζει βούτυρο. Οι βουτυρένιοι μπακλαβάδες είναι εκείνοι που κρατούν τα σκήπτρα της απόλαυσης στο μυαλό μας.

Στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι μας, ή σε μόνιμα κοινή θέα (και πρόσβαση) στο σαλόνι, θα εναποθέσουμε τις πλούσιες πιατέλες με τα γλυκά των Χριστουγέννων, για να προσφέρουμε σε φίλους που μας επισκέπτονται, για τα δείπνα που θα οργανώσουμε, ή «για το καλό», απλά!
Καλές και γλυκές γιορτές σε όλους!
ΠΗΓΗ 
 

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2016

ΣΤΑ ΚΑΠΝΟΧΩΡΙΑ

μανα μου
 «Μάνα μου καπνοφύτισσα»: Ο ύμνος των καπνοκαλλιεργητών του Αγρινίου
του Γιάννη Γιαννακόπουλου
Ο καπνός, έως τα μέσα της δεκαετίας του 1980-90, ήταν από τα σημαντικότερα αγροτικά προϊόντα της χώρας. Από την καλλιέργειά του επιβίωναν χιλιάδες οικογένειες, εκ των οποίων οι περισσότερες είχαν μικρό κλήρο.
1 οργωμα
3 φύτεμα (1)
Στο τέλος της Άνοιξης τα καπνοχώραφα ήταν καταπράσινα, και στα μέσα Ιουνίου άρχιζε το “μάζεμα” και το “αρμάθιασμα”. Ήταν εργασία κουραστική και μονότονη. Η μονοτονία την έκανε ακόμα περισσότερο επίπονη.
4 μάζεμα (1)
4 μάζεμα (2)
Από νωρίς, πριν το χάραμα, άρχιζε το μάζεμα και στη συνέχεια το αρμάθιασμα που διαρκούσε έως το βράδυ. Η διαδικασία ήταν καθημερινή έως τα μέσα Αυγούστου.
5 αρμαθιασμα (5)
5 αρμαθιασμα (3)
Η αποξήρανση του καπνού στη λιάστρα διαρκούσε έως τις αρχές Σεπτέμβρη. Με τα πρωτοβρόχια γίνονταν η δεματοποίηση και η αποθήκευση του καπνού.
6 αποξυρανση στη λιάστρα (2)
5 αρμαθιασμα (1)
Τέλος γίνονταν η ποιοτική αξιολόγηση από τον έμπορο, αλλά η καταβολή των χρημάτων στους παραγωγούς πάντα αργούσε. Εν πάση περιπτώσει όμως, έστω πενιχρά, καλύπτονταν οι οικογενειακές ανάγκες.
7 δεματοποιηση (1)
7 δεματοποιηση (2)


7 δεματοποιηση (3)
 
Η καλλιέργεια του καπνού είχε κατά βάση οικογενειακό χαρακτήρα. Η οικογένεια ήταν σκλαβωμένη όλο το καλοκαίρι με βασική πρωταγωνίστρια την μάνα που συνέχιζε να εργάζεται και την νύχτα (φαγητό, πλύσιμο κλπ), ώστε να προλάβει τις ανάγκες της οικογένειας.
6 αποξυρανση στη λιάστρα (4)
4 σκαλισμα
giagia
Στο βίντεο που ακολουθεί, η χορωδία Αλθαία του Μουσικού Σχολείου Αγρινίου αποδίδει το ποίημα του Πάνου Χατζόπουλου σε μουσική του Δημήτρη Παπαποστόλου “ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΚΑΠΝΟΦΥΤΙΣΣΑ”. Το τραγούδι αυτό θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ο “εθνικός ύμνος” του Αγρινίου, που υπήρξε για πολλές δεκαετίες κατεξοχήν περιοχή καπνοκαλλιέργειας.
ΠΗΓΗ

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2016

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ

 Η κατ’ οίκον Εκκλησία είναι Καθολική. Δεν είναι απομονωμένη, δεν κλείνεται στον εαυτό της, δεν επαναπαύεται στο ο,τι είναι η ίδια συγκροτημένη και αυτάρκης. Αλλά ανοίγεται, συνδέεται και δημιουργεί σχέσεις σε πλαίσιο βαθειάς ενότητας με άλλες οικογένειες, με άλλους ανθρώπους που πορεύονται ίσως και κάτω από διαφορετικές συνθήκες το δυσκολοπερπάτητο ανηφόρι του βίου τους. Δεν προσπερνά αδιάφορα όσους υποφέρουν στο περιθώριο της ζωής. 
Δεν αποστρέφεται όσους κουβαλούν στην πονεμένη ψυχή τους τη νοσταλγία της μακρινής πια πατρίδας τους. Δεν περιφρονεί σαν ανάξιους λόγου όσους ελύγισαν οι ανάγκες και οι συμφορές· ξένους, μετανάστες, ανήμπορους, φτωχούς, όσους βιώνουν την παγωνιά της απελπισίας και της εγκατάλειψης.
Η προσμονή των Χριστουγέννων δίνει την ευκαιρία στην οικογένεια ενός γόνιμου προβληματισμού σχετικά με το βαθμό που βιώνει την καθολικότητα. Πόση διάθεση έχει να διοχετεύσει τον όποιο θησαυρό της (τη στοργή, τη φροντίδα, το ενδιαφέρον, την αγάπη) στους άλλους; Ανοίγει άραγε την αγκαλιά της να δεχθεί εκτός από τα μέλη της και κάποιους που δεν είναι ξένοι, αλλά είναι μέλη της μεγάλης οικογένειας του Θεού; 
Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης ενθαρρύνει προς αυτή την κατεύθυνση θυμίζοντάς μας ότι πρέπει να στραφούμε στους άλλους και κυρίως στους ”εν ανάγκαις”. «Δεν είναι άξιοι περιφρονήσεως», λέγει. «Σκέψου ποιοί είναι και θα βρεις το αξίωμά τους· έχουν ντυθεί το πρόσωπο του Σωτήρα μας, είναι οι αδελφοί Του οι ελάχιστοι.
 Αυτοί είναι οι ταμίες των αγαθών που προσδοκούμε· είναι οι θυρωροί της Βασιλείας του Θεού, αυτοί που ανοίγουν τις πόρτες στους ελεήμονες και τις κλείνουν στους δύσκολους και μισάνθρωπους… Ας μην δίνουμε τα πάντα για τις απολαύσεις μας… Ας κάνουμε κάτι και για το Θεό». Βιώνοντας την καθολικότητα η κατ’ οίκον Εκκλησία ζει επί γης τον Παράδεισο, αφού στα πρόσωπα των άλλων βλέπει, διακονεί και αγαπά τον ίδιο το Θεό. Αυτό διασώζει η πίστη μας. Αυτό διαφυλάττει η παράδοσή μας. Εν όψει των Χριστουγέννων ας βιώσουμε την ομορφιά και τη χαρά της συνάντησης των προσώπων.
{απόσπασμα από τό άρθρο τού Σεβ. Μητροπολίτου Δημητριάδος κ. Ιγνατίου ΕΔΩ}


Ὁ ἑορταστικός κύκλος τῆς Σαρακοστῆς τῶν Χριστουγέννων

Ἡ νη­στεί­α τῶν Χρι­στου­γέν­νων εἶ­ναι ἡ δεύ­τε­ρη μα­κρά πε­ρί­ο­δος νη­στεί­ας με­τά τήν Με­γά­λη Τεσ­σα­ρα­κο­στή, δέν ἔ­χει ὅ­μως τήν αὐ­στη­ρό­τη­τα αὐ­τῆς. Ὁ λα­ός τήν ὀ­νο­μά­ζει καί «σα­ραν­τά­με­ρο». Ἀρ­χί­ζει στίς 15 Νο­εμ­βρί­ου καί λή­γει στίς 24 Δε­κεμ­βρί­ου. Κα­τά τήν διά­ρκειά της τε­λεῖ­ται κα­θη­με­ρι­νά ἡ Θεί­α Λει­τουρ­γί­α, τό γνω­στό «σα­ραν­τα­λεί­τουρ­γο»
Ἡ ση­μαν­τι­κό­τη­τα τῆς ἑ­ορ­τῆς τῶν Χρι­στου­γέν­νων καί ἡ εὐ­λά­βεια τῶν χρι­στια­νῶν, κα­θώς καί ἡ ἤ­δη δι­α­μορ­φω­μέ­νη νη­στεί­α τῆς Μεγ. Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς ὁ­δή­γη­σαν στήν κα­θι­έ­ρω­ση τῆς νη­στεί­ας πρό τῶν Χρι­στου­γέν­νων.
Τόν 6ο αἰ­ώ­να ἔ­χου­με τίς πρῶ­τες ἱ­στο­ρι­κές μαρ­τυ­ρί­ες, σύμ­φω­να μέ τίς ὁ­ποῖ­ες ἡ ἀρ­χι­κή διά­ρκεια τῆς νη­στεί­ας ἦ­ταν μί­α ἑ­βδο­μά­δα. Ἐ­πε­κτά­θη­κε ὅ­μως –λό­γῳ τῆς ἐ­πί­δρα­σης τῆς Μεγ. Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς– σέ σα­ράν­τα ἡ­μέ­ρες, ἠ­πι­ό­τε­ρης ὅ­μως νη­στεί­ας. Σέ ὅ­λη τή διά­ρκεια τῶν 40 ἡ­με­ρῶν δέν κα­τα­λύ­ον­ται κρέ­ας, γα­λα­κτε­ρά καί αὐ­γά. Κα­τα­λύ­ε­ται τό ψά­ρι -ἐ­κτός Τε­τάρ­της καί Πα­ρα­σκευ­ῆς- μέ­χρι 17 Δε­κεμ­βρί­ου. Τήν τε­λευ­ταί­α ἑ­βδο­μά­δα, πού εἶ­ναι ἡ ἀρ­χαι­ό­τε­ρη νη­στεί­α, 18 ἕ­ως 24 Δε­κεμ­βρί­ου, ἔ­χου­με μό­νο κα­τά­λυ­ση οἴ­νου καί ἐ­λαί­ου, ἐ­κτός Τε­τάρ­της καί Πα­ρα­σκευ­ῆς, πού κά­νου­με ἄ­λα­δο.
Πε­ρί νη­στεί­ας γε­νι­κά
Ἡ νη­στεί­α ἐκ­φρά­ζει τό ὀρ­θό­δο­ξο χρι­στι­α­νι­κό ἦ­θος πού εἶ­ναι ἀ­σκη­τι­κό. Μέ τή νη­στεί­α ἐ­πι­δι­ώ­κου­με τήν κά­θαρ­ση τῆς ψυ­χῆς καί τοῦ σώ­μα­τός μας. «Φάρ­μα­κον ἁ­μαρ­τί­ας ἀ­ναι­ρε­τι­κόν», τήν χα­ρα­κτη­ρί­ζει ὁ Μέ­γας Βα­σί­λει­ος. Κα­θα­ρί­ζει τίς «αἰ­σθή­σεις τοῦ στό­μα­τος» καί τά συ­να­κό­λου­θα πά­θη (γα­στρι­μαρ­γί­α, κοι­λι­ο­δου­λεί­α, σαρ­κι­κές ἐ­πι­θυ­μί­ες κ.λπ.­). Ἐ­λευ­θε­ρώ­νει ἀ­πό τά πά­θη τῆς ψυ­χῆς. Ἡ νη­στεί­α εἶ­ναι «πα­θο­κτό­νος», ὄ­χι σω­μα­το­κτό­νος! Ἔ­τσι προ­φυ­λασ­σό­μα­στε ἀ­πό τούς βρώ­μι­κους, ρυ­πα­ρούς λο­γι­σμούς, καί χρη­σι­μο­ποι­ών­τας την σάν ὅ­πλο ἀ­πο­κρού­ου­με τούς πει­ρα­σμούς. Ὁ­δη­γού­μα­στε στήν ἀ­πό­κτη­ση τῶν χρι­στι­α­νι­κῶν ἀ­ρε­τῶν καί κα­τ’ ἐ­πέ­κτα­σιν στόν κύ­ριο στό­χο μας: τήν ἕ­νω­ση, τήν κοι­νω­νί­α μέ τόν Θε­ό. Ἡ νη­στεί­α εἶ­ναι «σω­μα­τι­κή» (ἀ­πο­χή τρο­φῶν), ἀλ­λά καί «πνευ­μα­τι­κή» (ἐγ­κρά­τεια καί ἀ­πο­χή ἀ­πό τήν ἁ­μαρ­τί­α). Ἄν δέν συμ­βα­δί­ζουν καί τά δύ­ο σκέ­λη τῆς νη­στεί­ας, τό­τε ἡ νη­στεί­α δέν ἐκ­πλη­ρώ­νει τόν σκο­πό της καί κα­τα­λή­γει νά γί­νει ἤ τυ­πο­λα­τρεί­α ἤ ἰ­δε­ο­λο­γί­α.
Ευχόμαστε απο καρδιάς καλή και ευλογημένη Τεσσαρακοστή!

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2016

ΟΙ ΤΑΞΙΑΡΧΕΣ ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΙ ΓΑΒΡΙΗΛ.

Η Εκκλησία μας στις 8 Νοεμβρίου, γιορτάζει τη Σύναξη των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ, καθώς και των υπολοίπων Ασωμάτων και Ουρανίων Αγγελικών Ταγμάτων. Πρόκειται για τη σύναξη, τη συνάθροιση δηλαδή των πιστών, που εύλογα θέσπισε η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, για να αποδώσει την πρέπουσα τιμή στους λειτουργούς του Θεού και δικούς μας προστάτες και φύλακες, σε μια κοινή γι’ αυτούς γιορτή.
 Κατά τήν παράδοση , τήν νύκτα τής παραμονής τής εορτής τών αγίων, μαζεύουμε όλα τά παπούτσια τού σπιτιού καί τά κρύβουμε γιά νά μήν τά δεί ο Αρχάγγελος Μιχαήλ πού θεωρείται καί ώς ό άγγελος τού θανάτου, καί μάς γράψει γιά νά μάς πάρει τήν ψυχή.
Επειδή ακόμα,  το έργο Τους είναι να προστατεύουν τους ανθρώπους, να πολεμούν και να μάχονται τους κακούς δαίμονες κατακτώντας έτσι τους Ουρανούς, η Πολεμική μας Αεροπορία τους έχει ανακηρύξει Προστάτες της και τους γιορτάζει την ίδια μέρα, που τους γιορτάζει και η Εκκλησία μας, στις 8 Νοεμβρίου.

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2016

Μάθε τέχνη κι ασ' τηνε κι άμα πεινάσεις πιάσ' τηνε



Μεταπολεμικά, όνειρο και σκοπός των Ελλήνων ήταν  να σπουδάσουν τα παιδιά τους προσδοκώντας  μια καλύτερη ζωή γι αυτά. Με τα χρόνια ο προσωπικός αγώνας τους  συρρικνώθηκε σε δύο μανιακούς στόχους : απόκτηση υλικών αγαθών και υποχρεωτική πανεπιστημιακη μόρφωση των παιδιών. Η τέχνη, τα χωράφια, η ιδιαίτερη πατρίδα και ο απλοϊκός τρόπος  ζωής διαγράφηκαν. Αστυφιλία και νεοπλουτισμός κυριάρχησαν. Αυτοί οι οποίοι έβγαλαν τις παροιμίες και τις ανέφεραν πάντα σαν διδαχές, τώρα τις καταρίπτουν.
Δικηγόρος, γιατρός, καθηγητής... είναι οι απαιτήσεις  πια των οικογενειών για την επαγγελματική ζωή των παιδιών τους. Τσαγκάρης, ποδηλατάς, αγρότης, ράφτης ... είναι κατώτερα επαγγέλματα, τέχνες για «αγράμματους». Ο τάδε η η τάδε είναι μέτρο σύγκρισης  αναλόγως: περιφρόνησης η εξομοίωσης. Βέβαια κάθε γονιός θέλει το καλύτερο για το παιδί του και αυτό δεν αμφισβητείται.  Κίνητρο  είναι μόνο η αγάπη κ ας έχουν λάθος  πολλές φορές.
Μερικώς συχγωρείται. Καταδικαστέο όμως είναι να εισχωρεί ο γονιός και να υποδεικνύει δικές του κομπλεξικές επιλογές, που αφορούν στην ζωή των παιδιών. Τα παρασύρει σε μία ουτοπία και σε μία τριανταφυλλένια ζωή, που  αν κάποιος κόψει τα όμορφα ρόδα , θ’ απομείνουν γυμνά τα κλαδάκια και θα ξεραθούν...

 Αυτό συνέβη και στη νέα γενιά της εποχής μας. Απογυμνώθηκε ξαφνικά. Θύμα της αλαζονείας των μεγάλων. Η ανθοφόρα ζωή έπαψε. Οδηγήθηκε σε μια πλαστή εικόνα ζωής. Γέμισαν τα πανεπιστήμια, πλούτισαν τα φροντιστήρια, φορτώθηκαν δάνεια οι οικογένειες, σφήνωσαν οι μεγαλουπόλεις απο πληθυσμό κ τσιμέντο, ερήμωσαν τα χωριά, τα χωράφια, έγιναν όλοι  εργάτες σε βιομηχανίες κάνοντας παράλληλα  δύο δουλειές. Και γιατί  όλα αυτά? Για μια καλύτερη ζωή... λογικό αυτό μέχρι ενός ορίου.  Όμως  επαγγέλματα παραδοσιακά  πολλών γενεών κληρονομικά έσβησαν.  Ήταν προσβλητικό για τα παιδιά η τέχνη.  Ενθύμια μόνο κρατημένα και μια ματιά σνομπισμού έμεινε. 
 Για  να γίνουμε «άνθρωποι»  και να ‘χουμε κοινωνική καταξίωση, πρέπει να μάθουμε γράμματα! Ορθό ως προς τη μάθηση, παρανοϊκό ως προς τον στόχο. Βέβαια η ζωή προχωρά. Οι απαιτήσεις  πληθαίνουν σε καθε τομέα.  Ο πολιτισμικός και πολιτιστικός  χάρτης  διαφοροποιείται.  Η εξέλιξη είναι απαραίτητη για την πρόοδο, αλλά και η γνώση επιβάλλεται δια ροπάλου.  Όμως με σύνεση και  αυτογνωσία μέχρι του ορίου που φτάνει ο καθένας  με τα όνειρά του και τα ταλέντα του.  Εκεί απαιτείται σεβασμός στον εαυτό του και στην ζωή του.
 Και φτάνουμε στο έτος 2016 όπου η ζωή μας υποτροπίασε οπισθοδρομώντας μας στα  κατοχικά χρόνια.  Απελπισμένοι όντες πια κάνουμε μεταστροφή, επανεκτιμώντας ότι περιφρονούσαμε:  επαναπατρισμό των παραδοσιακών τεχνών και  επιστροφή στις εστίες μας,  στη γη μας.
  Πεινάσαμε... κατά την παροιμία και ανοίγουμε πάλι ποδηλατάδικο, τσαγκάρικο, ραφείο ...  Συνάμα βλέπουμε την ρημαγμένη μας γη με συμπάθεια και λύτρωση και ονειρευόμαστε τους καρπούς που θα ‘χουμε σ’ ένα χρόνο σαν αγρότες.  Ένα μάθημα είναι και αυτό όπου  θεός,  φύση και  σύμπαν μας φωνάζουν ότι ξεφύγαμε του σκοπού μας.

Η μάθηση, η εξέλιξη, η γνώση είναι αναφαίρετο δικαίωμα και επιταγή όλων, γιατί το κάθε επερχόμενο μέλλον  το απαιτεί. Όμως δεν διαχωρίζει και δεν χαρακτηρίζει τον «γραμματιζούμενο» από τον «αμόρφωτο», γιατί και ο γιατρός και ο τσαγκάρης πρέπει να εξελιχθεί, και ο ένας έχει ανάγκη την επαγγελματική και κοινωνικη  ύπαρξη του άλλου, για να μην «πεινάσουμε» ποτέ πια. Να μην χαρακτηρίζει πια ο λαός μας την τέχνη ως κουραμάνα σε καιρό πείνας. Δεν είναι κατοχικο μεσον επιβίωσης.  Είναι άθλιο και ταπεινωτικό για τον κύκλο της ζωής μας και την ανθρώπινη αξιοπρέπειά μας . Μόρφωση για όλους και εκμετάλλευση αυτής στον τομέα που ο καθένας κλίνει και αγαπά, επιστήμη η τέχνη. Ισότιμα και τα δύο.
 Καιρός λοιπόν να ανασυντάξουμε την παροιμία «μάθε τέχνη κι άστηνε κι άμα πεινάσεις πιάστηνε» σε «μάθε γράμματα και προόδευσε όπου έχεις έφεση για να μην πεινάσεις».Ο λαός ίσως να μην είναι πάντα σοφός στις ρήσεις του, γιατί από  «παθήματα μαθήματα» μεν και από  «κατά τα καλά και συμφέροντα» δε... Αντιγνωμώντας λοιπόν στον λαό μας, η νέα γενιά φιλοσοφικά και οχι θυμοσοφικά μαθαίνει γράμματα για να εξελιχθεί σε τέχνες και επιστήμες, έχοντας σαν γνώμονα όχι την πείνα, αλλά την αλυσιδωτή επαγγελματική και όχι μόνο συνύπαρξη για μέρες ευημερίας και προόδου.
Από Palmografos.com
Άρθρο του/της: Μαρία Παπαδοπούλου
ΑΠΟ

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.

Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.
κεραμικός μαστραπάς
Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια