*-*

Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2015

Α’ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ

http://bizweb.synaxarion.gr/data/specials/synaxarion/a_xairetismoi.jpg
Αυτήν την εβδομάδα μετά και την Καθαρά Δευτέρα  σε όλους τους Ορθόδοξους Ιερούς Ναούς θα ψαλεί την Παρασκευή, η ακολουθία των Χαιρετισμών. Μια πανέμορφη, κατανυκτική ακολουθία μαζί με την Α' στάση του Ακαθίστου Ύμνου. Κεντρικό και τιμώμενο πρόσωπο, η Παναγία μας Θεοτόκος.


Α' στάση


Άγγελος πρωτοστάτης, ουρανόθεν επέμφθη,
ειπείν τή Θεοτόκω το Χαίρε· (εκ γ')
καί συν τή ασωμάτω φωνή, σωματούμενόν σε
θεωρών Κύριε, εξίστατο καί ίστατο, κραυγάζων
πρός αυτήν τοιαύτα·
χαίρε δι ης η χαρά εκλάμψει
χαίρε δι' ης η αρά εκλείψει
χαίρε του πεσόντος Αδάμ η ανάκλησις
χαίρε των δακρύων της Εύας η λύτρωσις
χαίρε ύψος δυσανάβατον ανθρωπίνοις λογισμοίς
χαίρε βάθος δυσθεώρητον καί Αγγέλων οφθαλμοίς
χαίρε ότι υπάρχεις Βασιλέως καθέδρα
χαίρε ότι βαστάζεις τόν βαστάζοντα πάντα
χαίρε αστήρ εμφαίνων τον ήλιον
χαίρε γαστήρ ενθέου σαρκώσεως
χαίρε δι' ης νεουργήται η κτίσις
χαίρε δι' ής βρεφουργείται ο Κτίστης
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.

Βλέπουσα η Αγία, εαυτήν εν αγνεία,
φησί τω Γραβριήλ θαρσαλέως·
το παράδοξόν σου της φωνής, δυσπαράδεκτόν μου τή ψυχή φαίνεται·
ασπόρου γαρ συλλήψεως, τήν κύησιν πώς λέγεις κράζειν·
Αλληλούϊα.

Γνώσιν άγνωστον γνώναι, η Παρθένος ζητούσα,
εβόησε πρός τόν λειτουργούντα·
εκ λαγόνων αγνών,
Υιόν πώς εστι τεχθήναι δυνατόν; λέξον μοι·
πρός ην εκείνος έφησεν εν φόβω, πλην κραυγάζων ούτω·
χαίρε βουλής απορρήτου μύστις
χαίρε σιγής δεομένων πίστις
χαίρε των θαυμάτων Χριστού το προοίμιον
χαίρε των δογμάτων αυτού το κεφάλαιον
χαίρε κλίμαξ επουράνιε δι' ής κατέβη ο Θεός
χαίρε γέφυρα μετάγουσα τους εκ γης πρός ουρανόν
χαίρε το των Αγγέλων πολυθρύλητον θαύμα
χαίρε το των δαιμόνων πολυθρήνητων τραύμα
χαίρε το φώς αρρήτως γεννήσασα
χαίρε το πως μηδένα διδάξασα
χαίρε σοφών υπερβαίνουσα γνώσιν
χαίρε πιστών καταυγάζουσα φρένας
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.

Δύναμις του Υψίστου, επεσκίασε τότε,
πρός σύλληψιν τή Απειρογάμω·
καί τήν εύκαρπον ταύτης νηδύν, ως αγρόν υπέδειξεν ηδύν άπασι,
τοις θέλουσι θερίζειν σωτηρίαν, εν τω ψάλλειν ούτως·
Αλληλούϊα.

Έχουσα θεοδόχον η Παρθένος τήν μήτραν,
ανέδραμε πρός τήν Ελισάβετ,
το δε βρέφος εκείνης ευθύς, επιγνόν τόν ταύτης ασπασμόν, έχαιρε!
Καί άλμασιν ως άσμασιν, εβόα πρός τήν Θεοτόκον·
χαίρε βλαστού αμαράντου κλήμα
χαίρε καρπού ακηράτου κτήμα
χαίρε γεωργόν γεωργούσα Φιλάνθρωπον
χαίρε φυτουργόν της ζωής ημών φύουσα
χαίρε άρουρα βλαστάνουσα ευφορίαν οιοκτιρμών
χαίρε τράπεζα βαστάζουσα ευθηνίαν ιλασμών
χαίρε ότι λειμώνα της τρυφής αναθάλλεις
χαίρε ότι λιμένα των ψυχών ετοιμάζεις
χαίρε δεκτόν πρεσβείας θυμίαμα
χαίρε παντός του κόσμου εξίλασμα
χαίρε Θεού πρός θνητούς ευδοκία
χαίρε θνητών προς Θεόν παρρησία
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.

Ζάλην ένδοθεν έχων, λογισμών αμφιβόλων,
ο σώφρων Ιωσήφ εταράχθη, πρός τήν άγαμόν σε θεωρών,
καί κλεψίγαμον υπονοών άμεμπτε·
μαθών σε σου τήν σύλληψιν εκ Πνεύματος Αγίου έφη·
Αλληλούϊα.


Παραδοσιακός οικιακός εξοπλισμός

Κανάτι λαδιού.Δοχείο λαδιού για τις ανάγκες του νοικοκυριού. 
Τέντζερης
Μπρούτζινο μαγειρικό σκεύος.

Λαήνα

Κεραμικό δοχείο αποθήκευσης νερού για καθημερινή χρήση στο νοικοκυριό. Τοποθετείται σε ειδική εσοχή στον πέτρινο τοίχο του σπιτιού.

Μαστραπάς

Μπρούτζινο δοχείο νερού, τοποθετούμενο δίπλα στη λαήνα.

Πλάστιγγα χειρός

Όργανο μέτρησης βάρους.

Καντάρι

Όργανο μέτρησης βάρους.

Λύχνος

Μέσο φωτισμού με χρήση του ελαιολάδου ως καύσιμη ύλη.

Κεραμική Λεκάνη

Για πλύσιμο χεριών και προσώπου.


Κουβάς σιδερένιος

Για μεταφορά νερού και άλλων υγρών.

Κουμπαράς

Μπρούτζινο μαγειρικό σκεύος.

Λαδικό

Δοχείο λαδιού για καθημερινή οικιακή χρήση.

Κάθισμα

Από κορμό ελιάς

Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2015

Καθαρά Δευτέρα – Λαγάνα, Κούλουμα , Χαρταετοί καί καλή Σαρακοστή.

Η Καθαρά Δευτέρα είναι το τέλος των Απόκρεω και η πρώτη μέρα της Σαρακοστής.
Η λέξη Καθαρή εκκλησιαστικά σημαίνει το ξεκίνημα της κάθαρσης των Χριστιανών που αρχίζει με νηστεία.
Από την Καθαρά Δευτέρα ξεκινάει η νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.
Απαραίτητα στοιχεία της αποκριάς θεωρούνται τα κούλουμα και ο χαρταετός.
Ο εορτασμός του καρναβαλιού κλείνει με τα κούλουμα και το πέταγμα του χαρταετού.
Με τον όρο κούλουμα, εννοούμε τη μαζική έξοδο του κόσμου στην ύπαιθρο και τον εορτασμό της Καθαράς Δευτέρας έξω στην φύση.

Τα κούλουμα είναι γνωστά και σαν κούλουμπα, κούμουλες, κουμουλάθες ή κούμουλα.
Είναι ένα παραδοσιακό λαϊκό πανηγύρι
Σύμφωνα με τον πατέρα της ελληνικής λαογραφίας Νικόλαο Πολίτη η προέλευση της λέξης είναι λατινική, από το cumulus που εκτός από την σημασία του σωρού,
σημαίνει και την αφθονία, το περίσσευμα, το πέρας, αλλά και τον επίλογο.

Η γιορτή της Καθαράς Δευτέρας θεωρείται ο επίλογος των βακχικών εορτών της αποκριάς, οι οποίες ουσιαστικά αρχίζουν την Τσικνοπέμπτη και τελειώνουν την Καθαρά Δευτέρα.
Σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδος την Καθαρά Δευτέρα καθαρίζουν ό,τι απόμεινε από τα μη νηστίσιμα φαγητά της αποκριάς, διότι και τέτοιου είδους λιχουδιές γεύονται μερικοί, αντί για λαγάνες, χαλβά, ελιές και πίκλες που προτιμούν οι πιο πολλοί, σαν αποτοξίνωση από τα πλούσια φαγοπότια της αποκριάς.
Σε άλλα μέρη της Ελλάδας, όπως π.χ. στην Ήπειρο, οι νοικοκυρές καθαρίζουν τις κατσαρόλες και όλα τα χάλκινα σκεύη από τα λίπη της αποκριάς με ζεστό σταχτόνερο μέχρι ν” αστράψουν και βάφουν άσπρα τα πεζοδρόμια.
Αντίθετα άλλοι βάφουν μαύρα τα πρόσωπά τους με καπνιά ή μπογιά παπουτσιών,
καθώς χορεύουν και μεθούν όλη την ημέρα σε υπαίθριες συγκεντρώσεις.

Απαραίτητο συμπλήρωμα της Καθαράς Δευτέρας αποτελεί το πέταγμα του χαρταετού, του αστεριού στα ψηλώματα. Τους χαρταετούς τους κατασκεύαζαν παλιά μόνοι τους με καλάμια και χαρτί. Ήθελαν μαστοριά στο ζύγισμα. Αν δεν τα κατάφερνες να τα ζυγιάσεις χαρταετό ψηλά δεν έβλεπες.
Με το χαρταετό πέταγαν μακριά κάθε έγνοια του χειμώνα, με τον ερχομό της άνοιξης.

Το έθιμο του χαρταετού… στην Ελλάδα!
Η παλιότερη απόδειξη του χαρταετού… αποτελούσε ένα αγγείο της Αρχαίας Ελλάδας που αναπαριστά μια κόρη να κρατά μια λευκή σαΐτα δεμένη με νήμα. Σήμερα, μικροί και μεγάλοι πετούν το χαρταετό όσο πιο ψηλά μπορούν, γεμίζοντας με χρώματα τον ουρανό και χαρά τις οικογένειες. Όμως πέρα από τη διασκέδαση, ο χαρταετός αποτελεί το σύμβολο της ψυχικής ανάτασης, την οποία αισθανόμαστε, όταν καταφέρνουμε μετά από κόπο να σηκώσουμε ψηλά το χαρταετό! Πιο συγκεκριμένα, αυτός χαρακτηρίζει την ψυχική κάθαρση, εκφράζοντας παράλληλα την ικανότητα παρατήρησης του ορατού και του αόρατου…

Ο συμβολισμός του πετάγματος του χαραετού Την Καθαρά Δευτέρα αρχίζει η πνευματική και σωματική κάθαρση με την νηστεία της μεγάλης Σαρακοστής και την προετοιμασία για το μεγάλο γεγονός της Ανάστασης του Χριστού. Το πέταγμα του χαρταετού, την ημέρα εκείνη συμβολίζει την ανάγκη του ανθρώπου για πνευματική και ψυχική «εξύψωση» στα ουράνια.
Το βλέμμα είναι στραμμένο στον ουρανό και το σκίρτημα χαράς που νιώθουμε, όταν καταφέρνουμε να τον δούμε να πετάει ψηλά, είναι πολύ μεγάλο. Ίσως γιατί κατά βάθος ευχόμαστε να μπορούσαμε να βρεθούμε κι εμείς μαζί του εκεί ψηλά.
Όποιος δεν έχει πετάξει ποτέ χαρταετό, δεν κατάφερε να στρέψει το βλέμμα του όσο ψηλά χρειάζεται… Ανεξάρτητα πάντως από τον συμβολισμό του, το βέβαιο είναι ότι προσφέρει χαρά και διασκέδαση σε μικρούς και μεγάλους.
Αμόλα καλούμπα λοιπόν, έστω και με ομπρέλα και μακριά από τα καλώδια της ΔΕΗ…

Καθαρά Δευτέρα στην Ηλεία (έθιμα)

Η Καθαρά Δευτέρα γιορτάζεται στην εξοχή με νηστίσιμα,
που δεν κόβουν λίξα και κρασί, γι” αυτό και γυρίζουν μεθυσμένοι
(όπως λέγαν στο Χάβαρι).
Τα κοινά έθιμα είναι το άζυμο ψωμί δηλαδή η λαγάνα και τα λογιών νηστίσιμα φαγώσιμα (μαρουλάκια, κρεμύδια και σκόρδα, ταραμάς, ελιές, φασολάδες λευκές, βοβριά κ.α.).
Στον τόπο μας τα βρασμένα κουκιά ήταν σήμα κατατεθέν της ημέρας.
Οι νοικοκυρές ζύμωναν ψωμί λιζό, την μπουγάτσα.
Πάμε να χαλάσουμε τα Κούλουμα, λέγαν οι Καρδαμαίοι.
Η προετοιμασία εκεί αρχίζει από τους μπακάληδες που πουλούν βρασμένα κουκιά με ρίγανη και όλα τα νηστίσιμα. Τόση ήταν η κίνηση στον καρδαμά τότε, που οι έμποροι και οι καταστηματάρχες ζήτησαν να καθιερωθεί η ημέρα αυτή ως αργία και ημέρα πανηγυριού. Ο Πρόεδρος συγκαλεί Κοινοτικό Συμβούλιο.
Στις 28-2-1954 καθορίζεται η αργία και το πανηγύρι, με όλα τα σχετικά καταστήματα να εξυπηρετούν τους πανηγυριστές και δημιουργεί αγροτική παρέλαση, με ανθοστολισμένα «άρματα» και μεταμφιεσμένους.
Οι Αγραπιδοχωρήτες που εγκαταστάθηκαν στην Ηλεία φτιάχναν και τα αλμυροκούλουρα. Οι κοπέλες αν με το μακαρόνι της Τυρινής δεν έβλεπαν στον ύπνο τους ποιον θα πάρουν για άνδρα, τότε την Καθαρά Δευτέρα έτρωγαν αλμυροκούλουρα, και δεν έπιναν καθόλου νερό για να πάει ο μέλλον σύζυγός τους στο όνειρό τους, να τους δώσει νερό να ξεδιψάσουν.
Έλεγαν:
«Τρώνε την αλμυροκουλούρα για να δούνε ποιον θα πάρουνε»
Το έθιμο αυτό υπάρχει σε πολλές περιοχές.

Αλλού την παραμονή της Καθαράς Δευτέρας οι γυναίκες έβγαζαν βορβούς.
Πρόσεχαν ο πρώτος να είναι ο μεγαλύτερος. Τον τοποθετούσαν με τα φύλλα του το πρωί της Καθαράς Δευτέρας. στην πόρτα του σπιτιού.
Το βράδυ τον έβγαζαν στη μαλάθα του ψωμιού μέχρι το Πάσχα,
για να είναι φτούρια το ψωμί του σπιτιού.
Την ημέρα αυτή ήταν συνήθεια να μαζεύονται οι περισσότεροι σε συγκεκριμένους τόπους, για να γιορτάζουν τα «Κούλουμα».
Οι Σαβαλαίοι πήγαιναν σε τόπο γεμάτο από Σπέντζες, στην Σπετζολουλουδιά.
Οι Αμαλιαδαίοι διάλεγαν την Φραγκαβίλα.
Στην περιοχή μας λάμβαναν χώρα και κάποια δρώμενα.
Το κάψιμο του Καρνάβαλου, ο γάμος και η κηδεία, οι γαϊδουροδρομίες και άλλα παιχνίδια, που τα συνόδευαν μουντζουρώματα και αλευρώματα κ.α.

Με την Καθαρο-Δευτέρα ξεκινούσε η Μεγάλη Σαρακοστή. οι πρώτες τρεις μέρες επέβαλαν αυστηρή νηστεία. Όχι μόνο δεν έτρωγαν λάδι οι νηστικοί, μόνο νερό έπιναν.
Το βράδυ λίγες σταφίδες να ξεγελάσουν την σφοδρή πείνα τους.
Έτσι θεωρούσαν τον εαυτό τους άξιο της θείας Κοινωνίας με την λειτουργία των Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων, την Τετάρτη που ακολουθούσε.
Άξιοι για την θεία Κοινωνία, αλλά και το αντάλλαγμα της σοβαρό.
Κι αυτό φόβιζε προπάντων τις γριές.
Έτσι δεν μπορούσαν να ευχαριστηθούν την Τυρινή (Τουρνή) με τα καλούδια της.
Η κατάσταση αυτή γέννησε την παροιμία:
Όσο συλλογάται η γριά το Τρίμερο, μαύρη Τουρνή (Τυρινή) την πάει.

PlanetNews

Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου 2015

Το Ψυχοσάββατο πριν από την Κυριακή της Απόκρεω

Το Ψυχοσάββατο πριν από την Κυριακή της Απόκρεω έχει το εξής νόημα: Η επόμενη ημέρα είναι αφιερωμένη στη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, εκείνη τη φοβερή ημέρα κατά την οποία όλοι θα σταθούμε μπροστά στο θρόνο του μεγάλου Κριτή. Για το λόγο αυτό με το Μνημόσυνο των κεκοιμημένων ζητούμε από τον Κύριο να δείξει τη συμπάθεια και τη μακροθυμία του, όχι μόνο σε μας αλλά και στους κεκοιμημένους αδελφούς μας, και όλους μαζί να μας κατατάξει στη Βασιλεία Του.
πηγή

Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2015

Ο σεβασμός τού άρτου στό Ελληνικό τραπέζι.

Όταν πρόκειται να
αρχίσει το ζύμωμα του ψωμιού, πρώτα 
σταυρώνεται το ζυμάρι.
Η κομμένη όψη του ψωμιού βλέπει πάντα προς
το κέντρο του τραπεζιού.
Αν πέσει κάτω κομμάτι ψωμιού, το φιλούν και 
το βάζουν πάλι στο τραπέζι.
Επειδή η νύχτα θεωρείται η ώρα των κακών πνευμάτων, το
τραπεζομάντιλο με τα ψίχουλα του βραδινού φαγητού 
τινάζεται πάντα την άλλη ημέρα.
Τα ψίχουλα πετιούνται στον κήπο για να τα φάνε τα πουλιά.
Τα ξερά κομμάτια μουλιάζουν στο νερό και τα τρώνε οι κότες.
Τίποτα δεν πρέπει να πεταχτεί από το ψωμί, γιατί σημαίνει
 ζω  για το σπίτι.
Σήμερα δεν υπάρχουν τελετουργίες, οι κουλούρες 
αγοράζονται και το
ψωμί ζυμώνεται πλέον... από «παραξενιά» μερικών.

Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2015

Προσευχή στό τραπέζι…


Στο τραπέζι καθόμασταν όλοι μαζί. Κάναμε πρώτα προσευχή και υστέρα αρχίζαμε να τρώμε. Αν άρχιζε κανείς να τρώει, πριν ευλογηθεί το τραπέζι, λέγαμε: «αυτός πόρνευσε».

Την έλλειψη εγκράτειας την θεωρούσαμε πορνεία.

Είναι διάλυση της οικογενείας να έρχεται ο καθένας στο σπίτι, οποία ώρα θέλει, και να τρώει μόνος του χωρίς να υπάρχει λόγος.

Άγιος Πασιος ο Αγιορείτης

(Ο Γέροντας θυμάται τα παιδικά του χρόνια).

Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2015

Τό μεσάλι στό ζύμωμα.

Τό μεσάλι ήταν κάτι σάν τραπεζομάντηλο ή μεγάλη πετσέτα. Μέ αυτό τό ύφασμα  σκέπαζαν την πνακωτή, μετά που έβγαινε τό ψωμί από το φούρνο.
Παροιμία:"Ας έχει η τράπεζα φαγί, κι ας λείπει το μεσάλι"
 Η χρήση  του στό ζύμωμα.

Η διαδικασία της παρασκευής του ψωμιού ξεκινά από την προηγούμενη
ημέρα του ζυμώματος. Η νοικοκυρά κοσκινίζει το αλεύρι με συρμάτινη
σήτα για την απομάκρυνση ενός μέρους από το πίτουρο. Αποβραδίς
«πιάνει» το προζύμι  ή την ξινή μαγιά , δηλαδή ανακατεύει το
προζύμι ή τη μαγιά με το ένα τρίτο περίπου της ποσότητας του
αλευριού και με ζεστό νερό. Το ζυμάρι που σχηματίζεται το τοποθετεί στον
προζυμολόγο  πάνω σε ένα μάλλινο μεσάλι , το σκεπάζει με ένα
βαμβακερό μεσάλι και το αφήνει όλη τη νύχτα να φουσκώσει. Την άλλη
ημέρα ανακατεύει την έτοιμη ζύμη με το υπόλοιπο αλεύρι,
ζεστό νερό και λίγο αλάτι. Πριν αρχίσει το ζύμωμα, σταυρώνει το ζυμάρι. Ζυμώνει σε ξύλινο ή χάλκινο ζυμωτήριο, έχοντας τα χέρια της γροθιές. Κατά
διαστήματα τα βρέχει σε ζεστό νερό που το διατηρεί στο μπακράτσι .
Όταν η ζύμη δεν κολλά στα χέρια και είναι μια συμπαγής μάζα, τη
σταυρώνει με το δεξί χέρι της, την κόβει σε κομμάτια που πλάθει ένα ένα
σε καρβέλια και τα τοποθετεί στο πινακωτό  ανάμεσα σε μεσάλια .
Σε μία ώρα περίπου η ζύμη έχει φουσκώσει και είναι έτοιμη για ψήσιμο.
{πληροφορίες από}

Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2015

"Δόξα σοι ο Θεός, πού δέν μέ ξέρει κανένας!"


"Μιά φορά είχα ένα μικρό σπιτάκι σέ μιά ερημική μεριά κοντά στή θάλασσα. Βουναλάκια μικρά τό τριγυρίζανε, βουναλάκια ήμερα καί χαρούμενα, στολισμένα μέ λίγα δεντράκια, σκοίνους, θυμάρια, πρινάρια, ρήγανη, πού μοσχοβολούσανε. Κατά τόν βορηά ήτανε μιά ρεματιά μέ λίγα πλατάνια καί μέ λυγαριές, καί στό βάθος της καταστάλιζε τό καλοκαίρι λιγοστό καθαρό αεράκι. Τήν άνοιξη τό χώμα στολιζότανε μέ αγριολούλουδα χρωματιστά, πού μέ κάνανε νά χαίρουμαι καί νά δοξάζω τόν Θεό. Τί αγνότητα πού είχε η ψυχή μου!

Είχα διαλέξει αυτό τό μέρος νά μήν έχη κανέναν δρόμο, γιά νά μήν έρχεται άνθρωπος κατά κεί. Ήμουνα καταμόναχος, ήσυχος, ξεκουρασμένος. Αποτραβιόμουνα εκεί πέρα κ' έβγαζα από πάνω μου τίς έγνοιες καί τίς σκοτούρες, σάν τό φίδι πού βγάζει τό πετσί του. Ξανάβρισκα τή λευτεριά μου.

Πολλές φορές έκανα μήνες νά κατεβώ στήν πολιτεία. Τόν μοναχό άνθρωπο πού έβλεπα, ήτανε ένας τσομπάνης, ένας μισοκαλόγερος, πού, όποτε πήγαινε στό χωριό, μούφερνε ό,τι είχα ανάγκη. Στήν όψη ήτανε ίδιος ο άγιος Γιάννης ο Πρόδρομος, πετσί καί κόκκαλο, μέ άγρια μαλλιά καί γένεια κατάμαυρα, θεοφοβούμενος. Τόν λέγανε Χρήστο, κ' ήτανε Σαρακατσαναίος.

 

Εκεί κοντά βρισκότανε ένα ρημοκκλήσι πολύ μικρό, ολότελα ξεχασμένο, κι ο Χρήστος πήγαινε ταχτικά κι άναβε τά καντήλια....Τό μέρος ήτανε δασωμένο, τά δέντρα κατεβαίνανε λίγο παραμέσα από τή θάλασσα. Από τό παραθύρι μου άκουγα μέρα-νύχτα τό βουητό πού κάνανε τά κύματα, τήν ανάσα τής θάλασσας, πού τή συνήθισα σά νανούρισμα, από τά μικρά χρόνια μου. Μαζί μέ τό ρουχάλισμα τού πελάγου ανακατευότανε καί τό βούϊσμα οπού κάνανε τά δέντρα γύρω στό σπιτάκι μου, πού φαινότανε μοναχά από τή θάλασσα.
...Γύριζα στό σπίτι μου συγκρυασμένος. Ο βόγγος τής θάλασσας ερχότανε στ' αυτιά μου από μακρυά. Έβγαζα από τήν τσέπη μου ό,τι είχα μαζεμένα, χαλίκια, σανιδάκια, κοχύλια, καί τά αράδιαζα απάνω στό τραπέζι μου, κοντά στά λιγοστά βιβλία μου. Γύριζα κ' έβλεπα μιά εικόνα πού ζωγράφιζα, τόν άγιο Γιάννη τόν Πρόδρομο, πού τόν αγαπώ πολύ, κ' έκανα τόν σταυρό μου. Ηλιοψημένος, σκελετωμένος, φτερωτός σάν αγριοπούλι, αναμαλλιασμένος, κύτταζε τόν Χριστό πού έσκυβε από τόν ουρανό καί τού μιλούσε. Τό πνεύμα μου ήτανε ήσυχο. Η ειρήνη τού Θεού παρακαλούσα ν' αποσκεπάζη τόν κόσμο.

 

Σέ λίγο, άρχιζε νά κατεβαίνη σιγά-σιγά από τόν ουρανό τό σκοτάδι τής νύχτας. Ώς νά κάνω τήν προσευχή μου, ο ουρανός γινότανε κατάμαυρος. Από τό παραθύρι μου έβλεπα τά άστρα νά κρέμουνται σάν καντήλια απάνω από τό πέλαγο πού βογγούσε μέσα στό σκοτάδι.
Ξαπλωνόμουνα στό στρωσίδι μου κι αφουγκραζόμουνα τό βόγγο τής θάλασσας καί τών δέντρων. Συμμαζευόμουνα γιά νά ζεσταθώ από τήν ψύχρα τής νύχτας κ' έλεγα μέσα μου "Δόξα σοι ο Θεός, πού δέν μέ ξέρει κανένας!" 


Φώτης Κόντογλου

"Ἰδοὺ γὰρ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ἡμῶν ἐστι"

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι σὲ ὅλα ἀχόρταγος. Θέλει νὰ ἀπολαύσει πολλά, χωρὶς νὰ μπορεῖ νὰ τὰ προφτάσει ὅλα. Καὶ γι᾿ αὐτὸ βασανίζεται. Ὅποιος ὅμως, φτάσει σὲ μία κατάσταση, ποὺ νὰ εὐχαριστιέται μὲ τὰ λίγα, καὶ νὰ μὴ θέλει πολλὰ ἔστω καὶ κι ἂν μπορεῖ νὰ τὰ ἀποκτήσει, ἐκεῖνος λοιπὸν εἶναι εὐτυχισμένος. Οἱ ἄνθρωποι δὲν βρίσκουν πουθενὰ εὐτυχία, γιατὶ ἐπιχειροῦν νὰ ζήσουν χωρὶς τὸν ἑαυτό τους. Ἀλλὰ ὅποιος χάσει τὸν ἑαυτό του, ἔχει χάσει τὴν εὐτυχία. Εὐτυχία δὲν εἶναι τὸ ζάλισμα, ποὺ δίνουν οἱ πολυμέριμνες ἡδονὲς καὶ ἀπολαύσεις, ἀλλὰ ἡ εἰρήνη τῆς ψυχῆς καὶ ἡ σιωπηλὴ ἀγαλλίαση τῆς καρδιᾶς. Γι᾿ αὐτὸ εἶπε ὁ Χριστός: «Οὐκ ἔρχεται ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ μετὰ παρατηρήσεως: οὐδὲ ἐροῦσιν, ἰδοὺ ὧδε, ἢ ἰδοὺ ἐκεῖ. Ἰδοὺ γὰρ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ἡμῶν ἐστι».
Ξέρω καλά, τί εἶναι ἡ ζωὴ ποὺ ζοῦνε οἱ λεγόμενοι κοσμικοὶ ἄνθρωποι. Οἱ ἄνθρωποι, δηλαδή, ποὺ διασκεδάζουνε, ποὺ ταξιδεύουνε, ποὺ ξεγελιοῦνται μὲ λογῆς-λογῆς θεάματα, μὲ ἀσημαντολογίες, μὲ σκάνδαλα, μὲ τὶς διάφορες ματαιότητες. Ὅλα αὐτά, ἀπὸ μακριὰ φαντάζουνε γιὰ κάποιο πρᾶγμα σπουδαῖο καὶ ζηλευτό! Ἀπὸ κοντά, ὅμως, ἀπορεῖς γιὰ τὴν φτώχεια ποὺ ἔχουνε, καὶ τὸ πόσο κούφιοι εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ξεγελιοῦνται μὲ αὐτὰ τὰ γιατροσόφια τῆς εὐτυχίας. Βλέπεις δυστυχισμένους ἀνθρώπους, ποὺ κάνουνε τὸν εὐτυχισμένο! Κατάδικους, ποὺ κάνουνε τὸν ἐλεύθερο! Ἄδειοι ἀπὸ κάθε οὐσία! Τρισδυστυχισμένοι! Πεθαμένη ἡ ψυχή τους! Καὶ γι᾿ αὐτὸ ἀνύπαρκτη καὶ ἡ «εὐτυχία» τους! Τελείως ἀποξενωμένοι ἀπὸ τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ!
Ἀλλὰ πῶς νὰ γίνει ψωμί, σὰν δὲν ὑπάρχει προζύμι; Καὶ πῶς νὰ μὴν εἶναι ὅλα ἄνοστα, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἁλάτι;
Μὴ φοβᾶσαι, ἀδελφέ μου, νὰ μείνεις μοναχὸς μὲ τὸν ἑαυτό σου! Μὴ καταγίνεσαι ὁλοένα μὲ χίλια πράγματα, γιὰ νὰ τὸν ξεχάσεις! Γιατὶ ὅποιος ἔχασε τὸν ἑαυτό του, κάθεται μὲ ἴσκιους καὶ μὲ φαντάσματα μέσα στὴν ἔρημό του θανάτου. Ἀγάπησε τὸν Χριστὸ καὶ τὸ Εὐαγγέλιο, περισσότερο ἀπὸ τὶς πεθαμένες σοφίες τῶν ἀνθρώπων. Περισσότερο ἀπὸ κάθε τιμὴ καὶ δόξα ἐτούτου τοῦ κόσμου. Καὶ μοναχὰ τότε, θὰ χαίρεσαι σὲ κάθε ὥρα τῆς ζωῆς σου. Κανένας δρόμος δὲν βγάζει στὴν εἰρήνη τῆς καρδιᾶς, παρὰ μόνο ὁ Χριστός, ποὺ σὲ καλεῖ πονετικὰ καὶ ποὺ σοῦ λέγει: «Ἐγὼ εἰμὶ ἡ ὁδός».

Φώτης Κόντογλου

Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2015

Πως να φτιάχνω παστό χοιρινό.


Τα παλιά χρόνια που δεν υπήρχαν ψυγεία για να διατηρηθεί το κρέας, οι άνθρωποι είχαν βρει διάφορες μεθόδους συντήρησης ακόμα και στο κρέας για να έχουν πρόχειρο όταν τους χρειαζόταν και να μην τους χάλαγε όταν ήταν μεγάλη ποσότητα. Αυτό βέβαια απαιτούσε δυο πράγματα, το συντηρητικό για να μην χαλάσει το κρέας και η κατάλληλη θερμοκρασία συντήρησης.

Για το πρώτο είχαν το αλάτι και το λαδί ή το λίπος στην συγκεκριμένη περίπτωση και το δεύτερο το υπόγειο του σπιτιού τους το ονομαζόμενο κατώι, που είχε χαμηλή θερμοκρασία και σταθερή υγρασία για την αποθήκευση των τροφίμων τους. Βεβαία δεν ήταν τυχαίο ότι και το χοιρινό τους το μεγάλωναν το καλοκαίρι και το έσφαζαν το χειμώνα πριν τα Χριστούγεννα, τότε που οι θερμοκρασίες ήταν χαμηλές.
Το παστό χοιρινό διατηρείται για πολύ καιρό, αρκεί να γίνει σωστά και να συντηρηθεί σε καλές συνθήκες.

Διαδικασία
Σφάζουμε το χοιρινό μας και το κρεμάμε μια ημέρα σε δροσερό και αεριζόμενο μέρος, για να στεγνώσει και να παγώσει για να μπορούμε να το κόψουμε. Την επόμενη το χωρίζουμε στη μέση κατά μήκος της ραχοκοκαλιάς για να μπορέσουμε να το κόψουμε σε κομμάτια πιο εύκολα. Το κόβουμε σε λωρίδες πλάτους περίπου 8-10 εκατοστών. Χαράσσουμε επιφανειακά τα κομμάτια μέχρι το σημείο όπου αρχίζει το κρέας και τελειώνει η επιφάνεια του λίπος. Αλατίζουμε όλα τα κομμάτια πολύ καλά και μέσα στις χαρακιές μας, για να πάει παντού το αλάτι μας και τα αφήνουμε για πέντε μέρες περίπου. Αυτό που επιτυχαίνομε με το αλάτισμα είναι να απορροφήσουμε την εσωτερική υγρασία του κρέατος η οποία είναι υπεύθυνη για το χάλασμα των τροφών.
Μετά τοποθετούμε το κρέας μας μέσα στο τζάκι με πολύ χαμηλή φωτιά. Η θερμοκρασία δίπλα στο κρέας μας δεν πρέπει να ξεπερνάει τους 60 βαθμούς κελσίου για να μην ψηθεί.
Το αφήνουμε για 2-3 ημέρες γυρίζοντάς τα για να στεγνώσουν και να ποτιστούν με καπνό από αρωματικό ξύλο όπως της ελιάς, του κυπαρισσιού, ή της πορτοκαλιάς.
Παλιά το κάπνιζαν καίγοντας με κόλιανδρο, θρούμπι η δεντρολίβανο όχι μόνο για το άρωμα αλλά και για να σκοτώσουν τυχών μικρόβια. Έτσι, το κρέας αφυδατώνεται και ποτίζεται από το άρωμα. Μόλις περάσει το στάδιο του καπνίσματος, το κρέας κόβεται πάνω στις χαράξεις, πλένεται και βράζεται με ελάχιστο νερό αλλά αρκετό λίπος. Στο τέλος προσθέτουμε ότι μπαχαρικά και μυρωδικά θέλουμε και σβήνουμε με κρασί. Μόλις κρυώσει το παστό, το αποθηκεύουμε σε πήλινο πιθάρι γιατί κρατάει καλύτερα την θερμοκρασία και καλύπτουμε παντού με λίπος. Αν μείνει σε δροσερό και σκοτεινό μέρος, διατηρείται σχεδόν για ένα χρόνο.


ftiaxno.gr
 

Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2014

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ



Τὴν ἅγια νύχτα τή Χριστουγεννιάτικη
λυγοῦν τὰ πόδια
καὶ προσκυνοῦν γονατιστὰ τὴ φάτνη τους
τ’ ἄδολα βώδια.

Κι' ὁ ζευγολάτης ξάγρυπνος θωρώντας τα
σταυροκοπιέται
καὶ λέει μὲ πίστη ἀπ' τῆς ψυχῆς τ’ ἀπόβαθα,
Χριστὸς γεννιέται!

Τὴν ἅγια νύχτα τὴ Χριστουγεννιάτικη
κάποιοι ποιμένες
ξυπνοῦν ἀπὸ φωνὲς ὕμνων μεσούρανες
στὴ γῆ σταλμένες.

Κι' ἀκούοντας τὰ Ὡσαννὰ ἀπ' ἀγγέλων στόματα
στὸ σκόρπιο ἀέρα,
τὰ διαλαλοῦν σὲ χειμαδιὰ λιοφώτιστα
μὲ τὴ φλογέρα.

Τὴν ἅγια νύχτα τὴ Χριστουγεννιάτικη
—ποιὸς δὲν τὸ ξέρει; —
τῶν Μάγων κάθε χρόνο τὰ μεσάνυχτα
λάμπει τ' ἀστέρι.

Κι’ ὅποιος τὸ βρεῖ μέσ’ στ' ἄλλα ἀστέρια ἀνάμεσα
καὶ δὲν τὸ χάσει
σὲ μιὰ ἄλλη Βηθλεὲμ ἀκολουθῶντας το
μπορεῖ νὰ φτάσει.
 
Νύχτα Χριστουγεννιάτικη
 
Γεώργιος Δροσίνης

Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2014

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΚΑΛΑΝΤΑ: Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΟΥ «ΔΡΟΜΟΥ»




Θ. Παπαθανασίου
Όταν ο σύγχρονος άνθρωπος μιλάει για το θάνατο, εννοεί κάτι που βρίσκεται στο τέρμα της ζωής ή για κάτι πριν από το οποίο υπάρχει ζωή. Συμφωνούμε ότι αυτό που συμβαίνει στο τέλος είναι ο θάνατος. Όμως αυτό που υπάρχει πριν από το θάνατο είναι ζωή;
Αλλά πόση ζωή είναι μια μίζερη ύπαρξη που είναι βυθισμένη στον ατομισμό, ή στις απρόσωπες πόλεις, ή οι ανθρωποθυσίες στο βωμό της ατομικής καριέρας αν ο άνθρωπος είναι ένα όν με ημερομηνία λήξης;
Αυτό που ονομάζουμε ζωή πολύ συχνά δεν είναι παρά η δεσποτεία του θανάτου. Αντί ο θάνατος να βρίσκεται στο τέρμα, διαποτίζει, δηλητηριάζει και μεταλλάσσει τη ζωή. Όλα αυτά σημαίνουν επιβίωση δίχως νόημα, α-νόητη. Δε περιέχει κάτι εκρηκτικό, κάποιον που ν' αλλάξει τα πράγματα, δεν έχει ελπίδα.
Μέσα σ' αυτή τη μαυρίλα, το ελάχιστο που έχουμε να κάνουμε είναι ν' αφουγκραστούμε τις αντιστασιακές φωνές. Μια τέτοια φωνή που πρόκειται ν' ακουσθεί αυτές τις ημέρες στους δρόμους. Αν τη δούμε σαν έθιμο, θα τη χάσουμε. Αν συλλογιστούμε με φιλότιμο, θα βρούμε ένα μπαξέ.
 
Πρόκειται για τα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα
Κάλαντα είναι νάχεις κάτι να πεις και να βρεις κάτι πολύτιμο για τη ζωή σου και να καίγεσαι να το μοιρασθείς. Κάλαντα είναι μια διάθεση συνάντησης σε μια ακοινώνητη κοινωνία. Κάλαντα είναι ν' ανοίγεις την πόρτα του σπιτιού σου για να ξεχυθείς στους δρόμους να αναζητήσεις τον άλλο, να του χτυπήσεις την πόρτα και ν' αποζητήσεις το πρόσωπο του. Κάλαντα είναι να μετατρέψεις τις πόρτες από ταφόπλακες σε ανοίγματα ζωής. Κάλαντα είναι η προσκόμιση μιας είδησης, ότι η ελπίδα έρχεται από αύριο από μια συνάντηση. Αύριο, 25 Δεκεμβρίου ο άνθρωπος παύει να προορίζεται για τη χωματερή, αλλά συναντιέται με το Θεό, γίνεται σάκα Θεού. Γίνεται κοινωνός ενός τρόπου ύπαρξης, τον οποίο τον προσφέρει ένας Θεός μεθυσμένος από αγάπη για τον άνθρωπο, σε τέτοιο σημείο που αφήνει τα μεγαλεία για να σαρκωθεί μέσα σε μια φάτνη!
« Να τα πούμε;»
 

Τα κάλαντα είναι η αποζήτηση μιας επικοινωνίας με τον άλλο. Έχουμε να του πούμε κάτι, αλλά δεν παραβιάζουμε τ' αυτιά του και την ελευθερία του. Είναι σαν να του λέμε: « αδελφέ, εμείς πιστεύουμε σε κάτι, που το θεωρούμε σπουδαίο και που νοιώθουμε πως δίνει σε μας νόημα σε κάθε στιγμή μας. Σκεφτόμαστε να σου το πούμε, κι' εσύ διαλέγεις και παίρνεις. «Να τα πούμε λοιπόν;»
« Καλήν ημέραν άρχοντες».
Το έχετε προσέξει; Δεν υπάρχουν ξεχωριστά κάλαντα για άρχοντες και χωριστά για το λαό. Όλοι αποκαλούνται άρχοντες και το σπίτι τους αποκαλείται «αρχοντικό». Τα κάλαντα κομίζουν ένα όραμα, μια κοινωνία αρχοντάδων δίχως υποτελείς, δούλους και εξαθλιωμένους. Είναι ένα όραμα με εμπνευσμένο από το μεδούλι της Εκκλησίας, από ένα Θεό που προσφέρει τον ίδιο τον εαυτό Του σε όλους χωρίς να μονιμοποιεί την ταξική αδικία. Αυτή την προσφορά Του εμείς τη λέμε Θ. Ευχαριστία. Και όταν τραγουδάμε:
«Χριστός γεννάται σήμερον»
κυριολεκτούμε. Τα Χριστούγεννα δεν είναι απλώς η αναπόληση ενός μακρινού παρελθόντος. Είναι η δυνατότητα του σημερινού ανθρώπου να γίνει μέτοχος της Βηθλεέμ σήμερα, να μεταμορφωθούν οι πρώτες ύλες της ζωής μας, το ψωμί και το κρασί, σε Σώμα και Αίμα Αυτού που γεννήθηκε « εν Βηθλεέμ τη πόλει».
« Χαίρει η κτίσις όλη».
Τα κάλαντα αποτυπώνοντας την πίστη της Εκκλησίας, ότι η σάρκωση του Χριστού μπολιάζει με ζωή το σύμπαν. Κοιτάξτε τη Βυζαντινή εικόνα της Γέννησης: Τα βράχια είναι ζωγραφισμένα που να στρέφονται προς τον Χριστό, τα δένδρα χαμηλώνουν κ.λ.π. Τα πάντα συμμετέχουν. Τα κάλαντα μαρτυρούν ότι το περιβάλλον είναι αφάνταστα περισσότερο από αντικείμενο στυγνής εκμετάλλευσης.
Όταν θα κτυπήσουν την πόρτα μας τα παιδιά των καλάντων, ας μην τα αποπάρουμε. Είναι θελητά ή αθέλητα τους, αληθινοί αντάρτες των πόλεων σήμερα. Μπορεί κίνητρο τους να είναι η παραξενιά κι η χαρά του εθίμου, μπορεί και το χαρτζιλίκι που αποκομίζουν. Το θέμα είναι ότι στα χέρια τους κρατιέται μια υπόθεση που μακάρι να βιωθεί κάποτε σε όλες της τις διαστάσεις. Διότι όσο ακόμη παίρνει τους δρόμους η αλήθεια των καλάντων κι' όσο αντηχεί το κάλεσμα τους σε ένα αλλιώτικο αγαπητικό τρόπο ζωής, οι άχαρες πόλεις μας δεν έχουν πάρει ακόμη διαζύγιο από την ελπίδα. Δεν έχουν θαφτεί ακόμα στο ανέραστο αμπαλάζ του καταναλωτισμού, των βιτρινών, των ρεβεγιόν δίχως προσδοκία του αύριο, των «Χριστουγέννων χωρίς Χριστό.

πηγη



Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2014

ΧΙΟΝΙΣΜΕΝΟΙ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΙ ΚΟΥΡΑΜΠΙΕΔΕΣ

Υλικα για τους κουραμπιεδες
600 γρ. βούτυρο γάλακτος 
ή 300 γρ. βούτυρο γάλακτος καί 300 βούτυρο φυτίνη
250 γρ. ζάχαρη άχνη
2 κρόκους αυγών
2 φακελάκια βανίλια
2 κουταλάκια μπέικιν - πάουντερ
3 κουταλιές κονιάκ
250 γρ. αμύγδαλα καβουρντισμένα και χοντροαλεσμένα
1 κιλό αλεύρι μαλακό
μισό κιλό ζάχαρη άχνη
ανθόνερο


Χτυπάτε το βούτυρο με τη ζάχαρη μέχρι ν' ασπρίσει και συνεχίζετε με τους κρόκους, τη βανίλια, το μπέικιν - πάουντερ διαλυμένο στο κονιάκ, τα αμύγδαλα και προσθέτετε σιγά - σιγά το αλεύρι.

Ζυμώνετε αρκετή ώρα ώστε η ζύμη για τους κουραμπιεδες να γίνει μαλακή για να πλάθεται εύκολα.

Πλάθετε τους κουραμπιέδες και τους βάζετε σε βουτυρωμένο ταψί. Τους ψήνετε σε μέτριο φούρνο για 20' περίπου.

Μόλις τους βγάλετε, τους πασπαλίζετε με το ανθόνερο και την άχνη ζάχαρη.

Όταν κρυώσουν, τοποθετείτε τους κουραμπιεδες στην πιατέλα και τους πασπαλίζετε ακόμα μία φορά με ζάχαρη άχνη.

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014

Κάποτε ο κόσμος γιόρταζε Χριστούγεννα!

Κάποτε! Τότε που είχε η ζωή σκοπό, και νόημα ο αγώνας.
Τότε που οι Χριστιανοί λαχταρούσαν τα Χριστούγεννα, ετοιμάζονταν για τα Χριστούγεννα: Νήστευαν τη Σαρακοστή, προσεύχονταν, εξομολογούνταν, πρόσμεναν…
Τότε που η δασκάλα, ο δάσκαλος κρεμούσαν απ᾿ τα χείλη τους τα μάτια των παιδιών και στάλαζαν μες στην ψυχή το όνειρο: Να ᾿μουν κι εγώ εκεί· να ᾿μουν εκεί, στη Βηθλεέμ, στο στάβλο· «να ᾿μουν του στάβλου ενʼ άχυρο…»!
Τότε που τα παιδιά ήταν παιδιά και μελωδούσαν με τους βοσκούς τα κάλαντα μες στη νυχτιά και περπατούσαν δρόμους και στενά πάνω στων Μάγων τ᾿ άλογα.
Τότε που μάζευ᾿ η γιορτή τα πλοία στην Πατρίδα απ᾿ τους λωτούς της ξενιτιάς κι έφερνε σπίτι τον πατέρα, στη μαύρη μάνα το παιδί, τον άντρα στη γυναίκα.

Κάποτε… τότε… γιόρταζαν Χριστούγεννα.
Έπειτα ήρθε λίβας δυτικός, το εμπόριο, και τα ᾿καψε· έκανε στάχτη τη γιορτή, τα όνειρα κουρέλι. Έδιωξε από τη Φάτνη τον Χριστό κι έβαλε τον χρυσό στη θέση του. Τα δώρα, τα ψώνια, τα ταξίδια σε άλλους τόπους μακρινούς έγιναν της γιορτής ο μόνος κι άχαρος σκοπός. Έγινε η γιορτή απόδραση, λες σαν φυλακισμένων, προς τα βουνά, στα χιόνια, σ᾿ άλλους λαούς και τόπους. Στούς πέντε ανέμους σκόρπισε η Φάτνη της Βηθλεέμ, κι η φαμελιά κατάντησε «το σπίτι των ανέμων».
Τώρα η ιστορία αυτή φτάνει στο τέλος της. Μετά την ύπουλη υπονόμευσή της τόσων δεκαετιών, η εορτή δέχεται πιά το χτύπημα κατάστηθα: Η δυτική δαιμονολατρία, την ώρα που το αντίπαλο παρανοικό σύστημα αντικαθιστούσε τα Χριστούγεννα με τα Σταλινούγεννα, μετέτρεψε τη Γέννηση του Χριστού σε γέννηση του οποιουδήποτε· τα “Christmas” (=­Χριστούγεννα) σε “Χmas” (=γέννηση του «Χ»), ­τα­­χα χάριν συντομογραφίας.

Σήμερα δε η βρυκολακιασμένη Ευρώπη, δήθεν για να μην ενοχλούνται οι αλλόθρησκοι, απαγορεύει ήδη σε μια μετά την άλλη τις μεγάλες πόλεις της εορταστικό διάκοσμο που να υπενθυμίζει τη ­Γέννηση του Χριστού. Φώτα μόνο, χωρίς το Α­­­­­­στρο των Μάγων, χωρίς Φάτνη, αγ­­γέλους και βοσκούς.
Εορτάζει τα γενέ­θλια ο­­­λων και καταργεί σταδιακά τη Γέννηση του Σωτήρος. Καθιερώνει παγ­κόσμιες ημέρες για τα πιο γελοία πρα­γματα: υ­­­πνου, χορού, κέικ, ­μπύρας, γέλιου, ο­­­μοφυλοφοβίας, αριστερόχειρων κ.τ.λ., σβήνει δε τη μόνη άξια τιμής ημέρα του Χριστού.
Θαρρεί κανείς πως ακούει από τα βάθη των αιώνων τη μανιακή κραυγή των αφρόνων: «δεύτε και καταπαύσωμεν πάσας τας εορτάς του Θεού από της γης» (Ψαλ. ογ΄ [73] 8).
Εκ πρώτης όψεως αυτή η εξέλιξη φαν­τάζει αρνητική. Καί αναμφιβόλως είναι θλιβερή, αφού ο κόσμος μας χάνει και το ελάχιστο χριστουγεννιάτικο χρώμα που του είχε απομείνει. Γεγο­νος που δεν μπορεί παρά να προκαλεί πόνο και θλίψη.
Στην πραγματικότητα όμως η ­ραγδαί­­ως εξελισσόμενη αυτή ­αρνητική α­­­­τμο­­σφαιρα αποτελεί το ­καταλληλότερο περιβάλλον για να ανακαλύψουμε τα αληθινά Χριστούγεννα. Είναι ­πλεο­νε­κτημα και προνόμιο να ζεί ­κανείς σ’ αυ­τη τη δραματική καμπή της ιστο­ρι­ας.
Πλεονέκτημα και προνόμιο, διότι ­δυ­σ­­κολότερα σ᾿ αυτές τις συνθήκες θα 
α­­­ποπροσανατολισθούμε, και φυσικότερα θα κινηθούμε στο βάθος και την ουσία της Εορτής. Ευκολότερα πλέον θα μπορέσουμε να απαλλαγούμε από τον επιδερμικό εορτασμό των φωταψιών και των εδεσμάτων, και θα αναζητήσουμε το αληθινό «φως το της γνώσεως» που ανατέλλει από το Σπήλαιο της Βηθλεέμ· θα ποθήσουμε την «τροφήν του παντός κόσμου», τον εν­ανθρωπήσαντα Θεό.
Η πρόκληση ειδικά εφέτος, μετά τις τόσες δραματικές εξελίξεις στην Πατρίδα μας με την ψήφιση αντιχριστιανικών νόμων, είναι μεγάλη. Πρόκληση να ζήσουμε αληθινά Χριστούγεννα. Το στάδιο είναι μπροστά μας ανοιχτό με την τεσσαρακονθήμερη νηστεία. πηγη
Σε πείσμα των αντίθεων δυνάμεων, να ζήσουμε ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ!

Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2014

Τα «Νικολοβάρβαρα» τού Δεκεμβρίου καί τών Χριστουγέννων.

Μεγάλες γιορτές του Δεκέμβρη, στο έμπα του χειμώνα. Και τρεις απ’ αυτές τις γιορτές, η μία μετά την άλλη, πού 'ρχονται με τις πρώτες μέρες του Δεκέμβρη, ο λαός μας τις λέει μ' ένα όνομα: "Νικολοβάρβαρα".   Ν’κουλουβάρβαρα κατά το τοπικό μας.
Πλήθος οι δοξασίες, οι παροιμίες και τα έθιμα του λαού μας, που έχουν σχέση μ’ αυτές. Συνήθως τότε έπιαναν τα πρώτα δυνατά κρύα οι πρώτες παγωνιές και χιονοπτώσεις κι έτσι ήτανε σημαδιακές για τον άνθρωπο της υπαίθρου, τον άνθρωπο που πάλευε καθημερινά με τα στοιχεία της φύσης, που ζούσε στο πετσί του τις αλλαγές του κλίματος και τον εποχών. οι γιορτές αυτές είναι τόσο συνδεδεμένες με τον ερχομό της βαρυχειμωνιάς, που ο λαός μας έλεγε σαν παροιμία:
"Απ'τα Νικολοβάρβαρα αρχίζει κι ο χειμώνας"
Η αγία Βαρβάρα (4 Δεκεμβρίου) θεωρείται προστάτης των παιδιών από την ευλογιά και τις άλλες εξανθηματικές αρρώστιες. Σε ορισμένα μέρη συνήθιζαν την ημέρα της γιορτής της, καθώς και σε περίοδο επιδημίας, να κάνουν μελόπιτες και να τις μοιράζουν στα σπίτια ή να τις αφήνουν σε σταυροδρόμια, ώστε αν έρθει η αρρώστια να είναι γλυκιά, ήπιας μορφής. Η συνήθεια αυτή θυμίζει ανάλογες αρχαίες προσφορές προς την Εκάτη.
5 Δεκεμβρίου, γιορτάζουμε τονΆγιο Σάββα, τον Άγιο Σάββα που "σαβανώνει" καθώς λέει το όνομά του: Η Αγιά Βαρβάρα βαρβαρώνει, ο Άη-Σάββας σαβανώνει κι ο Άη-Νικόλας παραχώνει. Η παροιμία βέβαια αναφέρεται στο χιονιά, κατά μία άλλη όμως εκδοχή ο Άη Σάββας σαβανώνει τους νεκρούς και τους ετοιμάζει για τον κάτω κόσμο, ενώ, από την άλλη, προσπαθεί να απομακρύνει το θάνατο από τους ζωντανούς, ως άγιος προστάτης και θεραπευτής. Αυτή τη μέρα σε μερικές περιοχές, συνηθίζουν να φτιάχνουν φάβα στη μνήμη του, κι όπως λέει μια λαϊκή παροιμία: Του Άη-Σάββα, τρώνε φάβα.
Ο άγιος Νικόλαος (6 Δεκεμβρίου) είναι ο κύριος του υγρού στοιχείου και ο προστάτης των θαλασσινών, οι οποίοι με πολλούς τρόπους εκδηλώνουν την ευγνωμοσύνη τους σ' αυτόν. Στις λαϊκές παραδόσεις ο άγιος περιγράφεται με ρούχα βρεγμένα από αρμύρα, γένια που στάζουν θάλασσα και μέτωπο ιδρωμένο από την προσπάθεια του να τρέξει παντού, όπου κινδυνεύει πλεούμενο.
Κι αργότερα, ο άγιος Ελευθέριος (15 Δεκεμβρίου) τιμάται με αργία από τις έγκυες γυναίκες, για να τους χαρίζει «καλή λευτεριά». Για τον ίδιο λόγο τον τιμούσαν και οι μαμές, οι οποίες μάλιστα, πηγαίνοντας στις ετοιμόγεννες, κρατούσαν για βοήθεια ένα εικονισματάκι του αγίου. Ο άγιος Μόδεστος, τέλος, που τ' όνομά του θυμίζει το μόδι (μονάδα μέτρου για τα δημητριακά παλαιότερα), θεωρείται προστάτης των βοδιών και των άλλων ζώων και οι γεωργοί τον τιμούσαν εκείνα τα χρόνια με αργία και διάφορες εκδηλώσεις (λειτουργίες κτλ.) την ημέρα της γιορτής του (16 ή 18 Δεκεμβρίου δεν είμαι σίγουρος). Η αργία τους επέτρεπε να περιποιηθούν με μεγαλύτερη φροντίδα τα ζώα τους, που κουράστηκαν τον προηγούμενο καιρό της σποράς.
Με τις γιορτές αυτές και προπαντός με το Δωδεκάμερο που έρχεται κατόπιν, (Χριστούγεννα μέχρι Φώτα) χαλαρώνει ο έντονος ρυθμός της καθημερινής ζωής της υπαίθρου, παίρνοντας ένα χαρούμενο και αισιόδοξο τόνο. Παλαιότερα οι μέρες αυτές, με τις παραδοσιακές αργίες και την όλη εθιμοτυπία τους, έδιναν την ευκαιρία σ' όλους για διασκέδαση και κοινωνική επαφή.  Σήμερα οι γιορτές, με τις σύγχρονες πια συνήθειες - και τις επίσημες πια αργίες – έχουν κι ένα άλλο καλό. Δίνουν την ευκαιρία στους κατοίκους των πόλεων να ξεφύγουν λίγο απ’ τη ρουτίνα, και να βρεθούν πολλοί λόγω και της κρίσεως της οικονομικής στα χωριά τους, και στα πατρικά τους σπίτια κοντά στη φύση και να συνδεθούν νοσταλγικά με το παρελθόν.

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2014

Χριστουγεννιάτικα έθιμα. Tο αναμμένο πουρνάρι. Οι κλαδαριές

Tο αναμμένο πουρνάρι

Όταν γεννήθηκε ο Χριστός και πήγαν, οι βοσκοί να προσκυνήσουν, ήταν νύχτα σκοτεινή. Βρήκαν κάπου ένα ξερό πουρνάρι κι έκοψαν τα κλαδιά του. Πήρε ο καθένας από ένα κλαδί στο χέρι, του έβαλε φωτιά και γέμισε το σκοτεινό βουνό χαρούμενες φωτιές και τριξίματα και κρότους. Από τότε, λοιπόν, στα χωριά της Άρτας, όποιος πάει στο σπίτι του γείτονα, για να πει τα χρόνια πολλά, καθώς και όλα τα παιδιά τα παντρεμένα, που θα πάνε στο πατρικό τους, για να φιλήσουν το χέρι του πατέρα και της μάνας τους, να κρατούν ένα κλαρί πουρνάρι, ή ό,τι άλλο δεντρικό που καίει τρίζοντας. Στο δρόμο το ανάβουν και το πηγαίνουν έτσι αναμμένο στο πατρικό τους σπίτι και γεμίζουν χαρούμενες φωτιές και κρότους τα σκοτεινά δρομάκια του χωριού.

Ακόμη και στα Γιάννενα το ίδιο κάνουν. Μόνο που εκεί δεν κρατούν ολόκληρο το κλαρί το πουρνάρι αναμμένο στο χέρι τους – είναι μεγάλη πολιτεία τα Γιάννενα – αλλά κρατούν στη χούφτα τους μια χεριά δαφνόφυλλα και πουρναρόφυλλα, που τα πετούν στο τζάκι, μόλις μπούνε και καλημερίζουν. Κι όταν τα φύλλα τα ξερά πιάσουν φωτιά κι αρχίσουν να τρίζουν και να πετάνε σπίθες, εύχονται: «Αρνιά, κατσίκια, νύφες και γαμπρούς!» Αυτή είναι η καλύτερη ευχή για κάθε νοικοκύρη. Να προκόβουν τα κοπάδια του, να πληθαίνει η φαμελιά του, να μεγαλώνουν τα κορίτσια και τα παλικάρια του, να του φέρνουν στο σπίτι νύφες και γαμπρούς, να του δώσουν εγγόνια που δε θ’ αφήσουν τ’ όνομα το πατρικό να σβήσει.


 


Οι κλαδαριές  
Οι κλαδαριές στην περιοχή του Βοΐου εντάσσονται στα έθιμα του δωδεκαημέρου, όπως αποκαλείται το διάστημα από τα Χριστούγεννα και μετά. Η προετοιμασία για το έθιμο όμως, ξεκινά ήδη από τον Οκτώβριο. Συγκεκριμένα, την επόμενη του Αγίου Δημητρίου, στις 27 Οκτωβρίου, τα παιδιά και οι έφηβοι τρέχουν στα χωράφια και τις βουνοπλαγιές και μαζεύουν κλαδιά και ξερά χόρτα για την κλαδαριά. Ψάχνουν κυρίως κλαδιά κέδρου που έχουν ένα ιδιαίτερο άρωμα. Τα κλαδιά αποθηκεύονται σε μέρος ξηρό και παραμένουν εκεί για να ξεραθούν εντελώς και να μην έχουν υγρασία.
  Στις 23 Δεκεμβρίου, η ετοιμασία ξεκινά ήδη από το μεσημέρι. Τα κλαδιά στοιβάζονται στον ανοιχτό χώρο όπου θα τελεστεί το έθιμο και δημιουργούν ένα τεράστιο σωρό. Τότε, οι κάτοικοι πιάνουν το χορό γύρω από την πυρά. Σε κάποια μέρη περιφέρονται γύρω από την πυρά και οι κωδωνοφόροι, άνδρες που κρεμούν κουδούνια και δίνουν στην όλη τελετή ένα χαρακτήρα αρχαιοελληνικού διονυσιακού δρώμενου.
 

Το άρωμα των κέδρων και η όλη ατμόσφαιρα δημιουργούν πράγματι μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα. Σε κάποια μέρη του Βοΐου, η κλαδαριά ανάβει τις Απόκριες και συγκεκριμένα, την Κυριακή της Τυρινής



Στην Φλώρινα, οι κάτοικοι υποδέχονται τη γέννηση του Χριστού ανάβοντας μεγάλες φωτιές στις 12 τα μεσάνυχτα, που συμβολίζουν τη φωτιά που άναψαν οι ποιμένες της Βηθλεέμ για να ζεσταθεί ο νεογέννητος Χριστός. Φωτιές ανάβουν επίσης και το βράδυ της Πρωτοχρονιάς.

πηγη 



 

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια