Σάββατο, 26 Ιουλίου 2014

ΠΛΥΣΙΜΟ ΡΟΥΧΩΝ ΣΤΗΝ ΝΕΡΟΤΡΙΒΗ

           
Πολύ κουραστική δουλειά, κυρίως τότε, που δεν υπήρχαν οι σημερινές ανέσεις (πλυντήριο). Κατά αρχάς υπήρχε πρόβλημα με το νερό. Τρεχούμενο νερό στα σπίτια του χωριού δεν υπήρχε. Το κάθε χωριό υδρευόταν από δημόσιες βρύσες, με νερά πηγών ή από πηγάδια. Κι αν αναλογιστούμε ότι τότε κάθε οικογένεια είχε πολλά μέλη, τότε καταλαβαίνουνε την ποσότητα των ρούχων που μαζεύονταν για μπουγάδα. Έπρεπε λοιπόν να πλύνει την ποσότητα αυτή των ρούχων, όπου μπορούσε πιο εύκολα, δηλ στις δημόσιες βρύσες, όπου σε μερικές απ’ αυτές, υπήρχε κατάλληλα διαρρυθμισμένος εξωτερικός χώρος, οι στέρνες [και μεγάλες κορύτες (γούρνες), για να ποτίζουν τα ζώα], ή στα ποτάμια, αν υπήρχαν κοντά στο χωριό.
         

Δίπλα στη στέρνα, η νοικοκυρά άναβε φωτιά, για να ζεστάνει μια ποσότητα νερού, αρκετή για να ολοκληρώσει την πλύση. Το νερό το ζέσταινε στο καζάνι (χαρανί). Αφού τελείωνε την μπουγάδα (με πλάκες σαπουνιού, άσπρες ή πράσινες) και το ξέπλυμα, τα ελαφριά ρούχα τα κρέμαγε, για να στεγνώσουν, σε κλαδιά δέντρων ή τα άπλωνε σε πέτρες, ενώ τα βαριά (όπως βελέντζες, φλοκάτες, κάπες κ.ά.), τα χτύπαγε με τον κόπανο, ένα χοντρό ξύλο πλατύ απ’ τη μια άκρη του, για να φύγει μεγάλη ποσότητα νερού, μιας και μετά το πλύσιμο αυτά ήταν ασήκωτα, και μετά τα κρεμούσε κι αυτά σε δέντρα ή τα άπλωνε σε πέτρες για να στεγνώσουν.
         

Το πλύσιμο των ρούχων, ανάλογα βέβαια και την ποσότητα, γινόταν σε αραιά διαστήματα, ακριβώς λόγω της δυσκολίας του, και πολλές φορές έπαιρνε κι ολόκληρο το πρωινό για να τελειώσει. Μάλιστα για να μην χάνει χρόνο, προσπαθούσε παράλληλα, να κάνει και καμιά άλλη δουλειά ίσως. Όπως παραδείγματος χάρη, έπαιρνε μαζί της και τα γιδοπρόβατα και τα βοσκούσε σε παράπλευρο κοντινό χώρο, ώστε να τα επιβλέπει.
         
Για απορρυπαντικό υπήρχε μόνο το σαπούνι, που το έφτιαχναν μόνες τους οι νοικοκυρές. Οι πολλαπλές ανάγκες της οικιακής οικονομίας οδήγησαν τις νοικοκυρές σε ευρηματικές λύσεις. Ήταν απαραίτητο να γνωρίζουν να παράγουν μόνες τους τα είδη εκείνα που τους ήταν πολύ αναγκαία, για να καλύπτουν τις ανάγκες τους, πέρα από εκείνες της διατροφής. Και το σαπούνι ήταν ένα από τα απολύτως απαραίτητα προϊόντα.
         
Στα αστικά κέντρα το σαπούνι το κατασκεύαζαν οι βιοτεχνίες, αλλά στα χωριά εκτός του ότι δεν υπήρχαν βιοτεχνίες, δεν είχαν και την οικονομική δυνατότητα να το αγοράσουν. Εκεί οι νοικοκυρές είχανε τον τρόπο να κάνουν μόνες τους το σαπούνι και μάλιστα να είναι πολύ καλύτερης ποιότητας, από εκείνο του εμπορίου.
          Πρώτη ύλη η μούργα από το λάδι. Όλα τα κατακάθια που έμεναν στον πάτο του ντεπόζιτου ή της στάμνας μαζί με υπολείμματα του λαδιού δεν τα πετάγανε, αλλά τα φυλάγανε.
          Ρίχνανε στο χαρανί (= μεγάλη κατσαρόλα) ό,τι χρειαζότανε για να γίνει το σαπούνι. Η μεγάλη πείρα τους, τους βοηθούσε να υπολογίζουν με ακρίβεια τις αναλογίες από τα υλικά που θα χρησιμοποιούσαν. Εκτός από τα κατακάθια του λαδιού (ή λίπος ζώων, κυρίως από το χοιρινό, αλλά αυτό δεν καθάριζε καλά τα ρούχα και δεν το προτιμούσαν), ρίχνανε καυστική σόδα - την ποτάσα (σαπουνόπετρα)- και χοντρό αλάτι, αρωματικά (λεμόνι ή μυρτιά) και χρώματα. 

Την ποτάσα την προμηθεύονταν από το μπακάλη, που την πούλαγε μέσα σε σιδερένιο δοχείο. Ακόμη πιο παλιά, που δεν υπήρχε η ποτάσα, στο ψήσιμο του σαπουνιού χρησιμοποιούσαν τη δρυμή. Η δρυμή ήταν απόσταγμα της στάχτης. Κατά την διάρκεια του βρασμού το ποτίζανε με νερό. 

Με τη σιγανή φωτιά και το συνεχές ανακάτεμα, πετυχαίνανε την τέλεια πρόσμειξη όλων αυτών των υλικών, που τελικά γινόταν μια ενιαία μάζα, η οποία έπηζε. Στη μέση του καζανιού, σταύρωναν 2 ξύλα, για το καλό.
          Όταν διαπίστωναν ότι έπηξε καλά, το κατεβάζανε από τη φωτιά. Το αφήνανε να κρυώσει σε σκιερό μέρος και μετά το κόβανε με πριόνι σε μεγάλες πλάκες που θα ζύγιζε η καθεμιά περίπου μια οκά (= Μονάδα βάρους στερεών και υγρών προϊόντων, που υποδιαιρείται σε 400 δράμια και ισοδυναμεί με 1282 γραμμάρια. Στην Ελλάδα ίσχυε μέχρι τις 31-3-1959, οπότε αντικαταστάθηκε από το κιλό).
         

Επίσης χρησιμοποιούσαν και την αλισίβα, για το μαλάκωμα των ρούχων.
          Είχαν  χαλκωματένια καζάνια, που υπάρχουν ακόμα και σήμερα. Τα γέμιζαν νερό από το πηγάδι. Επάνω στο  καζάνι, στις άκρες του, έβαζαν δυο σιδερένιες βέργες. Πάνω σε αυτές τοποθετούσαν έναν κουβά τσίγκινο, στο κάτω μέρος του οποίου είχαν ανοίξει τρύπες και είχαν στρώσει σε αυτό ένα πανί, το «σταχτοπάνι» και από πάνω έβαζαν στάχτη. Μετά άναβαν τη φωτιά κάτω από το καζάνι και μόλις ζεσταινόταν το νερό  έπαιρναν λίγο με μια κολοκύθα ή ένα κατσαρολάκι και το έριχναν πάνω στη στάχτη του κουβά. Το νερό  που έτρεχε στο καζάνι (μέσα από τη στάχτη, από τις τρύπες του κουβά) ήταν η  αλισίβα, που γινόταν πιο  δυνατή (σκληρή) όσο πιο πολλές φορές έριχναν νερό στη στάχτη.
          Το νερό στο καζάνι με την αλισίβα μαλάκωνε τα ρούχα και τα έκανε πιο καθαρά και αστραφτερά.

         

Αφού η νοικοκυρά είχε τελειώσει τη διαδικασία του πλυσίματος και του απλώματος, έπρεπε τώρα να τα μεταφέρει στο σπίτι. Σ’ αυτό το τελευταίο, επίσης δύσκολο κομμάτι, τη βοηθούσαν τα παιδιά της, και βέβαια τον κύριο ρόλο στη μεταφορά των ρούχων είχαν τα άλογα, τα μουλάρια ή τα γαϊδουράκια.
          Η νεροτριβή ή ντριστέλα ήταν η πιο απλή από όλες τις υδροκίνητες εγκαταστάσεις, ήταν υπαίθρια ή στεγασμένη και δεν χρειαζόταν χειριστής για την ρύθμισή της διότι δεν διέθετε κανένα μηχανισμό.
          Συνήθως ήταν στεγασμένη σε κτίσμα νερόμυλου και χρησίμευε για την επεξεργασία μάλλινων υφαντών κατά το στάδιο της κατασκευής τους π.χ. τα προικιά. Έπρεπε να περάσουν από την νεροτριβή, βελέντζες, μπατανίες, σαΐσματα, υφάσματα του σπιτιού και της φορεσιάς. Αυτό γινόταν για να αφρατέψουν και να δέσουν μεταξύ τους τα μάλλινα νήματα και οι κόμποι.
        

  Η νεροτριβή ήταν ένα ξύλινος κάδος μορφής κώνου, με το μεγαλύτερο τμήμα του χωμένο μέσα στο έδαφος ώστε η εσωτερική πίεση του νερού να μη δημιουργεί κινδύνους ανοίγματος των τοιχωμάτων. O κάδος συναρμολογείτο από σφηνωμένες μεταξύ τους σανίδες και το ύψος του κώνου ξεπερνούσε τα 2 μέτρα.
          Απ' έξω δενόταν περιφερειακά με σιδερένια τσέρκια. Το βαγένι ήταν όρθιο ώστε το νερό να εκτοξεύεται κατακόρυφα, δημιουργώντας καθοδική και ανοδική κίνηση, ανεβοκατεβάζοντας τα ρούχα χωρίς δίνη. Επειδή μοιάζει με βαρέλι, κατασκευάζεται συνήθως από βαγενά (βαρελά) και όχι από μαραγκό.
        

  Στην Πελοπόννησο λειτούργησαν δύο τύποι νεροτριβής:
          οι
γυριστές, με μεγαλύτερη διάμετρο, στις οποίες το νερό εκτοξευόταν από το στόμιο του βαγενιού στο τοίχωμά του, δημιουργώντας περιστροφική κίνηση και οι βουτηχτές, στις οποίες το βαγένι ήταν πιο όρθιο και το νερό εκτοξευόταν σχεδόν κατακόρυφα.
         


 Στην περιοχή της Δημητσάνας λειτουργούσαν έως τα μέσα του 20ού αιώνα 20 περίπου νεροτριβές. Ο σωστός υπολογισμός του χρόνου παραμονής του κάθε υφαντού στον κάδο αποδείκνυε την τέχνη του νεροτριβιάρη ή ντριστελιάρη Αν έμενε λιγότερο χρόνο, το αποτέλεσμα δεν ήταν ικανοποιητικό, ενώ, αν έμενε περισσότερο, μπορούσε να καταστραφεί. Γι' αυτό έβαζε πάντα μαζί ρούχα όμοιας κατασκευής .
          


Οι νεροτριβές είναι τα μόνα από τα υδροκίνητα προβιομηχανικά εργαστήρια που εξακολουθούν, εκσυγχρονισμένα πια, να λειτουργούν ιδίως στην Κεντρική και τη Βόρεια Ελλάδα, κυρίως για πλύσιμο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Γλώσσα και Λαογραφία της Εύβοιας - ΣΕΤΤΑΣ Δ.
                              ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ


ΠΗΓΗ 

ΣΤΗΝ ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ ΜΑΣ


Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2014

Το Καλοκαίρι στη Λαική μας Παράδοση

Το Καλοκαίρι, είναι λέξη ελληνική που έχει τις ρίζες της βαθιά απλωμένες στην Ελληνική παράδοση. Σημαίνει την εποχή που ο καιρός είναι «καλός» που πάει να πει ζεστός και όχι βροχερός. Ίσως είναι παγκόσμια μοναδικότητα, που ο λαός μας έχει κρατήσει τον απλό χαρακτηρισμό του καλού καιρού (Καλοκαίρι) στη θέση μιας εποχής του χρόνου (του Θέρους) και μάλιστα με την επιθυμητή του προέκταση σε έξι ή σε οκτώ μήνες. «Από Μαρτιού Καλοκαιριού κι απ' Αύγουστο Χειμώνα». Αποκαλύπτεται έτσι σαν η αιώνια λαχτάρα των ανθρώπων της Ελληνικής υπαίθρου η «καλοκαιριά», γιατί την περίμεναν σαν απολύτρωση από το κρύο, την πενιχρή στέγαση και τον περιορισμό τους γύρω από το τζάκι.

 

Πέρα από αυτά όμως, το Καλοκαίρι, είναι η εποχή της απολαβής από τη σπορά. «Να θερίσουν ότι έσπειραν». Της ικανοποίησης του μόχθου και της αγωνίας μιας χρονιάς. Η ευλογημένη ώρα που χαρακτηρίζεται από την ένταση και τη σκληρή δουλειά του θερισμού στα χωράφια κάτω από το λιοπύρι και τη ζέστη, που συνεχίζεται με ίδιες συνθήκες στ' αλώνια με τ' αλώνισμα και αποζημιώνεται με τη μοναδική χαρά της συγκέντρωσης στ' αμπάρια του σπιτιού, του χρυσοκίτρινου σιταριού και των άλλων δημητριακών, η ύπαρξη των οποίων καθορίζει τη συνέχεια και τη ζωή στον τόπο μας από αρχαιοτάτων χρόνων!
 

Δεν είναι λοιπόν καθόλου τυχαίο το γεγονός που ο λαός της υπαίθρου ονοματίζει τους δύο πρώτους μήνες του Καλοκαιριού, με ονόματα παρμένα από τη διαδικασία συγκομιδής και επεξεργασίας των δημητριακών. Θεριστής ο Ιούνιος, από το θερισμό τους, και Αλωνάρης ο Ιούλιος από το αλώνισμα.

Αλλά στους δύο προηγούμενους μήνες του Καλοκαιριού, παρά τις επείγουσες και σκληρές δουλειές του θερισμού και του αλωνίσματος, υπάρχουν και κάποιες μεγάλες γιορτές - μικρές ανάσες ξεκούρασης- που γιορτάζονται ανάλογα. Μιλάμε φυσικά για τ' Αι Γιαννιού του Κλήδονα ή λαμπαδάρη ή ριγανά, που παίρνει το όνομα αντίστοιχα από το έθιμο του κλήδονα, από τις φωτιές ή το μάζεμα της ρίγανης, στις 24 Ιουνίου. 

Μπορούμε να πούμε ότι η γιορτή αυτή έχει καθαρά ειδωλολατρικές καταβολές που έρχονται από τα βάθη των χιλιετιών «.αφού μαζί με τον Αι Γιάννη λατρεύεται με παλιά υποσυνείδητη εθιμολογία, ο ήλιος των θερινών τροπών, ανάβονται διαβατήριες και καθαρτήριες φωτιές, για τον κρίσιμο χρόνο, ασκούνται με τελετουργική δεξιοτεχνία η μαντεία κι η μαντική, εκβιάζεται σχεδόν η καλή τύχη, επιδιώκεται η υγεία και το σωματικό κάλλος, με τη συγκομιδή θεραπευτικών και αρωματικών ανθόφυτων.» Δ. Λουκάτος ΤΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΑ. Εκδόσεις ΦΙΛΙΠΠΟΤΗ.

 

Από τις μεγάλες γιορτές του καλοκαιριού ξεχωρίζει φυσικά και αυτή του Αι Λιά, του αγίου των βουνών στις 20 Ιουλίου, που γιορτάζεται ξεχωριστά από το λαό μας. Η παράδοση για την προτίμηση του Αι Λιά να κατοικεί στα βουνά είναι δανεισμένη από τα αφηγήματα του Ομήρου: «Βαρέθηκε, λέει ο Αι Λιάς τη θαλασσινή ζωή (που έκανε πρωτύτερα με τον Αι Νικόλα) πήρε ένα κουπί στα χέρια του κι έφυγε μόνος του για τα βουνά. Προχωρούσε, όσο οι άνθρωποι γνώριζαν τι κρατούσε, και σταμάτησε μόνο, όταν τον ρωτούσαν ή δεν ήξεραν τι είναι το κουπί και η θάλασσα». Ν. Πολίτη, Παραδόσεις, αρ. 207. (Οδύσσεια 120 - 136)

Οι τρεις μήνες του καλοκαιριού στις σύγχρονες ονομασίες τους κρατούν τα λατινικά τους ονόματα. Ήτοι: Ιούνιος ή Ιούνης, λατ. Iuno που σημαίνει Ήρα. Η θεά στην οποία ήταν αφιερωμένος ο μήνας. Στην Ελληνική αρχαιότητα λεγόταν Ελαφηβολιώνας. Ιούλιος ή Ιούλης, λατ. Iulius (Caesar) ο γνωστός Ρωμαίος αυτοκράτορας. Στην Ελληνική αρχαιότητα λεγόταν Εκατομβαιώνας και Αύγουστος λατιν. Augustus από τον τίτλο του γνωστού ρωμαίου αυτοκράτορα Γάιου Οκταβιανού. Στην Ελληνική αρχαιότητα λεγόταν Βοηδρομιώνας. Ο μήνας αυτός στη σύγχρονη Ελληνική παράδοση απαντάται και σαν «Δριμάρης» από τις δρίμες (ξωτικά) που κατά τη λαϊκή δοξασία τις έξι πρώτες μέρες του γυρίζουν στα λαγκάδια και στα ποτάμια και επηρεάζουν τα νερά. Τις ίδιες ημέρες οι άνθρωποι της υπαίθρου «μηνολογιάζουν», διαβάζουν τα «ημερομήνια», δηλαδή ερμηνεύοντας ανάλογα διάφορα σημάδια στον ουρανό, στη συμπεριφορά των ζώων, στην κατεύθυνση και τη θερμοκρασία του ανέμου, προβλέπουν τον καιρό για όλους τους μήνες του χρόνου, πράγμα πολύ χρήσιμο γι αυτούς, αφού η ζωή τους κυριολεκτικά εξαρτάται από το. «τι καιρό θα κάνει».
 

Ο Αύγουστος είναι κατά κάποιον τρόπο ο μήνας της ξεκούρασης και του γλεντιού, αφού σ' αυτόν «πέφτουν» και οι μεγάλες γιορτές της Παναγίας στις δεκαπέντε και στις εικοσιτρείς, που για το λαό μας είναι η Λαμπρή του Καλοκαιριού και τις τιμά με ιδιαίτερη λαμπρότητα και τις πανηγυρίζει ανάλογα. Εξ αιτίας αυτής της ανάπαυλας μέχρι ν' αρχίσει, με το έμπα του Φθινοπώρου, η σκληρή δουλειά με τη συγκομιδή των οψιμιών (καλαμπόκια, αραποσίτια, φασόλια, ρεβίθια κλπ), τον τρύγο και αργότερα το λιομάζωμα, ο λαός δικαίως λέει για τον Αύγουστο: «Αύγουστε καλέ μου μήνα, να 'σουν δύο φορές το χρόνο»!

Ι.Α

πηγή

Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2014

Η ΚΑΜΠΑΝΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ


Αιώνες τώρα η Αγία μας Εκκλησία έχει συμπεριλάβει στη λατρεία της και σ’ ότι επιτελείται κάθε πρόσφορο μέσο που συντελεί είτε στην πρόσληψη του μηνύματός της από τους πιστούς ή της μετάδοσης μηνυμάτων προς αυτούς. Ένα απ’ αυτά τα μέσα είναι οι καμπάνες, που έλκουν την καταγωγή και την ονομασία τους από την περιοχή της Καμπανίας, της Ιταλίας, αφού εκεί βρίσκονταν τα κατάλληλα μέταλλα για την παρασκευή καμπανών.
Οι καμπάνες εμφανίσθηκαν στη Δύση τον 6ο αιώνα και αργότερα έκαναν την εμφάνισή τους και στην Ανατολή. Σήμερα δεν νοείται Ορθόδοξος Ναός χωρίς καμπάνες αφού θεωρούνται απαραίτητο και αναπόσπαστο τμήμα της λατρείας. Και πως όχι, αφού σ’ όλες τις περιπτώσεις και περιστάσεις της Χριστιανικής μας ζωής και λατρείας χρησιμοποιούνται για να επισημάνουν την έναρξη κάποιας Ιεράς Ακολουθίας είτε πρόκειται για τακτικές ιερές ακολουθίες όπως του Εσπερινού, του Όρθρου, της Θείας Λειτουργίας της Ιεράς Αγρυπνίας, κ.λ.π., είτε για έκτακτα γεγονότα όπως η αναγγελία της εκδημίας ενός αδελφού ή κάποια φυσική καταστροφή, ή την έναρξη του κατηχητικού, ή την άφιξη του Επισκόπου στο Ναό κ.λ.π.
Οι καμπάνες χτυπούν πάντοτε στον ίδιο ρυθμό; Με τον ίδιο σκοπό; Όχι.
Το Ορθόδοξο ήθος διαπερνά και επηρεάζει ακόμη και τον τρόπο κρούσεως των καμπανών ανάλογα με την περίπτωση.
Έτσι κατά την παραμονή και την κυρία ημέρα μιας μεγάλης Δεσποτικής ή Θεομητορικής Εορτής οι καμπάνες χτυπούν χαρμόσυνα, όπως χαρμόσυνα χτυπούν όταν εορτάζει ο Άγιος της Ενορίας, του Ναού, όταν ψάλλεται η Δοξολογία προς τον Θεό, όταν επισκέπτεται για να χοροστατήσει και να ιερουργήσει ο Επίσκοπος, ο ιστάμενος εις τύπον και τόπον Χριστού, όταν εορτάζονται οι Εθνικές Εορτές ούτως ώστε και δι’ αυτού του τρόπου, της κρούσεως των καμπανών, να τονιστεί το γεγονός και να ευφρανθούν οι πιστοί στο άκουσμα των κωδονοκρουσιών.
 
Αντίθετα όταν συμβαίνουν πένθιμα γεγονότα όπως κατά την Μεγάλη Παρασκευή, της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδας, ή κατά την εκδημία εις Κύριον ενός αδελφού ή ενός κληρικού τότε ο ήχος των καμπανών προσαρμόζεται στον πένθιμο χαρακτήρα του γεγονότος και καλεί σε συμμετοχή και συμπαράσταση τους πιστούς.
Υπάρχουν θα λέγαμε και κάποιοι σταθεροί «κώδικες» κωδονοκρουσιών με κάποιες ίσως μικρές παραλλαγές από περιοχή σε περιοχή και από ενορία σε ενορία.
Επί παραδείγματι, στην Ενορία μας, της Κοιμήσεως Θεοτόκου Οβρυιάς που καθημερινά πρωί και βράδυ τελούνται οι προβλεπόμενες από το Τυπικό της Εκκλησίας μας Ιερές ακολουθίες του Όρθρου και του Εσπερινού πράττουμε ως εξής:
Όταν τελείται ο Εσπερινός και την άλλη μέρα δεν πρόκειται να τελεσθεί Θεία Λειτουργία χτυπούμε το λεγόμενο «μονοκάμπανο» δηλαδή χτυπά μόνο η μία από τις τρεις ευρισκόμενες στο καμπαναριό καμπάνες. Ομοίως συμβαίνει και τα πρωινά που τελείται ο Όρθρος άνευ Θ. Λειτουργίας. Όταν όμως τελείται ο Εσπερινός και την άλλη μέρα ξημερώνει μια γιορτή και θα τελεσθεί Θ. Λειτουργία τότε χτυπούμε το λεγόμενο «διπλοκάμπανο» δηλαδή χτυπούν τουλάχιστο οι δύο από τις τρεις καμπάνες του ναού, σε πιο έντονο και χαρούμενο ρυθμό, για να «ειδοποιήσουν» με έμφαση τους πιστούς ότι αύριο ο ναός θα «λειτουργήσει».
Ομοίως συμβαίνει και όταν τελείται η ακολουθία του Όρθρου που μετά απ’ αυτήν θα τελεσθεί η Θ. Λειτουργία. Τότε μάλιστα έχουμε τρεις κωδονοκρουσίες. Μία στην αρχή του Όρθρου, μία περίπου στον μέσον του Όρθρου αμέσως μετά την ανάγνωση του Συναξαρίου και προ των καταβασιών, και η «τρίτη» λεγόμενη «καμπάνα» κατά τη Δοξολογία.
Ασφαλώς η Εκκλησία δεν χρησιμοποιεί τις καμπάνες απλώς και μόνο να γνωστοποιήσει στους πιστούς μια ακολουθία, μια τελετή, ένα γεγονός. Αυτό θα μπορούσε να το πράξει ιδίως στην εποχή μας και μ’ άλλα μέσα.
Η Εκκλησία συνεχίζει να χτυπά και θα χτυπά τις καμπάνες γιατί η κρούση τους συμβολίζει και είναι το στόμα του Θεού, της Εκκλησίας, που μιλά στα τέκνα της και τα καλεί να προσέλθουν στο Ναό, στον οίκο του Πατρός τους να προσευχηθούν, να ξεκουραστούν πνευματικά, να γιατρευτούν, να δυναμώσουν, να ενθαρρυνθούν, να παρηγορηθούν, να ευχαριστηθούν, να κλάψουν, να χαρούν, να κατακτήσουν την ελπίδα, να κερδίσουν τη Σωτηρία τους.
Είναι αλήθεια ότι στις ημέρες μας οι καμπάνες χτυπούν ηλεκτρονικά, κάτι που δεν είναι πάντα κακό, και ανάμεσα στα προγράμματα κωδονοκρουσιών υπάρχει ένα πρόγραμμα που ονομάζεται «Αδάμ».
 
Τι σημαίνει άραγε αυτό; Σημαίνει κάτι το συγκλονιστικό. Ενθυμούμαστε ότι μετά την παρακοή τους οι Πρωτόπλαστοι κρύφτηκαν από το Θεό Γεν.κεφ3 στιχ.8-9, αλλά ο Κύριος ο Θεός φώναξε τον Αδάμ και του είπε: «Αδάμ που ει;» δηλαδή «Αδάμ, που είσαι;» Έτσι λοιπόν κάθε φορά που χτυπούν οι καμπάνες ο Θεός φωνάζει στον καθένα μας. «Αδάμ που είσαι;»
Μας καλεί κοντά του, μας καλεί να τον πλησιάσουμε, να τον επισκεφθούμε, είναι μια ευλογημένη αφορμή μ’ ότι κι αν καταπιανόμαστε εκείνη την ώρα να σκεφθούμε το Θεό, την πορεία μας, τα έργα μας, τις σκέψεις μας σε σχέση με το Θεό και το Άγιο Θέλημά του. Και αν δεν μπορούμε να πάμε στον Ναό, ας σηκωθούμε από τη θέση μας, αν καθόμαστε, να κάνουμε τον σταυρό μας, να προσευχηθούμε να ξεκολλήσουμε από τα υλικά τα φθαρτά και τα μάταια και να προσανατολιστούμε στον «ήλιο της δικαιοσύνης» στον Φωτοδότη Χριστό.
 
Αγαπητοί αναγνώστες, οι Καμπάνες δεν «ενοχλούν» όπως κάποιοι προσπαθούν να μας κάνουν να πιστέψουμε, ο ήχος τους είναι σεμνός και μεγαλοπρεπής, γλυκός και τονωτικός, ήρεμος και κατανυκτικός, αφυπνιστικός και προσευχητικός.
Αντίθετα στο σύγχρονο τρόπο ζωής που ζούμε πολύ περισσότερο «θόρυβο» και πολύ πιο ενοχλητική αποδεικνύεται η έλλειψη αγάπης, ανθρωπιάς, ειλικρίνειας, συμπάθειας, προσφοράς, κατανόησης, δικαιοσύνης, αξιοκρατίας, οράματος, εμπιστοσύνης και τόσων άλλων αξιών και αρετών. Από την άλλη είναι βέβαιο ότι οι Καμπάνες «ενοχλούν», Ναι «ενοχλούν» το Διάβολο γιατί αφυπνίζουν τους ανθρώπους, τους φέρουν σε κατάσταση εγρήγορσης, είναι δυνατόν να τονώσουν και την πιο μικρή σπίθα πίστεως προς το Θεό και να μετατρέψουν σε «καρδίαν καιομένην» για το Χριστό, και ο «εχθρός» και όσοι τον ακολουθούν δεν το θέλουν αυτό.
του π. Χαραλάμπους Παπαδοπούλου, Θεολόγου

Πηγή

Παρασκευή, 20 Ιουνίου 2014

ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

  Η ανάγκη των ανθρώπων για την καθημερινή και απαραίτητη χρήση του νερού, τον εξανάγκασε αυτόν να κατοικήσει και ν’ αναπτύξει κοινωνίες κοντά σε πηγές με άφθονο νερό ώστε να καλύπτει τις άμεσες ανάγκες του. Συν τον χρόνο όμως οι κοινωνίες διευρύνθηκαν και η ανάγκη για την κάλυψη της καθημερινότητάς για νερό,  τον υποχρέωσε να ανακαλύψει διαφόρους τρόπους εξεύρεσης, αποθήκευσης ή και μεταφοράς νερού στον τόπο διαβίωσής του.
 Ο διαδομένος τρόπος εξεύρεσης νερού σε σημεία που δεν υπήρχαν πηγές, επινοήθηκαν κατασκευάσθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν τα πηγάδια. Στην Αρχαία Ελλάδα το πηγάδι λεγόταν Φρέαρ και η λέξη πηγάδι είναι συνώνυμο της πηγής.  Πηγάδια λέγονται βασικά οι αυτοτροφοδοτούμενες αποθήκες νερού. Δηλαδή σε κάποιο προσιτό μέρος, που ενδείκνυται ανάλογα με διάφορα σημάδια ότι κάτω από το έδαφος και σε λίγα μέτρα βάθος βρίσκεται νερό, ή υπάρχει κάποιος υπόγειος δίαυλος νερού  (υπόγειο ποτάμι), τότε έσκαβαν προσπαθώντας να εντοπίσουν το νερό. Όταν έσκαβαν σε αρκετό βάθος, προστάτευαν με διαφόρους τρόπους τα τοιχώματα και αυτά τα ονόμασαν τα πηγάδια.
   Η κατασκευή του πηγαδιού ξεκίνησε από διάφορα σημεία του εδάφους όπου υπήρχε λίγο στάσιμο ύδατος ή ένδειξη[1], ότι κάτω από αυτό υπήρχε νερό. Όταν υπήρχε η ένδειξη και κυρίως κάποια μικρή λακκούβα με νερό, ο άνθρωπος για περισσότερο απόθεμα ξεκίνησε να ανοίγει την τρύπα περιμετρικά και προς το βάθος, όσο πιο περισσότερες ανάγκες ανέκυπταν τόσο μεγαλύτερη και βαθύτερη κατασκεύαζε την τρύπα. Όπου υπήρχαν λίγα αποθέματα νερού και κατά τους θερινούς μήνες λιγόστευε ο άνθρωπος συνέχιζε να σκάβει στο εσωτερικό της τρύπας μέχρι να ξαναβρεί το νερό που λόγω της ξηρασίας είχε κατέλθει η στάθμη.
   Συν το χρόνο αντιλαμβανόμενος το πρόβλημα που ανέκυπτε με τα τοιχώματα της τρύπας, δηλαδή συνεχείς κατολισθήσεις των τοιχωμάτων όπου τα χώματα από τα τοιχώματα μπάζωναν την κοίτη, θόλωναν το νερό κατασκεύασε τοιχώματα με λίθους.
Τοιουτοτρόπως ξεκίνησε η κατασκευή των πηγαδιών.  Το σκάψιμο και το χτίσιμο ενός πηγαδιού για την απόκτηση του απαραίτητου πόσιμου νερού, δεν είναι μια απλή κοινή τεχνολογία. Για αυτή την εργασία υπήρχαν ειδικοί τεχνίτες, οι λεγόμενοι πηγαδάδες.
   Κάθε πηγαδάς όταν τον καλούσαν για ν’ ανοίξει ένα πηγάδι, έπρεπε κατ’ αρχήν να ελέγξει το έδαφος εάν έχει νερό, ή υδροφόρο κοίτασμα, όπως αναφέρουν σήμερα οι γεωλόγοι. Συνήθως οι πηγαδάδες είχαν τις απαιτούμενες για εκείνη την εποχή γνώσεις[2] και όταν αντιλαμβάνονταν ότι είναι σίγουροι για την ανεύρεση του νερού τότε ξεκινούσαν τις εργασίες για το σκάψιμο του πηγαδιού.
    Εάν ο πηγαδάς δεν εύρισκε νερό, οι κόποι του πήγαιναν πάντοτε χαμένοι, ο ιδιοκτήτης, μάλλον ο εργοδότης δεν είχε υποχρέωση να τον πληρώσει. Όλες οι δαπάνες βάρυναν τον πηγαδά όταν αυτός με δική του ευθύνη αναλάμβανε να εντοπίσει το νερό. Αρκετές φορές μερικοί εργοδότες αναλάμβαναν την πρωτοβουλία από μόνοι τους και με δική τους ένδειξη, οι πηγαδάδες τρυπούσαν το υποδεικνυόμενο μέρος. Τότε έβρισκε, δεν έβρισκε νερό, ο πηγαδάς πληρωνόταν για όλες τις εργασίες που είχε πραγματοποιήσει.

Σκάψιμο πηγαδιού
   Για να ξεκινήσει ένας πηγαδάς για ν’ ανοίξει και να κατασκευάσει ένα πηγάδι, συνήθως υπέγραφαν ένα συμφωνητικό, αναγράφοντας τους εκάστοτε όρους που υπογράφονταν μεταξύ του εργοδότη και του τεχνίτη πηγαδά.
    Τα πηγάδια ήταν δουλειά κατά κανόνα του καλοκαιριού αρχή γενομένης μετά το τέλος του θεριστή μέχρι και του Αγίου Δημητρίου δηλαδή τέλη του Οκτώβριου. Ο λόγος, έπρεπε ήδη να κατέβουν τα νερά από τις χειμερινές βροχές να ξεραθούν τα λαγκάδια και να βρουν την ανάλογη στάθμη που θα είχε νερό κατά την ξηρασία του καλοκαιριού, αυτά τα λέγανε «σίγουρα νερά». Επίσης έπρεπε ο τόπος να μην είναι λασπερός, για να  είναι σταθερά και να μην πέφτουν τα τοιχώματα κατά την διάνοιξη και εμποδίζουν τις εργασίες, η και καταστούν επικίνδυνα για την ασφάλεια των εκσκαφέων του πηγαδιού.
   Τα εργαλεία του πηγαδά κατά την διάνοιξη και εξόρυξη των χωμάτων ήσαν λίγα. Για την εκσκαφή χρησιμοποιούσαν τον κασμά, το φτυάρι, το πατητό, την αξίνα, την βαριά, την σφήνα, το ματσακούπι, την παραμίνα, τον κοχλιό, τον λοστό, την χουλιάρα, πριόνι ή τσεκούρι, η τσεκουροκασμά ή κλαδευτήρι για το κόψιμο τυχόν ρίζες από διάφορα κοντινά δένδρα. Για την εξόρυξη των χωμάτων χρησιμοποιούσαν βασικά το ζεμπίλι, τον κουβά, σχοινί, παλάγκο (μηχανικό ή αυτοσχέδιο), καρούλι, ανέμη, ασκί, και ζώα. 
  Αρκετά προβλήματα συνήθως αντιμετώπιζαν κατά την εκσκαφή. Το πρώτο και ευκολότερο ήταν όπως προαναφέραμε οι ρίζες των δένδρων, δεύτερο ήταν οι βράχοι δηλαδή μεγάλες πέτρες που συναντούσαν στο εσωτερικό, όταν ήταν μικρές τις έβγαζαν ολόκληρες ή τις τεμάχιζαν με διαφόρους τρόπους όταν όμως ο βράχος ήταν τεράστιος, έπρεπε να εγκαταλείψουν την προσπάθεια σε αυτό το μέρος ή έπρεπε να τον σπάσουν. Συνήθως χρησιμοποιούσαν το ματσακούπι την παραμίνα τον λοστό την βαριά και τις σφήνες, εάν ήταν αδύνατη η προσπάθεια τεμαχισμού του βράχου με αυτόν τον τρόπο, ο πηγαδάς χρησιμοποιούσε την μέθοδο του φουρνέλου. Επειδή όμως πολλές φορές το φουρνέλο έκανε ζημιά στην ροή του στρώματος νερού ανάλογα με το υπέδαφος, ο πηγαδάς έκρινε αν ήταν σωστό να χρησιμοποιήσουν φουρνέλο. Αν και αυτό αποκλείονταν τότε τα παρατούσαν και χτυπούσαν σε παραπλήσιο μέρος. Η ύπαρξη του μη εμφανούς βράχου, επιβάρυνε τον ιδιοκτήτη και όχι τον πηγαδά.
   Άλλο ένα πρόβλημα ήταν τα νερά. Όταν από τα τοιχώματα ή από τον πάτο ανάβλυζαν νερά, ήταν η χαρά τους διότι βρήκαν νερό και οι κόποι και τα έξοδα δεν πήγαιναν χαμένα, όμως ανάκυπτε το πρόβλημα πως θα συνεχίσουν να σκάβουν με το νερό. Τότε αντλούσαν το νερό με κουβάδες και ο σκαφέας συνέχιζε κάτω από αντίξοες συνθήκες να σκάβει.
            Ακόμη στα βαθιά πηγάδια υπήρχε η αδυναμία να βλέπουν κατά την εργασία, διότι υπήρχε σκοτάδι και ήταν αδύνατον να εργασθούν, προπαντός κατά το κτίσιμο του πηγαδιού. Δεν μπορούσαν ν’ ανάψουν λάμπες, διότι η φωτιά στο βάθος προκαλούσε αναπνευστικά προβλήματα και αρκετές φορές που χρησιμοποιήθηκε ανεξέλεγκτα, προκάλεσε τον αργό και γλυκό θάνατο, στους εργαζόμενους στο βάθος των πηγαδιών. Για ν’ αντιμετωπίσουν αυτό το πρόβλημα, χρησιμοποίησαν μεγάλους καθρέπτες, ρίχνοντας στο εσωτερικό του πηγαδιού το φως του ήλιου με την μέθοδο της αντανάκλασης. Επίσης κατά την εκσκαφή απαγορεύονταν αυστηρώς το κάπνισμα, σ’ όσους εργάζονταν μέσα στο πηγάδι.
   Όταν μεγάλωνε το βάθος και άρχιζε ο αέρας να χάνει το οξυγόνο και να μην ανανεώνεται, βρήκαν την μέθοδο με το χωνί που κατέβαζε τον αέρα. Ήταν ένα μεγάλο χωνί φτιαγμένο από ύφασμα αερόστατου ή σεντονιού. Αυτό το σήκωναν στον αέρα σαν το πανί των ιστιοφόρων, με ελαφρά κλίση προς το στόμιο του πηγαδιού. Επάνω σε αυτό το πανί, είχαν προσαρμόσει ένα κωνοειδή σωλήνα- αγωγό από σεντόνι, ο οποίος κατέληγε στον πυθμένα του πηγαδιού και τοιουτοτρόπως διοχέτευε καθαρό αέρα.
   Τα χώματα κατά την εξόρυξη μεταφέρονταν λίγα μέτρα πέρα από το πηγάδι. Ο πηγαδάς κάθε τόσο τα εξέταζε θέλοντας να γνωρίσει το υπέδαφος και να εντοπίσει το νερό. Συνήθως οι καλοί πηγαδάδες κρατούσαν σημειώσεις για το υπέδαφος για μελλοντικές εργασίες, ή επισκευές.
Κτίσιμο πηγαδιού
    Όταν βρίσκανε το απαιτούμενο στρώμα με το νερό, η νοικοκυρά του σπιτιού, έφερνε βασιλικό και αγιασμό και τα έριχναν μέσα στο νερό προτού πιεί κανείς. Ο βασιλικός ρίχνονταν για να μην μυρίζει το νερό και ο αγιασμός για να είναι αγιασμένο το νερό και να μην στερέψει ποτέ το πηγάδι.
   Μετά την εξόρυξη των χωμάτων άρχιζε το χτίσιμο εσωτερικά του πηγαδιού. τα εργαλεία των κτιστών ήσαν, το μπικούνι, ο ματρακάς ή βαριά, το σφυρί, η χτενιά, το βελόνι, η γωνιά, το μυστρί, το φτυάρι, η αξίνα, το στεφάνι (ένα σιδερένιο στεφάνι ίσον με το εσωτερικό του χτισμένου πηγαδιού για να χτίζεται ομοιόμορφα)  και το ζύγι. Συνήθως η εσωτερική περιφέρεια του πηγαδιού γινόταν πολύ μεγάλη για να είναι πιο εύκολο το κτίσιμο και να φτιάξουν φίλτρα νερού.[3]
   Το κτίσιμο του πηγαδιού ήθελε μια ειδική τεχνική και είχε δυο σκοπούς και έπρεπε να είναι πολύ προσεκτική. Από την μια έπρεπε να επιτρέπει την είσοδο του νερού και από την άλλη να φράσει τα τοιχώματα που παρασύρονταν στον πυθμένα και συγχρόνως να είναι καλαίσθητο. Έτσι το κτίσιμο γινόταν από ειδικούς μαστόρους που για αυτή την εξειδικευμένη εργασία πληρώνονταν αδρά. Στην αρχή έκτιζε μεγάλες πέτρες και στην συνέχεια άλλες πιο μικρές και σε κυκλικό σχήμα για αντιστήριξη. Το κτίσιμο συνεχίζονταν ως την επιφάνεια του εδάφους.
  

 Μετά κτίζονταν τα Φιλιατρά, ένα προστατευτικό τοίχωμα συνήθως ογδόντα εκατοστά μ’ ένα μέτρο. Αυτό το τοίχωμα φτιάχνονταν και λειτουργούσε σαν προστατευτικό για τους ανθρώπους αλλά και για τα ζώα. Το κτίσιμο του φιλιατρού ήταν καλαίσθητο και εξωτερικά και στο επάνω μέρος τοποθετούσαν μεγάλες ημικυκλικές πέτρες. Επάνω στην τελευταία πέτρα, οι πηγαδάδες χάραζαν συνήθως το όνομά τους και την ημερομηνία κατασκευής του πηγαδιού. Επίσης περιφερειακά από το φιλιατρό, έκτιζαν ένα πεζούλι (διάζωμα ύψους είκοσι έως τριάντα εκατοστών και πλάτος ένα μέτρο από την εξωτερική περιφέρεια του φιλιατρού). Αυτό κτιζόταν με σκοπό ν’ αποφεύγονται οι λάσπες και τα νερά κατά την μετάγγιση του νερού και ιδίως κατά τους χειμερινούς μήνες. Από την στάθμη του νερού και επάνω εσωτερικά τα τοιχώματα καλύπτονταν με κουρασάνι[4], για να μην αναπτύσσονται ζωικοί και φυτικοί μικροοργανισμοί.
   Επάνω στα πηγάδια τοποθετούσαν μια κάλυψη, συνήθως από σανίδες και αργότερα από μεταλλικά φύλλα, για την προστασία του νερού από σκόνες, φύλλα δένδρων και για προστασία των ανθρώπων και κυρίως για τα παιδιά.
   Ακόμη δίπλα από το φιλιατρό τοποθετούσαν μια μεγάλη πέτρα μορφοποιημένη σε σχήμα λεκάνης. Μέσα σε αυτή έριχναν νερό για να πίνουν τα ζώα, ιδίως τα υποζύγια. Σε αρκετές περιπτώσεις τοποθετούσαν ένα μεγάλο κορίτο (μακρόστενη λεκάνη νερού, κατασκευασμένη από κορμό δένδρου, διαμορφωμένη άλλοτε να τρώγουν και άλλοτε να πίνουν ταυτόχρονα νερό αρκετά ζώα).
   Σε μερικά πηγάδια έφτιαχναν μικρούς κορίτους τοποθετημένους στο φιλιατρό και είχαν έξοδο του νερού μια τρύπα. Εκεί μέσα έριχναν το νερό από τον κουβά της άντλησης και κάτω από το κορίτο τοποθετούσαν την βίκα το βαρέλι, ή το ασκί και αυτό λειτουργούσε σαν βρύση με χωνί. Μέχρι να αδειάσει ο κορίτος είχαν τον χρόνο να ξαναρίξουν τον κουβά στο πηγάδι και ν’ αντλήσουν κι άλλο νερό χωρίς να καθυστερούν, αλλά και να χάνουν νερό κατά την μετάγγιση.
Άντληση
   Για να αντλήσουν το νερό από το πηγάδι συνήθως χρησιμοποιούσαν κουβάδες ή σούγλους, ξύλινους και τελευταία μεταλλικούς. Όμως πιο παλιά χρησιμοποιούσαν και κουβάδες ασκιά.[5]
   Η άντληση γινόταν με την βοήθεια σχοινιού, έδεναν το αγγείο και το έριχναν μέσα στο πηγάδι και με το ίδιο το σχοινί το ανέβαζαν στην επιφάνεια. Συνήθως χρησιμοποιούσαν και καρούλια, παλάγκα, βίντσια, μάγγανα, ή ανέμες για να γίνεται πιο ευκολότερη η ανέλκυση του κουβά. Επίσης σε αρκετές περιπτώσεις ιδίως στα δημόσια πηγάδια, ο καθένας που αντλούσε νερό είχε και το δικό του σχοινί, και δεν χρησιμοποιούσαν καρούλια ή ανέμες.
    Μετά το πέρας του χτισίματος, σειρά είχε ο σιδηρουργός, ή μαγγανάς που κατασκεύαζε  το μαγγάνι, ή την ανέμη. Αυτά ήταν ένας κύλινδρος περίπου 8 ιντσών και μήκους ανάλογα με την διάμετρο του πηγαδιού. Στα δύο άκρα του κυλίνδρου ήταν στερεωμένη η μανιβέλα, για βοηθάει τον χειριστή ν’ ανεβάσει το φορτίο πιο εύκολα.
  Δυο τρεις φορές τον χρόνο μέσα στο πηγάδι έριχναν ακατάσβεστο ασβέστη για να επιτυγχάνεται η σωστή απολύμανση. Τοιουτοτρόπως σκότωναν τις κοψαντερίθρες και τις μπακούλες. Συνήθως έριχναν πάρα πολύ ασβέστη και ο πυθμένας του πηγαδιού άσπριζε και το νερό φαινόταν γάργαρο και καθαρό, ενώ από τον ήλιο λαμπίριζε όλο το πηγάδι. Επίσης κάθε δυο χρόνια περίπου γινόταν εργασίες συντήρησης και καθαρισμός του πηγαδιού. Συνήθως αφαιρούσαν διάφορα αντικείμενα που έπεφταν εντός του πηγαδιού, επιτηρούσαν και συντηρούσαν το χτισμένο μέρος μήπως είχε μετακινηθεί κάποιος λίθος, ακόμη το σχοινί το άλλαζαν σε τακτά διαστήματα ανάλογα με την φθορά που είχε. Όταν έπεφτε κάποιο αντικείμενο συνήθως κουβάδες, χρησιμοποιούσαν  τον γάντζο ή το τσιχλί ή και τσιγκέλι, για την εξαγωγή από το νερό.
 Συνήθως κοντά στα πηγάδια φύτευαν και ένα υδρόφιλο δένδρο για ίσκιο. Τα δένδρα αυτά αναπτύσσονταν γρήγορα, λόγω της ύπαρξης του αρκετού νερού.

Χωριά που έλαβαν τα ονόματά τους από το πηγάδι:
Αργυρό Πηγάδι Αιτωλακαναρνίας, Κομπηγάδι Αιτωλακαναρνίας, Πηγαδάκια (Αρκαδίας, Ζακύνθου, Λέσβου), Πηγαδησάνοι Λευκάδος, Πηγάδια (Αιτωλακαναρνίας, Αργολίδος, Αχαΐας, Δράμας, Ευβοίας, Ιωαννίνων, Μεσσηνίας, Ξάνθης),  Πηγάδιον (Αρκαδίας, Ηλείας, Μαγνησίας), Πηγαδίτσα Γρεβενών, Πηγαδούλα Θεσπρωτίας, Πέντε Πηγάδια Πρέβεζα, Πηγαϊδάκια Ηρακλείου.

Ονόματα περιοχών και πηγαδιών:
Μαγγανοπήγαδο, Πηγαδούλι, Πηγάδα, Ξεροπήγαδο, Πηγαδόνερο, Γυφτοπήγαδο, Νερότρουπα, Νερόλακκος, Κοντοπήγαδο, Πηγαδόχειλα, Στενοπήγαδο, Τουρκοπήγαδο, Διαβολοπήγαδο, Σταυροπήγαδο, Πηγάδα Μελιγαλά Μεσσηνίας, Πηγάδι του Κερατά, Φονοπήγαδο, Πηγάδι Τόγια Αμαλιάδα, Πηγάδι Ορφανής, Αγά Πηγάδι,
Ιστορικά στοιχεία που εμπλέκονται πηγάδια:
Κατά τα χρόνια των πολέμων και των κοινωνικών αναταραχών τα πηγάδια και φυσικών καταστροφών τα πηγάδια βοήθησαν τον άνθρωπο και αυτά με τον τρόπο τους.
            - Μέσα σε αρκετά κάστρα κατά τις πολιορκίες ήσαν οι ζωοδότες για τους έγκλειστους.
            - Στο Σούλι τα πηγάδια επάνω στο ξεροβούνι, ξεδίψασαν τους Σουλιώτες και έδωσαν ζωή στην περιοχή.
            - Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης κατά την εκστρατεία του Μαχμούτ Πασά Δράμαλη, στην πεδιάδα της Αργοναυπλίας διέταξε να πετάξουν μέσα στα πηγάδια διάφορα χαλκώματα να δηλητηριασθούν τα νερά τοιουτοτρόπως να μην βρίσκει νερό ο στρατός του Δράμαλη.
            - Ανάστατοι έγιναν οι κάτοικοι του Χωριού Μακρύσια κοντά στον Αλφειό Ποταμό, με την εύρεση εκεί αρχαίου θησαυρού. Στις 2/9/1915, ο παπάς του ναϊδρίου Άγιος Ιωάννης στο χωριό αυτό, θέλοντας ν’ ανοίξει πηγάδι και φθάνοντας σε βάθος οκτώ μέτρων συνάντησε χώμα με το χρώμα του χρυσού. Εξακολουθώντας όμως να σκάπτει ανακάλυψε ολόκληρα τεμάχια χρυσού αρκετού βάρους.
            - Κατά τον τελευταίο Εμφύλιο πόλεμο, με το σοβαρότατο επεισόδιο στην Πηγάδα Μελιγαλά στην Μεσσηνία. 
            - Σε πυρκαγιά στην Ανάληψη Αμαλιάδας τον Αύγουστο του 1985, όταν καιγόταν το χωριό πέταξαν το ρούχα και τα κλινοσκεπάσματα μέσα στο πηγάδι για να τα γλιτώσουν.
            - Επίσης μέσα σε πηγάδια έχουν ρίξει χρήματα, τιμαλφή και διάφορα αντικείμενα για να τα προφυλάξουν από ληστρικές επιδρομές.
Σελίδα 321
Παροιμίες και παροιμιώδεις εκφράσεις όσον αφορά τα πηγάδια:
- Άτυχος πάει να πνιγεί, στερεύουν τα πηγάδια.
- Βαθύ πηγάδι, δροσερό νερό.
- Γυρεύει αναμμένα κάρβουνα στο πηγάδι.
- Γυρεύει με το βελόνι ν’ ανοίξει πηγάδι.
- Ένας ζουρλός ρίχνει την πέτρα στο πηγάδι, χίλιοι γνωστικοί δεν μπορούν να την βγάλουν.
- Ενός παιδιού η μάνα έπεσε στο πηγάδι, η αυγή θα μας δείξει τίνος παιδιού θα λείψει.
- Κάθε βρυσούλα και δροσιά, κάθε πηγάδι και φίδι.
- Καλόμαθε ο κουβάς, στο πηγάδι άρχοντας κι αγάς.
- Με πιρούνια πηγάδι δεν ανοίγεις.
- Μην ρίξεις πέτρα στο πηγάδι που σε δρόσισε.
- Ο σούγλος χαλάει, μα το πηγάδι μένει.
- Όπου φτύσουν πολλοί, γίνεται πηγάδι.
- Όσο πιο βαθύ είναι το πηγάδι, τόσο πιο δροσερό νερό έχει.
- Ο τρελός έριξε πέτρα στο πηγάδι κι έπεσαν χίλιοι γνωστικοί να την βγάλουν.
- Σαν θέλεις μάγκανα, πήγαινε τελευταίος στο πηγάδι.
- Τα χάδια στα πηγάδια και τα φιλιά στα σκοτάδια.
- Του σώγαμπρου η γνώμη, πέφτει στο πηγάδι.

Το μαγγάνι και η ανέμη κατά την περιστροφή τα σίδερα επειδή τότε δεν υπήρχαν τα ρουλεμάν, γρύλλιζαν, πολλές φορές έριχναν νερό για να σωπάσουν, μα όταν στέγνωνε το νερό παλι το ίδιο. Από αυτό το γρύλισμα βγήκε και η παροιμοιώδης φράση: «Δεν θέλω μάγγανα», εννοεί δεν θέλω να μαλώσω και ν’ ακουστώ.

Ιδιωτικό συμφωνητικό συνεταιρικού πηγαδιού.
Σήμερα την 15 Αλωνάρη 1916 ο Γιωργάκις Καραπιπέρις και Νικολός Ζήσις, συμφωνήσαμε να βαρέσουμε ένα πηγάδι στην Παλιόστρουγκα στα χωράφια μας. Το πηγάδι θα το βαρέσουμε απάνου στο σύνορο και θα πιάνει μισό από το χωράφι του Γιωργάκι Καραπιπέρι και μισό από το χωράφι του Νικολού Ζήσι. Το πηγάδι θα το πληρώσουμε μισακά και θα το έχουμε πάλι μισιακό. Όποια ζημιά πάθει πάλε θα πληρώνετε μισιακά.
Υπογραφές
Γιωργάκις Καραπιπέρις
Νικολός Ζήσις
Τραγούδια που αναφέρονται στα πηγάδια.

(ΚΑΤΟΥ ΣΤΟ ΒΑΛΤΟ ΣΤΟ ΠΗΓΑΔΙ)
Κάτ’ στο Βάλτο, στο πηγάδι,
κλέφτες ρίχνουν το λιθάρι.
Το πετάν οι Αρβανίτες
και περνάν τους Μοραΐτες…

(ΜΕΣ ΣΤΗΝ ΠΕΤΡΑ ΣΤΟ ΠΗΓΑΔΙ)
Μες στην Πέ-, γεια σου Γιαννιά, μες στην Πέτρα στο πηγάδι,
μες στην Πέτρα στο πηγάδι, κλέφτες ρίχναν το λιθάρι…

ΜΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑ ΚΑΘΟΤΑΝΕ)
Μια παπαδιά καθότανε απάνω στο πηγάδι
και τον σταυρό της έκανε να μην ερθεί το βράδυ…

Η ΚΑΛΙΤΣΟΠΟΥΛΑ
Στον Αγιώργη, στου Καλίτσα,
είχα ο μαύρος αγκαλίτσα
και ο δόλιος κάθε βράδυ,
την περίμενα στο πηγάδι,
να μου δώσει αυτή νεράκι,
να της δώσω εγώ φιλάκι.
Κάθε μέρα, κάθε βράδυ
και οι δυο μας στο πηγάδι,…

ΤΑ ΜΑΓΙΑ
Ανάθεμα ποια έριχνε τα μάγια στο πηγάδι
και μάγεψε τον άντρα μου, θέλει να με χωρίσει…
Λαογραφικές ιστορίες:
   Μια φορά σε χωριό της Πηνείας, μια γυναίκα είχε παντρευτεί ένα άνδρα κατά δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερό της. Και ένας νεότερος άνδρας του χωριού της,  την είχε βάλει στο μάτι, μιας και έβλεπε ότι ο άνδρας της ήταν αδύνατον να την εξυπηρετεί σεξουαλικά.
   Λοιπόν ένα δειλινό στο πηγάδι του χωριού ήσαν μερικές γυναίκες και έβγαζαν νερό, μεταξύ αυτών ήταν και η λεγάμενη του κυρίου. Μόλις γέμισαν τα βαρέλια και τα βίκια τους οι γυναίκες έφυγαν και τελευταία έμεινε αυτή. Πάει τότε και αυτός κοντά, έβαλε τα χέρια του στις τσέπες του παντελονιού του και γύριζε γύρω από το πηγάδι σκεφτικός και μονολογούσε λέγοντας: «Απόψε θα γίνει μεγάλο κακό, απόψε λέγω θα γίνει μεγάλο φινικό….ώρε κακό που θα γίνει απόψε στο χωριό μας!» Το έλεγε και το ξανάλεγε και καθώς περιφερόταν σκυφτός γύρω από το πηγάδι, προξένησε την εντύπωση της λεγάμενης. Τότε αυτή μη γνωρίζοντας την σκέψη του λέει: «Σαν τι κακό θα γίνει απόψε τι συμβαίνει, ρε άνθρωπε;».
   Αυτός συνέχιζε να μονολογεί το ίδιο κάνοντας πάντοτε τις ίδιες κινήσεις. Αυτή τον ξαναρωτάει και πάλι. Κι εκείνος της λέει: Να! Απόψε εγώ εδώ που είμαστε θα σε φιλήσω , γιατί μ’ αρέσεις πολύ. Εσύ θα πας στον άνδρα σου, να του το πεις και αυτός θα μου κάνει την παρατήρηση και έτσι θα πιαστούμε στα χέρια και θα σκοτωθούμε. Κατάλαβες;
Τότε αυτή χαμογελάει και του λέει: Ε! Κι αν με φιλήσεις, είναι ανάγκη εγώ να του το μαρτυρήσω και να γίνει τόσο μεγάλο κακό; Άστο να το πάρει καλύτερα ο αγέρας και να μην το μάθει κανείς όχι για τίποτα άλλο, αλλά να γλιτώσουμε το φονικό και για το καλό του χωριού.
Καθώς είχε πέσει το σκοτάδι πήγε κοντά της και  φίλησε την λεγάμενη και την ματαφίλησε και έτσι τα φτιάξανε οι δυό τους, μέχρι που κάποια μέρα κλεφτήκανε και γίνανε αμολόητοι από το χωριό..  
Αφήγηση: Νικόλαος Σπυρόπουλος, κάτοικος οικισμού Καλαθά κοινότητας Αγίου Ηλία Πηνείας, Αμαλιάδα 4 / 10 / 1994.
  Στα πηγάδια, πολλές φορές αναπτύχθηκαν έρωτες, έγιναν προξενιά, μάλωσαν άνθρωποι, έγιναν φονικά, έγιναν συμφωνίες, κουμπαριές, γνωριμίες επίσης πραγματοποιήθηκαν και πολλά γλέντια. Επειδή καμιά φορά γινόταν κανένα ατύχημα ή αυτοκτονία έλεγαν, ότι το τάδε πηγάδι είναι στοιχειωμένο. Πολλά εγκαταλελειμμένα πηγάδια όμως έγιναν η αιτία να χαθούν άνθρωποι που δεν βρέθηκαν ποτέ. Έτσι βγήκε η φράση: «Άνοιξε η γης και τον κατάπιε». Η πολιτεία αντιλαμβανόμενη τους κινδύνους, υποχρεώνει τους κατόχους πηγαδιών να μεριμνούν και να σκεπάζουν τα υπαίθρια πηγάδια και τις δεξαμενές του νερού και σε πολλές περιπτώσεις να τοποθετούν  την ανάλογη προειδοποιητική σήμανση.
  Τα πηγάδια σήμερα μετά την πλήρη εγκατάλειψη, πέρασαν στην λησμονιά του χρόνου, της βιομηχανοποίησης και της εξέλιξης. Αρχικά αντικαταστάθηκαν με τις κοινοτικές ή δημοτικές βρύσες, όπου κι αυτές με την σειρά τους εγκαταλείφθηκαν, διότι η επήλθε η ύδρευση της οικίας μας, η οποίαν ναι μεν έκανε πιο άνετη την διαβίωση και συνέβαλε στην υγιεινή του ανθρώπου, όμως κατέστρεψε τον υδροφόρο ζωοδότη ορίζοντα, διότι η ύδρευση χρειάστηκε να συλλειτουργήσει μαζί με την αποχέτευση.
 Οι αποχετεύσεις δέχθηκαν και δέχονται τεράστιες ποσότητες από χημικά απόβλητα, των απορρυπαντικών και διαφόρων άλλων επικίνδυνων ουσιών τα λεγόμενα βοθρολύματα. Το νερό των πηγαδιών πλέον κατέστη ακατάλληλο και τα περισσότερα από αυτά, οι ιδιοκτήτες των, τα μετέτρεψαν σε θανατηφόρες παγίδες του περιβάλλοντος, τους περιώνυμους βόθρους. Αν και η φύση με αυτό τον τρόπο δέχθηκε απανωτά κτυπήματα, η πολιτεία ποτέ δεν μερίμνησε για τον υδροφόρο ορίζοντα, τώρα τελευταία έχουν αρχίσει δειλά- δειλά να δείχνουν κάποιο μικρό ενδιαφέρον. Το δροσερό νερό των πηγαδιών πέρασε στην ιστορία και αντικαταστήθηκε με ρυπαρό νερό από τα χημικά λιπάσματα, τα γεωργικά φάρμακα και τα επικίνδυνα απορρυπαντικά.
  Σήμερα όσοι έτυχε να έχουν καταφέρει να κρατήσουν πηγάδια τους, τα χρησιμοποιούν μόνο για διακόσμηση στον κήπο ή στην αυλή τους. Σε καταστήματα πώλησης οικοδομικών υλικών πωλούνται απομιμήσεις από φιλιατρά πηγαδιών με την ανέμη, όπου κι αυτά έχουν σκοπό να διακοσμούν τις αυλές των νεόπλουτων Ελλήνων.

Υποσημειώσεις: [1] Ένδειξη νερού αναφέρεται σε μικρές γούβες ή γούρνες νερού, ή σ’ αυτό το σημείο κατά τους καλοκαιρινούς μήνες η βλάστηση παρέμενε χλωρή. Επίσης ένδειξη ύπαρξης νερού υπάρχει όταν στο μέρος που υποπτευόμαστε ότι υπάρχει νερό, φυτρώνουν και ευδοκιμούν διάφορα υδρόφιλα φυτά όπως πλάτανος, ιτιά, λεύκα, βούρλο, νεράγκαθο, πολυτρίχι, σγαράτζα, πατόφυλλα, καλάμια, κ.λπ.
[2] Οι παλιοί πηγαδάδες χρησιμοποιούσαν διάφορες μεθόδους για ν’ εντοπίσουν το άβαθο κοίτασμα του νερού. Αν είχαν υπόνοιες ότι υπήρχε υπόγειο ποτάμι, κάρφωναν στο έδαφος ένα μυτερό σίδερο και το χτυπούσαν να εισχωρήσει όσο βαθειά μπορούσαν. Επάνω στο σίδερο είχαν με μια ειδική κατασκευή τοποθετούσαν ένα πολύ μεγάλο κογχύλι. Όταν το βράδυ έπεφτε ο αέρας και υπήρχε ηρεμία, ο πηγαδάς πήγαινε στο κογχύλι σ’ αυτό το σημείο και έβαζε το αυτί του στο στόμιο του κογχυλιού. Αν υπήρχε κάποιο υπόγειο ποτάμι, περίπου μέχρι τα δέκα έως δεκαπέντε μέτρα, ακούγονταν καθαρά ο θόρυβος του νερού.
[3] Εξωτερικά από το κτίσιμο της πέτρας και ενδιάμεσα στην πέτρα και στο χωμάτινο τοίχωμα του πηγαδιού έριχναν αρκετές πέτρες συνήθως  ζιόμπολα (πέτρες πολύ μικρού μεγέθους ) μέχρι και αμμοχάλικο. Περνώντας το νερό δια μέσω αυτών για να φθάσει από το έδαφος στη λεκάνη, φιλτράρονταν και τοιουτοτρόπως το νερό ήταν καθαρό.
[4] Το κουρασάνι ήταν κονίασμα από τριμμένο κεραμίδι, ψιλή άλλο, ασβέστη, ασπράδι αυγού και ρετσίνι.
[5] Οι κουβάδες ασκιά, ήσαν ασκιά με ανοικτό το στόμιο και μέσα τοποθετούσαν κλαδιά τοποθετημένα τοιουτοτρόπως κατά την ρίψη και την άντληση να μην κλείσουν τα τοιχώματα του ασκιού, δηλαδή να το κρατούν ανοικτό και σταθερό.

Πηγή: www.antroni.gr

Τρίτη, 17 Ιουνίου 2014

Τα οφέλη για τον οργανισμό από την κατανάλωση καρπουζιού

Μόλις «μυρίσει» καλοκαίρι, μυρίζει και καρπούζι. Το φρούτο- σήμα κατατεθέν του καλοκαιριού, εκτός από δροσιστικό είναι και ευεργετικό για τον οργανισμό.
  Κάνει καλό, μεταξύ άλλων, στην καρδιά, τα κόκαλα, τα νεφρά, το νευρικό σύστημα και τα μάτια, σύμφωνα με το onmed, ενώ μειώνει και το λίπος του σώματος.
Ιδού τα οφέλη για τον ανθρώπινο οργανισμό από την κατανάλωση καρπουζιού:


1. Βοηθάει στα καρδιαγγειακά και την υγεία των οστών
Το λυκοπένιο στο καρπούζι είναι ιδιαίτερα σημαντικό επειδή μειώνει το οξειδωτικό στρες, το οποίο συνήθως μειώνει τη δραστηριότητα των οστεοβλαστών και των οστεοκλαστών (οι δύο μεγάλες οικογένειες οστικών κυττάρων που εμπλέκονται στην οστεοπόρωση). Αυτό σημαίνει ανθεκτικότερα οστά για εκείνους που καταναλώνουν τροφές πλούσιες σε λυκοπένιο. Η κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων του καρπουζιού έχει, επίσης, συσχετιστεί με βελτίωση της καρδιαγγειακής λειτουργίας, επειδή βελτιώνει τη ροή του αίματος μέσω της αγγειοδιαστολής (χαλάρωση της πίεσης του αίματος). Τέλος, το καρπούζι είναι πλούσιο σε κάλιο που επίσης βοηθά στη διατήρηση του ασβεστίου στο σώμα σας, με αποτέλεσμα να έχουμε ανθεκτικότερα οστά και αρθρώσεις.
 
2. Μειώνει το λίπος του σώματος
Η κιτρουλίνη στο καρπούζι έχει αποδειχθεί ότι μειώνει τη συσσώρευση του λίπους στα λιποκύτταρά μας. Πρόκειται για ένα αμινοξύ που μετατρέπεται σε αργινίνη με τη βοήθεια των νεφρών. Η κιτρουλίνη έχει την ικανότητα να (μέσω μιας σειράς βημάτων) μείωση τη δημιουργία λίπους από τα λιποκύτταρα.
3. Έχει αντιφλεγμονώδεις και αντιοξειδωτικές ιδιότητες

Το καρπούζι είναι πλούσιο σε φαινολικές ενώσεις όπως τα φλαβονοειδή και τα καροτενοειδή. Το καροτενοειδές λυκοπένιο στο καρπούζι είναι ιδιαίτερα επωφελές για τη μείωση της φλεγμονής και την εξουδετέρωση των ελεύθερων ριζών. Βεβαιωθείτε ότι έχετε επιλέξει ώριμα καρπούζια, επειδή περιέχουν μεγαλύτερες ποσότητες από αυτές τις ευεργετικές φαινολικές ενώσεις.
4. Βοηθάει στο διουρητικό και νεφρικό σύστημα
Το καρπούζι είναι ένα φυσικό διουρητικό που βοηθά στην αύξηση της ροής των ούρων, αλλά δεν "αφυδατώνει" τα νεφρά (σε αντίθεση με το αλκοόλ και την καφεΐνη).
5. Στηρίζει τους μυς και το νευρικό σύστημα
Πλούσιο σε κάλιο, το καρπούζι είναι ένας μεγάλος φυσικός ηλεκτρολύτης και έτσι βοηθάει στη ρύθμιση της δράσης των νεύρων και των μυών στο σώμα μας. Το κάλιο καθορίζει το βαθμό και τη συχνότητα με την οποία οι μύες μας συσπώνται και ελέγχει τη διέγερση των νεύρων στο σώμα μας.
6. Βελτιώνει την υγεία των ματιών
Το καρπούζι είναι μια θαυμάσια πηγή βήτα-καροτίνης (είναι η ουσία που του δίνει την έντονη κόκκινη απόχρωση), η οποία μετατρέπεται στο σώμα μας σε βιταμίνη Α. Βοηθά την παραγωγή πολύτιμων ουσιών στον αμφιβληστροειδή χιτώνα του ματιού και προστατεύει την εκφύλιση της ωχράς κηλίδας, που έρχεται με την ηλικία.

πηγή
 

Σκόρδο σπορά φύτεμα καλλιέργεια


Τα σκόρδα είναι φυτά βολβώδη, πολυετή και ανήκουν στην οικογένεια των λειριοειδών. Καλλιεργούνται για τούς βολβούς τους, οι οποίοι βρίσκουν μεγάλη χρησιμοποίηση στη μαγειρική ή παρασκευή ειδικών δροσιστικών τροφών.
Τα φύλλα διαφέρουν απ' εκείνα των κρεμμυδιών, γιατί είναι ποιό σπαθωτά και ποιό στενά και στριμμένα. Τα άνθη είναι λευκά και στη κορυφή του καυλού σχηματίζουν σφαιρικό σκιάδιο. Κάθε κεφάλι αποτελείται από 8-12 σκελίδες, εκ των οποίων οι εξωτερικές είναι μεγαλύτερες από τις εσωτερικές και ποιό καυτερές.

Τα σκόρδα ευδοκιμούν σε χώματα ελαφρά, όχι πολύ υγρά, προ πάντων στραγγερά και γόνιμα. Στα βαριά και σφικτά εδάφη, πού κρατούν πολλή υγρασία, σαπίζουν η δίδουν μικρά κεφάλια, στα δε πολύ ξηρά και άγονα ή απόδοσης των είναι μηδαμινή και ή γεύσης των γίνεται εξαιρετικά καυτερή.
Η καλλιέργεια γίνεται αποκλειστικώς με βολβίδια (σκελίδες) είτε, πολύ σπανίως, με σπόρους. Στα θερμά μέρη ή φυτεία αυτών, εκτελείται κατά "Οκτώβριο-Νοέμβριο, τα δε ψυχρά και ορεινά κατά Φεβρουάριο- Μάρτιο. Το ίδιο γίνεται και για τον πολλαπλασιασμό με σπόρο. Για την απόκτηση καλής φυτείας, πρέπει από κάθε κεφάλι σκόρδου, να διαλέγονται τα εξωτερικά και χονδρά βολβίδια, τα όποια και μόνο να χρησιμοποιούνται, τα δε μικρά και λεπτά να απορρίπτονται.
Αυτά φυτεύονται σε βραγιές και κατά γραμμές 20-25 πόντους, η μία της άλλης, επ’ αυτών δε, κατά διαστήματα 12 -15 πόντους και σε βάθος 2-3 πόντους, το πολύ. Σε περίπτωση συγκαλλιέργειας φυτεύονται ως μπορτούρες στα σαμάρια των βραγιών, των ποτιστικών αυλακών, είτε ανάμεσα στα μαρούλια, στα σπανάκια κλπ.
Για κάθε στρέμμα απαιτούνται πέντε πλεξούδες η 1500-1800 κεφάλια περίπου.
Η προετοιμασία του εδάφους πρέπει να γίνεται καλή, με 2-3 σκαψίματα και σπάσιμο των βώλων, ώστε το χώμα να τρίβεται εντελώς. Επίσης και ή λίπανσης πρέπει να είναι ή κατάλληλη.
Η κοπριά αποτελεί άριστο λίπασμα, σε ποσό 2-2.500 οκάδες στο στρέμμα, πρέπει όμως να είναι εντελώς χωνευμένη και να χρησιμοποιείται πολύ προ της φυτείας. Μαζί με συμπληρωματικά φωσφοροκαλιοΰχα χημ. λιπάσματα (0-12-6) δίδει πολύ καλλίτερα αποτελέσματα. Από τα σύνθετα χημ. λιπάσματα αξιοσύστατος είναι ό τύπος 4-10-10, σε ποσό 50-60 οκάδ. στο στρέμμα. Κατά προτίμηση χρησιμοποιούνται σκέτα, σε χώματα με οργανικές ουσίες η οπωσδήποτε σφικτά.
Η καλλιέργεια των σκόρδων με σπόρο, δεν είναι πρακτική, γιατί χρειάζονται δύο έτη για να δώσουν κεφάλια, δηλαδή, το πρώτο έτος θα παραχθούν μικρά βολβίδια, τα όποια θα ξαναφυτευτούν για ν' αποδώσουν το επόμενο έτος. Επίσης δε πολλαπλασιασμός αυτός, με σπόρο, δεν δίδει τις επιθυμητές ποικιλίες.
Σε όλες τις περιπτώσεις, τα σκόρδα, κατά την διάρκεια της βλαστήσεώς τους, πρέπει να βοτανίζονται και να σκαλίζονται 1-2 φορές, ιδίως στην αρχή, και να ποτίζονται εφ’ όσον μόνον υπάρχει μεγάλη ξηρασία. Όταν πλησιάζει ή ωρίμανση και αρχίσουν να κιτρινίζουν τα φύλλα, τότε δένονται στη κορυφή, είτε στρίβονται για να σταματήσει ή βλάστηση και να γίνουν τα κεφάλια χονδρότερα, ή ακόμη και για να επισπευτεί ή πρωιμότης των.
Η συγκομιδή αρχίζει κατά Μάιο-Ιούνιο αναλόγως των ποικιλιών και του τόπου. Πρέπει να γίνεται μετά την τέλεια αποξήρανση των φύλλων, αλλιώς όταν είναι πρόωρη, τα κεφάλια δεν διατηρούνται και σαπίζουν πολύ γρήγορα στην αποθήκη.
Τα σκόρδα αφού ξεριζωθούν με το χέρι η με λισγάρι, δένονται σε πλεξούδες ανά 50- 100 κεφάλια και αφήνονται μερικές ήμερες στον ήλιο για να χάσουν μέρος της υγρασίας τους. Κατόπιν αναρτώνται σε ξηρή και ευάερη αποθήκη μέχρις ότου διατεθούν. Μια καλή απόδοσης σκόρδων φθάνει 8-12 φορές μεγαλύτερη από το χρησιμοποιηθέν ποσό της φυτείας.

Ποικιλίες.
Οι κυριότερες ποικιλίες των σκόρδων, οι οποίες και συχνότερα συναντώνται στην καλλιέργεια είναι:
-Σκόρδα κοινά. Ταύτα κάνουν κεφάλια μέτρια στο μέγεθος με πολλές και σφικτές σκελίδες, συνήθως ο-λίγο κυρτές. Είναι ποικιλία ανθεκτική και μάλλον όψιμη.
-Σκόρδα ολόλευκα. Ταύτα γίνονται χονδρότερα των προηγουμένων και με σκελίδες ποιό σαρκώδεις. Οι εσωτερικές και εξωτερικές φλούδες είναι χαρακτηριστικώς κάτασπρες. Είναι ποικιλία εκλεκτή και πρώιμη
-Σκόρδα τεράστια. Τα κεφάλια αυτών αποκτούν τεράστιο όγκο (10—15 πόντους διάμετρο) με ολίγες σκελίδες, αλλά ή κάθε μία αντιστοιχεί μ' ένα ολόκληρο σκόρδο κοινό. Πρόκειται περί εξαιρετικής ποικιλίας, ελάχιστα όμως καλλιεργούμενης
-Σκόρδα στρογγυλά χονδρά. Ταύτα αποκτούν κεφάλια χονδρά και σχεδόν στρογγυλά , με σαρκώδεις σκελίδες ελάχιστα καυστικές .
-Σκόρδα σχιστά. Ταύτα χαρακτηρίζονται από τις σκελίδες όποιες είναι πολύ χαλαρές μεταξύ των η μάλλον όλως διόλου χωριστές. Είναι γλυκύτερα από τα άλλα σκόρδα και αποτελούν άλλο είδος

Ασθένειες. Οι συνηθέστερες αρρώστιες των σκόρδων είναι:
Η σκωρίαση
Παρουσιάζεται στα φύλλα σαν πολυάριθμα και πυκνά στίγματα σκουρόξανθα, τα όποια εμποδίζουν τη κανονική λειτουργία της βλαστήσεως. Προλαμβάνεται με 2-3 ψεκάσματα βορδιγαλείου πολτού (1 οκά θειικός χαλκός με 1 οκά ασβέστη σε 100 οκάδες νερό).




Η σήψης των βολβών
Είναι ένας μικρός μύκητας, ό όποιος ζει συνήθως ως σαπρόφυτο, αλλά κάποτε προσβάλλει τα σκόρδα και κρεμμύδια, όπου αναπτύσσεται σε παράσιτο. Παρουσιάζεται ως μαύρη μούχλα μεταξύ των λεπίων των βολβών. Ευνοείται σε πολύ υγρά εδάφη και εκεί πού γίνεται χρήσης φρέσκης κοπριάς. Για τα σκόρδα είναι επικίνδυνη αρρώστια. Θεραπευτικό μέσο δεν υπάρχει, παρά αποφυγή των αίτιων πού τη προκαλούν, είτε αλλαγή της καλλιέργειας για 3-4 χρόνια.

Από τα έντομα, οι σοβαρότεροι εχθροί είναι ό κρεμμυδοφάγος και ή μηλολόνθη, οι όποιοι προσβάλλουν τούς βολβούς. Καταπολεμούνται με άρσενικούχα δολώματα από αραβόσιτο ή πίτυρα, είτε με παγίδες.

Πηγή: Πρακτικός οδηγός του λαχανόκηπου-Παράρτημα «Γεωργικού δελτίου» μηνός Ιανουαρίου 1940
άπό

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια