*-*

Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2018

Τό Σιγκούνι στήν παραδοσιακή φορεσιά.

Τό Σιγκούνι τής γιαγιάς μου Σοφίας από τό χωριό Λίμνες Αργολίδος . Χρονολογείται από τίς αρχές τού 1900 καί είναι συλλεκτικό κομμάτι καί ενθύμιο.


Το σιγκούνι  γινόταν από εκλεκτό μαλλί προβάτων που το υφαίνανε στημόνι-υφάδι-μαλλί σε δίμιτη ύφανση στον αργαλειό. Στη συνέχεια το περνούσαν απ’ τη νεροτριβή. Το νεροτρουβιασμένο αυτό ύφασμα ονομαζόταν και «ράσικο».
Για να γίνει το σιγκούνι χρειαζόταν περίπου 4-5 μέτρα, που έκοβαν σε 7 ή 8 φύλλα, τις «λόξες»: ένα ή δύο για την πλάτη, δύο λοξά για τα πλαϊνά, τα «λαγκιόλια» που εξείχαν τριγωνικά και προσθέτανε το φάρδος στη περιφέρεια και άλλα δύο που σχημάτιζαν τα μπροστινά.
Το σιγκούνι ήταν κεντημένο πλάκα στο χέρι ανάλογα με την κοινωνική περίσταση για την οποία προοριζόταν: Για τις καθημερινές όλα τα ανοίγματα του σιγκουνιού περιβάλλονταν από πυκνό κέντημα, γαλαζοπράσινα κυρίως μαλλιά που σχημάτιζαν πάνω σε καστανόμαυρο (σχεδόν ολόμαυρο) βάθος, διασταυρούμενα ζιγκ-ζαγκ, ρόμβους και «Χ». Το αυστηρό κέντημα διανθιζόταν με χρωματιστές «πινελιές» από κόκκινο, πορτοκαλί, ροδί, κίτρινο κλπ.
Ένα δημοφιλές διακοσμητικό μοτίβο φαίνεται να ήταν οι κεντητές «μαργαρίτες» από γεράνια (μπλε) και μπουρμπουνιά (πράσινα) μαλλιά. Τα γιορτινά και νυφικά σιγκούνια ήταν επιπλέον κεντημένα με πολύχρωμα μάλλινα και βαμβακερά κορδόνια και κλωστές σε πολύπλοκα σχέδια. Κάποια τα κεντούσαν με επίρραπτα χρωματιστά κορδονέτα πάνω σε λουρίδες κόκκινης τσόχας ή βελούδου και με πούλιες που έρχονταν σε έντονη χρωματική αντίθεση με το φόντο.
Τα θέματα του διάκοσμου ήταν κυρίως γεωμετρικά σε διάφορες συνθέσεις (π.χ. ζιγκ-ζαγκ, τετράγωνα, ρόμβοι, κολόνες), θρησκευτικά (π.χ. σταυρός), φυτικά (π.χ. λουλούδια, μίσχοι, φύλλα, δέντρα) και ανθρωπομορφικά (γυναίκες, «κουκλάκια», χορός).
Οι ηλικιωμένες γυναίκες φορούσαν αντί για το λευκό σιγκούνι τη «γιούρντα» που ήταν σκούρα γαλάζια, σχεδόν μαύρη, με φλόκια στο εσωτερικό. Η γιούρντα φορέθηκε από τις γυναίκες μέχρι τη δεκαετία του ’60.
{στοιχεία από ΕΔΩ}

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2018

Ή ύψωση τού Τιμίου Σταυρού μέσα στήν καρδιά μας .

Υπάρχει, θα λέγαμε, και μια πνευματική Ύψωση του Σταυρού που συντελείται μέσα στην καρδιά του ανθρώπου.
Πότε;
Όταν κάποιος σταθερά αποφασίζει να αυτοσταυρωθεί, νεκρώνοντας τα πάθη του. 
...Οι Χριστιανοί, λοιπόν, υψώνουν μέσα τους αυτόν τον Σταυρό και τον κρατούν υψωμένο σε όλη τους τη ζωή. Έτσι είναι, άραγε; Ο καθένας ας ρωτήσει τη συνείδησή του. Και μακάρι να μην πάρει την απάντηση· «Εσύ κάνεις τα σαρκικά σου θελήματα και υπακούεις στις επιθυμίες σου. Ο σταυρός σου δεν είναι υψωμένος, αλλά ριγμένος στο λάκκο των παθών, όπου σαπίζει από την καταφρόνια και την αμέλειά σου».

ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ – ΝΗΣΤΕΙΑ: ΓΙΑΤΙ ΚΑΙ ΠΩΣ ΝΗΣΤΕΥΟΥΜΕ ΣΤΙΣ 14 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ

Ο Θείος ζήλος όμως, έκανε την Άγια Ελένη να αρχίσει έρευνες για την ανεύρεση του Τιμίου Σταυρού.
Όταν ανακάλυψαν τον Τίμιο Σταυρό τον ύψωσαν μέσα στο ναό σε μέρος υψηλό, για να μπορέσουν να τον δουν και να τον προσκυνήσουν όλοι.
Για την Ανάμνηση λοιπόν της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού νηστεύουμε στις 14 Σεπτεμβρίου, επειδή ο Σταυρός είναι Ανάμνηση του Πάθους του Χριστού.

Διότι όπως ο κάθε άνθρωπος που κάνει την ανακομιδή (εκταφή) των λειψάνων ενός συγγενή του (για παράδειγμα του πατέρα του, της μητέρας του και άλλων), λυπάται ενθυμούμενος το πρόσωπο αυτό, έτσι και εμείς οι Χριστιανοί βλέποντες τον Σταυρό και αναλογιζόμενοι ότι ο Χριστός
Σταυρώθηκε για εμάς τους αμαρτωλούς και ως Άνθρωπος Έπαθε, ταπεινωνόμαστε και δείχνουμε Συντριβή καρδιάς νηστεύοντες.
Οι μεν Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, επισημαίνουν ότι «η Εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού είναι Ισότιμη με την Μεγάλη Παρασκευή», αφού και τις δύο αυτές Ημέρες τιμούμε εξίσου τα Πάθη και την Σταύρωση του Κυρίου.

Η Νηστεία κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, «δεν γίνεται για το Πάσχα, ούτε για τον Σταυρό, αλλά για τις αμαρτίες μας….επειδή το Πάσχα δεν είναι υπόθεση Νηστείας και πένθους, αλλά ευφροσύνης και χαράς. Για τον λόγο αυτό δεν πρέπει να λέμε ότι πενθούμε για τον Σταυρό.
Ούτε για εκείνον πενθούμε.
Αλλά για τα δικά μας αμαρτήματα».
Επίσης νηστεύουμε για να μιμηθούμε τον Κύριο, ο Οποίος ενήστευσε για σαράντα ημερόνυχτα επάνω στο Σαραντάριον Όρος.

Κυριακή, 26 Αυγούστου 2018

Ή Ευχή τής Φανουρόπιτας

Πολλοί επικαλούμαστε τον Αγιο Φανούριο να μεσιτεύσει στον Κύριο για να βρούμε κάτι που χάσαμε, να μας φανερώσει μια απάντηση, ακόμα και να μας βοηθήσει σε θέματα υγείας και αρρώστιας…
Και ο  άγιος Φανούριος δεν μας χαλάει χατήρι! Όσες φορές με πίστη και ευγενική αδελφική αγωνία τον παρακαλάμε για κάτι, μας κάνει αισθητή την παρουσία του, μεσολαβεί και θαυματουργικά μας διώχνει την αγωνία, φανερώνοντάς μας αυτό που τόσο έχουμε ανάγκη…
Η παράδοσή μας, καθιέρωσε να συνοδεύεται το αίτημα μας με μια φανουρόπιτα ευγνωμοσύνης, την οποία αφού ψήσουμε και ζητήσουμε την ευλογία του Κυρίου στην Εκκλησία, την μοιράζουμε σε άγνωστους, γνωστούς και φίλους ή σύμφωνα με τις κατά τόπους παραδόσεις σε 7 σπίτια που έχουν κάποια Μαρία. Αυτός που την τρώει λέει: «Θεός συγχωρέσει του αγίου Φανουρίου την μάνα”.
Κατά την παρασκευή της φανουρόπιτας συνηθίζεται μάλιστα να διαβάζεται η παρακάτω ευχή:
   
~..+..~
Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Ουράνιος Άρτος,
ο της βρώσεως της μενούσης εις τον αιώνα
πλουσιοπάροχος χορηγός,
ο δοτήρ των αγαθών,
ο δέ Ηλιού τροφήν αγεώργητον πηγάσας,
η ελπίς των απηλπισμένων,
η βοήθεια των αβοηθήτων και σωτηρία των ψυχών ημών.
Ευλόγησον τα δώρα ταύτα
και τους ταύτα σοι προσκομίσαντας,
εις δόξαν σήν και τιμήν
του αγίου ενδόξου μεγαλομάρτυρος Φανουρίου.
Παράσχου δέ, αγαθέ,
τοις ευπρεπίσασι τους πλακούντας τούτους,
πάντα τά εγκόσμια καί υπερκόσμια αγαθά σου.
Εύφρανον αυτούς εν χαρά μετά του προσώπου σου,
δείξον αυτοίς οδούς προς σωτηρίαν.
Τα αιτήματα τών καρδιών αυτών καί πάσαν
τήν βουλήν αυτών ταχέως πλήρωσον,
οδηγών αυτούς προς εργασίαν τών εντολών σου,
ίνα διά παντός εν ευφροσύνη καί αγαλλιάσει
υμνώσι καί δοξάσωσι
το πάντιμον καί μεγαλοπρεπές όνομά σου,
πρεσβείαις της υπερευλογημένης Θεοτόκου,
του αγίου ένδοξου νεομάρτυρος Φανουρίου,
του Θαυματουργού, καί πάντων σου τών αγίων.
Αμήν.

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2018

ΣΤΡΑΓΑΛΙΑ Ή ΣΤΡΑΓΑΛΟΡΕΒΥΘΑ. ΠΕΝΤΑΝΟΣΤΙΜΑ ΚΑΙ ΩΣ ΦΑΪ ΚΑΙ ΩΣ ΞΗΡΟΣ ΚΑΡΠΟΣ.

Η ρεβιθιά καλλιεργείται  στην Ελλάδα από την αρχαιότητα. Το ρεβίθι είναι ένα σχετικά εύκολο φυτό στην καλλιέργεια του.Καλλιεργείται σε σχεδόν όλα τα εδάφη, σε δυο εποχές(άνοιξη και φθινόπωρο),  για ανθρώπινη κατανάλωση ως όσπριο και για την κτηνοτροφία  ως ζωοτροφή .

Το ρεβίθι φθινοπωρινής σποράς είναι έτοιμο για συγκομιδή στη χώρα μας το πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιουνίου, ενώ της ανοιξιάτικης ένα μήνα αργότερα.
ΕΔΩ


Τα κρητικά: ρεβύθια λεμονοριγανάτα.

Σε αυτή τη συνταγή θα τα μαγειρέψουμε με μπόλικη ρίγανη και χυμό λεμονιού. Στο τέλος θα δέσουμε τη σάλτσα με αλεύρι .Τα ρεβύθια, όπως και τα περισσότερα όσπρια, πρέπει να ψήνονται καλά και να τα αλατίσουμε στο τέλος.
ΕΔΩ


Στραγάλια. Δεν είναι ξηρός καρπός, αλλά όσπριο! Τι είναι τα στραγάλια;

Ψημένα ρεβίθια! Όσπρια δηλαδή, κάτι που όλοι ξέρουμε πόσο καλό είναι να τρώμε! Τα όσπρια είναι από τις χρυσές τροφές μαγειρικής οικονομίας επειδή είναι και υγιεινά και οικονομικά. Είναι επίσης ένας τρόπος να έχουμε μαζί μας έτοιμα προς κατανάλωση όσπρια, οποιαδήποτε στιγμή.Περιέχουν πολλά θρεπτικά συστατικά. Σημαντικό είναι ότι περιέχουν αρκετές πρωτεΐνες που χρειάζεται ο οργανισμός μας.
ΕΔΩ

Στραγάλια από... σπίτι.

Τοποθετούμε τα βρασμένα ρεβύθια σε μεγάλο ταψί και πασπαλίζουμε με αρκετά χοντρό αλάτι.Ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο, μέχρι να αφυδατωθούν ή ακόμα και στο γκριλ του φούρνου, αλλά όχι στο δυνατό, για να μην καούν.Τα βρασμένα ρεβύθια πριν τα βάλουμε στον φούρνο, να είναι νωπά, για να μπορέσει να κολλήσει το αλάτι.Αν θέλουμε να θυμίζουν τα κίτρινα στραγάλια, τότε όπως σας είπα τα βράζουμε λίγο, αλλά ΝΑ ΚΡΑΤΑΝΕ. Τώρα, για πιο γερά δόντια, αν θέλουμε να θυμίζουν τα άσπρα στραγάλια, τότε τα μουλιάζουμε καλά 10-12 ώρες σε χλιαρό νερό προσθέτοντας αλάτι και μετά τα ξεπλένουμε, τα αλατίζουμε και τα ψήνουμε όπως θα κάναμε και με τα βρασμένα.
ΕΔΩ


Σάββατο, 7 Απριλίου 2018

ΚΑΛΗ ΛΑΜΠΡΗ .ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ


Το Χριστιανικό Πάσχα, ή Πασχαλιά ή Λαμπρή, και ειδικότερα η Ανάσταση του Χριστού ή απλώς Ανάσταση, είναι η σπουδαιότερη γιορτή του χριστιανικού εκκλησιαστικού έτους. Γιορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο που ακολουθεί την εαρινή ισημερία της 21ης Μαρτίου μη συμπεριλαμβανομένης, κατά το Ιουλιανό ημερολόγιο στην Ορθόδοξη εκκλησία και κατά το Γρηγοριανό στη Ρωμαιοκαθολική.
Τα λαϊκά έθιμα κατά το σύγχρονο εορτασμό της Ανάστασης στην Ελλάδα, περιλαμβάνουν δείπνο με κύριο φαγητό τη μαγειρίτσα, το βράδυ της Ανάστασης, το τσούγκρισμα των κόκκινων αυγών , το «φιλί της αγάπης» την ώρα της Ανάστασης, το σούβλισμα του αρνιού κατά την Κυριακή του Πάσχα και άλλες εκδηλώσεις.

Παρασκευή, 6 Απριλίου 2018

Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ, κατετέθης Χριστέ, καὶ Ἀγγέλων στρατιαὶ ἐξεπλήττοντο συγκατάβασιν δοξάζουσαι τὴν σήν.

Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ, κατετέθης Χριστέ, καὶ Ἀγγέλων στρατιαὶ ἐξεπλήττοντο συγκατάβασιν δοξάζουσαι τὴν σήν.
Ἡ ζωὴ πῶς θνῄσκεις; πῶς καὶ τάφῳ οἰκεῖς; τοῦ θανάτου τὸ βασίλειον λύεις δέ, καὶ τοῦ ᾅδου τοὺς νεκροὺς ἐξανιστᾶς.
Μεγαλύνομέν σε, Ἰησοῦ Βασιλεῦ, καὶ τιμῶμεν τὴν Ταφὴν καὶ τὰ Πάθη σου, δι' ὧν ἔσωσας ἡμᾶς ἐκ τῆς φθορᾶς.
Μέτρα γῆς ὁ στήσας, ἐν σμικρῷ κατοικεῖς, Ἰησοῦ παμβασιλεῦ τάφῳ σήμερον, ἐκ μνημάτων τοὺς θανόντας ἀνιστῶν.
Ἰησοῦ Χριστέ μου, Βασιλεῦ τοῦ παντός, τί ζητῶν τοῖς ἐν τῷ ᾅδῃ ἐλήλυθας; ἢ τὸ γένος ἀπολῦσαι τῶν βροτῶν.
Ὁ Δεσπότης πάντων, καθορᾶται νεκρός, καὶ ἐν μνήματι καινῷ κατατίθεται, ὁ κενώσας τὰ μνημεῖα τῶν νεκρῶν.
Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ κατετέθης Χριστέ, καὶ θανάτῳ σου τὸν θάνατον ὤλεσας, καὶ ἐπήγασας τῷ κόσμῳ, τὴν ζωήν.
Μετὰ τῶν κακούργων, ὡς κακοῦργος Χριστέ, ἐλογίσθης δικαιῶν ἡμᾶς ἅπαντας, κακουργίας τοῦ ἀρχαίου πτερνιστοῦ.
Ὁ ὡραῖος κάλλει, παρὰ πάντας βροτούς, ὡς ἀνείδεος νεκρὸς καταφαίνεται, ὁ τὴν φύσιν ὠραΐσας τοῦ παντός.
ᾍδης πῶς ὑποίσει, Σῶτερ παρουσίαν τὴν σήν, καὶ μὴ θᾶττον συνθλασθείη σκοτούμενος, ἀστραπῆς φωτός σου αἴγλη ἐκτυφλωθείς;
Ἰησοῦ γλυκύ μοι, καὶ σωτήριον φῶς, τάφῳ πῶς ἐν σκοτεινῷ κατακέκρυψαι; ὢ ἀφάτου, καὶ ἀρρήτου ἀνοχῆς!
Ἀπορεῖ καὶ φύσις, νοερὰ καὶ πληθύς, ἡ ἀσώματος Χριστὲ τὸ μυστήριον, τῆς ἀφράστου καὶ ἀρρήτου σου ταφῇς.
Ἡ Ζωὴ θανάτῳ, θαῦμα! Πῶς ὁμιλεῖ; Πῶς θανάτῳ καταργεῖται ὁ θάνατος; ἐκ θανόντος πῶς πηγάζει δὲ ζωή;
Ὢ θαυμάτων ξένων! ὢ πραγμάτων καινῶν! Ὁ πνοῆς μοι χορηγὸς ἄπνους φέρεται, κηδευόμενος χερσὶ τοῦ Ἰωσήφ.
Καὶ ἐν ταφῶ ἔδυς, καὶ τῶν κόλπων, Χριστέ, τῶν πατρῴων οὐδαμῶς ἀπεφοίτησας· τοῦτο ξένον καὶ παράδοξον ὁμοῦ.
Ἀληθὴς καὶ πόλου, καὶ τῆς γῆς Βασιλεύς, εἰ καὶ τάφῳ σμικροτάτῳ συγκέκλεισαι, ἐπεγνώσθης πάσῃ κτίσει Ἰησοῦ.
Σοῦ τεθέντος τάφῳ, πλαστουργέτα Χριστέ, τὰ τοῦ ᾅδου ἐσαλεύθη θεμέλια, καὶ μνημεῖα ἠνεῴχθη τῶν βροτῶν.
Ὁ τὴν γῆν κατέχων, τῇ δρακὶ νεκρωθείς, σαρκικῶς ὑπὸ τῆς γῆς νῦν συνέχεται, τοὺς νεκροὺς λυτρῶν τῆς ᾅδου συνοχῆς.
Ἐκ φθορᾶς ἀνέβη, ἡ ζωή μου Σωτήρ, σοῦ θᾳνόντος καὶ νεκροῖς προσφοιτήσαντος, καὶ συνθλάσαντος τοῦ ᾅδου τοὺς μοχλούς.
Ὡς φωτὸς λυχνία, νῦν ἡ σὰρξ τοῦ Θεοῦ, ὑπὸ γῆν ὡς ὑπὸ μόδιον κρύπτεται, καὶ διώκει τὸν ἐν ᾅδῃ σκοτασμόν.
Νοερῶν συντρέχει, στρατιῶν ἡ πληθύς, Ἰωσὴφ καὶ Νικοδήμῳ συστεῖλαί σε, τὸν ἀχώρητον ἐν μνήματι σμικρῶ.
Νεκρωθεὶς βουλήσει, καὶ τεθεὶς ὑπὸ γῆν, ζωοβρύτα Ἰησοῦ μου ἐζώωσας, νεκρωθέντα παραβάσει με πικρᾷ.
Ἠλλοιοῦτο πᾶσα, κτίσις πάθει τῷ σῷ· πάντα γάρ σοι, Λόγε συνέπασχον, συνοχέα σε γινώσκοντα παντός.
Τῆς ζωῆς τὴν πέτραν ἐν κοιλίᾳ λαβών, ᾅδης ὁ παμφάγος ἐξήμεσεν, ἐξ αἰῶνος οὕς κατέπιε νεκρούς.
Ἐν καινῷ μνημείῳ, κατετέθης Χριστέ, καὶ τὴν φύσιν τῶν βροτῶν ἀνεκαίνισας, ἀναστὰς θεοπρεπῶς ἐκ τῶν νεκρῶν.
Ἐπὶ γῆς κατῆλθες, ἵνα σώσῃς Ἀδάμ· καὶ ἐν γῇ μὴ εὑρηκὼς τοῦτον Δέσποτα, μέχρις ᾅδου κατελήλυθας ζητῶν.
Συγκλονεῖται φόβῳ, πᾶσα Λόγε ἡ γῆ, καὶ φωσφόρος τὰς ἀκτῖνας ἀπέκρυψε, τοῦ μεγίστου γῇ κρυβέντος σου φωτός.
Ὡς βροτὸς μὲν θνῄσκεις, ἐκουσίως Σωτήρ, ὡς Θεὸς δὲ τοὺς θνητοὺς ἐξανέστησας, ἐκ μνημάτων καὶ βυθοῦ ἁμαρτιῶν.
Δακρυῤῥόους θρήνους, ἐπί σε ἡἉγνή, μητρικῶς ὦ Ἰησοῦ ἐπιῤῥαίνουσα, ἀνεβόα· πῶς κηδεύσω σε Υἱέ;
Ὥσπερ σίτου κόκκος, ὑποδὺς κόλπους γῆς, τὸν πολύχουν ἀποδέδωκας ἄσταχυν, ἀναστήσας τοὺς βροτοὺς τοὺς ἐξ, Ἀδάμ.
Ὑπὸ γῆν ἐκρύβης, ὥσπερ ἥλιος νῦν, καὶ νυκτὶ τῇ τοῦ θανάτου κεκάλυψαι· ἀλλ' ἀνάτειλον φαιδρότερον Σωτήρ.
Ὡς ἡλίου δίσκον, ἡ σελήνη Σωτήρ, ἀποκρύπτει, καί σε τάφος νῦν ἔκρυψεν, ἐκλιπόντα τοῦ θανάτου σαρκικῶς.
Ἡ ζωὴ θανάτου, γευσαμένη Χριστός, ἐκ θανάτου τοὺς βροτοὺς ἠλευθέρωσε, καὶ τοῖς πᾶσι νῦν δωρεῖται τὴν ζωήν.
Νεκρωθέντα πάλαι, τὸν Ἀδὰμ φθονερῶς, ἐπανάγεις πρὸς ζωὴν τῇ νεκρώσει σου, νέος Σῶτερ ἐν σαρκὶ φανεὶς Ἀδὰμ.
Νοεραί σε τάξεις, ἠπλωμένον νεκρόν, καθορῶσαι δι' ἡμᾶς ἐξεπλήττοντο, καλυπτόμεναι ταῖς πτέρυξι Σωτήρ.
Καθελών σε Λόγε, ἀπὸ ξύλου νεκρόν, ἐν μνημείῳ Ἰωσὴφ νῦν κατέθετο· ἀλλ' ἀνάστα σῴζων πάντας ὡς Θεός.
Τῶν Ἀγγέλων Σῶτερ, χαρμονὴ πεφυκώς, νῦν καὶ λύπης τούτοις γέγονας αἴτιος, καθορώμενος σαρκὶ ἄπνους νεκρός.
Ὑψωθεὶς ἐν ξύλῳ, καὶ τοὺς ζῶντας βροτούς, συνυψοῖς· ὑπὸ τὴν γῆν δὲ γενόμενος, τοὺς κειμένους δ' ὑπ' αὐτὴν ἐξανιστᾶς.
Ὥσπερ λέων Σῶτερ, ἀφυπνώσας σαρκί, ὡς τις σκύμνος ὁ νεκρὸς ἐξανίστασαι, ἀποθέμενος τὸ γῆρας τῆς σαρκός.
Τὴν πλευρὰν ἐνύγης, ὁ πλευρὰν εἰληφὼς, τοῦ Ἀδὰμ ἐξ ἧς τὴν Εὔαν διέπλασας, καὶ ἐξέβλυσας κρουνοὺς καθαρτικούς.
Ἐν κρυπτῷ μὲν πάλαι, θύεται ὁ ἀμνός· σὺ δ' ὑπαίθριος τυθείς, ἀνεξίκακε, πᾶσαν κτίσιν ἀπεκάθηρας Σωτήρ.
Τὶς ἐξείποι τρόπον, φρικτὸν ὄντως καινόν; ὁ δεσπόζων γὰρ τῆς Κτίσεως σήμερον, πάθος δέχεται, καὶ θνῄσκει δι' ἡμᾶς.
Ὁ ζωῆς ταμίας, πῶς ὁρᾶται νεκρός; ἐκπληττόμενοι οἱ Ἄγγελοι ἔκραζον· πως δ' ἐν μνήματι συγκλείεται Θεός;
Λογχονύκτου Σῶτερ, ἐκ πλευρᾶς σου ζωήν, τῇ ζωῇ τῇ ἐκ ζωῆς ἐξωσάσῃ με, ἐπιστάζεις καὶ ζωοῖς με σὺν αὐτῇ.
Ἁπλωθεὶς ἐν ξύλῳ, συνηγάγω βροτούς· τὴν πλευράν σου δὲ νυγεὶς τὴν ζωήῤῥητον, πᾶσιν ἄφεσιν πηγάζεις Ἰησοῦ.
Ὁ εὐσχήμων Σῶτερ, σχηματίζει φρικτῶς, καὶ κηδεύει ὡς νεκρὸν εὐσχημόνως σε, καὶ θαμβεῖται σου τὸ σχῆμα τὸ φρικτόν.
Ὑπὸ γῆν βουλήσει, κατελθὼν ὡς θνητός, ἐπανάγεις ἀπὸ γῆς πρὸς οὐράνια, τοὺς ἐκεῖθεν πεπτωκότας Ἰησοῦ.
Κἄν νεκρὸς ὡράθης, ἀλλὰ ζῶν ὡς Θεός, ἐπανάγεις ἀπὸ γῆς πρὸς οὐράνια, τοὺς ἐκεῖθεν πεπτωκότας Ἰησοῦ.
Κἄν νεκρὸς ὡράθης, ἀλλὰ ζῶν ὡς Θεός, νεκρωθέντας τοὺς βροτοὺς ἀνεζώωσας, τὸν ἐμὸν ἀπονεκρώσας νεκρωτήν.
Ὢ χαρᾶς ἐκείνης! ὢ πολλῆς ἡδονῆς! ἧσπερ τοὺς ἐν ᾅδῃ πεπλήρωκας, ἐν πυθμέσι φῶς ἀστράψας ζοφεροῖς.
Προσκυνῶ τὸ Πάθος, ἀνυμνῶ τὴν Ταφήν, μεγαλύνω σου τὸ κράτος Φιλάνθρωπε, δι' ὧν λέλυμαι παθῶν φθοροποιῶν.
Κατά σου ῥομφαῖα, ἐστιλβοῦτο Χριστέ, καὶ ῥομφαῖα ἰσχυροῦ μὲν ἀμβλύνεται, καὶ ῥομφαῖα δὲ τροποῦται τῆς Ἐδέμ.
Ἡ Ἀμνὰς τὸν Ἄρνα, βλέπουσα ἐν σφαγῇ, ταῖς αἰκίσι βαλλομένη ἠλάλαζε, συγκινοῦσα καὶ τὸ ποίμνιον βοᾶν.
Κἄν ἐνθάπτη τάφῳ, κἄν εἰς Ἅδου μολῇς, ἀλλὰ Σῶτερ καὶ τοὺς τάφους ἐκένωσας, καὶ τὸν ᾅδην ἀπεγύμνωσας, Χριστέ.
Ἐκουσίως Σῶτερ, κατελθὼν ὑπὸ γῆν, νεκρωθέντας τοὺς βροτοὺς ἀνεζώωσας, καὶ ἀνήγαγες ἐν δόξῃ πατρικῇ.
Τῆς Τριάδος ὁ εἷς, ἐν σαρκὶ δι' ἡμᾶς, ἐπονείδιστον ὑπέμεινε θάνατον· φρίττει ἥλιος, καὶ τρέμει δὲ ἡ γῆ.
Ὡς πικρᾶς ἐκ κρήνης, τῆς Ἰούδα φυλῆς, οἱ ἀπόγονοι ἐν λάκκῳ κατέθεντο, τὸν τροφέα μανναδότην Ἰησοῦν.
Ὁ Κριτὴς ὡς κριτὸς, πρὸ Πιλάτου κριτοῦ, καὶ παρίστατο καὶ θάνατον ἄδικον, κατεκρίθη διὰ ξύλου σταυρικοῦ.
Ἀλαζὼν Ἰσραήλ, μιαιφόνε λαέ, τι παθὼν τὸν Βαραββὰν ἠλευθέρωσας; τὸν Σωτῆρα δὲ παρέδωκας Σταυρῷ;
Ὁ χειρί σου πλάσας, τὸν Ἀδὰμ ἐκ τῆς γῆς, δι' αὐτὸν τῇ φύσει γέγονας ἄνθρωπος, καὶ ἐσταύρωσαι βουλήματι τῷ σῷ.
Ὑπακούσας Λόγε, τῷ ἰδίῳ Πατρί, μέχρις ᾅδου τοῦ δεινοῦ καταβέβηκας, καὶ ἀνέστησας τὸ γένος τῶν βροτῶν.
Οἴμοι φῶς τοῦ Κόσμου! οἴμοι φῶς τὸ ἐμόν! Ἰησοῦ μου ποθεινότατε ἔκραζεν, ἡ Παρθένος θρηνῳδοῦσα γοερῶς.
Φθονουργέ, φονουργέ, καὶ ἀλάστορ λαέ, κἄν σινδόνας καὶ αὐτὸ τὸ σουδάριον, αἰσχύνθητι, ἀναστάντος τοῦ Χριστοῦ.
Δεῦρο δὴ μιαρέ, φονευτὰ μαθητά, καὶ τὸν τρόπον τῆς κακίας σου δεῖξόν μοι, δι' ὃν γέγονας προδότης τοῦ Χριστοῦ.
Ὡς φιλάνθρωπός τις, ὑποκρίνῃ μωρὲ καὶ τυφλὲ πανωλεθρότατε ἄσπονδε, ὁ τὸ μύρον πεπρακὼς διὰ τιμῆς.
Οὐρανίου μύρου, ποίαν ἔσχες τιμήν; τοῦ τιμίου τι ἐδέξω ἀντάξιον; λύσσαν εὗρες καταρώτατε σατάν.
Εἰ φιλόπτωχος εἶ, καὶ τὸ μύρον λυπῇ, κενουμένου εἰς ψυχῆς ἱλαστήριον, πῶς χρυσῷ ἀπεμπολεῖς τὸν Φωταυγῆ;
Ὦ Θεὲ καὶ Λόγε, ὢ χαρὰ ἡ ἐμή, πῶς ἐνέγκω σου ταφὴν τὴν τριήμερον νῦν σπαράττομαι τὰ σπλάγχνα μητρικῶς.
Τίς μοι δώσει ὕδωρ, καὶ δακρύων πηγάς, ἡ Θεόνυμφος Παρθένος ἐκραύγαζεν, ἵνα κλαύσω τὸν γλυκύν μου Ἰησοῦν;
Ὦ βουνοὶ καὶ νάπαι, καὶ ἀνθρώπων πληθύς, κλαύσατε καὶ πάντα θρηνήσατε, σὺν ἐμοὶ τῇ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν Μητρί.
Πότε ἴδω Σῶτέρ, σε τὸ ἄχρονον φῶς, τὴν χαρὰν καὶ ἡδονὴν τῆς καρδίας μου; ἡ Παρθένος ἀνεβόα γοερῶς.
Κἄν ὡς πέτρα Σῶτερ, ἡ ἀκρότομος σὺ, κατεδέξω τὴν τομήν, ἀλλ' ἐπήγασας, ζῶν τὸ ῥεῖθρον ὡς πηγὴ ὤν τῆς ζωῆς.
Ὡς ἐκ κρήνης μιᾶς, τὸν διπλοῦν ποταμόν, τῆς πλευρᾶς σου προχεούσης ἀρδόμενοι, τὴν ἀθάνατον καρπούμεθα ζωήν.
Θέλων ὤφθης Λόγε, ἐν τῷ τάφῳ νεκρός, ἀλλὰ ζῇς, καὶ τοὺς βροτοὺς ὡς προείρηκας, ἀναστάσει σου Σωτήρ μου ἐγερεῖς.
Δόξα...
Ἀνυμνοῦμεν Λόγε σε τὸν πάντων Θεόν, σὺν Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ σου Πνεύματι, καὶ δοξάζομεν τὴν θείαν σου Ταφήν.
Καὶ νῦν...
Μακαρίζομέν σε, Θεοτόκε ἁγνή, καὶ τιμῶμεν τὴν Ταφὴν τὴν τριήμερον, τοῦ Υἱοῦ σου καὶ Θεοῦ ἡμῶν πιστῶς.

Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ, κατετέθης Χριστέ, καὶ Ἀγγέλων στρατιαὶ ἐξεπλήττοντο, συγκατάβασιν δοξάζουσαι τὴν σήν.

Κυριακή, 1 Απριλίου 2018

Κυριακή των Βαΐων (θρησκευτική και λαογραφική προσέγγιση)



Την Κυριακή των Βαίων ο λαός μας τη γιορτάζει με ιδιαίτερη λαμπρότητα. Σύμφωνα με το χριστιανικό εορτολόγιο καθιερώθηκε να ονομάζεται Κυριακή των Βαΐων, ή Κυριακή του Λαζάρου, ή Κυριακή Βαϊοφόρος, η προηγούμενη Κυριακή της εορτής της Ανάστασης.
Από την Κυριακή των Βαΐων αρχίζει ουσιαστικά η λεγόμενη Μεγάλη Εβδομάδα ή Εβδομάδα των Παθών. Κατά την ημέρα αυτή εορτάζεται η ανάμνηση της θριαμβικής εισόδου του Ιησού Χριστού στα Ιεροσόλυμα όπου, κατά τους συγγραφείς των Ιερών Ευαγγελίων, οι Ιουδαίοι τον υποδέχθηκαν κρατώντας βάια ή βάγια (κλάδους φοινίκων) και απλώνοντας στο έδαφος τα φορέματά τους ζητωκραύγαζαν «Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου».

Κατά τους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού η εορτή της ανάμνησης αυτής τελούταν μαζί με την ανάσταση του Λαζάρου. Αργότερα η δεύτερη, η ανάσταση του Λαζάρου, μετατέθηκε κατά μία ημέρα πριν, το λεγόμενο Σάββατο του Λαζάρου.

Σήμερα η Κυριακή αυτή, τόσο στην Ανατολική όσο και στη Δυτική Εκκλησία, θεωρείται ως η αρχή των Αγίων Παθών. Αρχικά, η κατάλυση ψαριών, λαδιού και κρασιού την ημέρα αυτή, θεωρήθηκαν ασυμβίβαστα προς την ιερότητα της Μεγάλης Εβδομάδας και της ακολουθούμενης νηστείας, (Μεγάλη Τεσσαρακοστή). Όμως, όλα αυτά για το χαρμόσυνο χαρακτήρα της ημέρας προσαρμόστηκαν ανάλογα.
Η παραπάνω ανάμνηση τιμάται ιδιαίτερα με εξέχουσα υμνολογία και μεγαλοπρεπή λειτουργία, στο τέλος της οποίας διανέμονται βάγια που έχουν προηγουμένως ευλογηθεί κατά την ακολουθία του όρθρου.
Σημειώνεται ότι στις πρώτες εκκλησίες, εορταζόταν η μνήμη αυτή με αναπαράσταση του γεγονότος.


Ιεροσόλυμα

Συγκεκριμένα στους Αγίους Τόπους κατά τον 4ο αιώνα, ο επίσκοπος ξεκινώντας με πομπή από το Όρος των Ελαιώνεισερχόταν στα Ιεροσόλυμα επί «πώλου όνου» περιστοιχιζόμενος από τον κλήρο, ενώ οι πιστοί προπορευόταν κρατώντας κλάδους φοινίκων.


Βυζάντιο

Στους δε Βυζαντινούς χρόνους τελούνταν ο λεγόμενος «περίπατος του Αυτοκράτορα». Η πομπή ξεκινούσε από τα ανάκτορα και ο αυτοκράτορας συμμετείχε ο αυτοκράτορας κρατώντας την εικόνα του Χριστού, πλαισιωμένος από το ιερατείο. Η πομπή κατέληγε στην Αγιά Σοφιά. Της αυτοκρατορικής αυτής πομπής προηγούνταν ο λαμπαδάριος ο οποίος έψελνε «Εξέλθατε έθνη και θεάσασθε σήμερον τον βασιλέα των ουρανών…».
Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Βαλσαμώνα στο τέλος της εορτής αυτής ο μεν Αυτοκράτορας διένειμε ιδιόχειρα βάγια και σταυρούς, ο δε Πατριάρχης κεριά για την Μεγάλη Εβδομάδα.


Ρωσία - Μόσχα

Το βυζαντινό αυτό έθιμο παρέλαβαν και τηρούσαν με ευλάβεια και οι Τσάροι της Ρωσίας τους οποίους ακολουθούσε ο κλήρος ξεκινώντας από το Κρεμλίνο και καταλήγοντας στο Μητροπολιτικό Ναό.
Από wikipedia. Κυριακή των Βαΐων στη Μόσχα με συμμετοχή του Τσάρου Αλέξανδρου Β'. (πίνακας του V. Greg. Schwarz, 1865).


Ελλάδα

Στην Ελλάδα αντ΄ αυτών διατηρείται μόνο η διανομή των βαγιών από τους ιερουργούς των εκκλησιών.
Κατά το Μεσαίωνα στη Δυτική Εκκλησία υπήρξε ένα περίεργο έθιμο όπου μέσα στην εκκλησία περιαγόταν όνος επί του οποίου φερόταν ομοίωμα του Χριστού.


Η Νηστεία της ημέρας

Αναφορικά με τη νηστεία της ημέρας αυτής, υπάρχει μια διαφοροποίηση στο ζήτημα του αν καταλύεται ψάρι ή όχι. Η γνώμη του Θεόδωρου του Στουδίτη είναι ότι την Κυριακή των Βαΐων «τρώγεται ψάρι», επειδή θεωρείται Δεσποτική εορτή. Για τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη μόνο μία ημέρα της Μεγάλης Σαρακοστής τρώγεται ψάρι δηλαδή, την ημέρα του Ευαγγελισμού. Είναι χαρακτηριστική η θέση των Aποστολικών εντολών όταν λένε: «Μετά από αυτές (δηλαδή τις εορτές των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων), να τηρείται τη νηστεία της Τεσσαρακοστής, η οποία περιλαμβάνει ανάμνηση της ζωής του Κυρίου και της νομοθεσίας. Να κρατιέται αυτή η νηστεία πριν από το Πάσχα, αρχίζοντας από τη Δευτέρα και συμπληρούμενη την Παρασκευή. Μετά από αυτές αφού σταματήσετε τη νηστεία, να αρχίζετε την Αγία εβδομάδα του Πάσχα, νηστεύοντες κατ΄αυτήν όλοι με φόβο...» Είναι ενδεικτικοί οι όροι ΄΄αφού σταματήσετε τη νηστεία΄΄ και ΄΄να αρχίζετε΄΄, οι οποίες δείχνουν ότι μια νηστεία τελειώνει και μία άλλη αρχίζει. Αυτή που τελειώνει είναι η νηστεία της Μεγάλης Σαρακοστής και αυτή που αρχίζει είναι η νηστεία της Μεγάλης Εβδομάδας. άρα η εορτή αυτή βρίσκεται ανεξάρτητα ανάμεσα σε δύο νηστείες. Η θέση της λοιπόν δίνει το δικαίωμα να ομιλούν περί καταλύσεως κατ΄αυτήν την ημέρα ψαριού ή ακόμα και αυγού.


Υμνολογία

Η Ελληνορθόδοξη Χριστιανική Υμνολογία, ειδικά για την Κυριακή των Βαΐων, περιλαμβάνει τρία θριαμβικά αναστάσιμα απολυτίκια και ένα κοντάκιο της ημέρας.1ο

Απολυτίκιο Α¨ (Ήχος α΄)

Την κοινήν ανάστασιν προ του σου πάθους πιστούμενος,
εκ νεκρών ήγειρας τον Λάζαρον, Χριστέ ο Θεός
όθεν και ημείς ως οι παίδες, τα της νίκης σύμβολα φέροντες,
σοι τω νικητή του θανάτου βοώμεν. Ωσαννά εν τοις υψίστοις,
ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου

Απολυτίκιο Β΄ (Ήχος δ΄)

Συσταφέντες σοι δια του βαπτίσματος, Χριστέ ο Θεός ημών
της αθανάτου ζωής ηξιώθημεν τη Αναστάσει σου
και ανυμνούντες κράζομεν: Ωσαννά εν τοις υψίστοις,
ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.

Απολυτίκιο Γ΄ (Ήχος πλάγιος του Β΄)

Μετά κλάδων υμνήσαντες πρότερον
μετά ξύλων συνέλαβον ύστερον
οι αγνώμονες Χριστόν, Ιουδαίοι τον Θεόν.
Ημείς δε πίστει αμεταθέτω,
αεί τιμώντες ως ευεργέτην,
δια παντός βοήσωμεν αυτώ.
Ευλογημένος ει ο ερχόμενος
τον Αδάμ ανακαλέσασθαι.

Κοντάκιο (αυτόμελο)*, (Ήχος πλάγιος του Β΄)
Τω θρόνω εν ουρανώ,
τω πώλω επί της γης
εποχούμενος Χριστέ ο Θεός.
Των αγγέλων την αίνεσιν
και των παίδων ανύμνησιν
προσεδέξω βοώντος σοι,
Ευλογημένος ει ο ερχόμενος,
τον Αδάμ ανακαλέσασθαι.

(*)αυτόμελο = ψάλλεται με δική του μουσικότητα, κατ΄ ίδιο μέλος)



Η Κυριακή των Βαΐων στην πραγματικότητα δεν συναριθμείται στη Μεγάλη Εβδομάδα, δεδομένου ότι κατά τον Χριστιανισμό πρώτη ημέρα της Εβδομάδας είναι η Δευτέρα. Καθιερώθηκε όμως να συναριθμείται λατρευτικά, από το γεγονός ότι στις ορθόδοξες εκκλησίες, κατά τον εσπερινό της Κυριακής αυτής, τελείται η ακολουθία του Νυμφίου, αν και ανάγεται στον όρθρο της Μεγάλης Δευτέρας.


Θράκη - Βαγιοχτυπήματα


Την Κυριακή των Βαΐων στη Θράκη όπως και σε άλλα μέρη της πατρίδας μας συνηθίζονται τα «βαγιοχτυπήματα». Οι γυναίκες χτυπούν με βάγια τις έγκυες για να λευτερωθούν πιο εύκολα . Ο λαός αποδίδει γονιμοποιό δύναμη στα βάγια. Επίσης σε άλλα χωριά της Θράκης τα κορίτσια έκαναν στεφάνια από βάγια, που τους έδινε ο παπάς στην εκκλησία, και τα έριχναν στο ρέμα. Όποιας το στεφάνι έφτανε πρώτο στη ρεματιά φίλευε τις υπόλοιπες στο σπίτι της και διασκέδαζαν με χορό και τραγούδια.


Τήνος - την Κυριακή των Βαίων

Στην Τήνο, τα παιδιά τριγύριζαν στους δρόμους κρατώντας μαζί με το στεφάνι τους την «αργινάρα», μια ξύλινη ή και σιδερένια ροκάνα που τη στριφογύριζαν με δύναμη. Όταν έφταναν στη θάλασσα πετούσαν στο στεφάνι στο νερό.


Λέσβος - Κυριακή των Βαίων

Την Κυριακή των Βαΐων , στη Λέσβο τα παιδιά, μετά την εκκλησία, στόλιζαν ένα δεμάτι από κλαδιά δάφνης με κόκκινα ή πράσινα κομματάκια από ύφασμα, κρεμούσαν κι ένα κουδούνι και καθώς πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι ψάλλοντας και λέγοντας εξορκισμούς για τους ψύλλους και τα ποντίκια, έδιναν και ένα κλαράκι δάφνης στη νοικοκυρά, η οποία τα κερνούσε κάτι.

πηγή: laografika.gr
ΑΠΟ ΕΔΩ

Δευτέρα, 12 Φεβρουαρίου 2018

«Γιά τίς ψυχές...»


…Τη θυμάμαι ν’ ανάβει το κερί και το θυμιατό, να βράζει στάρι και να ξεφλουδίζει ρόδια κι αμύγδαλα. Έπειτα ετοίμαζε το πιάτο και το ακουμπούσε κεντρικά στο τραπέζι.
«Είναι για τις ψυχές», μας έλεγε.
Τίποτε το μακάβριο σ’ όλα αυτά αλλά αόριστη μια γλύκα που έδενε με τον δριμύ αέρα της πιο ανυπόμονης άνοιξης και μ’ έναν ήλιο - βασιλιά που βασίλευε χωρίς να πάψει ούτε στιγμή να βασιλεύει.
Ποιες ήταν οι ψυχές; Πού ήταν; Δεν ξέραμε. Απλώς τη χαζεύαμε που θυμιάτιζε τις κρεμασμένες φωτογραφίες στο σαλόνι. Είχαμε, βλέπεις, έτσι την ευκαιρία να τρυπώνουμε σ’ αυτό το διαρκώς κλειστό και κρύο δωμάτιο που το λειτουργούσαμε μόνο στις γιορτές. Εξ’ ου και το μεταφορικό του όνομα «Σιβηρία».
Έπειτα, σαν να γαλήνευε, καθόταν να μπαλώσει ένα ρούχο ή να σιδερώσει, ενώ το πρόσωπό της χαραζόταν από μια ακτίδα του ήλιου. Ο φεγγίτης ήταν ακριβώς από πάνω της. Κι εμείς χαζεύαμε τις άπειρες σκόνες που χόρευαν και στροβιλίζονταν μέσα στο πεδίο του φωτός.
Να ’ταν αυτές οι ψυχές; Και να ’ρχονταν έτσι πρόθυμα σαν αστραφτερά τίποτε, απλώς για να της στεφανώσουν το κεφάλι; Ο πατέρας της, η μητέρα της, τ’ αδέλφια της, οι φίλοι της που δεν ζούσαν, αλλά που υπήρχαν στην καθημερινή της ομιλία σαν παραμύθι, σαν παρηγορία. Αβίαστα, λες και τους μιλούσε. Σαν να ήταν μόλις χθες η αναχώρησή τους…

Παρασκευή, 5 Ιανουαρίου 2018

ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ή ΑΪ ΒΑΣΙΛΗΣ;

Ὑπάρχουν κοινά σημεία μεταξύ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καί τοῦ Ἁι Βασίλη;
Δέν ἔχουν καμία σχέση. Καταρχήν ὁ Μέγας Βασίλειος εἶναι ὑπαρκτό πρόσωπο,  ἑνας ἄνθρωπος πού γεννήθηκε, ἔζησε μεταξύ ἄλλων, ἀγωνίστηκε τόν ἀγώνα τόν καλό καί στό τέλος ἁγίασε! Ἦταν ἄγαμος, ἔγινε μοναχός, διάκονος, ἱερέας καί ἀργότερα ἐπίσκοπος.


Ἐνώ μιλώντας γιά τόν Ἁι Βασίλη ἀναφερόμαστε σέ ἕνα μή ὑπαρκτό, μυθικό πρόσωπο, πού δημιούργησε ἡ φαντασία κάποιων στά πλαίσια τῆς παγκοσμιοποίησης. Λέγεται μάλιστα πώς ὑπῆρξε παντρεμένος. Στή συνέχεια, ὁ Ἁι Βασίλης παρουσιάζεται χοντρούλης, ροδομάγουλος (σημάδια καλοπέρασης καί
αὐτάρκειας), μέ ἄσπρα μαλλιά καί γενειάδα, ντυμένος στά κόκκινα, συνεχῶς  γελαστός καί χαρούμενος. Στήν πραγματικότητα ὁ Μέγας Βασίλειος ὑπῆρξε αὐστηρός ἀσκητής, πολύ ψηλός καί πολύ ἀδύνατος, μέ μαῦρα μαλλιά καί μακριά  γενειάδα (ἀφοῦ ἐξαιτίας τῆς ἀσθένειάς του ἀπεβίωσε σἐ ἡλικία 49 ἐτῶν).

Ἀκόμη ὁ Ἁϊ Βασίλης ἐμφανίζεται συνέχεια κουβαλώντας στήν πλάτη του ἕνα τεράστιο τσουβάλι γεμάτο μέ δῶρα, (πράγμα πού συμφωνεί μέ τήν ὑπερκατανάλωση καί τή  ματαιοδοξία, πού κυριαρχεί σ’ αὐτό τόν κόσμο), πού προορίζονται μόνο γιά τά παιδιά  πού ὑπῆρξαν καλά μέσα στό χρόνο. Ἐνῶ ὁ Μέγας Βασίλειος δέν περιορίζεται σέ  κάποια συγκεκριμένη ἡλικία καί πρόσωπα, βοηθάει ὅσους ἔχουν ἀνάγκη χωρίς νά  κάνει ἐξαιρέσεις. Δέν κυκλοφορεῖ μέ κανένα σακί, οὔτε κοφίνι στήν πλάτη καί τά δῶρα του δέν εἶναι μόνο ὑλικά, ἀλλά καί πνευματικά. Καθημερινά κηρύττει τό  Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ καί ἔχει ἀφήσει σέ μᾶς μιά τεράστια παρακαταθήκη μέ  λόγους του, συγγράμματα καί βιβλία.
ΠΗΓΗ

  Ο ελληνικός, λοιπόν, Άγιος Βασίλης, όπως αναφέρει ο καθηγητής λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών κ. Μηνάς Αλεξιαδής, είναι «κάτι ανάμεσα στον Μέγα Βασίλειο της Καισαρείας, έναν από τους τρεις ιεράρχες και σε ένα πρόσωπο-σύμβολο του Ελληνισμού, που έφευγε από τα βάθη της Ασίας και έφτανε παντού: από τον Πόντο μέχρι την Πελοπόννησο και από την Μακεδονία μέχρι τον Κύπρο. Ο δικός μας Άγιος Βασίλης είναι πεζοπόρος, κρατά στα χέρια του ένα ραβδί, συζητά με όλους τους ανθρώπους στο δρόμο και εύχεται καλοτυχία και καλή χρονιά στον κόσμο. Δεν έχει σάκο, ούτε κοφίνι. Δε φέρνει δώρα, αλλά την καλοχρονιά… Η 1η Ιανουαρίου ήταν η μέρα θανάτου του Μεγάλου Βασιλείου και έτσι η ελληνική παράδοση θεώρησε ότι ο Άγιος Βασίλης είναι εκείνος που φέρνει καλοτυχία και ευλογεί τη χρονιά…».
            Ο ελληνικός λοιπόν Άγιος Βασίλης ακολουθεί τα χριστιανικά πρότυπα και ιδεώδη. Ψιλόλιγνος, ασκητής, πεζοπόρος χωρίς ιδιαίτερες προσωπικές ανάγκες γυρνάει όλο τον κόσμο (προσοχή: εκεί που θεωρείται ότι υπάρχει ελληνοχριστιανικό στοιχείο!) και μοιράζει ευχές. Οι υπόλοιποι δεν έχουν ανάγκη από καλοτυχία. Παρουσιάζεται έτσι ως ένα ακόμα σύμβολο της ορθόδοξης εκκλησίας για να συντηρήσει τη διαχρονικότητα και τη συνέχεια του ελληνικού στοιχείου από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, στην περιοχή της πάλαι ποτέ βυζαντινής αυτοκρατορίας. 
Ο Άγιος Βασίλης αποτελεί ουσιαστικά σύμβολο της λιτότητας και της ασκητικής ζωής. Δίνοντας μόνο την ευχή του αποτρέπει κάθε επιθυμία ή/και απαίτηση των πιστών προς την απόκτηση του ευζείν.
 Αντίθετα, ο δυτικός κόσμος γνωρίζει έναν Άγιο Βασίλη, η εικόνα του οποίου είναι ο συνασπισμός μύθων και παραδόσεων ολόκληρης της Ευρώπης. Έναν Άγιο Βασίλη, που έχει υπερκεράσει και τον ορθόδοξο ανταγωνιστή του. Για τους προτεστάντες της Βόρειας και Κεντρικής Γερμανίας είναι ο «Weihnachtsmann», ο «άνθρωπος των Χριστουγέννων», ενώ για τους Άγγλους είναι ο «πατέρας των Χριστουγέννων» (father Christmas).
            Ο συμπαθής γενειοφόρος κύριος με το έλκηθρο προέρχεται από τον Άγιο Νικόλαο. Για τους καθολικούς, ο Άγιος Νικόλαος είναι ο Santa Claus. Ή, διαφορετικά, Sinterklaas, στα ολλανδικά. Οι Ολλανδοί μετανάστες ήταν άλλωστε αυτοί που εξήγαγαν τη λέξη στην Αμερική τον 17ο αιώνα, όπου οι αγγλόφωνοι πληθυσμοί την υιοθέτησαν ως Santa Claus. Ο Άγιος Νικόλαος γεννήθηκε στην Μικρά Ασία τον 3ο αιώνα μ.Χ. Είναι ο προστάτης των παιδιών και των ανθρώπων της θάλασσας. Κατά το 19ο αιώνα, ο Άγιος Νικόλαος θεωρήθηκε σε ολόκληρη περίπου την Ευρώπη το Christkindlein (το παιδί του Χριστού), ο οποίος παρέδιδε κρυφά παιχνίδια στα παιδιά.
  
Η πρώτη καταγραφή του ολλανδικού μύθου έγινε το 1809 από τον συγγραφέα Ουάσιγκτον Ίρβινγκ, ο οποίος – στο βιβλίο του «A history of New York» – περιέγραψε την άφιξη ενός αγίου πάνω σε άλογο, την παραμονή της γιορτής του Αγίου Νικολάου.  Το 1812, ο Ίρβινγκ αναθεώρησε το βιβλίο του και ο Άγιος Νικόλαος εμφανίζεται μέσα σε ένα βαγόνι, το οποίο μπορεί και πετάει πάνω από τα δέντρα. Λίγο αργότερα, το 1823, ο ιερέας Κλέμεντ Κλαρκ Μουρ, έγραψε ένα παιδικό ποίημα σε εφημερίδα της Νέας Υόρκης. Εκεί περιέγραφε τον Άγιο Νικόλαο σαν καλικάντζαρο που έμπαινε στα σπίτια από την καμινάδα και ταξίδευε με ιπτάμενο έλκηθρο που το έσερναν οχτώ τάρανδοι: Ντάσερ, Ντάνσερ, Μπράνσερ, Βίξεν, Κόμετ, Κιούμπιντ, Ντόντερ και Μπλίτσεν.
            Η έμπνευση όμως του Αμερικανού εικονογράφου Τόμας Ναστ υπήρξε καθοριστική για την μετέπειτα πορεία του Santa Claus. Εκείνος ήταν που ζωγράφισε τον Santa Claus για το «Harper’s magazine» το 1863 και συνέχισε να το ζωγραφίζει μέχρι τα 1890. Κάποια στιγμή μέσα στη δεκαετία του 1860 ο πρόεδρος των ΗΠΑ Αβραάμ Λίνκολιν του ζήτησε να φτιάξει μία προπαγανδιστική εικόνα του Santa Claus με κάποιους στρατιώτες του. Ήταν από τις πρώτες προσπάθειες άσκησης ψυχολογικού πολέμου στους αντιπάλους. Ο Ναστ στη συνέχεια, προσέθεσε και άλλες λεπτομέρειες, όπως ότι το εργαστήρι του Santa βρίσκεται στον Βόρειο Πόλο. Ο επίσημος όμως σχεδιαστής του Άγιου Βασίλη, που καθιέρωσε η Κόκα Κόλα και όλοι αυτόν γνωρίζουμε, είναι ο Huddon Sundblom.
            Το υποτιθέμενο, επίσημο χωριό του Santa Claus είναι το Κορβατουντούρι (Korvatunturi) και βρίσκεται μόλις οκτώ χιλιόμετρα βόρεια του Ροβανιέμι της Λαπωνίας, στον Αρκτικό Κύκλο. Κορβατουντούρι σημαίνει «το ύψωμα του αυτιού» (Ear Fell). Επειδή λοιπόν, η περιοχή είχε κάπως το σχήμα του αυτιού, θεωρήθηκε ότι ο Άγιος Βασίλης ζούσε εκεί και «άκουγε» τις επιθυμίες των παιδιών.
 Ωστόσο, το Ροβανιέμι θεωρείται πατρίδα του Αϊ-Βασίλη μόλις από τα τέλη του 19ου αιώνα. Καθώς οι θρύλοι γύρω από το πρόσωπο του Santa Claus πλήθαιναν, όλοι ήθελαν να μάθουν πού μένει. Κι επειδή γκρι τάρανδοι ήταν δύσκολο να υπάρξουν στον Βόρειο Πόλο, οι εφημερίδες το 1927 αποκάλυψαν ότι ο Αϊ-Βασίλης μένει στη φινλανδική Λαπωνία. Ο γκρι τάρανδος είναι, άλλωστε, το εθνικό ζώο της Λαπωνίας. Το μυστικό αποκαλύφθηκε σε εκπομπή του φινλανδικού ραδιοφώνου του 1927: ο Santa Claus μένει στο Κορβατουντούρι.
            Τα υπόλοιπα τα ανέλαβαν οι εφημερίδες που αναπαρήγαγαν τον μύθο, ενώ η Κόκα Κόλα με τη γνωστή διαφήμιση έβαλε την τελευταία πινελιά: η εικόνα του Santa Claus με την κόκκινη στολή και τη λευκή γενειάδα είναι κατασκευή της Κόκα Κόλα. 

Σάββατο, 23 Δεκεμβρίου 2017

Περιμένοντας τά Χριστούγεννα .

Περιμένοντας τα Χριστούγεννα στα παιδικά μου χρόνια!

Σαν τώρα θυμάμαι την μάνα να ετοιμάζει τα γλυκά των ημερών και να ελέγχει αν όλα ήταν έτοιμα για να γιορτάσουμε τα Χριστούγεννα.Έφτανε πια η προπαραμονή το βράδυ και ξεκινούσε η διαδικασία για το Χριστόψωμο, τη «βλάχα» για μένα και 2 σταυρούς για τα αδέρφια μου.
Η ξυλόσομπα ήταν από ώρα αναμμένη και μας έδινε μια λυτρωτική ζέστη. Έβγαιναν τα υλικά
(αλεύρι,σταφίδες,καρύδια,κανέλα, γαρύφαλλο και λάδι) και με μια μοναδική, για μένα, μαεστρία, η μάνα έφτιαχνε τη ζύμη. 

Θυμάμαι πόσο ξετρελαινόμουν να διακοσμώ το ψωμί (να κάνω με τη ζύμη το σχήμα του σταυρού), τη «βλάχα» (να της βάζω για μάτια σταφίδες και για στόμα γαρύφαλλα) και τους σταυρούς (να τους βάζω στις άκρες καρύδια).
21DSCN3621
Κοιτούσα τη μάνα με κρυφό θαυμασμό για όλα αυτά τα καλούδια που τόσο αγόγγυστα μας έφτιαχνε! Στο βάθος, στο σαλόνι, το δέντρο μας, φορτωμένο με πολύχρωμες μπάλες και με φωτάκια, να κάνουν ένα ατελείωτο παιχνίδι με τις σκιές τους. Κάθε μπάλα και μια ευχή για το καλύτερο δώρο του Άη-Βασίλη.
Έφτανε επιτέλους η παραμονή το βράδυ και ετοιμάζαμε το δείπνο, το οποίο ήταν φρούτα και ξηροί καρποί και…το ροΐ με το λάδι και ένα μπουκάλι κρασί.Τα έπαιρνε ο πατέρας και έριχνε λίγο από το καθένα στη ξυλόσομπα κάνοντας ευχές για υγεία και ευτυχία σε μας και όλους τους συγγενείς. 
Μετά το τέλος αυτής της τελετής σταύρωνε και χάραζε το Χριστόψωμο και το τοποθετούσαμε πάνω από το λάδι και το κρασί. Τότε το πιάναμε όλοι μαζί και ο καθένας έπαιρνε το κομμάτι του.

Όλοι μαζί σαν μια γροθιά μοιραζόμασταν το ψωμί του Χριστού! Πόσο πολύτιμη μου είναι αυτή η ανάμνηση! Κάποτε ήμασταν ευτυχισμένοι με τόσα λίγα και τώρα….θέλουμε…ζητάμε….έχουμε …και πάλι από την αρχή…! Και βέβαια ξέχασα να σας πω ότι το δείπνο ήταν τόσο λιτό γιατί…..νηστεύαμε!

Πόσο πολύ ευχαριστώ τους γονείς μου για τις πολύτιμες αναμνήσεις και αξίες που μου έχουν δώσει.
Πήρα πολλά και έτσι έχω τη δύναμη να δώσω ακόμη περισσότερα στα δικά μου παιδιά.
Καλά Χριστούγεννα σε όλους με Υγεία Χαρά και ευχάριστες Αναμνήσεις
Της Μαριάνθης Βουκελάτου

Τρίτη, 19 Δεκεμβρίου 2017

Αυτά τά Χριστούγεννα, τά Φώτα, ή Πρωτοχρονιά, Φυλάξτε τά ελληνικά συνήθεια μας, γιορτάστε όπως γιορτάζανε οί πατεράδες σας...

του Φώτη Κόντογλου


                                   "Τα Κάλαντα" ή "ο Τυμπανιστής" του  Νικηφόρου Λύτρα (1872 - συλλογή Σερπιέρη)


"..Αδέρφια μου. Φυλάξτε τα ελληνικά συνήθεια μας, γιορτάστε όπως γιορτάζανε οι πατεράδες σας, και μη ξεγιελιώσατε με τα ξένα κι άνοστα πυροτεχνήματα..."
"..ο υλισμός κι ο λύκος της αναισθησίας μολεύει σιγά σιγά αυτές τις καλές γιορτές μας, που πολύ έμορφα τις παρομοιάζανε οι αρχαίοι πρόγονοί μας με σταθμούς για να ξεκουραζόμαστε στον μονότονο δρόμο της ζωής μας, λέγοντας: «Βίος ανεόρταστος μακρά οδός απανδόκευτος», που θα πη, «Ζωή δίχως γιορτή, είναι σαν τον μακρύ τον δρόμο που δεν έχει πανδοχείο να ξεκουραστής»..."
Αυτά τα Χριστούγεννα, τα Φώτα, η Πρωτοχρονιά, για πολλούς ανθρώπους δεν θα είναι καθόλου γιορτές και χαρούμενες μέρες, αλλά μέρες που φέρνουνε θλίψη και δοκιμασία. Δοκιμάζονται οι ψυχές εκείνων που δεν είναι σε θέση να χαρούνε, σε καιρό που οι άλλοι χαίρουνται. Παρεκτός από τους ανθρώπους που είναι πικραμένοι από τις συμφορές της ζωής, τους χαροκαμένους, τους αρρώστους, οι περισσότερο, πικραμένοι, είναι εκείνοι που τους στενεύει η ανάγκη να γίνουνε τούτες τις χαρμόσυνες μέρες ζητιάνοι, διακονιαρέοι. Πολλοί απ’ αυτούς μπορεί να μη δίνουνε σημασία στη δική τους ευτυχία, μα γίνουνται ζητιάνοι για να δώσουνε τη χαρά στα παιδιά τους και στ’ άλλα πρόσωπα που κρέμουνται απ’ αυτούς. Οι τέτοιοι κρυφοκλαίνε από το παράπονό τους κι’ αυτοί είναι οι πιο μεγάλοι μάρτυρες, που καταπίνουνε την πίκρα τους μέρα νύχτα, σαν το πικροβότανο.

Ίσα-ίσα αυτές τις αγιασμένες μέρες που θα’πρεπε να σμίξουνε πιο κοντά οι άνθρωποι συναμεταξύ τους, «να περιπτυχθώσιν αλλήλους», ίσια ίσια αυτές τις μέρες αποξενώνουνται περισσότερο ο ένας από τον άλλον, χωρίζουνται σε δύο στρατόπεδα ολότελα ξένα τόνα στ’ άλλο, σχεδόν εχθρικά. Από τη μια μεριά είναι οι ευτυχισμένοι οι καλοπερασμένοι, οι καλότυχοι, κι από την άλλη μεριά είναι οι δυστυχισμένοι κι οι παραπεταμένοι. Αναμεσά τους «χάσμα μέγα εστήρικται» κατά τις γιορτές. Κανένα γεφύρι δεν ενώνει τις δυο ακροποταμιές, ενώ τις άλλες μέρες έρχουνται σε περισσότερη συνάφεια. Οι πλούσιοι κι όσοι έχουνε τον τρόπο τους κάνουνε, αλλοίμονο! το παν για να επιδείξουνε τα πλούτη και τα αγαθά τους στους λιμασμένους. Κι’ αυτό γίνεται στ’ όνομα του Χριστού, που γεννήθηκε πάμφτωχος μέσα στο παχνί! Για την γέννηση του φτωχού Χριστού δεν γιορτάζουνε οι φτωχοί σαν και Κείνον, μα γιορτάζουνε οι πλούσιοι, που παίρνουνε για αφορμή την πτώχεια του για να δείξουνε τα πλούτη τους. Μα άραγε, ανάμεσα σε δυστυχισμένους μπορεί να νοιώση κανένας ευτυχισμένον τον εαυτό του;



Μονάχα ένας αναίσθητος μπορεί να νοιώσει τέτοια ευτυχία. Όσο για κείνον που θέλει να επιδείξη στον πεινασμένον και στον στερημένον την ελεεινή του αυτή ευτυχία, αυτός είναι αληθινό κτήνος. Και μ’ όλα ταύτα, υπάρχουνε πολλοί τέτοιοι ανάμεσά μας, στα χρόνια μας, ένω ήτανε σπάνιοι στα παλαιότερα. Είναι κι’ αυτό ένα από τα ωραία που μας έφερε ο μέγας πολιτισμός από τα μεγάλα κέντρα!
Οι γιορτές οι δικές μας σταθήκανε πάντα θρησκευτικές, και γι’ αυτό είχανε κάποιον άλλο χαρακτήρα από τις γιορτές που γιορτάζουνε άλλα έθνη, προπάντων σήμερα, που χωρίς κάποιες αυτοσχεδιασμένες σκηνοθεσίες χωρίς καμμιά σημασία για το πνεύμα του ανθρώπου. Σ’ αυτές τις ψευτογιορτές ξαμολούνται όλα τα βάρβαρα και εγωιστικά πάθη του ανθρώπου, που κυττάζει μονάχα την ευχαρίστηση της σάρκας. Ενώ οι δικές μας γιορτές, επειδή, όπως είπα, έχουνε τη ρίζα τους στη θρησκεία, ήτανε σεμνές, πνευματικές, ώστε να μη σκανδαλίζουνε τους φτωχούς, όσο είναι μπορετό σε σαρκικούς ανθρώπους. Οι πλούσιοι κι οι νοικοκυραίοι αποφεύγανε να πληγώσουνε τους φτωχότερους, και νοιώθανε την ανάγκη να τους ζεστάνουνε και κείνους, στέλνοντας κρυφά στα σπίτια τους διάφορα δώρα, με τρόπο, ώστε να μη τους ταπεινώσουνε, κι έτσι η διαφορά να φαίνεται όσο μπορούσε λιγότερη.

Έτσι μορφωθήκανε τα έμορφα και αγνά έθιμά μας, με ψαλμωδίες που τις λένε ακόμα τα παιδιά στους δρόμους και στα σπίτια, με καμπάνες, με έμορφα αισθήματα, με σεμνές διασκεδάσεις, με εύχροστη συναναστροφή, που δένουνε μεταξύ τους τους ανθρώπους περισσότερο, παρά που τους χωρίζουνε. Μα ο υλισμός κι ο λύκος της αναισθησίας μολεύει σιγά σιγά αυτές τις καλές γιορτές μας, που πολύ έμορφα τις παρομοιάζανε οι αρχαίοι πρόγονοί μας με σταθμούς για να ξεκουραζόμαστε στον μονότονο δρόμο της ζωής μας, λέγοντας: «Βίος ανεόρταστος μακρά οδός απανδόκευτος», που θα πη, «Ζωή δίχως γιορτή, είναι σαν τον μακρύ τον δρόμο που δεν έχει πανδοχείο να ξεκουραστής».


Κάποιοι μοντερνοποιημένοι κάνουνε τον βαρύ και τον θετικό, τον κύριο που δεν έχει αισθηματολογίες, και λένε πως αυτά είναι αναχρονισμοί κι αδιαφόρετα πράγματα. Αυτοί για μένα είναι ξερίχια ψυχικά, παγωμένες ερημιές, δίχως αγάπη, δίχως χαρά, μα δίχως πόνο. Γιατί χαρά και πόνος είναι δεμένα. Οι τέτοιες ψυχές είναι πάντα νεκρά βουνά του φεγγαριού. Ωστόσο, κάτι τέτοιοι «ορθολογιστές» και «θετικισταί», ξετρελλαίνονται για κάποιες ανόητες ξενόφερτες φέστες και για κάτι μοντέρνα γλέντια που ρεζιλεύουνε τον άνθρωπο, φτάνει που γίνονται κατά το κοσμοπολίτικο μοντέλο που βρίσκεται στα «μεγάλα κέντρα του εξωτερικού». Αυτοί δεν θέλουνε τίποτα από τα δικά μας, που τα λένε όλα «βλάχικα, φτωχικά, ανάξια για ανθρώπους που ξέρουνε τον κόσμο». Τίποτα ελληνικό δεν βρίσκει έλεος στα μάτια αυτών των κουφιοκέφαλων, ακατάδεχτων κι όπως πρέπει κυρίων, που χοτροπηδάνε, ωστόσο, σαν τρελλοί, με τα τσέρκια στο λαιμό, φτάνει που ήρθανε απ’ έξω, από κεί «που ξέρει ο κόσμος να απολαμβάνη τη ζωή»! Τι να πούμε κι εμείς οι άλλοι, τα βλαχάκια, τα φτωχαδάκια, που μας νανούριζε η μάνα μας με τα παραπονετικά τραγούδια της στην κούνια μας, και τώρα δακρύζουμε σαν ακούμε τα τροπάρια και τα κάλαντα, που μας ενώνουνε με τους αγαπημένους μας που περάσανε από τον τόπο μας πριν από μας;

Αδέρφια μου. Φυλάξτε τα ελληνικά συνήθεια μας, γιορτάστε όπως γιορτάζανε οι πατεράδες σας, και μη ξεγιελιώσατε με τα ξένα κι άνοστα πυροτεχνήματα. Οι δικές μας οι γιορτές αδελφώνουν τους ανθρώπους, τους ενώνει η αγάπη του Χριστού. Μην κάνετε επιδείξεις.«Ευφρανθήτε εορτάζοντες». Ακούστε τι λένε τα παιδάκια που λένε τα κάλαντα: «Και βάλετε τα ρούχα σας, εύμορφα ενδυθήτε, στην εκκλησίαν τρέξετε, με προθυμίαν μπήτε, ν’ ακούσετε με προσοχήν όλην την υμνωδίαν, και με πολλήν ευλάβειαν την θείαν λειτουργίαν. Και πάλιν σαν γυρίσετε εις το αρχοντικόν σας, ευθύς τραπέζι στρώσετε, βάλτε το φαγητόν σας. Και τον σταυρόν σας κάνετε, γευθήτε, ευφρανθήτε. Δόστε και κανενός φτωχού «όστις να υστερήται». Αθάνατη ελληνική φυλή! Φτωχή μα αρχοντομαθημένη, βασανισμένη, μα χαρούμενη και καλόκαρδη περισσότερο από τους ευτυχισμένους της γης, που τους μαράζωσε η καλοπέραση.

Ναι, αδερφοί μου Έλληνες, χαίρετε μαζί με κείνους που χαίρουνται και κλαίτε μαζί με κείνους που κλαίνε, και σ’ αυτή μονάχα θα βρήτε ανακούφιση. Δίνετε στους άλλους απ’ ό,τι έχετε. Το παραπάνω απ’ ότι έχει κανένας ανάγκη, το κλέβει από τον άλλον. «Μακάριον το διδόναι μάλλον, ή λαμβάνειν».
Πολλοί από σας θα’χουνε ίσως περισσότερο από μένα το δικαίωμα να μου πούνε αυτά που λέγω εγώ σε σας. Δεν είμαι «ο ποιήσας και διδάξας», αλλοίμονό μου! Μα για να μη σκανδαλισθή κανένας πως τα λόγια μου είναι ολότελα κούφια, στενεύομαι να πω πως προσπαθώ να μην είμαι ολότελα «ο δάσκαλος που δίδασκε και νόμο δεν εκράτει».

Δεκέμβριος 1958

(Φώτης Κόντογλου, “ ΤΟ ΦΟΒΕΡΟΝ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ”)

Κυριακή, 22 Οκτωβρίου 2017

Τό κερί καί τό κανδήλι.


         
Τα Κεριά μαζί με τις Κανδήλες και τις Λυχνίες αποτελούσαν  για τους αρχαίους ναούς της Εκκλησίας τα μοναδικά μέσα φωτισμού. Οι χριστιανοί κατά την περίοδο των διωγμών συγκεντρώνονταν για τη λατρεία του Θεού συνήθως τη νύχτα ή κατέφευγαν την ημέρα στις υπόγειες σκοτεινές κατακόμβες. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς στο βιβλίο του "Οι Πράξεις των Αποστόλων" (20/κ: 8) γράφοντας για τον μέχρι μεσονυκτίου λόγο του Αποστόλου Παύλου στην Τρωάδα δεν παραλείπει να περιγράψει και τον φωτισμό του χώρου: "ήσαν δε λαμπάδες ικαναί εν τω υπερώω ου ήμεν συνηγμένοι". (Δηλαδή: Ήταν επίσης λαμπάδες αρκετές στο υπερώο όπου είμασταν συγκεντρωμένοι). Κατά το Βάπτισμά τους όλοι οι νεοφώτιστοι χριστιανοί άναβαν λαμπάδες, για να φανερώσουν τον θείο φωτισμό, που έλαβαν και τη μεγάλη τους χαρά. Τα Θεοφάνεια και η Ανάσταση του Κυρίου, λόγω των λαμπρών φωτισμών που συνόδευαν τις μαζικές βαπτίσεις των ημερών αυτών, ονομάσθηκαν Φώτα και Λαμπρή  αντίστοιχα.
          Η φωτοχυσία του ναού συμβολίζει το θείο φως της παρουσίας του Θεού που φωτίζει τις καρδιές όχι μόνο των νεοφώτιστων αλλά και όλων των χριστιανών. Ο Κύριος φανέρωσε αυτή τη μεγάλη αλήθεια για τον εαυτό Του με τα ακόλουθα λόγια: "Εγώ ειμι το φως του κόσμου" (Ιωάν.8/η: 12). Είναι  φως όχι μόνο λόγω της φωτεινής  διδασκαλίας Του, αλλά κυρίως λόγω της φωτεινής παρουσίας Του. Αυτό επιβεβαιώνεται κυρίως από τη θαυμαστή Μεταμόρφωσή Του, όπου "έλαμψε το πρόσωπον αυτού ως ο ήλιος, τα δε ιμάτια αυτού εγένετο λευκά ως το φως" (Ματθ.17/ιζ: 2).
 
Στο Σύμβολο της Πίστεως ο Υιός του Θεού παρουσιάζεται ως "φως εκ φωτός". Στην ακολουθία του Εσπερινού  επίσης ο υμνογράφος παρουσιάζει τον Κύριο ως "φως ιλαρόν". Και οι χριστιανοί με τα μυστήρια της Εκκλησίας και τον πνευματικό τους αγώνα μπορούν να δεχθούν το φως της χάριτος του Αγίου Πνεύματος και να το ακτινοβολούν με τη ζωή τους.
Στην "επί του όρους" ομιλία ο Κύριος συμβουλεύοντας τους μαθητές Του είπε: "Υμείς εστε το φως του κόσμου.... ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσιν υμών τα καλά έργα και δοξάσωσι τον πατέρα υμών τον εν τοις ουρανοίς" (Ματθ 5/ε: 14-16). (Δηλαδή: Εσείς είστε το φως του κόσμου... έτσι να λάμψει το φως σας μπροστά στους ανθρώπους για να δουν τα καλά σας έργα και να δοξάσουν τον πατέρα σας τον επουράνιο). Εδώ φαίνεται καθαρά ότι το φως των μαθητών του Χριστού είναι τα καλά έργα της αγιοπνευματικής ζωής τους. Οι άγιοι στην άλλη ζωή θα ομοιάσουν με τον Κύριο, θα γίνουν "θεοί κατά χάριν". Αυτό το εκφράζει ο Κύριος καθαρά με τα προφητικά λόγια Του: "Τότε οι δίκαιοι εκλάμψουσιν ως ο ήλιος εν τη βασιλεία του πατρός αυτων" (Ματθ. 13/ιγ: 43).
          
Το κερί, καθώς καίγεται, φωτίζει το περιβάλλον του. Έτσι και ο συνειδητός χριστιανός, όταν θυσιάζεται για την αγάπη του Θεού, φωτίζει τους συνανθρώπους του και τους δείχνει τον δρόμο της σωτηρίας.
          Όταν ο πιστός εισέρχεται στον ναό, πρέπει να ανάβει στο μανουάλι ένα κερί για τους  ζώντες κι ένα κερί για  τους τεθνεώτες συγγενείς και γνωστούς του. Εάν όμως κάποιοι από τους ζώντες έχουν ιδιαίτερα προβλήματα, τότε καλό είναι να ανάβουμε κερί για τον καθένα ξεχωριστά. Το άναμμα του κεριού πρέπει πάντοτε να συνοδεύεται με λόγια προσευχής. Για τους ζώντες θα ζητάμε το έλεος και την προστασία του Θεού, ενώ για τους τεθνεώτες τη θεία ευσπλαχνία και αιώνια σωτηρία τους.
          
Το αγνό κερί που παράγεται από παρθένες μέλισσες συμβολίζει την ανθρώπινη φύση του Χριστού η οποία προήλθε από την πάναγνη και παρθένο Μαριάμ. Το τρικέρι του επισκόπου συμβολίζει την Αγία Τριάδα, ενώ το δικέρι τις δύο φύσεις του Χριστού. Τα κεριά ή οι λαμπάδες που ανάβουμε στη Βάπτιση συμβολίζουν το πνευματικό φως που λαμβάνει ο νεοφώτιστος. Τα κεριά της κηδείας, του τάφου και των μνημοσύνων συμβολίζουν το φως του Χριστού, στο οποίο ευχόμεθα να εισέλθει ο αποθανών. Ο Πολυέλαιος συμβολίζει την θριαμβεύουσα Εκκλησία των Ουρανών. Τα κεριά ή τα κανδήλια του συμβολίζουν τους αγίους. Στις μεγάλες  γιορτές στις Ιερές Μονές σείουν τον Πολυέλαιο, για να φανερώσουν ότι και  οι άγιοι στα επουράνια συνεορτάζουν και συγχορεύουν με την επίγεια Εκκλησία του Χριστού.

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.


Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.


Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια