*-*

Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου 2016

Ο ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ ΤΟΥ ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΠΟΚΡΕΩΝ

Ο δεύτερος μήνας του έτους κατά το Γρηγοριανό Ημερολόγιο είναι ο Φεβρουάριος. Στο αρχικό Ρωμαϊκό ημερολόγιο του Νούμα Πομπίλιου (Numa Pompilius ) κατείχε την τελευταία θέση, ωστόσο αργότερα, περί το 153 π.Χ μεταφέρθηκε στη θέση πoυ βρίσκεται και στις ημέρες μας. Είναι μήνας διαβατήριος και αποκαθαρτικός· εξάλλου ο Φεβρουάριος πήρε το όνομά του από το λατινικό ρήμα februum που σημαίνει «εξαγνίζω», καθώς κατά τη διάρκειά του τελούνταν θρησκευτικές εορτές εξαγνισμού και καθαρμού (Februa ή Februatio), προκειμένου να εξαγνιστεί ο χώρος από το μίασμα του παλιού χρόνου. 
Σύμφωνα με αναφορές ο Φέβρουος ήταν ο θεός των νεκρών και η Φεβρούα ήταν η θεά - επόπτης των καθαρμών και των εξαγνισμών. Όμως ο Φεβρουάριος ήταν αφιερωμένος και στον Ποσειδώνα λόγω των πολλών βροχών που σημειώνονται κατά τη διάρκειά του. 
Είναι ο μόνος μήνας διάρκειας 28 ημερών στα κοινά έτη και 29 ημερών στα δίσεκτα έτη. Αρχικά, ο Φεβρουάριος είχε 29 ημέρες στα κοινά και 30 στα δίσεκτα, όμως το 4 π.Χ. ο αυτοκράτορας Οκταβιανός Αύγουστος αφαίρεσε μία ημέρα, την οποία πρόσθεσε στον μήνα Αύγουστο που έφερε το όνομά του. Η προσθήκη μιας επιπλέον ημέρας των δίσεκτων ετών ξεκίνησε το 46 π.Χ. με την καθιέρωση του Ιουλιανού ημερολογίου, όταν ο Ιούλιος Καίσαρ άλλαξε το ρωμαϊκό ημερολόγιο με τη βοήθεια του Έλληνα αστρονόμου Σωσιγένη. Bασισμένος στους υπολογισμούς του πατέρα της αστρονομίας Ίππαρχου (ο οποίος έναν αιώνα νωρίτερα είχε προσδιορίσει ότι το ηλιακό έτος έχει διάρκεια ίση με 365,242 ημέρες), θέσπισε ένα ημερολόγιο του οποίου τα έτη είχαν 365 ημέρες, ενώ σε κάθε τέταρτο έτος πρόσθεταν ακόμη μία ημέρα, μετά την «έκτη προ των καλενδών του Μαρτίου», που ονομαζόταν «bis sextus»· έτσι η ημέρα αυτή, επειδή μετριόταν δύο φορές, ονομάζεται ακόμη και σήμερα «δις έκτη» και το έτος που την περιέχει «δίσεκτο». 
Κατά το Αττικό ημερολόγιο ο Φεβρουάριος ονομάζοταν Ανθεστηριώνας, όνομα προερχόμενο από τις εορτές των Ανθεστηρίων, οι οποίες τελούνταν στην Αρχαία Αθήνα την 11η έως και την 13η ημέρα του μηνός. Η πρώτη ημέρα των Ανθεστηρίων ονομαζόταν «πιθοίγια» διότι ανοίγονταν και δοκιμάζονταν για πρώτη φορά οι πίθοι με τον οίνο της χρονιάς. Η δεύτερη ημέρα λεγόταν «Χόες», από το ομώνυμο οινοδοχείο και η τρίτη ημέρα ονομάζονταν «Χύτροι», και ήταν η ημέρα των ψυχών.Προσφέρονταν δε αγγεία με άνθη, μαγειρεμένα λαχανικά και πανσπερμία σιτηρών και γίνονταν σπονδές από νερό πάνω στους τάφους. 
Απεικόνιση πομπής η οποία μεταφέρει υδρίες
Επίσης, αυτή την ημέρα εορτάζονταν τα Υδροφόρια προς τιμήν όσων χάθηκαν στον Κατακλυσμό του Δευκαλίωνα.Τελούνταν όμως και μυστήρια όπως τα μυστήρια εν Άγραις προς τιμήν της θεάς Δήμητρος. Πρόκειται για εορτή στις Αθηναϊκές Άγρες περί την εικοστή ημέρα του μηνός, η οποία διαρκούσε επτά ημέρες και συνιστούσε προετοιμασία για τους μυημένους στα μεγάλα Ελευσίνια μυστηρία, είχε δε το όνομα «μικρά μυστήρια». Όσοι είχαν σκοπό να μυηθούν στα Ελευσίνια Μυστήρια έπρεπε πρώτα να υποβληθούν στην μύηση της Άγρας η οποία γινόταν επτά μήνες νωρίτερα. 
Στην Ελλάδα ο Φεβρουάριος καλείται και Φλεβάρης, ονομασία η οποία προέρχεται από τις «φλέβες», δηλαδή τα υπόγεια νερά που αναβλύζουν στην διάρκειά του από τις πολλές βροχές. Στην Θράκη μάλιστα υπάρχει το ρήμα φλεβαρίζω που σημαίνει πλημμυρίζω, επειδή τα χωράφια «φλεβαρίζουν» από τα πολλά νερά. «Σου 'πανε Φλεβάρη βρέξε κι αλησμόνησες να πάψεις»... Υπάρχει όμως και το ρήμα φλεβίζω, που σημαίνει κάνω δυνατό κρύο. 
Στα ορεινά μέρη της Ελλάδος προσάρμοσαν το όνομα στις καιρικές συνθήκες του ψύχους και των θανάτων που προκαλούνται εξαιτίας αυτού : «Ο Φλεβάρης φλέβες ανοίγει και πόρτες σφαλνά». 
Επίσης, έχει πάρει διάφορες άλλες ονομασίες σχετικές με την μικρή του διάρκεια : Κουτσοφλέβαρος, Μικρός, Κουτσός, Φλιάρης, Μισερός και Γκουζούκης. Στον Πόντο λέγεται και Κούντουρος γιατί έχει κοντή ουρά καθώς και Κούτσουρος διότι είναι κουτσουρεμένος. 
Στον αγροτικό βίο ονομάζεται κλαδευτής, γιατί η πρώτη ημέρα του Φεβρουαρίου σηματοδοτεί την αρχή του κλαδέματος ,του τσαπίσματος των χωραφιών και άλλων αμπελουργικών φροντίδων. «Ας έρθ’ τ’ Αϊ Τρύφου η μέρα πρώτα, κι απέει πιάν’ς του σβανά στου χέρι σ’». Η γιορτή του Αγίου Τρύφωνα, προστάτη των αμπελιών, την 1η του μηνός του έδωσε και το όνομα «Αϊ-Τρύφωνας». Στην Στενήμαρο της Ανατολικής Ρωμηλίας την ημέρα εκείνη οι αμπελουργοί θυσίαζαν έναν ταύρο και μετά το φαγοπότι διοργάνωναν αγώνες πάλης. 
Ο καιρός τον Φεβρουάριο είναι άστατος, γι' αυτό τον λόγο καλείται και Μεθυσμένος γιατί δεν ξέρει τι κάνει. «Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει καλοκαίρι θα μυρίσει κι άμα πει και θυμώσει μέσ' τα χιόνια θα μας χώσει». Παρ’ όλα αυτά ο Φεβρουάριος είναι ο τελευταίος μήνας του χειμώνα και προπομπός της ανοίξεως. Χαρακτηριστικό του είναι οι ανθισμένες αμυγδαλιές οι οποίες πιστές πάντα στο ετήσιο άνθισμα τους στέλνουν τα υπέροχα μηνύματα αναγεννήσεως της φύσης. 
 
Ο Φεβρουάριος είναι πλούσιος σε παροιμίες και γνωμικά: 
- Ο μήνας Φλεβάρης ή τις φλέβες (του νερού) ανοίγει ή τις φλέβες κλείνει. 
- Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει καλοκαίρι θα μυρίσει, μ' αν τις φλέβες του ανοίξει ξεροπήγαδα γιομίζει. - Ο Φλεβάρης με νερό, κουτσός μπαίνει στο χορό. 
- Χιόνια του Φλεβαριού, χρυσάφι του καλοκαιριού. 
- Φλεβάρης κουτσοφλέβαρος, και του τσαπιού ο μήνας. 
- Φλεβάρη κουτσοφλέβαρε καταραμένε μήνα, μας χιόνισες, μας απόπειρες, μας έλιωσες στην πείνα. - Φλεβάρη μήνα κοίταγε ήλιο και φεγγάρι, πάρε και γνώμη από αστρί και κάνε ό,τι βγάλει. 
- Ό,τι ημέρα κάμει της Παπαντής, θα την κάνει σαράντα μέρες. 
- Χιόνι Φλεβαριάτικο, αλώνι αβερτιάτικο. 
ΕΘΙΜΑ ΣΤΟΝ ΕΛΛΑΔΙΚΟ ΧΩΡΟ 
Δύο είναι τα σπουδαιότερα έθιμα που τηρούνται μέχρι τις μέρες μας είναι το ψυχοσάββατο και οι Απόκριες. 
Στο Ψυχοσάββατο, όσοι έχουν αγαπημένους νεκρούς, βράζουν στάρι και το προσφέρουν για ανάπαυση των ψυχών. Αυτή τη μέρα, σύμφωνα με μια δοξασία οι ψυχές βγαίνουν και κάθονται πάνω στα δέντρα και στα βλαστάρια του αμπελιού, γι αυτό δεν κόβουν τα βλαστάρια, μήπως πέσουν οι ψυχές που είναι καθισμένες πάνω σε αυτά και κλάψουν. 
Οι Απόκριες πάλι αρχίζουν με το τριώδιο, την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισσαίου, συνεχίζουν με την Κυριακή της Κρεατινής και κορυφώνονται με την Κυριακή της Τυρινής που λέγεται και Τρανή Αποκριά. Η πανάρχαια αυτή γιορτή έχει σκοπό να ξυπνήσει τη φύση από τη χειμερία νάρκη της και να εξασφαλίσει τη βλάστηση και την καρποφορία των χωραφιών. Οι μεταμφιεσμένοι πανηγυρίζουν στους δρόμους και στα σπίτια. Χτυπούν τύμπανα και κρατούν φαλλικά σύμβολα, λένε τολμηρά αστεία και εύχονται καλή σοδειά και ευγονία. Οι γιορτές της Αποκριάς τελειώνουν την Κυριακή της Τυρινής και επειδή εκείνη την ημέρα τρώνε συνήθως μακαρόνια με τυρί, τη λένε και Μακαρονού. 
όλο τό άρθρο ΕΔΩ

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2016

Ή περιγραφή τών κατοικιών καί τής ζωής στό χωριό.

Γενικά
Οικιστική μελέτη του χωριού & του συνοικισμού
Το λαϊκό σπίτι, αν το σκεφτούμε μέσα στη συνοικιστική του ομάδα, αποτελεί το ιερό καταφύγιο, αλλά και το ορμητήριο του πρώτου κοινωνικού πυρήνα, που είναι η οικογένεια. Γι' αυτό συγκεντρώνει την ύψιστη προσοχή του δημιουργού (νοικοκύρη ή οικοδόμου, για τα τρία κυριότερα στοιχεία της οργανικής του οντότητας, το στέρεο και εξυπηρετικό χτίσιμο, την καλή γειτνίαση και την πρακτική ομορφιά.

Η μελέτη λοιπόν της λαϊκής κατοικίας πρέπει να γίνεται στα πλαίσια του περιβάλλοντος και του συνόλου των άλλων σπιτιών. Υπάρχει "κοινωνία σπιτιών", όπως υπάρχει και η κοινωνία ανθρώπων. Ο μελετητής λαογράφος, πριν προχωρήσει στην περιγραφή των κατοικιών και της ζωής ενός χωριού, πρέπει να δώσει την συνολική μορφή και τα οικιστικά χαρακτηριστικά του χωριού, με την εξής σειρά:


Επταχώρι Καστορίας

1. Οπτική (πανοραματική) μορφή του χωριού.
Τα σχήματα συνήθως των συνοικισμών είναι: κυκλικά, ασύμμετρα και επιμήκη. Ο κυκλικός συνοικισμός (χωριό) συγκεντρώνεται γύρω από ένα ύψωμα (παλιόκαστρο), μια εκκλησία, μια πηγή ή μια αγορά. Οι δρόμοι του βγαίνουν έξω ακτινωτά. Ο επιμήκης (ή μακρυδρομικός) συνοικισμός σχηματίζεται παράλληλα με τους μεγάλους εθνικούς δρόμους και είναι νεώτερος, Οι σύμμετροι συνοικισμοί ήταν παλιότερα ή σε ψηλώματα (αμφιθεατρικοί) ή σε κρυμμένες κοιλάδες. Μελετάται στις περιπτώσεις αυτές, αν το χωριό είναι δίλοφο ή διπλευρικό. Επίσης, αν είναι παράλιο, μεσόγειο ή ορεινό. Και γενικά, ποιος είναι ο προσανατολισμός και η γεωγραφική του θέση.


Λέχοβο Καστοριάς

2. Κλίμα, έδαφος, υψόμετρο, νερά, καλλιέργειες ·απαραίτητο πλαισίωμα στην περιγραφή μας, που οδηγεί και σε συμπεράσματα, αν το χωριό είναι γεωργικό ή κτηνοτροφικό, παραγωγικό ή άγονο, πράσινο ή ξερό, λιθόκτιστο ή από ξενόφερτα υλικά.


Μέτσοβο Ηπείρου

3. Εσωτερική σύνθεση του χωριού η οποία περιλαμβάνει τα κεντρικά κτίρια όπως η εκκλησία, το σχολείο, τα Κοινοτικά γραφεία, η βρύση, τα καφενεία, η αγορά, το «μεϊντάνι» με τα μαγαζάκια και τα χοροστάσια. Οι γειτονιές με τους χαρακτηριστικούς δρόμους, το κοιμητήριο, οι δρόμοι εξόδου.



4. Ιστορικά του χωριού, όνομα και ετυμολογία, χρονολογία κτισίματος, περιπέτειες, σύγχρονες συνθήκες.


Το Δημοτικό Σχολείο Ριζοβουνίου Πρεβέζης

Οικιστική μελέτη του σπιτιού

1. Περιγραφή του εξωτερικού χώρου, της γειτονιάς, του εδάφους και της έκτασης του οικοπέδου (ξερότοπος, βλάστηση, απάνω γειτονιές, επικλινές έδαφος, ξάγναντο ή γούπατο).



Η πέτρινη καμάρα της Μπαμπαλίνας Τρικάλων

2. Εξωτερική μορφή του σπιτιού. Μονώροφο, διώροφο, πλατυμέτωπο, στενομέτωπο, γωνιόστεγο (δίρριχτο και με αέτωμα), με επίκλινη στέγη (μονόριχτο), επιπεδόστεγο (ταράτσα), πυραμιδόστεγο ή καμπυλόστεγο. Πολυπαράθυρο ή τυφλό. Απλό ή πολυσύνθετο (με χαγιάτια, πτερύγια κτλ.). Χρώματα που κυριαρχούν. Τυχόν επιγραφές ή σήματα και χρονολογίες.

Κατοικία Ηπείρου

3. Υλικά οικοδομίας. Τοιχοποιία, ξυλοδομικά εξαρτήματα, στέγη (κεραμίδια, πλάκες, δὠμα από πηλό, κλαδιά ή τσιμέντο). Εδώ μπορούν να ζητηθούν και τα έθιμα χτισίματος, στα θεμελιώματα (σφάξιμο κοκκόρου, αγιασμοί κτλ.) και στη σκεπή (μαντηλώματα).

4.  Αρχιτεκτονικός τύπος του σπιτιού (τοπικός ή πανελλήνιος) και γενική αισθητική. Εκτίμηση των ιδιοτυπιών και εμπνεύσεων. Αισθητική της προσαρμογής στο περιβάλλον. Ψεκτά σημεία επίσης. 


 Διώροφη οικία Καλάνδρας Χαλκιδικής

5. Εσωτερική διαίρεση του σπιτιού (κάτοψη & τομή). Δωμάτια και χώροι (και τρόποι) οικογενειακής ζωής, για το αντρόγυνο, για τα παιδιά, για τους γέρους, για τους ξένους. Φροντίδες προσανατολισμού και υγιεινής. Πρακτικά διδάγματα, αλλά και άγνοιες. Χρώματα και διακόσμηση, θέση της εστίας και καπνοδόχος. 

6. Έπιπλα & σκεύη. Εντοιχισμένα και κινητά έπιπλα της λαϊκής κατοικίας. Τόποι κατασκευής ή   αγοράς. Οι ντόπιοι επιπλοποιοί. Τα αρμάρια τροφίμων, οι παλιές κασέλες, το εικονοστάσι. Μεταγενέστερες αστικές εξελίξεις. Τα σκεύη (αγγεία) του μαγειρειού, της τραπεζαρίας, του νοικοκυριού (νερό, πλύσιμο) και της φιλοξενίας (δίσκοι, σερβίτσια κτλ.). Η εσωτερική ατμόσφαιρα και εμφάνιση του σπιτιού είναι η ζωντανότερη πλευρά της ελληνικής κατοικίας, επειδή δείχνει τις οικονομικές συνθήκες της οικογένειας, την προσωπικότητα της νοικοκυράς, την πολιτιστική διάθεση για βελτίωση, και το πνεύμα της φιλοξενίας. 

Παραδοσιακή αρχιτεκτονική Κρανέας Ελασσόνας

7. Αυλή & κήπος: Τα χτισίματα της αυλής, φούρνος, μαγειρειό, στάβλοι, αχερώνας, κοτέτσι ή περιστερώνας κτλ. Το πηγάδι και η στέρνα, τρόποι για την άντληση του νερού. Η κεντρική και η δευτερεύουσα πόρτα με την αρχιτεκτονική της στέγης τους. Χτυπητήρια ή κουδούνια για ειδοποίηση. Ασφαλιστικά σύνεργα. Η μάντρα ή ο φράχτης, μικροεμπόδια για τους κλέφτες. Δέντρα και καλλιέργειες. Σπιτική ανθοκομία και γλάστρες ή αρτάνες. 

8. Ιδιόρρυθμες αγροτικές κατοικίες: Καλύβες πέτρινες ή δεντρόκλαδες, στάνες και στρούγγες, τσαρδάκια, λιμναίες καλαμωτές κατοικίες κ.α.



Στάνες Σαρακατσαναίων

Η μελέτη της ελληνικής κατοικίας, ιδιαίτερα στην παραδοσιακή της μορφή, είναι έργο εθνικό, όσο εθνικός ήταν πάντα και ο ρόλος του ελληνικού σπιτιού, που στέγασε με συνεχή εξέλιξη την πρώτη γέννηση, τα παιδικά χρόνια, την οικογενειακή τιμή, τον γάμο, τις χαρές και τις λύπες, τον ειρηνικό θάνατο, την φτώχεια ή τον πλούτο, αλλά και την αξιοπρέπεια και την ελευθερία του κάθε Έλληνα.




Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2016

ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ

Έθιμα και θρησκευτικές τελετές του Τριημέρου των Φώτων (Θεοφανείων)


Το τριήμερο της παραμονής των Θεοφανείων (5 Ιανουαρίου), της ημέρας των Θεοφανείων (6 Ιανουαρίου) και της γιορτής του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου (7 Ιανουαρίου) ονομάζεται «τριήμερο των Φώτων». Κατά την διάρκεια του τριημέρου λαμβάνουν χώρα στην Εκκλησία μας διάφορες τελετές οι οποίες, σε συνδυασμό με τα έθιμα του λαού μας, δημιουργούν ένα εορταστικό κλίμα.
Παραμονή των Φώτων (5 Ιανουαρίου)Το τριήμερο ξεκινά με τον εκκλησιασμό των χριστιανών το πρωί της παραμονής των Θεοφανείων. Στους Ιερούς ναούς ψάλλεται η ακολουθία των «Μεγάλων Ωρών» και κατόπιν λαμβάνει χώρα ο «Μεγάλος Αγιασμός» που την ημέρα αυτή τελείται μέσα στο ναό. Οι πιστοί αφού πάρουν αγιασμό και λάβουν το αντίδωρο θα γυρίσουν στα σπίτια τους. Εκεί οι νοικοκυρές θα ετοιμάσουν το νηστίσιμο φαγητό για το μεσημέρι ενώ τα παιδιά θα ξεχυθούν στα σπίτια, γνωστά και μη, για να ψάλουν τα κάλαντα των Θεοφανείων. Οι γειτονιές θα γεμίσουν από γλυκές φωνούλες που ψάλλουν:
«Σήμερα τα φώτα κι ο φωτισμός,η χαρά μεγάλη κι ο αγιασμός.Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό,κάθετ’ η κυρά μας η Παναγιά.Όργανο βαστάει, κερί κρατεί,και τον Αϊ-Γιάννη παρακαλεί.Αϊ-Γιάννη αφέντη και βαπτιστή,βάπτισε κι εμένα Θεού παιδί.Ν' ανεβώ επάνω στον ουρανό,να μαζέψω ρόδα και λίβανο.»
Τα χριστιανικά σπίτια όμως δεν θα επισκεφθούν μόνο τα παιδιά. Είναι η μέρα που ο Ιερέας με τον βοηθό του θα γυρίσει όλα τα σπίτια και καταστήματα της ενορίας για να τα αγιάσει και να τα ευλογήσει. Ο αγιασμός βρίσκεται μέσα στο «σικλί», ένα χάλκινο συνήθως δοχείο, που κουβαλάει ο βοηθός του Ιερέα. Σε αυτό βρέχει ο Ιερέας την «αγιαστούρα» του και ραντίζει όλους τους χώρους του σπιτιού ή του καταστήματος. Είναι η στιγμή που η παράδοση μας θέλει τους καλικάτζαρους να τρέχουν φοβισμένοι και να επιστρέφουν στα έγκατα της γης…
 

«Φεύγετε να φεύγουμε,έφτασε ο τουρλόπαπας,με την αγιαστούρα του.Ο παπάς με αγιασμό,οι χωριανοί με το "θερμό".»
…λένε οι καλικάτζαροι και χώνονται στις τρύπες από τις οποίες είχαν βγει δώδεκα ημέρες πριν. Μόλις τελειώσει ο Ιερέας τον αγιασμό του σπιτιού, ο νοικοκύρης δίνει συνήθως χρήματα στον βοηθό του. Παλιά συνηθίζονταν τα χρήματα αυτά να ήταν μεταλλικά κέρματα τα οποία έριχνε ο νοικοκύρης μέσα στο «σικλί», ώστε να αγιασθούν ακόμα και τα λεφτά, όπως έλεγαν. Αφού αγιασθούν οι χώροι του σπιτιού έρχεται η ώρα να μαζευτεί η στάχτη από την φωτιά που έκαιγε στο τζάκι το «Δωδεκαήμερο», η φωτιά δηλαδή που ξεκίνησε με το «Χριστόξυλο». Η στάχτη αυτή θα σκορπιστεί γύρω από το σπίτι, στους στάβλους, ακόμα και στα χωράφια αφού όπως πιστεύεται διώχνει το κακό.Τα έθιμα της ημέρας τελειώνουν αργά το βράδυ όπου πιστεύεται ότι ανοίγουν οι ουρανοί τα μεσάνυχτα. Την ώρα εκείνη, λέει η παράδοση, όποιος ευχηθεί κάτι με όλη του την καρδιά, αυτό θα πραγματοποιηθεί. Αφού κάναμε και την ευχή μας (δεν σας λέω τι ευχήθηκα εγώ – πάει γρουσουζιά δεν λένε;) ήρθε η ώρα να πέσουμε για ύπνο γιατί αύριο πρωί πρωί θα πάμε στην εκκλησία. Ξημερώνουν τα Άγια Θεοφάνεια…
Ανήμερα των Θεοφανείων (6 Ιανουαρίου) Η γιορτινή αυτή ημέρα ξεκινά με τον εκκλησιασμό των πιστών. Στους ναούς ψάλλετε, όπως και την προηγουμένη, η ακολουθία των «Μεγάλων Ωρών». Στην συνέχεια ο Ιερέας και οι πιστοί θα βγουν από τον ναό και θα κατευθυνθούν στο σημείο όπου θα γίνει η «κατάδυση του Σταυρού». Το σημείο αυτό είναι κάποιο λιμάνι, ποτάμι, πηγάδι, δεξαμενή ή απλά μια εξέδρα στο προαύλιο της εκκλησίας πάνω στην οποία, σε ειδικό σκεύος, θα γίνει η τελετή. Οι καμπάνες σημαίνουν χαρμόσυνα και ο Ιερέας ρίχνοντας τον σταυρό στο νερό ψάλει:
«Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου, Κύριε,η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησιςτου γαρ Γεννήτορος η φωνή προσεμαρτύρει σοι,αγαπητόν σε Υιόν ονομάζουσακαι το Πνεύμα εν είδει περιστεράςεβεβαίου του λόγου το ασφαλές.Ο επιφανείς, Χριστέ ο Θεός,και τον κόσμον φωτίσας, δόξα σοι.»
Λευκά περιστέρια ελευθερώνονται και πετούν στον ουρανό ενώ, όπου υπάρχει αυτή η δυνατότητα, πέφτουν στα νερά οι «βουτηχτάδες» για να πιάσουν τον σταυρό. Το έθιμο αυτό ονομάζεται «πιάσιμο του σταυρού», και όποιος βρει τον σταυρό πρώτος θεωρείται ότι είναι τυχερός και ευλογημένος. Τα παλιότερα χρόνια, αυτός που έβρισκε τον σταυρό, τον γυρνούσε στα σπίτια της ενορίας μαζεύοντας χρήματα που είτε κρατούσε ο ίδιος είτε έδινε στους φτωχούς. Αναμφίβολα οι πιο λαμπρές τελετές «κατάδυσης του Σταυρού» είναι αυτές που λαμβάνουν χώρα στα λιμάνια. Ιδιαιτέρως λαμπρή είναι αυτή στο λιμάνι του Πειραιά όπου παρίστανται η θρησκευτική, πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της πατρίδας μας. Μπροστά από τον Ναό του Αγίου Σπυρίδωνα, στον Πειραιά, ρίχνεται ο σταυρός στην θάλασσα ενώ οι «κόρνες» από στρατιωτικά πλοία «χαιρετίζουν» τον Αγιασμό των υδάτων.

 Η γιορτινή ατμόσφαιρα της ημέρας επιβάλει και ένα ανάλογο φαγητό στο μεσημεριανό τραπέζι. Συνηθίζεται αυτό το φαγητό να είναι χοιρινό ενώ σε μερικές περιοχές το φαγητό συνοδεύει ένα ειδικό ψωμί που ονομάζεται «φωτίτσα».Τα έθιμα όμως της ημέρας δεν σταματούν εκεί. Σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, οι χριστιανοί παίρνουν τις εικόνες που έχουν στα σπίτια τους και τις πλένουν σε ποτάμια. Το όμορφο αυτό έθιμο ονομάζεται «πλύσιμο των εικόνων». Επίσης ανήμερα των Θεοφανείων, το απόγευμα, σε πολλά χωριά οι κτηνοτρόφοι και οι γεωργοί, ραντίζουν με αγιασμό τους στάβλους και τα χωράφια τους αντίστοιχα. Έτσι τελειώνει και η δεύτερη ημέρα του «τριημέρου των Φώτων».
Ανήμερα του Αγίου Ιωάννη του Πρόδρομου (7 Ιανουαρίου)Η τελευταία ημέρα του «τριημέρου των Φώτων» είναι μια, η πιο λαμπρή, από τις έξη ημέρες του έτους που έχει αφιερώσει η Εκκλησία μας στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο ή Βαπτιστή. Η ημέρα ξεκινά για τους χριστιανούς με τον εκκλησιασμό. Στους ναούς, κατά την διάρκεια της Θείας Λειτουργίας ακούγεται το απολυτίκιο του Αγίου:
«Μνήμη δικαιου μετ' έγκωμίων σοι δε αρκέσει ή μαρτυρία του Κυρίου Πρόδρομε, ανεδείχθης γαρ όντως και Προφητών σεβασμιώτερος, ότι και εν ρείθροις βαπτίσαι, κατηξιώθης τον κηρυττόμενον, Οθεν της αληθείας ύπεραθλήσας, χαίρων εύηγγελίοω, και τοις εν Άδει, Θεόν φανερωθέντα εν σαρκί, τον αίροντα την άμαρτίαν του κόσμου, και παρέχοντα ημίν το μέγα έλεος.»
Το πιο διαδεδομένο έθιμο της ημέρας έχει να κάνει με το «βρέξιμο» των νιόπαντρων ζευγαριών. Αυτό το έθιμο θέλει να οδηγούνται τα νιόπαντρα ζευγάρια στην παραλία με συνοδεία μουσικής. Εκεί σπρώχνονται από τους παριστάμενους στην θάλασσα οι οποίοι τους εύχονται να ζήσουν και να αποκτήσουν παιδιά.
Έτσι γιορτάζεται το «τριήμερο των Φώτων» στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό, όπου υπάρχουν Έλληνες που κρατούν τις Ελληνικές παραδόσεις. Παραδόσεις που πρέπει όλοι να συμβάλουμε στην συνέχιση τους, τόσο γιατί οφείλουμε να διατηρήσουμε την ταυτότητα μας όσο και γιατί με αυτές οι γιορτινές μέρες ομορφαίνουν και γίνονται μοναδικές.


Ο πρώτος αγιασμός των Θεοφανίων, «η πρωτάγιαση ή φώτιση», γίνεται την παραμονή της γιορτής στην εκκλησία. Ύστερα ο παπάς παίρνει ένα ένα τα σπίτια με το Σταυρό στο χέρι και ραντίζει μ' ένα κλωνί βασιλικό όλους τους χώρους του σπιτιού.
Παλιό έθιμο της Κρήτης, σήμερα ξεχασμένο σχεδόν παντού, ήταν η παρασκευή των Φωτοκόλλυβων την παραμονή των Φώτων. Από τα Φωτοκόλλυβα (βρασμένο σιτάρι με όσπρια) έτρωγαν οι νοικοκύρηδες αλλά έδιναν και στα ζώα τους για καλή υγεία και καλή τύχη στο σπιτικό τους.
Ο μεγάλος αγιασμός γίνεται ανήμερα τα Θεοφάνια στις 5 Ιανουαρίου. Μια μεγάλη πομπή σχηματίζεται και παίρνει το δρόμο που οδηγεί στη θάλασσα ή σε κάποιο ποτάμι, μπορεί και σε μια δεξαμενή. Μπροστά τα εξαπτέρυγα, πίσω οι παπάδες με τα καλά τους άμφια, ύστερα οι αρχές του τόπου και παραπίσω το πλήθος. Στις πόλεις η πομπή γίνεται πιο πλούσια με τη μουσική και τη στρατιωτική παράταξη.
Όταν γίνει ο αγιασμός, ρίχνει ο παπάς το Σταυρό στο νερό, πραγματοποιώντας έτσι τον Αγιασμό των Υδάτων.
Πηδούν κάποιοι τολμηροί στα παγωμένα νερά και συναγωνίζονται ποιος θα τον πρωτοπιάσει. Αυτός που θα τον ανεβάσει στην επιφάνεια θεωρείται ότι θα έχει καλή τύχη κι υγεία για όλο το χρόνο.
 Λατρευτικές παραδόσεις Θεοφανίων
 - Φυγή καλικάντζαρων
Τα ΘεοφάνιαΘεοφάνεια) είναι μεγάλη ετήσια χριστιανική εορτή της ανάμνησης της Βάπτισης του Ιησού Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό από τον Άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή(¹). Εορτάζεται στις 6 Ιανουαρίου και είναι η τρίτη και τελευταία εορτή του Δωδεκαημέρου (εορτών των Χριστουγέννων). Το όνομα προκύπτει από την φανέρωση των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδας που συνέβη σύμφωνα με τρεις σχετικές ευαγγελικές περικοπές. Η εορτή των Θεοφανίων λέγεται επίσης και Επιφάνια και ΦώταΕορτή των Φώτων).Σε αυτή την εορτή γιορτάζουν τα ονόματα Φωτεινή και Ουρανία.
Η εορτή των Θεοφανίων περικλείει και πολλές εκδηλώσεις που αποτελούν διαιώνιση αρχαίων (ελληνικών) εθίμων. Στην αντίληψη του Ελληνικού λαού τα Θεοφάνια είναι «Μεγάλη γιορτή Θεότρομη». Για μερικές μάλιστα περιφέρειες της Μακεδονίας (Δυτικής) αποτελούν τη μεγαλύτερη γιορτή του έτους και κάθε καινούργιο ρούχο το «πρωτοφορούν στα Φώτα για να φωτιστεί».

Αλλά και κατά τη δογματική η Βάπτιση του Χριστού συμβολίζει τη παλιγγενεσία του ανθρώπου έχοντας έτσι μεγάλη σημασία, γι΄ αυτό και μέχρι το Δ΄ αιώνα οι χριστιανοί γιόρταζαν Πρωτοχρονιά στη Βάπτιση του Χριστού στις 6 Ιανουαρίου.

Βασική τελετουργία των Θεοφανίων είναι ο «αγιασμός των υδάτων» με τη κατάδυση του Σταυρού κατά μίμηση της Βάπτισης του Θεανθρώπου. Στην ελληνική εθιμολογία όμως, ο εν λόγω Αγιασμός έχει και την έννοια του καθαρμού, του εξαγνισμού των ανθρώπων καθώς και της απαλλαγής του από την επήρεια των δαιμονίων. Η τελευταία δε αυτή έννοια δεν είναι ασφαλώς αυστηρά χριστιανική, αλλά έχει ρίζες στην αρχαία λατρεία. Στα περισσότερα μέρη της Ελλάδας ο αγιασμός γίνεται για πρώτη φορά (στις μέρες αυτές) τη παραμονή των Θεοφανίων που λέγεται «μικρός αγιασμός» ή «Πρωτάγιαση» ή «Φώτιση». 
Με τη πρωτάγιαση ο ιερέας γυρίζει όλα τα σπίτια και με το Σταυρό και ένα κλωνί βασιλικό «αγιάζει» ή «φωτίζει» (ραντίζει) τους χώρους των σπιτιών. Η πρωτάγιαση είναι και το αποτελεσματικό μέσο με το οποίο τρέπονται σε άγρια φυγή οι καλικάντζαροι εκτός από το άναμμα μιας μεγάλης υπαίθριας φωτιάς.
Ο Μεγάλος όμως Αγιασμός γίνεται ανήμερα των Θεοφανίων εντός των Εκκλησιών σε ειδική εξέδρα στολισμένη επί της οποίας φέρεται μέγα σκεύος γεμάτου ύδατος. Στη συνέχεια γίνεται η κατάδυση του Σταυρού στη Θάλασσα ή σε γειτονικό ποταμό ή λίμνη ή και στην ανάγκη σε δεξαμενή (όπως στην Αθήνα). 
Η κατάδυση του Σταυρού, κατά τη λαϊκή πίστη δίνει στο νερό καθαρτικές και εξυγιαντικές ικανότητες. Οι κάτοικοι πολλών περιοχών μετά τη κατάδυση τρέχουν στις παραλίες της θάλασσας ή στις όχθες ποταμών ή λιμνών και πλένουν τα αγροτικά τους εργαλεία ακόμη και εικονίσματα. Κατά τη κοινή λαϊκή δοξασία ακόμη και τα εικονίσματα με το πέρασμα του χρόνου χάνουν την αρχική δύναμη και αξία τους που την αποκτούν όμως εκ νέου από το αγιασμένο νερό.

Αυτή ακριβώς η διαδικασία δεν αποτελεί παρά μόνο ακριβώς πιστή επιβίωση των αρχαίων δοξασιών. Οι αρχαίοι π.χ. Αθηναίοι είχαν τη τελετή (διαδικασία) των γνωστών «Πλυντηρίων» όπως την αποκαλούσαν κατά την οποία μετέφεραν «εν πομπή» στην ακτή του Φαλήρου το άγαλμα της Αθηνάς. Εκεί το έπλεναν με θαλασσινό νερό για να το καθαρίσουν από ρίπους και να ανανεωθούν οι ιερές δυνάμεις του αγάλματος.

Σήμερα οι γυναίκες πολλών περιοχών επαναλαμβάνουν αυτό το αρχαίο έθιμο το πλύσιμο των εικόνων συνδυαζόμενο όμως και με άλλες πράξεις της μεσαιωνικής και αρχαίας μαγείας. Όπως στη Πλάκα της Μυτιλήνης που την ώρα που βουτούν οι βουτηχτάδες να πιάσουν τον Σταυρό οι γυναίκες την ίδια στιγμή «παίρνουν με μια κρατούνα (= νεροκολοκύθα) νερό από 40 κύματα κι έπειτα με βαμβάκι που βουτούν σ΄ αυτό καθαρίζουν τα εικονίσματα χωρίς να μιλούν σε όλη αυτή τη διαδικασία («άλαλο νερό») και στη συνέχεια το νερό το ρίχνουν σε μέρος που δεν πατιέται (σε χωνευτήρι της εκκλησίας)».
Απολυτίκιο Θεοφανίων
«Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε
η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις
του γαρ Γεννήτορος η φωνή προσεμαρτύρει Σοι
αγαπητόν Σε Υιόν ονομάζουσα
και το Πνεύμα εν είδει περιστεράς
εβεβαίου του λόγου το ασφαλές
Ο επιφανείς Χριστέ ο Θεός
Και τον κόσμον φωτίσας δόξα Σοι»

 http://el.wikipedia.org/




Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

Η ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΤΣΟΥΡΕΚΙ ...ΟΠΩΣ ΠΑΛΙΑ.

Ή βασιλόπιτα γιά τήν Πρωτοχρονιά πρέπει νά είναι τσουρέκι. Έτσι τήν κάναμε παλιά. Τώρα , πολλές νοικοκυρές τήν φτιάχνουν κέικ γιατί δέν θέλουν νά κουράζονται. Ακόμα χειρότερα,...τήν αγοράζουν έτοιμη από τό ζαχαροπλαστείο ή τό σούπερ μάρκετ {!!!}...
Λοιπόν , δέν είναι δύσκολη ή βασιλόπιτα τσουρέκι καί μέ τήν όλη διαδικασία καταλαβαίνουμε καί τίς γιορτές .
Υλικά
1 καί 1/2 αλεύρι δυνατό {αυτό γιά τσουρέκια}
4-5 φακελάκια ξερή μαγιά
1 κούπα χλιαρό νερό
2 καί 1/2 κούπες ζάχαρη
1/2 κουταλάκι γλυκού αλάτι
1  κουταλιά  σούπας μαχλέπι
1/2 κουταλιά σούπας κακουλέ
{προτιμούμε τά ολόκληρα καί τά σπάμε στό χαβάνι...όχι τά αλεσμένα γιατί δέν έχουν επαρκές άρωμα καί γεύση}
1/2 κούπα καυτό γάλα
7 αβγά
1 καί 1/2 κούπας βούτυρο.

Εκτέλεση

 

Τό χλιαρό νερό τό προσθέτουμε στήν μαγιά καί βάζουμε καί αλεύρι νά γίνει μιά υδαρή ζύμη.
Αφήνουμε σκεπασμένη νά διπλασιασθεί.
Ετοιμάζουμε τά υπόλοιπα υλικά. Βάζουμε σέ λεκάνη τήν ζάχαρη τά αβγά ,αλάτι ,μαχλέπι , κακουλέ, ...ανακατεύουμε τά υλικά νά ενωθούν καί προσθέτουμε τό γάλα ενώ συνεχίζουμε νά ανακατεύουμε.
Ρίχνουμε καί τό μίγμα τής μαγιάς καί προσθέτουμε αλεύρι νά γίνει μιά μαλακή αφράτη ζύμη. Δέν χρειάζεται ιδιαίτερο ζύμωμα .
Τώρα ήρθε ή σειρά τού βούτυρου. Τό έχουμε θερμάνει σέ κατσαρολάκι καί παίρνουμε λίγο - λίγο μέ μιά κουτάλα καί ρίχνουμε στό ζυμάρι τό οποίο , εδώ προσοχή, δέν ζυμώνουμε αλλά...διπλώνουμε. Τραβάμε ελαφρά μέρη τής ζύμης τό ένα πάνω στό άλλο γιά νά απορροφήσει τό βούτυρο. Αυτό συνεχίζετε έως νά τελειώσει τό βούτυρο. Όσο περισσότερο τό διπλώνουμε τόσο καλύτερα γιατί τό αποτέλεσμα είναι αυτό  τό χαρακτηριστικό πού έχουν τά τσουρέκια...γίνετε κορδονάτο.
 

Αφήνουμε σκεπασμένη τήν λεκάνη μέ τό ζυμάρι σέ ζεστό μέρος γιά 2 ώρες περίπου , νά διπλασιασθεί. Θερμαίνουμε τόν φούρνο στούς 180 βαθμούς . Τοποθετούμε τήν φουσκωμένη ζύμη σέ ταψί, βάζουμε καί τό φλουρί, καί αφού αφήνουμε γιά 30 λεπτά νά ξαναφουσκώσει λίγο , φουρνίζουμε γιά 40 λεπτά .

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ

Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2015

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΑΙ ΕΥΛΑΒΙΚΑ


Την άγια νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη λυγούν τα πόδια
και προσκυνούν γονατιστὰ στη φάτνη τους τ᾿ άδολα βόδια.
Κι᾿ ο ζευγολάτης ξάγρυπνος θωρώντας τα σταυροκοπιέται
και λέει με πίστη απ᾿ της ψυχής τ᾿ απόβαθα, Χριστὸς γεννιέται!

Την άγια νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη κάποιοι ποιμένες
ξυπνούν απὸ φωνὲς ύμνων μεσούρανες στη γη σταλμένες.
Κι᾿ ακούοντας τα Ωσαννὰ απ᾿ αγγέλων στόματα στο σκόρπιο αέρα,
τα διαλαλούν σε χειμαδιὰ λιοφώτιστα με τη φλογέρα.

Την άγια νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη - ποιὸς δεν το ξέρει; -
των Μάγων κάθε χρόνο τα μεσάνυχτα λάμπει τ᾿ αστέρι.
Κι᾿ όποιος το βρει μέσ᾿ στ᾿ άλλα αστέρια ανάμεσα και δεν το χάσει
σε μιὰ άλλη Βηθλεὲμ ακολουθώντας το μπορεί να φτάσει.
Νύχτα Χριστουγεννιάτικη
(Γεώργιος Δροσίνης)

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2015

ΚΟΥΡΑΜΠΙΕΔΕΣ : ΤΟ ΧΙΟΝΙ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗΣ ΚΟΥΖΙΝΑΣ

ΚΟΥΡΑΜΠΙΕΔΕΣ

 1 κιλό φρέσκο βούτυρο γάλακτος
1 κούπα ζάχαρη άχνη
1\2  κιλού αμύγδαλα χοντροκομμένα
4 κρόκοι αυγών
1 κουταλάκι γλυκού σόδα κοφτό
2 κουτάλια σούπας κονιάκ
2κιλά αλεύρι
2 κιλά άχνη για τύλιγμα
Ανθόνερο για ράντισμα.
Εκτέλεση
Καβουρδίζουμε τ΄ αμύγδαλα  και τά  χοντροκόβουμε   στο χαβάνι ή το μπλέντερ.  Χτυπάμε  σε μια λεκάνη το βούτυρο  να αφρατέψει και να ασπρίσει  και ρίχνουμε  μέσα τ΄ αυγά , τ΄ αμύγδαλα , το κονιάκ,  την σόδα,  και τέλος το αλεύρι σιγά- σιγά όσο πάρει μέχρι να γίνει μια μαλακή ζύμη πού δεν κολλά  στα χέρια.  {το αλεύρι πού παίρνει συνήθως αυτή η δόση  όταν την φτιάχνουμε  εμείς είναι  περίπου 1200 γραμ. }
Πλάθουμε τους κουραμπιέδες στρογγυλούς παραδοσιακά    με μια δαχτυλιά πλαγίως για να έχει μια λακουβίτσα να κάτσει η άχνη.  Ψήνουμε σε μέτριο φούρνο {180ο}  για περίπου 20- 25 λεπτά  να ροδίσουν ελαφρώς  και  με το ξεφούρνισμα  τους ραντίζουμε με  ανθόνερο.
Τους βάζουμε σε πιατέλα με την σειρά και πασπαλίζουμε κοσκινίζοντας ζάχαρη άχνη. Κάθε σειρά παίρνει και την δική της ζάχαρη.
Είναι πεντανόστιμοι.
Και του χρόνου με υγεία.
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ.
ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2015

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΕΣ ΔΙΠΛΕΣ ΜΕ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ ΜΕΛΙ ΚΑΙ ΚΑΡΥΔΙΑ.

1 ποτήρι του κρασιού λάδι
1 ποτήρι του κρασιού πορτοκάλι
½ κουταλάκι σόδα
2 κουταλιές  ζάχαρη
2 ποτήρια του κρασιού χλιαρό νερό
1 κιλό αλεύρι για όλες τις χρήσεις ή κόκκινη φαρίνα


Ζύμωσε το αλεύρι προσθέτοντας το λάδι, το πορτοκάλι με την σόδα, 2 κουταλιές  ζάχαρη και το νερό όσο πάρει, να γίνει μια ζύμη όχι πολύ σκληρή . Άφησε μισή ώρα νά ηρεμίσει.
Κόψε το ζυμάρι σε κομμάτια, τόσο ώστε να είναι αρκετό για να ανοιχτεί ένα φύλλο και στην συνέχεια κόψε σε λωρίδες 2 δάκτυλα πλατιά και τύλιξέ το με ένα πιρούνι σαν σαλιγκάρι
 

Βάλε το λάδι να κάψει και ρίξε τις δίπλες να ψηθούν.
Βάλε τις δίπλες σε πιατέλα και πασπάλισέ τες με μέλι και καρύδια.

Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2015

Τά Χριστούγεννα τού κύρ Μανώλη

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΚΥΡ ΜΑΝΩΛΗ
Ένα διήγημα του π.Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου

Δρ. Θεολογίας και Οικονομικών Επιμέλεια Σοφία Ντρέκου 

Τά Χριστούγεννα στην Πόλη γιορτάζονται ταπεινά. Καί ὅταν λέμε ταπεινά, ἐννοοῦμε τήν ἀφαίρεση τῆς ἐξωτερικῆς λαμπρότητας καί τήν καλλιέργεια τοῦ ἐσωτερικοῦ κάλλους. Κάτι, τό μή χριστιανικό περιβάλλον, κάτι, ἡ βαριά κληρονομιά τῆς λειτουργικῆς παραδόσεως, ὁδηγοῦν σ᾽ αὐτό τό κατανυκτικό ἦθος.

Ἔτσι θά περνοῦσαν καί τά Χριστούγεννα ἐκεῖνα γιά τόν κύρ Μανώλη τό λουστραδόρο. Μάστορας στή δουλειά του. Δούλευε μέ μεράκι τά ἔπιπλα, σάν καλλιτέχνης πραγματικός, χωρίς νά βιάζεται καί χωρίς νά λογαριάζει τό κέρδος ἤ τη ζημιά. Ὅ,τι περνοῦσε ἀπό τό χέρι του ἔπρεπε νά λάμπει «ἡλίου φαεινότερον», ὅπως ἔλεγε ὁ ἴδιος. Καί προσέθετε:

- Προπάντων, ὅμως, προσοχή στό βάθος τῆς λάμψης, μιᾶς καί εἶναι εὔκολο νά λάμπει ἡ ἐπιφάνεια, ἀλλά ἡ ἐπιτυχία βρίσκεται στό πῶς θά ᾽ρχεται τό φῶς.

 
Τό «βάθος τῆς λάμψης». Αὐτή ἦταν ἡ ἰδεολογία τοῦ κύρ Μανώλη. Μπορεῖ καί νά μήν ἦταν ἡ ἰδεολογία μόνο δική του. Μπορεῖ καί νά μετέφερε πάνω του μία χιλιόχρονη παράδοση πού ἔπλασε τό φῶς στό βάθος κι ἄφησε τήν ἐπιφάνεια στό περιθώριο. Ἡ γυναίκα του, βέβαια, ἡ Πολυξένη, διαφωνοῦσε μ᾽ ὅλα αὐτά.

- Τό μεροκάματο δέν βγαίνει μέ φιλοσοφίες, τοῦ ᾽λεγε. Αὐτό πού κάνεις οὔτε ὁ Θεός δέν τό θέλει. Ὁ Πανάγαθος ὅρισε νά κερδίζουμε τό ψωμί μας με τόν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου μας κι ὄχι με τόν ἱδρῶτα τριῶν προσώπων. Ἐκεῖνος θά τό ᾽θελε ἀλλιῶς γιατί ξέρει πιό καλά ἀπό σένα.


Ὁ κύρ Μανώλης ὅμως δέν καταλάβαινε ἀπό τέτοια. Πάνω ἀπό ὅλα ἦταν ἡ λάμψη. Ἀλλά τό παράπονο τῆς Πολυξένης τῆς «πολύπαθης», ὅπως ἔλεγε μόνη της γιά τόν ἑαυτό της, ἦταν κι ἄλλο. Ὁ ἄντρας της, ὁ προκομμένος, εἶχε τό ἐργαστήρι κάτω στό Γαλατά, κοντά στόν Ἅγιο Νικόλαο. Τό σπίτι του βρισκόταν στούς πρόποδες τοῦ λόφου τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, στό Σταυροδρόμι. Ἦταν μία ἀπόσταση πού δέν ἐπέτρεπε στην πληθωρική Πολυξένη νά ἐλέγχει τά συμβαίνοντα στό ἐργαστήρι.


Καθώς ἦταν ἀνοικτή καρδιά ὁ κύρ Μανώλης, εἶχε πολλές κοινωνικές σχέσεις μέ ἄλλους μαστόρους τῆς περιοχῆς τοῦ Γαλατᾶ. Τά κουτσόλεγαν στό ἐργαστήρι του, πού εἶχε γίνει χῶρος συζητήσεων, φιλοσοφικῶν καί κοινωνικῶν. Ἦταν σάν ἕνα μικρό καφενεῖο, ὅπου οἱ συζητήσεις γιά τά τρέχοντα θέματα ἦταν στήν ἡμερησία διάταξη.

Ποιός ψάλτης εἶπε πιό κατανυκτικά τό δοξαστικό τῆς Κυριακῆς; Ποιός δεσπότης τηροῦσε τό περίφημο πολίτικο τυπικό; Ποιά παράδοση ἔφερε νά ψάλλονται δύο καταβασίες τά Χριστούγεννα; Κι ἄλλα πολλά πού ἔβγαζαν πάντοτε τόν κύρ Μανώλη ἔξω ἀπό τόν ρυθμό τῆς δουλειᾶς του. Ἀναγκαζόνταν, τότε, νά δουλέψει ὡς τά μεσάνυχτα γιά νά προλάβει τό χαμένο χρόνο καί μερικές φορές κοιμόταν καί μέσα στο ἐργαστήρι, ἐπειδή ἦταν δύσκολο νά πάει στό σπίτι του, λόγω τοῦ προχωρημένου τῆς ὥρας. Τότε ἦταν πού ἡ Πολυξένη ἔχανε τ᾽ αὐγά καί τά καλάθια ἀπό τά νεῦρα της. Καί μεροκάμματο δέν ἔβγαινε καί ἄντρα δέν εἶχε. Ἔστηνε στήν πόρτα τόν ἄντρα της λέγοντας:

 
- Θά σέ ξετινάξουν ὅλοι αὐτοί, στήν ψάθα θά πεθάνεις. Καί ἐκεῖνος ἀπαντοῦσε:


- Μά εἶναι καλά παιδιά καί γιά τό Χριστό μιλᾶμε. Καί μήν ξεχνᾶς πῶς οἱ ἄνθρωποι ἔχουν μέσα τους φῶς, πολύ φῶς. Λίγο νά σταθεῖς μπροστά τους, λίγο νά τούς καλομιλήσεις καί θά βρεθεῖς κατάματα με τό Χριστό. Ἔχουν κι οἱ ἄνθρωποι λάμψη, Πολυξένη μου.

Ἡ Πολυξένη, ὅμως, δέν καταλάβαινε ἀπό τέτοια. Ἔβλεπε τά παιδιά της, καί τήν ἴδια, νά ζοῦνε φτωχικά. Ὅλα τ᾽ ἄλλα ἦταν δεύτερα.

Ἦταν παραμονή τῶν Χριστουγέννων. Ἡ Πολυξένη εἶχε ἀπό τό πρωί δώσει τίς ὁδηγίες καί τά διαγγέλματά της στον ἄνδρα της.

- Τό ἀργότερο στίς ὀκτώ τό βράδυ θά εἶσαι στο σπίτι, οὔτε λεπτό καθυστέρηση. Ὅπως γυρνᾶς ἀπό τό Πέρα, ψώνισέ μου κουκουνάρια γιά τή γαλοπούλα, παστουρμά, σουτζούκι, τυρί, κασέρι, καί δύο κιασέδες γιαούρτι γιά νά νιώσουμε κι ἐμεῖς οἱ φτωχοί τή χρονιάρα μέρα.

Ὁ κύρ Μανώλης ἄκουγε τά διαγγέλματα. Δέν μποροῦσε νά κάνει καί κάτι ἄλλο.

- Κρίμα πού ἡ Πολυξένη δέν εἶχε γίνει συνταγματάρχης, σκεπτόταν, θά εἶχε τήν πιό δυναμική στρατιωτική μονάδα, κρίμα στή γυναίκα, πηγαίνει χαμένη μέ μένα τόν κακομοίρη.

Ἀπαντοῦσε ὅμως σταράτα:

- Ναί Πολυξένη μου, ὅλα θά γίνουν ὅπως θέλεις.

Καί πράγματι, ὅλα ἔγιναν ὅπως ἤθελε ἡ Πολυξένη. Στίς 8 ἡ ὥρα ὁ κύρ Μανώλης κατηφόριζε τή μεγάλη κατηφόρα τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου. Στό βάθος, στό τέλος τοῦ μεγάλου δρόμου, φαινόταν ἤδη τό σπίτι του. Τότε συνέβη τό ἔκτακτο. Ἐκεῖ, σε κάποιο ἀριστερό στενάκι ὑπῆρχε τό μικρό ταβερνάκι τοῦ Φώτη τοῦ Κάβουρα. Κάβουρα τόν ἔλεγαν λόγῳ τῶν ἀργῶν κινήσεων μέ τίς ὁποῖες περπατοῦσε. Καλή καί ἄδολη καρδιά ὁ Φώτης, διατηροῦσε αὐτό τό μικρό κατάστημα, ὅπου μαζεύονταν οἱ ἄντρες τῆς γειτονιᾶς καί τά κουτσόπιναν τά βραδάκια. Ἐκεῖνο τό βράδυ, λόγῳ τῆς παραμονῆς, πελατεία δέν ὑπῆρχε, μόνο ἕνας, κι ὁ Φώτης πού περιδιάβαινε μέ τή ματιά του τούς διαβάτες τῆς κατηφόρας. Τότε εἶδε τόν κύρ Μανώλη.

- Γειά σου, Μανώλη, σπάνια σέ βλέπουμε πιά.

- Ναί, ἀπάντησε ὁ κύρ Μανώλης, οἱ δουλειές βλέπεις.

- Ἔλα νά τά ποῦμε γιά λίγο μέσα.




Ὁ κύρ Μανώλης κοντοστάθηκε. Ἡ Πολυξένη περίμενε στο σπίτι, ἀλλά κι ἡ πρόσκληση ἦταν πρόκληση. Τό σκέφτηκε. Θά καθόταν δέκα λεπτά καί μετά θά συνέχιζε. Δέκα λεπτά δέν ἦταν τίποτε. Μπῆκαν μέσα καί κάθισαν σέ μία γωνιά, μιλώντας γιά τά Χριστούγεννα. Γιά τήν πρωινή λειτουργία. Γιά τά τροπάρια πού θά εἶχε τό τυπικό καί ἄλλα παρόμοια. Εἶχαν σχεδόν ξεχάσει πώς στό κατάστημα ὑπῆρχε κι ἕνας, ὁ μοναδικός, πελάτης. Τόν θυμήθηκαν ὅταν ξερόβηξε, λίγο, λέγοντας σέ σπασμένα Ἑλληνικά:

Θέλω ἕνα ποτήρι ἀπ᾽ τό γλυκό κρασί.

Καί σάν νά ἤθελε νά ἁρπάξει τήν εὐκαιρία εἶπε:

- Αὔριο ἐσεῖς οἱ ρωμηοί, ἔχετε μεγάλη γιορτή.

Οἱ δύο μας φίλοι στάθηκαν ἀμήχανοι, μ᾽ ἕναν τοῦρκο πάντα πρέπει νά εἶσαι κουμπωμένος. Ἐκεῖνος, σαν νά κατάλαβε, εἶπε:

Μέ λένε Τζεμίλ, μεγάλωσα σέ ρωμαίικο μαχαλά καί ξέρω κάτι λίγα ἑλληνικά. Εἶμαι μόνος, χωρίς οἰκογένεια, ξωμάχος τῆς ζωῆς. Σᾶς ρώτησα γιά τή γιορτή σας. Τί γιορτάζετε αὔριο;

Φαινόταν τίμιος καί εἶχε καθαρή ματιά. Ἔνιωθες ἐμπιστοσύνη. Ὁ κύρ Μανώλης πῆρε θάρρος.

- Νά, πῶς νά στο πῶ, αὔριο γεννήθηκε ἡ ἀγάπη. Ὁ Τζεμίλ σοβάρεψε πολύ.

- Πῶς γεννιέται ἡ ἀγάπη; Ἔχει πρόσωπο;

- Γι᾽ αὐτό γεννήθηκε ἀκριβῶς, ἐπειδή ἔχει πρόσωπο καί θέλει νά μᾶς δεῖ κατά πρόσωπο, ἀπάντησε ὁ κύρ Μανώλης. Καί συνέχισε:

- Ξέρεις; Ἡ ἀγάπη πού γεννήθηκε εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Ὁ Τζεμίλ ἀντέδρασε.

- Ὁ Θεός οὔτε γεννιέται, οὔτε ἔχει πρόσωπο.

- Φίλε μου Τζεμίλ, εἶπε ὁ κύρ Μανώλης, γι᾽ αὐτό ἀκριβῶς εἶναι ἀγάπη, ἐπειδή καταδέχτηκε νά γεννηθεῖ καί νά μᾶς δεῖ στο πρόσωπό μας, μέσα μας, βαθιά μας. Θέλει νά βρεῖ τη λάμψη πού ἔχουμε μέσα μας καί νά τήν κάνει φωτιά.

Ὁ Τζεμίλ σώπασε. Ἄκουγε μέ προσοχή τόν κύρ Μανώλη. Ὁ Μανώλης, ὁ λουστραδόρος, εἶχε γίνει ὁλόκληρος μια φωτιά πού ἔλαμπε. Σώπασαν καί οἱ δύο. Μετά ἀπό ὥρα ψιθύρισε ὁ Τζεμίλ:

Κι ἀφοῦ ὁ Θεός σας εἶναι ἀγάπη ἐσύ πῶς θά μοῦ τό ἀποδείξεις;

Ὁ Μανώλης μάζεψε τά φρύδια καί εἶπε, ψιθυρίζοντας:

- Νά τ᾽ ἀποδείξω δέν μπορῶ μέ λόγια, ἀλλά μόνο ἄν χρειαστεῖ νά κάνω μιά θυσία γιά σένα, τότε θά τό καταλάβεις.

Ὁ Τζεμίλ εἶπε φωναχτά:

- Κάνε μια θυσία γιά μένα. Θέλω νά καταλάβω τήν ἀγάπη πού γίνεται ἄνθρωπος ἤ μάλλον νά καταλάβω πῶς εἶναι ὁ ἄνθρωπος ὅταν ἔχει τήν ἀγάπη;

Ὁ κύρ Μανώλης δέν σκέφτηκε καί πολύ. Οἱ θυσίες δέν προγραμματίζονται, ἔρχονται ξαφνικά, ἀρκεῖ νά τίς ἀξιοποιήσεις. Κάθισε, ἐκεῖ, στό ταβερνάκι, ὅλη τή νύχτα μέ τόν Τζεμίλ. Δέν ἦταν δά καί τόσο δύσκολο. Κάθε μέρα ξενυχτοῦσε γιά νά φτάσει στη «λάμψη τήν ἐσωτέρα», γιά νά βρεῖ τήν κοινωνία μέ τόν ἄλλο.

Ἔτσι πέρασε ὅλη τή νύχτα καί τό πρωί τράβηξε γιά τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο γιά ν᾽ ἀκούσει: «Δεῦτε ἴδωμεν πιστοί ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός». Ἕνα ἦταν σίγουρο. Ἐκεῖνο τό βράδυ μέσα στό καπηλειό τοῦ Φώτη ἐγεννήθη ὁ Χριστός. Πάντοτε ἔτσι γεννιέται, στά ταπεινά καί στά μοναχικά. Γεννιέται ἐκεῖ πού ἡ λάμψη δέν εἶναι ἐξωτερική. Ἔτσι γιόρτασαν τά Χριστούγεννα ἐκεῖνα στην Πόλη. Ἔτσι πάντα τά γιορτάζουν. Μέ τή φωταυγή ἀχτίδα τοῦ ἐσωτέρου φωτός. Καί μετά ἔρχονται πάντα οἱ Ἡρῶδες. Καί στή διήγησή μας αὐτή, τό μαρτύριο γιά τόν κύρ Μανώλη ἦρθε ἀπό τήν Πολυξένη, τήν πολύπαθη καί κουρασμένη, πού ξεχνοῦσε ὅμως νά καταλάβει τή λάμψη πού εἶχε κοντά της, τόν κύρ Μανώλη, ἕνα ἀκόμη σημεῖο τῆς φανέρωσης τοῦ Κυρίου πάνω στή γῆ.
† π.Κ.Σ.


Πηγή: Αὐτοτελές ἀπόσπασμα μέσα ἀπό το βιβλίο «Τό σταυροδρόμι τῆς καρδιᾶς μου», Σελίδα 85, ἐκδόσεις «Φιλοκαλία», Μάϊος 2002.

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015

Ο σοφράς

SOFRAS

Σοφράς

Ο σοφράς ειναι ένα χαμηλό κυκλικό τραπεζακι. Όταν είναι αδρανές κρεμιέται στον τοίχο. Τα τραπεζάκια αυτά με χαμηλά πόδια είναι κάτι κοινό στις μουσουλμανικές χώρες και έχουν ασιατική προέλευση.
Το σχημα τους εξυπηρετει πολλους πρακτικους λογους:
  1. Ολοι οι παρακαθήμενοι εισαπεχουν απο το κεντρο και μπορουν να τσιμπισουν τα φαγητα που βρισκονται στο κεντρο. Ας μην ξεχαναμε οτι οι παλαιοί αφου καθονταν σταυροπόδι, (οκλαδόν) γυρω απο το σοφρα (στρογγυλοκαθόντουσαν δηλαδη) ετρωγaν με τα χερια, τσιμπουσαν ενα κοματι απο την κεντρικη πιατελα ή Πινάκιο και το ετρωγαν. Αν ηταν νοστιμο εγλυφαν και τα δακτυλά τους.
  2.  
    Ειναι μικρο και ελαφρύ με χαμηλά ποδια και μπορει να κρεμαστει με ενα γερό γύφτικο καρφί στον τοίχο ελευθερωνωντας πολυτιμο χώρο. Το σοφρά εννοουνε σε πολλά μερη οταν λενε "σηκώστε να χορέψουμε" και οχι 'σηκωθήτε να χορέψουμε'. 
     Του κρεμάσαμε τα κουτάλια
    Οι σουπες βεβαια δεν τρωγωντουσαν με τα χερια αλλά με ξυλινα κουτάλια ατομικης χρησης. Ο καθενας ειχε το δικο του. Το χερουλι του ειχε μια τρυπα που περνουσε μια θηλεια απο σπαγκο. Τα κουταλια κρεμοντουσαν στον τοιχο για να μπορει ευκολα να βρει κανεις το δικο του. Αν αργουσε να προσέλθει του κρεμουσαν το κουταλι.

    Εφαγε το καταπέτασμα

    Ο σοφρας, σε πιο επισημες περιπτωσεις, εκαλυπτετο με ενα τραπεζομαντηλο η καταπετασμα. Οταν λεμε εφαγε το καταπετασμα εννοουμε εφαγε και και οσα (ψιχουλα ή κομματια φαγητου) ειχαν πεσει πανω σε αυτο. 

    πηγή

Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2015

ΕΝΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΧΩΡΙΑΤΙΚΟ ΨΩΜΙ ΜΕ ΠΡΟΖΥΜΙ.

Τό γνωστό "χωριάτικο ψωμί " όπως τό ξέρουμε , είναι αυτό πού πλάθετε μέ προζύμι καί μόνο προζύμι. Τό αποτέλεσμα είναι ένα μεστό, γλυκό καί πραγματικά χορταστικό ψωμί.
Άς δούμε λοιπόν τόν παραδοσιακό τρόπο ζυμώματος.
Μέ τήν φράση "πιάνω τό προζύμι" , εννοείτε πώς τό προζύμι πού έχουμε στήν άκρη από τό προηγούμενο ζύμωμα , τό αναζωγονοποιούμε. Αυτό γίνετε μέ τήν προσθήκη ολίγου θερμού ύδατος καί μέ αλεύρι . Δηλαδή ξαναζωντανεύουμε τό προζύμι καί αρχίζουν νά ενεργοποιούνται οί ζυμομύκητες.
Τί κάνουμε, παίρνουμε τό "στάσιμο" προζύμι, τού ρίχνουμε λίγο νεράκι ζεστό καί λίγο αλεύρι καί τό ανακατεύομε νά ενωθούν τά υλικά. Τό τελικό αποτέλεσμα είναι μιά ολίγον ρευστή μάζα καί όχι ζυμάρι.  Μετά τό σκεπάζουμε μέ πετσέτα καί τό βάζουμε σέ θερμό μέρος νά αρχίσει νά γίνετε ή ζύμωση καί νά διογκωθεί καί νά δημιουργήσει φουσκάλες , πράγμα πού δηλώνει πώς έχει γίνει ό "βρασμός" από τούς ζυμομύκητες πού ξαναζωντάνεψαν.
Αυτό πού πρέπει νά ξέρουμε είναι πώς ό σημαντικότερος ρόλος δέν είναι τό πόσο θερμό είναι τό μέρος πού θά τό τοποθετήσουμε γιά νά γίνει , αλλά ό χρόνος πού θέλει από μόνο του νά ενεργοποιηθεί.
Έτσι, συχνά θά ήταν καλό νά ξέρετε πώς τό προζύμι τό "έπιαναν" από τό βράδυ γιά νά έχει τόν χρόνο του καί αυτό , αλλά καί ή νοικοκυρά πού θά πλάσει τήν άλλη ημέρα.
Τώρα. Έχοντας  έτοιμο τό προζύμι , σέ μιά λεκάνη βάζουμε 7 κούπες αλεύρι σταρένιο γιά νά φτιάξουμε 2 καρβέλια ψωμί,  ρίχνουμε δύο κουταλιές τής σούπας κοφτές αλάτι ,{τό πόσο αρμυρό θέλουμε τό ψωμί μας τό κανονίζουμε μέ τήν γεύση μας }, ανακατεύουμε καί προσθέτουμε στό κέντρο σέ λακκουβίτσα τό προζύμι πού είναι περίπου 2 μέ 2 μιση κούπες τού τσαγιού σέ ποσότητα.
 

Πλάθουμε τόν άρτο μας , όχι μέ τίς γροθιές μας αλλά, μέ τίς παλάμες μας. Ή διάρκεια τού ζυμώματος είναι όσο θά νιώσουμε καί θά δούμε πώς τό ζυμάρι είναι λείο καί ομοιόμορφο πού σημαίνει πώς έχουν ενωθεί τά υλικά.
Μετά σκεπάζουμε μέ πετσέτα καί μέ μιά κουβέρτα μαλακιά καί ζεστή τήν λεκάνη καί τήν αφήνουμε σέ ζεστό μέρος νά διπλασιασθεί.
Όπως είπαμε καί πιό πάνω, δέν είναι θέμα βίας μέ θερμάστρες ή μέσα σέ ζεστό φούρνο πού λένε πώς γίνεται πιό γρήγορα. Ό χρόνος τής ζύμωσης είναι σημαντικός νά γίνεται χωρίς βία.
 

Περίπου 4 ώρες σέ θερμό περιβάλλον θά χρειασθούν γιά νά διπλασιασθεί. Επίσης θά παρατηρήσετε πώς έχει ελαφρύνει καί αυτό δηλώνει πώς έχει γίνει ή σωστή ζύμωση.
Μήν αγχώνεστε. Όλα είναι εύκολα . Αιώνες τώρα.
Αφού φουσκώσει τό ζυμάρι, ξαναζυμώνουμε απαλά καί χωρίζουμε σέ δύο μέρη γιά δύο καρβέλια . Βάζουμε μιά λαδόκολλα στό ταψί καί τά τοποθετούμε. Τά αφήνουμε σκεπασμένα μέ τήν πετσέτα γιά μισή ώρα ή τρία τέταρτα νά φουσκώσουνε ξανά. {προσωπικά τοποθετώ τά δύο ζυμαράκια σέ δύο μακρόστενα πλαστικά μπόλ πού έχω στρώσει μέσα λαδόκολλα καί μετά τά μεταφέρω μέ τήν λαδόκολλα στό ταψί γιά φούρνισμα. }
Δέν ξεχνάμε βέβαια νά κρατήσουμε μέρος τού ζυμαριού γιά τό επόμενο προζύμι μας. Κρατάμε περίπου όσο ένα μεγάλο πορτοκάλι. Τό βάζουμε σέ ένα τάπερ καί τό σκεπάζουμε. Τώρα τόν χειμώνα μπορούμε νά τό έχουμε έξω από τό ψυγείο αφού υποτίθεται ότι σέ 4 ή 5 ημέρες θά ξαναζυμώσουμε. Άν τό βάλετε στό ψυγείο, καλό είναι νά τό βάλετε μετά από μιάμιση ημέρα , γιά νά  έχει τόν χρόνο νά διπλασιασθεί.
Όταν θά τό ξαναχρησιμοποιήσετε θά πρέπει νά τό βγάλετε από τό ψυγείο τουλάχιστον 4 ώρες πρίν τό "αναπιάσετε".
Τώρα. Τόν φούρνο τόν θερμαίνετε στό μέγιστο στούς βαθμούς. Στό τέρμα όπως λέμε.  Έτσι όπως συμβαίνει όταν "καίγανε" τόν φούρνο στά χωριά μέ τά ξύλα. Αφού πυρώνει ό φούρνος , καί είναι έτοιμος γιά νά βάλουνε τό ζυμάρι γιά ψήσιμο, ή θερμότητα πέφτει μετά σιγά- σιγά. Έτσι , όταν πιάσει τούς βαθμούς ό φούρνος μας , φουρνίζουμε καί μετά από 10΄λεπτά κατεβάζουμε τήν θερμοκρασία στούς 200 βαθμούς καί τό αφήνουμε γιά 35΄λεπτά. 

Μετά κατεβάζουμε στούς 150 βαθμούς καί κοντά στήν ώρα ξεφουρνίζουμε.
Τό ωραίο σέ αυτό τό αυθεντικό ψωμί μέ προζύμι είναι, πώς τρώγεται καί μετά από 5 ημέρες καί είναι πολύ νόστιμο. Δοκιμάστε το με φέτα ή ελιές καί θά δείτε πόσο χορταστικό είναι. Όσο μπαγιατεύει τόσο γλυκαίνει. Καμμία σχέση μέ τά ψωμιά τού φούρνου πού μετά από μιά ημέρα δέν τρώγονται. Καί είναι σάν λαστιχένια.
Καλή επιτυχία.
Μήν απογοητεύεστε. Λίγη υπομονή καί μετά ή πείρα πού θά αποκτήσετε θά σάς οδηγεί από μόνη της.
Άν θέλετε νά φάτε ένα πραγματικό ψωμί όπως αυτό πού τρώγανε οί πρόγονοί μας εδώ καί αιώνες.
Καί όπως λέει μιά  παροιμία τής Εύβοιας : "Όλα είναι υφάδι τής κοιλιάς καί τό ψωμί στημόνι"

Σοφία Βλάχου





 
 ΠΡΟΖΥΜΙ
{ από εδώ}Στις 14 Σεπτεμβρίου, του Σταυρού, παίρνουμε αγιασμό απο την εκκλησία. Ζεσταίνουμε τον αγιασμό και ρίχνουμε αλεύρι μέχρι να τον πιεί. Βάζουμε το προζύμι στον προζυμολόγο (σε πήλινο δοχείο σε μέγεθος μεγάλης κούπας με καπάκι) και τοποθετούμε από πάνω τον βασιλικό που επίσης έχουμε πάρει από την εκκλησία. Αυτό θα είναι μέχρι την μέση του προζυμολόγου. Την επομένη, ξαναζεσταίνουμε νερό και ξαναπλάθουμε το προζύμι. Επαναλαμβάνουμε την διαδικασία μέχρι να δούμε ότι έχει ''θυμώσει", δηλαδή έχει αρχίσει να φαίνεται ότι ανεβαίνει από μόνο του. Το αφήνουμε μέχρι την ημέρα που θέλουμε να ζυμώσουμε.

Καί μιά πιό επιστημονική ανάλυση γιά τό προζύμι ΕΔΩ

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.

Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.
κεραμικός μαστραπάς
Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια