*-*

Τρίτη, 23 Ιουνίου 2015

"Άι-Γιάννης ο Κλήδονας

Φωτιές Κλήδονα

"Του άι-Γιαννιού, του Λιοτροπιού, του Λαμπαδάρη, του Φανιστή, του Κλήδονα"

"Άι-Γιάννης ο Κλήδονας ή Ριζικάρης ή Αϊ-Ριγογιάννης"
Στις 24 του μηνός στην ακμή του θέρους ο ήλιος τρέπεται στον αστερισμό του Καρκίνου και η μέρα αρχίζει να μικραίνει. Οι θερινές αλλαγές του ήλιου, είναι μια ση-μαντική, αλλά μερικές φορές κι επικίνδυνη αλλαγή του χρόνου, κυρίως για τους γεωργούς. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο ορισμένες συνήθειες των αρχαίων, σχετικές με το θερινό ηλιοστάσιο ή ηλιοτρόπιο, διατηρήθηκαν μέχρι σήμερα. Όσα αρχαία έθιμα ανάγονται στις θερινές τροπές του ηλίου συνδέθηκαν με το Γενέθλιον του Ιωάννου του Πρόδρομου (24 Ιουνίου). Η συσχέτιση δεν έγινε χωρίς λόγο. Κατά τον ευαγγελιστή Λουκά (1,26-36) ο Ιωάννης ο Πρόδρομος ήταν έξι μήνες μεγαλύτερος από τον Ιησού. Αφού λοιπόν η γέννηση του Χριστού ορίστηκε από την εκκλησία στις 25 Δεκεμβρίου, δηλαδή κατά τις χειμερινές τροπές του ηλίου, επόμενο ήταν το Γενέθλιον του Ιωάννου του Προδρόμου να συμπέσει με την 24 Ιουνίου, δηλαδή κατά τις θερινές τροπές του ηλίου.

Χαρακτηριστικό έθιμο της γιορτής είναι, οι φωτιές τ'Αϊ-Γιαννιού που άναβαν στα τρίστρατα , στις 23 Ιουνίου το βράδυ. Μία ή τρεις φωτιές ή κάψαλα ή φανούς άναβαν με καλαμιές ή παλιοκοφίνια, σε όλους τους μαχαλάδες, προσπαθώντας ο κάθε ένας να ανάψει την μεγαλύτερη φωτιά, πάνω από τις οποίες πηδάνε όλοι οι κάτοικοι του χωριού. Πάνω στις φωτιές ρίχνουν και τα στεφάνια της Πρωτομαγιάς ή το στεφάνι του Άϊ-Γιάννη της περασμένης χρονιάς. Άναβουν ακόμα τα κλαδιά, τις αστιβές και τα πλατανόκλαδα που χρησιμοποιούσαν στ αγόρια( μεταξοσκώληκες), ενώ τη στάχτη τη μεταχειρίζονται για αποτρεπτικούς και μαντευτικούς σκοπούς. Κρατώντας μια πέτρα πάνω από το κεφάλι τους πηδάνε με γέλια και φωνές πάνω από τις φλόγες τρείς φορές. Έλεγαν ότι αν πηδούσαν από 3 φορές την κάθε φωτιά, θα έφευγαν οι ψύλλοι και οι κοριοί. Ταυτόχρονα λέγουν:

Όξω ψύλλοι και κοριοί, μέσα η ρόγα η χρυσή ή

Άλισου, μπάλισου,

Σίδηρου η μέση μου, Πέτρα στο τσιφάλι μου.

Άξτου παράξτου, Πέτρα στο τσιφάλι μου.

Άγι μου Γιάννη Κι όπου πουνεί να γιάνει.

Να πηδήσω τη φωτιά, μη με πιάσ' η αρρώστια

"Αφήνω τον κακό χρόνο και πάω στον καλύτερο".

Το πήδημα πάνω από τις φλόγες ήταν για τους αρχαίους ένα έθιμο καθαρτήριο και «διαβατήριο». Μ’ αυτόν τον τρόπο καθαρίζονταν, με τη δύναμη της φωτιάς, κι έτσι, οι άνθρωποι απαλλαγμένοι από κάθε κακό να μπουν καθαροί και ακμαίοι στη νέα περίοδο του χρόνου.

Ένα χαρούμενο και διαχρονικό έθιμο που κατάφερε τόσους αιώνες, να επιζήσει και που ενώνει αιώνες και γενιές.

Οι φωτιές που θ'αναφτούν στα χωριά μας θα είναι ένας δεσμός του σήμερα με το χθες.  . Ανάβοντας μια μικρή φωτιά συνδέεσαι με τους αιώνες που πέρασαν,  καθώς και με πολλούς άλλους λαούς, που  ανάβουν τη φωτιά  και χαίρονται  το θέαμα και το συμβολισμό της.

Ο Κλήδονας

Σε μια τόσο σημαντική καμπή του χρόνου, που συμπίπτει με τη θερινή τροπή του ήλιου, η δύναμη του οποίου φανερώνει κυρίως τα μελλούμενα, φυσικό είναι και ο άνθρωπος να θέλει  να ρίξει ένα βλέμμα στο μέλλον. Είναι λοιπόν πάρα πολλές οι μαντείες της παραμονής και της 24ης Ιουνίου. Ο λαός μάλιστα πιστεύει, ότι ο αϊ-Γιάννης φέρνει τύχες. Για αυτό έπρεπε από την παραμονή να ξεσκονίσουν, να σφουγγαρίσουν, και να περιμένουν "τις τύχεις" Και επειδή ο συνηθέστερος τρόπος, με τον οποίο ο Άγιος φανερώνει το ριζικό, δηλαδή την τύχη του κάθε ανθρώπου, είναι ο κλήδονας, ονομάζεται και άι-Γιάννης ο Κλήδονας ή Ριζικάρης.
Το έθιμο του κλήδονα, είναι μια λαϊκή μαντική διαδικασία, από τις πιο τελετουργικές όλων των παραδόσεων του τόπου μας, σύμφωνα με το οποίο αποκαλύπτεται στις άγαμες κοπέλες η ταυτότητα του μελλοντικού τους συζύγου, και έχει τις ρίζες του στην αρχαιότητα. Η αναφορά στην Πυθία είναι έκδηλη, ενώ η ίδια η λέξη υπάρχει από την εποχή του Ομήρου: κληδών σημαίνει πράξεις ή λέξεις τυχαίες και ασυνάρτητες, που ακούγονταν κατά τη διάρκεια μαντικών τελετών και στις οποίες αποδίδονταν προφητική σημασία.
Η πρώτη γραπτή περιγραφή του εθίμου ανέρχεται στους βυζαντινούς χρόνους.

Παραμονή Αϊ-Γιαννιού

Την παραμονή του Αϊ-Γιαννιού, οι ανύπανδρες κοπέλες μαζεύονται σε ένα από τα σπίτια του χωριού, όπου αναθέτουν σε κάποιο  αγνό πρωτότοκο κορίτσι, συνήθως σε μια "Μαρία" (στη Θράκη ο ρόλος αυτός δίνεται στην ονομαζόμενη "Καλλινίτσα"), της οποίας και οι δύο γονείς να είναι  ζωντανοί και πρωτοστεφάνωτοι, να φέρει από την πηγή με ολοκαίνουργιο κουμάρι ή να ανασύρει από το πηγάδι το "αμίλητο νερό".
   Η κοπέλα και η συνοδεία της πρέπει να ολοκληρώσουν την αποστολή αυτή, τηρώντας απόλυτη σιωπή, για να μη χάσει το νερό την μαντική του δύναμη. Στα νησιά, το αμίλητο νερό είναι συχνά θαλάσσιο, οπότε και πρέπει να συλλεχθεί από σαράντα κύματα. Τη μικρή Πυθία την στολίζουν με λουλούδια και της δένουν τα μάτια με κόκκινο μαντήλι. Επιστρέφοντας στο σπίτι, το νερό αδειάζεται σε πήλινο -ως επί το πλείστον- δοχείο γραγούδα ή τσουκάλι. Μετά από κει παίρνουν βόλτα τα σπίτια της γειτονιάς κι η κάθε κοπέλα ρίχνει μέσα διάφορα μικροαντικείμενα «σημάδια» τα λεγόμενα ριζικάρια, που το καθένα χαρακτήριζε τον κάτοχό του, δηλαδή κουμπιά, δαχτυλίδια, παραμάνες, αγκράφες σκουλαρίκια, χάντρες, δαχτυλήθρες, καρφιά, σουγιάδες. Συνήθως, πρόκειται για κάποιο προσωπικό αντικείμενο, συχνά μάλιστα πολύτιμο.

«Κλειδώνουμε τον κλήδονα με τ' Άι Γιαννιού τη χάρη,
κι όποια έχει ριζικό να δώσει να το πάρει».

 
Στη συνέχεια, το δοχείο σκεπάζεται με κόκκινο σταμπωτό ύφασμα και το οποίο δένεται γερά με ένα κορδόνι ("κλειδώνεται" παρετυμολογία του κλήδονα που εξηγεί το γεγονός ότι σε μερικά μέρη της Ελλάδας τοποθετείται λουκέτο στο κορδόνι) και τοποθετείται κάτω από μια τριανταφυλλιά στον ξάστερο ουρανό. Εκεί παραμένει όλη τη νύχτα υπό το φως των άστρων, για να "ξαστριστεί". Οι κοπέλες επιστρέφουν ύστερα στα σπίτια τους. Λέγεται ότι τη νύχτα αυτή θα δουν στα όνειρά τους τον άντρα που θα παντρευτούν.

Ανήμερα του Αϊ-Γιαννιού

Ανήμερα του Αϊ-Γιαννιού, αλλά πριν βγει ο ήλιος - ώστε να μην εξουδετερωθεί η μαγική επιρροή των άστρων -, η  νεαρή της προηγουμένης φέρνει μέσα στο σπίτι το δοχείο (αγγείο). 
Το απόγευμα, μαζεύονται πάλι οι ανύπανδρες κοπέλες και ανοίγεται με τραγούδια ο κλήδωνας.

«Ανοίγουμε τον κλήδονα με τα΄ Άι Γιαννιού τη χάρη,
κι όποια έχει ριζικό σήμερα να το πάρει».

«Ανοίξετε τον κλήδονα στ' Άι Γιαννιού τη χάρη,
κι όποια ναι καλορίζικη νάρθει για να το πάρει».

Αυτήν τη φορά όμως στην ομήγυρη μπορούν να συμμετέχουν και παντρεμένες γυναίκες, συγγενείς και γείτονες και των δύο φύλων, καλεσμένοι για να παίξουν το ρόλο μαρτύρων της μαντικής διαδικασίας.
Καθισμένη στο κέντρο της συντροφιάς, «η κληδονάρισσα» που είναι μια μεσόκοπη γυναίκα, ανασύρει ένα ένα από το αγγείο τα αντικείμενα, που αντιστοιχούν στο "ριζικό" κάθε κοπέλας, απαγγέλλοντας ταυτόχρονα δίστιχα, είτε όπως τα θυμάται, είτε από συλλογή τραγουδιών ή ακόμη από ημεροδείκτες. Το δίστιχο που αντιστοιχεί στο αντικείμενο της κάθε κοπέλας θεωρείται ότι προμηνύει το μέλλον της. Πολλές φορές με την αφή καταλάβαινε ποιο ήταν το αντικείμενο πούπιανε στο χέρι της και τότε αναλογα με την περίπτωση έλεγε ένα επιτυχημένο τετράστιχο και μετά ο κλήδονας σχολιάζονταν στις γειτονιές. Όλα αυτά χωρίς ιδιαίτερη σημασία, γιαυτό και λέμε ακόμα «αυτά τα λεν στου κλήδουνα».
Τα ριζικάρια κάποτε τελειώνουν και καθώς βασιλεύει ο ήλιος κάθε κοπέλα γεμίζει «μπουκώνει» το στόμα της με μια γουλιά αμίλητο νερό,και ξεκινάει για το σπίτι της ή κάνει μια βόλτα και περιμένει μέχρι ν' ακούσει το πρώτο ανδρικό όνομα. Αυτό πιστεύεται πως θα είναι και το όνομα του άνδρα που θα παντρευτεί .

Τα τετράστιχα είναι ερωτικά, χιουμοριστικά, σατιρικά και πικάντικα κάποτε. Προκαλούν το γέλιο.

Άλλες συνήθειες των ημερών αυτών, είναι

Η συλλογή λουλουδιών, των λεγομένων "αγιάννηδων".

Το κρέμασμα μπουκέτου ή στεφάνου στα σπίτια.

Τα παιδιά χορεύοντας και τραγουδώντας, κρατούν λουλούδια ("καλογιάννηδες") κι ένα δοχείο νερό και ρίχνουν νερό στα καλύβια,

Την έναρξη των μπάνιων στη θάλασσα,

Τη συγκομιδή ρίγανης (άι-Γιάννης Ριγανάς) κι άλλα πολλά κι ενδιαφέροντα, αλλά, δυστυχώς, ξεχασμένα.

Τραγούδια του Κλήδονα

- Ανοίξετε τόν Κλήδονα και στρώσετε λουλούδια, πού θά περάσει ό Βασιλιάς μέ τή Βασιλοπούλα! 
Ανοίξετε του κλήδονα και στρώστε τα χαράρια, για να πιράσ η ... μι τα στραβά πουδάρια

- Μιά π' άνοιξε ό Κλήδονας θά πώ ένα τραγούδι γιά χάρη σου, πολύχρωμο και διαλεχτό λουλούδι!

- Στίς ρεματιές μαζεύονται τή νύχτα οί νεράδες, και σήμερα στόν Κλήδονα οί όμορφες κυράδες!

- Δέν ημπορεί τήν τύχη σου κανείς νά τήν αλλάξει, κι όποιος μπερδέψει μέ τά σέ, Θεός νά τόν φυλάξει!

- Όσοι 'ρθανε στόν Κλήδονα τήν τύχη τους νά δούνε, είν' όλοι τους γιά νά τούς κλαϊς. "Ας πάνε νά χαθούνε!

- Κάθισε 'κεϊ πού κάθεσαι! Μή θές ν' αλλάξεις θέση, γιατί ή ψηλή ή μύτη σου γρήγορα θά σοϋ πέσει.

- Άρχοντα ονειρεύεσαι μ' αρχόντισσα δέν είσαι! Μ" αυτούς πού πρώτα έζησες μ' αυτούς καί πάλι ζήσε!

- Είσαι γιά όλους μας καλή, άπ' όλους παινεμένη! Χαράς στό νιό πού θά ένωθεϊ μέ τέτοια τιμημένη!
 
«"Ανοίξετε τον κλήδονα και στρώσετε βελούδα για να περάσει ο βασιλιάς και η βασιλοπούλα.

Έχω τραγούδια να σας πω έναν κουβά γιομάτο και ξεπατώθηκε ο κουβάς και πέσαν όλα κάτω.
Της μαύρης κότας τα φτερά στη γη να τιναχτούνε και στης κακιάς γειτόνισσας τα μάτια να της βγούνε".

Το κυπαρίσσι το ψηλό, το μεσιανό κλωνάρι, το κοντογειτονόπουλο γυρεύει να σε πάρει. »

«Σα μάθει ο σκύλος γράμματα κι η γάτα να διαβάζει τότε κι εσύ θα παντρευτείς να κάνει ο κόσμος χάζι!»
 
Σανβάλει ο βαθρακός βρακί κι η αχελώνα μπούστο  τότε κι εσύ θα παντρευτείς να κάνει ο κόσμος γούστο.

Τα φρύδια σου στενά-στενά κασάπικα μαχαίρια,το ένα με σφάζει στην καρδιά και τ' άλλο στα τζιγέρια.

Μαυριδερή και νόστιμη κοντούλα και γεμάτη, απ' όλες τις γειτόνισσες εσένα έχω στο μάτι.

Αγάπησα ένα μικρό-μικρό και ντελικάτο όταν γυρίσω να το δω ρίχνει τα μάτια κάτω.

θα πάρεις άντρα όμορφο με αετίσιο μάτι,Το ριζικό του κλήδονα τον λέει......... ακαμάτη.

Γαρύφαλλο τσαταλωτό στου Βασιλιά το χέρι, Τούρκοι - Ρωμιοί το μαρτυρούν πού'σαι δικό μου ταίρι.

«Είσαι χοντρή και άσκημη - έχεις και καμπουρίτσα ψεύτρα και κουτοπόνηρη - είσαι και μια μουσίτσα.»
«Ποια να σε πάρει εσένανε - που δεν έχεις μια χάρη - πρέπει τη νύχτα να σε δει -βράδυ χωρίς φεγγάρι.»
«Μέσα εις το κλουβάκι σου - να βάλω το πουλί μου – και να τ' αφήκω εδεκεί - σε όλη τη ζωή μου.»
«Ήπιασα το γατάκι σου - κι είπα να το χαδέψω και μου 'πες φύε απ' εδώ' κι εγώ δεν θα τ' αντέξω.»

Φανάρι τσιμπλοφάναρο Χωρίς αγέρα κνιέσαι Χωρίς να σαγαπά κανείς λιέσαι τσι του καυχιέσαι.

Τα λόγια σου μη τα σκορπάς σαν τ΄άχυρο στ΄αλώνι Γιατί φυσά ο άνεμος και ποιος τα συμμαζώνει.

Καρσή μου ήρθες κι έκατσες απάνω στην πεζούλα Και κρέμασες τναχείλα σου σα τχταπουδιού τκουκούλα.
 
Καρσή μου ήρθες κι έκατσες απάνω στην πεζούλα Και κρέμασες τσ αχείλις σου σαν την παλιουγαδούρα
 
Ενα καικι έρχεται με τασπρου του πανάκι, κι απου καρσί γνωρίζεσαι πως είσαι πουτανάκι

Έχεις δυο μάτια σαν αυγά Δυο κώλοι σα βαρέλια

Κιοταν σε βλέπω από κοντά  Ξηραίνουμι στα γέλια.

Εσύ θαρείς πως είσαι πια Καμιά μηλιά με μήλα

Μα είσαι το παλιόνταμο Που βάζουνε τα ξύλα.

Εσύ θαρείς πως είσαι πια Καμιά μηλιά με τάνθη

Μα είσαι η φουρνότρυπα Που βάζουνε τη στάχτη.

Εσύ θαρείς πως είσαι πια Μην είσαι τεφαρίκι

Μα είσαι το σφουγγαρόπανο Που πλύνουν το καθίκι.

Κίνησα το δρόμο-δρόμο, το στενό το μονοπάτι.
- Βρίσκω μια μηλιά στη μέση κι άλλη μία παρακάτω

ξάμωσα να πάρω μήλα και μαράθηκαν τα φύλλα

μην το παίρνεις, μη το κρύβεις, μην το αγουρομαραγκιάζεις,

τα ‘χει ο αφέντης μετρημένα κι η κυρά του φυλαγμένα».

«Κίνησα το δρόμο δρόμο, το στενό το μονοπάτι.

Βρίσκω μια μηλιά στο δρόμο με τα μήλα φορτωμένη,

Με τα μήλα φορτωμένη και με τα’ άνθη στολισμένη.

Κι έσκυψα να κόψω ένα κι η μηλιά μ’ αντιλογήστε:

-Μην τα κόβεις, μη τα παίρνεις. Τα ‘χει ο αφέντης μετρημένα.

Τα ‘χει ο αφέντης μετρημένα κι η κυρά λογαριασμένα.»

«Τα μονοκοτυλήδονα και τα δικοτυλήδο να ανθίζανε στον κάμπο
σου το 'χαν πει στον κλήδονα και σμίξαμε φιλήδονατα χείλη μας, Μαλάμω»

«Άγιο-Γιάννη ι μώρε Άγιο-Γιάννησταυροβότανε ι μώρε σταυροβότανε.

Ποιος σε φύτεψε ι μώρε ποιος σε φύτεψε Και τριφύλλιασες ι μώρε και τριφύλλιασες.

- Γιάνν’ς με φύτεψει μώρε και μαράγκιασα, Γέρος μ’ έκοψε ι μώρε και μαράγκιασα»

Πηγές:

ΤΑ ΚΑΛΛΟΝΙΑΤΙΚΑ [Περιδοδικό]

Φιρίκι [Blog] 

Asxetos.gr [Portal]

Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2015

ΤΑ ΑΓΡΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΟΓΓΟΥ

ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΓΡΑΝΙΤΣΑ
 Το βιβλίον αυτό μας φέρνει εις τας δροσεράς και βαθείας πηγάς της ζωολογικής επιστήμης. Την ζωολογίαν την έκαμαν οι γεωργοί, οι κυνηγοί και οι ψαράδες. Υποθέσατε, ότι κάποιος εξ αυτών, με μνήμην ακριβή, με συνείδηαιν, με βλέμμα καθαρόν και γοργόν, με ποίησιν, με ακίνδυνον φανταοίαν και με αγαθήν ειρωνείαν, αποφασίζει να μας διηγηθή, εμπρός εις πελωρίαν φωτιά του χειμώνος, τας γνωριμίας του με τα ζώα, ό,τι ξεύρει το μάτι του, η αφή του, η ακοή του δια τους κατωτέρους αδελφούς του ανθρώπου. Αυτός είναι ο Γρανίτσας. Άνθρωπος του υπαίθρου με ανεπτυγμένην την επιστημονικην περιέργειαν, στήνων δόκανα και παραμονεύων εις την λόχμην. Ηθέλησε να ιδή ο ίδιος, ν’ ακούση ο ίδιος τα ζώα, να θησαυρίση τας γενικεύσεις που έκαμαν ολόκληροι γενεαί δι’ αυτά. Και πραγματικώς είδε και ήκουσε. Διηγείται και παριστάνει ωσάν άνθρωπος της φύσεως διαθέτων οξυτάτας αισθήσεις. Εις τας σελίδας του υπάρχει ένας θη­σαυρός από παρατηρήσεις παρθένους και ωραίας. Είναι πιθανόν η λαϊκή παράδοσις, την οποίαν τόσον προσέ­χει, να έρχεται κάποτε εις αντίφασιν με τα αυστηρά πορίσματα της ζωολογίας. Πιθανόν να εισέδυσαν εδώ πλάνοι, τας όποιας η επιστήμη είναι ελευθέρα να απορρρίψη ή να αναιρέση. Εν πάσει όμως περιπτώσει αι σελίδες αυταί παρέχουν πλούσιον υλικόν εις την επιστήμην. Συγκεντρώνουν τας παρατηρήσεις ενός Έλληνος φυσιολάτρου επί του συνόλου των ζώων που συντηρεί η Στερεά Ελλάς, επί της ελληνικής faune. Μας πα­ρουσιάζουν πολύ από την ελληνικήν χλωρίδα με τον ζωικόν της κόσμον. Μας δίδουν ταυτοχρόνως άφθονον λαογραφικόν υλικόν. Είναι μία εργασία που εθεωρήθη ως ευεργεσία ενός ανθρώπου προς το κοινόν, όταν εδημοσιεύθη εις την «Εστίαν». Πρώτην φοράν λογογράφος Έλλην απεφάσιζε να ξυπνήση την κοινωνίαν από τον αστικόν της ύπνον, προσφέρων μέσα εις τα κομμωτήριά της ολόκληρον δάσος της Ευρυτανίας με τα τετράποδα και τα πτερωτά του.
 
Το «Στοιχειό»                 Η Αρκούδα                 

Ο ­­Λύκος                            Το Τσακάλι                
 Ο Έσβος                              Αγριόγατα
Καί άλλα πού θά τά βρείτε καί θά τά διαβάσετε ΕΔΩ 


Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2015

ΙΟΥΝΙΟΣ. «Αρχές τού θεριστή, τού δρεπανιού μας ή γιορτή».

«Θέρος, τρύγος, πόλεμος, αποσταμό δεν έχουν».
 Στις 21 Ιουνίου έχουμε το  θερινό ηλιοστάσιο. Ο Ιούνιος  αντιστοιχεί με το τέλος του αρχαίου ελληνικού μήνα Θαργηλίωνα και με τις αρχές  του Σκιροφορίωνα. Είναι ο μήνας του θερισμού και πολλών άλλων γεωργικών εργασιών. Έχει πολλές ονομασίες, από τις οποίες η πιο διαδεδομένη είναι «θεριστής» που προέρχεται από τον θερισμό των σιτηρών. Επίσης Πρωτόλης ή Πρωτογιούλης, δηλ. πρώτος μήνας και αρχή του καλοκαιριού, Αλυθτσατσής (Κάλυμνος), Ρινιαστής (Πάρος), Ορνιαστής (Άνδρος), Λιοτρόπης, Κερασάρης (Γρεβενά) & Κερασινός (Πόντος), γιατί τότε ωριμάζουν τα κεράσια.
  ΕΘΙΜΑ-ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ:
               ΤΟΥ ΘΕΡΙΣΜΟΥ: Στο Δρυμό θεσ/κης & αλλού, το πρώτο δεμάτι σταχυών που δένουν, το στήνουν όρθιο και το προσκυνούν, ενώ ο νοικοκύρης ρίχνει νομίσματα.
               Στη Σκύρο σαν αποθερίσουν, αφήνουν δύο λημάρια αποθέρι στο χωράφι άθερα, για χαρά του χωραφιού και για να φάνε τα πουλιά και τα αγρίμια.
               Στο Μανιάκι Πυλίας αφήνουν ένα κομμάτι αθέριστο και λένε ότι είναι τα γένια του νοικοκύρη, τον οποίο σηκώνουν στα χέρια ψηλά & τον αφήνουν να πατήσει στη γη, μόνο αν τάξει στους θεριστές κρασί και κότα.
               Στην Κάρπαθο χαράσσουν με το δρεπάνι ένα κύκλο, που περιλαμβάνει τα τελευταία στάχυα. Στον κύκλο μπαίνει η νεαρότερη θερίστρια, σταυροκοπιέται και πετάει επάνω το δρεπάνι της φωνάζοντας: «Και του χρόνου, καλαλωνεμένα, καλοφαωμένα, καλοπρουκισμένα!»


               ΤΟ ΤΖΙΤΖΙΡΟΚΛΙΚΟ (Νέο Σούλι Σερρών) Η λέξη είναι σύνθετη από το τζίτζιρας (= τζίτζικας) και το κλίκι (= τσουρέκι, το κικλίσκιον των Βυζαντινών). Το ζύμωναν, τον Ιούνιο με Ιούλιο, με το πρώτο αλεύρι από την καινούργια σοδειά σιταριού. Ήταν ένα μικρό καρβέλι, βάρους ενός κιλού περίπου, με μια τρύπα στη μέση, όπου έβαζαν ένα κλωνάρι βασιλικό. Το πήγαιναν στη βρύση της γειτονιάς, στο «σουλ’ ναρ», και πριν το τοποθετήσουν κάτω από τη βρύση, απ’ το «λουλά», έκοβαν βιαστικά, μικροί μεγάλοι, από ένα κομμάτι. Παράλληλα ακουγόταν και η ευχή: «όπως τρέχ’ του νιρό, να τρέχ’ κι του μπιρικέτ’ ». Ό,τι απέμενε, το άφηναν στη μια εσοχή της βρύσης, για να το φάει ο τζίτζικας το χειμώνα.

 ΕΡΓΑΣΙΕΣ:
               Θερίζουν σιτάρια, κριθάρια, όσπρια, σανά.
               Ποτίζουν & σκαλίζουν τα χωράφια.
               Φυτεύονται σπανάκια, φασόλια, κουνουπίδια.
               «Χαρακώνουν» τ’ αμπέλια. Καταπολεμούν τις ασθένειες τους.
               Μάζεμα ντομάτας, μελιτζάνας, πιπεριάς, κολοκυθιάς.
               Μεταφορά κυψελών στο θυμάρι.
               Απογαλακτισμός των ζώων, που είναι 3 μηνών.
               Πρώιμο ζευγάρωμα προβάτων. 

πηγή


 «Μη σε γελάσει ο βάτραχος και το χελιδονάκι, αν δε λαλήσει ο τζίτζικας, δεν είν' καλοκαιράκι».

Κυριακή, 10 Μαΐου 2015

Θυμίαμα - Μοσχοθυμίαμα - Λιβάνι.



Ἀρωματικὴ ῥητινώδης ὕλη  ῥευστὴ ἤ ἀποξηραμένη. Μοιάζει πολὺ μὲ τὸ ῥετσίνι τοῦ Πεύκου ἤ τοῦ Κυπαρισσιοῦ καὶ εἶναι σκληρὸ ὅπως ἡ Μαστίχα τῆς Χίου. Τρέχει μὲ χάραγμα ἀπὸ τὸ δένδρο Λίβανος ἤ Βοσβελία ἡ καρτερείου.
.......Τὸ δένδρο αὐτὸ βρίσκεται στὶς χῶρες Ἀραβία, Αἰθιοπία, Σουδάν, Σομαλία καὶ Ἰνδία. Εἶναι πολὺ ψηλὸ καὶ πυκνόφυλλο.
.......Τὸ λιβάνι ἀπὸ πολὺ νωρὶς χρησιμοποιήθηκε γιὰ τὴν Λατρεία τοῦ Θεοῦ ὄχι μόνον στὸ Χριστιανισμό, ἀλλὰ καὶ στὴν Ἑβραϊκή Θρησκεία. Τὸ βλέπουμε νὰ ἀναφέρεται ὡς θυμίαμα στὸ ἀνάγνωσμα τῆς ἀναγγελίας τῆς γεννήσεως τοῦ Τιμίου Προδρόμου, τὸ ὁποῖο διηγεῖται ὅτι κατὰ τὴν ὥρα τοῦ θυμιάματος ἐμφανίσθηκε στὸν Προφήτη Ζαχαρία ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ.


Τὸ ὅτι ἦταν σπάνιο εἶδος τὸ συμπεραίνουμε ἀπὸ τὸ ὅτι οἱ τρεῖς Μάγοι προσέφεραν καὶ αὐτὸ ὡς πολύτιμο εἶδος, μαζὶ μὲ τὴν σμύρνα καὶ τὸν χρυσό. .......Στὴ θεία Λατρεία χρησιμοποιεῖται πολύ. Στὸν Ὄρθρο, στὴ Θ. Λειτουργία καὶ στὸν Ἑσπερινό, τόσο ἐντὸς τοῦ Ἁγίου Βήματος ὅσο καὶ ἔξω, ἀλλὰ καὶ στὰ ἄλλα Μυστήρια καὶ τὶς τελετὲς τῆς Ἐκκλησίας μας. .......Ἡ χρήση του ὅμως δὲν περιορίζεται μόνο μέσα στὴν Ἐκκλησία. Τὸ θυμίαμα χρησιμοποιεῖται καὶ γιὰ τὶς λατρευτικὲς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων στὰ σπίτια τους. .......Οἱ παλαιότεροι τὸ εἶχαν παράδοση πρωῒ καὶ βράδυ νὰ θυμιάζουν γιὰ νὰ φεύγουν τὰ δαιμόνια, ἀφοῦ πρῶτα ἄναβαν τὸ καντῆλι. Ἦταν ἀπαραίτητο τὸ θυμιάτισμα καὶ γιὰ εὐλογία, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὶς ἀρρώστιες. Ἦταν καὶ εἶναι φάρμακο γιὰ τὸν Ὀρθόδοξο Χριστιανό.


Ὁ συμβολισμός του εἶναι ὅτι, ὅπως τὸ θυμίαμα εὐφραίνει τὸν Θεό, ἔτσι καὶ ἡ προσευχή μας πρέπει νὰ εὐχαριστῇ τὸν Θεό. Ἐξ ἄλλου πάντοτε καὶ τώρα τὸ θυμίαμα ἔχει καὶ τὴν ἔννοια τῆς θυσίας. Μαζὶ μὲ τὸ κερὶ ἀποτελοῦν τὰ ἀγαπημένα ἁγιωτικὰ τοῦ κόσμου. Διότι ἡ εὐωδία του μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἤ στὸ σπίτι ἐπαναφέρει τὸν ἄνθρωπο στὴν σκέψη τοῦ Θεοῦ. .......Ποιὸς δὲν θὰ ἀναρωτηθῆ, ὅταν στὸν δρόμο μυρίση λιβάνι, ὅτι κάτι γίνεται κάπου ἐκεῖ;


Ἐπίσης στὴν Ἐκκλησία, ὅταν πηγαίνουμε πρόσφορο, εἶναι ἀπαραίτητο τὸ λιβάνι καὶ τὸ κερί. Τὰ τρία μαζὶ ἀποτελοῦν τὴν τέλεια προσφορὰ πρὸς τὸν Θεό, γι’ αὐτὸ καὶ οἱ πιστοὶ τὰ προσφέρουν μαζὶ μὲ τὰ ὀνόματα ζώντων καὶ κεκοιμημένων γιὰ μνημόσυνο. Βλέπουμε λοιπὸν ὅτι εἶναι τὸ θυμίαμα ἕνα ἀπὸ τὰ τρία στοιχεῖα τὰ ὁποῖα δίδονται ὡς προσφορὰ καὶ προσευχὴ στὸ Θεὸ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. .......Στὴν πρωτογενή του μορφὴ σήμερα δὲν χρησιμοποιεῖται πλέον, διότι ἡ μυρωδιά του δὲν εἶναι καὶ τόσο ἀρεστὴ στοὺς ἀνθρώπους. Παλαιότερα ὅμως χρησιμοποιεῖτο εὐρύτατα, λόγῳ τοῦ ὅτι ἡ ἀνάμειξή του μὲ ἀρώματα ἦταν σπάνια καὶ μόνον στὸ Ἅγιον Ὄρος συνηθιζόταν. .......Στὸ Ἅγιον Ὄρος ἡ κατασκευὴ τοῦ Μοσχοθυμιάματος εἶναι μία ἐργασία ἡ ὁποία ἁρμόζει στοὺς Μοναχούς, ἰδίως στοὺς Κελλιῶτες καὶ ἀσκητές, ποὺ τὸ ἔχουν ὡς ἐργόχειρο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ζοῦν.

Ἡ κατασκευή του εἶναι κοπιαστικὴ διότι, μέχρι νὰ φτάσῃ στὴν τελική του μορφή, περνᾶ ἀπὸ πολλὰ στάδια, στὰ ὁποῖα ἡ ἀνθρώπινη ἐπέμβαση εἶναι ἀναγκαία. .......Τὸ τρίψιμο τῆς πρώτης ὕλης, τὸ ζύμωμα μὲ τὸ ἄρωμα, τὸ πλάσιμο, τὸ κόψιμο, τὸ ἀνακάτεμα μὲ τὴν μαγνησία, τὸ ἅπλωμα, τὸ στέγνωμα, τὸ κοσκίνισμα καὶ ἡ τοποθέτησή του σὲ κουτιά, ὅλα ἀπαιτοῦν τὴν ἀνθρώπινη παρουσία. .......Καὶ ὅλα αὐτὰ μὲ προσευχή, διότι τὸ θυμίαμα χρησιμοποιεῖται γιὰ τὴν θεία λατρεία, ἀλλὰ καὶ μὲ πολλὴ ἐπιμέλεια καὶ προσοχή, διότι πρέπει καὶ στὸ σχῆμα νὰ βγαίνει σωστό. .......Ἐπίσης καὶ ἡ ὡραία ἐμφάνιση καὶ συσκευασία εἶναι κάτι ποὺ προσδίδει σ’ αὐτὸ τὴν πρέπουσα θέση.

Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ στὴν Μικρὴ Ἁγία Ἄννα ἡ Ἀδελφότης Ὑμνογράφου καλλιεργεῖ αὐτὸ τὸ ἐργόχειρο καὶ κατασκευάζει πολύ καλὸ καὶ εὐωδιαστὸ Μοσχοθυμίαμα. Οἱ Πατέρες μὲ περίσσια εὐλάβεια διαλέγουν τὴν πρώτη ὕλη, ὥστε νὰ εἶναι καθαρὴ καὶ ὄχι ἀνάμεικτη, κάτι ποὺ παίζει τὸν πρωταρχικὸ ῥόλο στὴν κατασκευή· ἐρευνοῦν ἐξαντλητικὰ ἐπίσης γιὰ τὴν εὕρεση σωστῶν ἀρωμάτων. Ἀκόμη καὶ τὴν  μαγνησία, τὴν ἀντικολλητικὴ αὐτὴ ἄσπρη σκόνη ποὺ εἶναι πανάλαφρη, τὴν διαλέγουν.
.......Ἔτσι μὲ πολὺ μεράκι ἐπιμελοῦνται τὸ θυμίαμα, δίνοντας ἔμφαση καὶ στὴ συσκευασία, γι’αὐτὸ τὸ  παραγόμενο μοσχοθυμίαμα ἔχει ἐπιβληθεῖ γιὰ τὴν ποιότητα του καὶ τὴν ἐμφάνισή  του σ’ αὐτοὺς ποὺ τὸ ζητοῦν.

Παρασκευή θυμιάματος


ΥΛΙΚΑ


1 κιλό λιβανόσκονη
100 γραμμάρια άρωμα [της αρεσκείας σας]
μαγνησία 0,5 κιλό περίπου [για 1 κιλό λιβάνι]



ΤΡΟΠΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ


Ανακατεύουμε σε μια λεκάνη την λιβανόσκονη και το άρωμα καλά με το χέρι μας [βάζουμε γάντια γιατί θα ευωδιάζουμε για μέρες καθώς και ότι αγγίζουμε -δεν θα έχουμε αγιάσει είναι από το άρωμα] Βάζουμε σε δεύτερη λεκάνη λίγο νερό και από πάνω βάζουμε την πρώτη με το λιβάνι κάνουμε κάτι σαν μπεν μαρι -και το βάζουμε στο μάτι της κουζίνας.

[Αυτό γίνεται γιατί η λιβανόσκονη  μόνο έτσι μπορεί να ψηθεί, αλλιώς καίγεται], ανακατεύουμε το μείγμα καλά καλά όσο αυτό ζεσταίνεται έως ότου το δούμε να κολαει στο χέρι και να γίνεται ελαφρά σκούρο.


Το κατεβάζουμε και το πλάθουμε κορδόνι, [αν δυσκολευόμαστε το κάνουμε μικρά μακρόστενα σχήματα και το αφήνουμε λίγο να κρυώσει.


Όταν το δούμε ότι κόβεται το κόβουμε μικρά κομμάτια με το χέρι μας η’ με ένα ψαλίδι.


Αυτό που κόβουμε το ρίχνουμε στην μαγνησία.


Τέλος το κρισαριζουμε να μην έχει πολλή λευκή σκόνη [μαγνησία] πάνω.





ΚΑΛΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ !

Πέμπτη, 30 Απριλίου 2015

Το πρωτομαγιάτικο στεφάνι

Το πρωτομαγιάτικο στεφάνι είναι, σχεδόν, το μοναδικό έθιμο που εξακολουθεί να μας συνδέει με την παραδοσιακή Πρωτομαγιά, μια γιορτή της άνοιξης και της φύσης με πανάρχαιες ρίζες, πλούσια σε εκδηλώσεις σε παλαιότερες εποχές. Στις μέρες μας η Πρωτομαγιά με το μάζεμα των λουλουδιών για το πρωτομαγιάτικο στεφάνι, ενισχύει τις σχέσεις του ανθρώπου με τη φύση, από την οποία οι περισσότεροι έχουμε απομακρυνθεί, ζώντας στις πόλεις.


Σύμφωνα με τη διευθύντρια του Κέντρου Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, Αικατερίνη Καμηλάκη, το στεφάνι κατασκευαζόταν με βέργα από ευλύγιστο και ανθεκτικό ξύλο κλήματος ή άλλο και στολιζόταν με λουλούδια και κλαδάκια καρποφόρων δέντρων, όπως η αμυγδαλιά, η συκιά και η ροδιά. Ακόμα, το διακοσμούσαν με στάχυα από σιτάρι και κριθάρι, με κρεμμύδι αλλά και σκόρδο για το μάτι. Η χρησιμοποίηση πρασινάδας και όχι τόσο λουλουδιών με σκοπό τη μετάδοση της γονιμότητάς τους ήταν το κύριο χαρακτηριστικό των μαγιάτικων συνηθειών. Στον αγροτικό χώρο, μάλιστα, δε θεωρείτο απαραίτητο το πλέξιμο στεφανιών. Αρκούσε η τοποθέτηση πάνω από την πόρτα του σπιτιού μιας δέσμης από χλωρά κλαδιά ελιάς, συκιάς, νερατζιάς, πορτοκαλιάς και άλλα μαζί με λουλούδια. Απαραίτητη ήταν, επίσης, η ύπαρξη μεταξύ τους φυτών αποτρεπτικών… του κακού, όπως είναι η τσουκνίδα, το σκόρδο και άλλα.


Σύμφωνα με κείμενο του καθηγητή Κλασικής Αρχαιολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, Μιχάλη Τιβέριου, το μαγιάτικο κλαδί ή το άνθινο στεφάνι, έχει κατά πάσα πιθανότητα τις ρίζες του στην αρχαιότητα: «Είναι γνωστό ότι στην αρχαία Ελλάδα τέτοια κλαδιά ή στεφάνια τα χρησιμοποιούσαν πολύ συχνά. Δεν είναι υπερβολικό να πούμε ότι δεν έλειπαν από καμία σημαντική εκδήλωση του δημόσιου, ιδιωτικού και θρησκευτικού βίου. Επιπλέον, είναι αξιοπρόσεκτο ότι μια σημαντική γιορτή ενός μήνα των αρχαίων, του Θαργηλίωνος, που αντιστοιχούσε, περίπου, με το δικό μας Μάιο, περιλάμβανε στα δρώμενά της την κατασκευή ενός κλαδιού ανάλογου με το μαγιάτικο. Το κλαδί αυτό δεν το έφτιαχναν με άνθη, αλλά με κλαδιά οπωροφόρων δέντρων, στα οποία αναρτούσαν κρεμμύδι και σκόρδο».


Στις μέρες μας που έχουμε καθιερώσει στεφάνια από λουλούδια του αγρού ή των κήπων, τα οποία τοποθετούμε για μερικές μέρες στην κύρια είσοδο των σπιτιών μας. Δύσκολα μπορεί, πια, να ανιχνευτεί συμβολισμός στο σύγχρονο πρωτομαγιάτικο στεφάνι, κατά το Μιχάλη Τιβέριο, αφού για τους περισσότερους δεν αποτελεί, ίσως, τίποτα περισσότερο από μια όμορφη και μυρωδάτη σύνθεση λουλουδιών, χωρίς να παραπέμπει σε συσχετισμούς σύμφωνα με τους οποίους «χαρίζει» στους ενοίκους ενός σπιτιού υγεία, καλή τύχη, ειρήνη, ευτυχία και ευφορία. Σίγουρα, όμως, η κατασκευή του χαρίζει ευφορία σε μεγάλους και μικρούς, που ξεφεύγοντας από τις πόλεις αναζητούν τη χαρά της άνοιξης στην ολάνθιστη φύση.
ΠΗΓΗ




Λουλούδια ας διαλέξουμε
και ρόδα και κρίνα
κι ελάτε να πλέξουμε
στεφάνια με κείνα
στο Μάη που σήμερα
προβάλλει στη γη.
Τ'αηδόνια συμφώνησαν
της γης αγγελούδια
και βρήκαν και τόνισαν
καινούργια τραγούδια
στο Μάη που σήμερα
προβάλλει στη γη.
Η θάλασσα γίνεται
καθρέφτης και πάλι
το κύμα της χύνεται
κι ο Φλοίσβος τον ψάλλει
στο Μάη που σήμερα
προβάλλει στη γη.
Χορεύει το πρόβατο
τ'αρνάκι βελάζει
κι απ'τον αγκαθόβατο
δροσούλα σταλάζει
στο Μάη που σήμερα
προβάλλει στη γη.
 

Τρίτη, 21 Απριλίου 2015

Αγ. Γεώργιος: Ήθη και έθιμα απ’ όλη την Ελλάδα

Ο Άγιος Γεώργιος, αποκαλούμενος από την Ορθόδοξη Εκκλησία «Μεγαλομάρτυρας» και «Τροπαιοφόρος» είναι ένας από τους πιο αγαπημένους αγίους σε ολόκληρο των χριστιανικό κόσμο. Θεωρείται προστάτης του Πεζικού και του Στρατού Ξηράς και στην Ελλάδα είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τις παραδόσεις, τα ήθη και τα έθιμα μας.
Ως εκ τούτου, συγκεντρώνει πολλές θαυμάσιες διηγήσεις και θρύλους, από τους οποίους ο σπουδαιότερος είναι αυτός που μιλάει για το φόνο του δράκοντα και τη σωτηρία της βασιλοπούλας. Σύμφωνα με την παράδοση, ένας δράκοντας φυλούσε το νερό μιας πηγής κοντά στη Σιλήνα της Λιβύης και το άφηνε να τρέχει μόνο όταν έβρισκε έναν άνθρωπο για να φάει. Το θύμα του οριζόταν με κλήρο από τους κατοίκους της περιοχής, προκειμένου να έχουν νερό και ολόκληροι στρατοί είχαν πολεμήσει με το τέρας, χωρίς αποτέλεσμα.
Ο κλήρος έφερε και τη σειρά μιας βασιλοπούλας, την οποία έσωσε ο Άγιος Γεώργιος σκοτώνοντας το δράκο. Τα ελληνικά έθιμα που αναβιώνουν στη χώρα μας στη μνήμη του Αγίου, συνδέονται συνήθως με αυτή την ιστορία, αλλά και τη σχέση του Αγίου με τον στρατό.
Λατρεύεται ιδιαίτερα από τους Σαρακατσάνους (νομάδες της ηπειρωτικής Ελλάδας) αλλά και από Πομάκους της Θράκης. Στην εκκλησία που είναι αφιερωμένη στη μνήμη του, στην Πρίγκηπο, χιλιάδες Τούρκοι προσέρχονται κάθε χρόνο να προσκυνήσουν την εικόνα του. Πολλοί είναι οι προσκυνητές και στον Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου, στο Φανάρι, όπου διασώζονται κειμήλια ανεκτίμητης αξίας, όπως ο Πατριαρχικός Θρόνος και ο Άμβωνας.
Ο Αϊ-Γιώργης ο Τροπαιοφόρος και Δρακοκτόνος συνδέεται επίσης με τη γεωργία και τον πολλαπλασιασμό: Το όνομα Γεώργιος είναι ελληνικό, προέρχεται από το ουσιαστικό «γεώργιον» που σημαίνει καλλιεργήσιμο και την περίοδο της εορτής του (23 Απριλίου) οι αγρότες σπέρνουν, εξ ου και η επωνυμία του «σποριάρης».
Αλλά ο Άγιος είναι και προστάτης των κτηνοτρόφων, διότι η εορτή του συμπίπτει με την εποχή που θα αφήσουν τα χειμαδιά και θα ανέβουν στα βουνά.
Η εορτή του σηματοδοτεί την αρχή της άνοιξης.
Προσωνύμια και γνωμικά
Πλήθος τα προσωνύμια του Αγίου είτε από ευλάβεια είτε από κάποιο θαύμα ή και από άλλη αιτία:
-ο Αέρις στο Όφι του Πόντου, παλαιά, όπου οι Τούρκοι τον έλεγαν Αέρτς, ο Ζαντών, δηλαδή Άγιος Γεώργιος ο τρελός, γιατί τους τιμωρούσε αφαιρώντας τους τα μυαλά.
-ο Αράπης ή Αρακλειανός (Ηρακλειανός), στη Θράκη, επειδή θαυματουργή εικόνα του βρισκόταν στην Ηράκλεια της Προποντίδας. Αράπη μάλιστα γιατί ο Άγιος παρουσιάζεται μαύρος σε αυτή την εικόνα, ανάγλυφη από μαύρη πέτρα, ή από σκληρό ξύλο.
-ο Κουδουνάς στην Πρίγκηπο, γιατί η εικόνα του Αγίου βρέθηκε από έναν βοσκό, καθώς ήταν σκεπασμένη από μια αρμαθιά κουδούνια σύμβολα της παραφροσύνης, την οποίαν όλοι πιστεύουν ότι θεραπεύει.
-στο Θησείο, ο Ακαμάτης, επειδή οι Τούρκοι δεν επέτρεπαν να τελείται στην εκκλησία του Θεία Λειτουργία παρά μόνον στην εορτή του, στις 23 Απριλίου.
-ο Αϊ-Γιώργης ο Γοργός στην Καστοριά, γιατί σπεύδει ταχέως σε βοήθεια όσων τον επικαλούνται.
-ο Αϊ-Γιώργης Καππαδόκης, από τον τόπο καταγωγής του και πατρίδα του πατέρα του και Παλαιστίνιος, από τον τόπο καταγωγής της μητέρας του.
-ο Αϊ-Καλλάρης, στην Κάσο και Αϊ-Καβαλάρης, επειδή είναι έφιππος.
-ο Βάρδας, ο Γεωργιανός, ο Επιτειδιώτης, ο Καστρενός, ο Κιουρτζής, ο Κλεφτογρασιάς, ο Διασορίτης, ο Ζούρος, ο Κρασάς, ο Μεθυστής, ο Πέρσης, ο Σκυριανός, πολιούχος του νησιού, ο Φουστανελάς, πολιούχος των Ιωαννίνων, ο Φτωχός, ο Χατζής, ο Αϊ-Στρατηγός, ο Ψαροπιάστης, ο Φανερωμένος, ο Πεταλωτής.
Η γιορτή του συνδυάζεται με έθιμα χαράς και ευφορίας.
Ο αγιασμός των χωραφιών, τα κλαδιά της καρυδιάς στο κατώφλι του σπιτιού είναι έθιμα της γιορτής του, στην Αρκαδία. Οι Σαρακατσάνοι, στο όνομά του, παίρνουν το μεγαλύτερο όρκο τους και την ημέρα της γιορτής του θυσιάζουν το καλύτερο μαύρο κριάρι της στάνης τους, ενώ τη Λαμπρή άσπρο. Στην Αίγινα, το μοσχομυριστό χαμομήλι είναι τ’ Αϊ-Γιωργιού το λουλουδάκι. Στη Μακεδονία, ο μήνας Απρίλιος λέγεται Αγιγεωργίτης, στον Πόντο Αεργίτας.
Πλήθος τα γνωμικά και οι παροιμίες που αναφέρονται στον Άγιο.
«Αϊ-Γιώργη, βοήθα μου, σείε κι εσύ τα πόδια σου», λένε στην Κρήτη.
«Από τ’ Αϊ-Γιωργιού και πέρα δώσ’ του φουστανιού σου αέρα» λένε στη Μεσσηνία.
«Αϊ-Γεώρις να βοηθά σε», είναι γνωστή ευχή των Ποντίων οι οποίοι θεωρούν τον Άγιο σύμβολο της λεβεντιάς και της ανδρείας και αναφέρουν για ένα νέο και όμορφο παλληκάρι: «Ένα παλικάρι ίσια μ΄εκεί απάν’, έμορφον σαν τον Αέρτς».
Το έθιμο των «πεχλιβανίδων»
Στην Ξάνθη, στο δημοτικό διαμέρισμα Ολβίου, η ημέρα του εορτασμού του Αγίου Γεωργίου είναι γεμάτη από πολιτιστικά δρώμενα. Από το μεσημέρι μια ομάδα ντόπιων, κρατώντας τα παραδοσιακά όργανα νταούλι και ζουρνά, γυρνούν στις γειτονιές του χωριού, προσκαλώντας τους κατοίκους να παρακολουθήσουν του αγώνες πάλης. Νεαροί παλαιστές από διάφορα μέρη της βόρειας Ελλάδας, οι λεγόμενοι «πεχλιβανήδες», συγκεντρώνονται σε έναν ειδικά διαμορφωμένο χώρο και παλεύουν, χωρισμένοι σε ζευγάρια.
Φορώντας δερμάτινο παντελόνι, που το μαζεύουν μέχρι τα γόνατα και το δένουν σφιχτά στη μέση, παλεύουν μέχρι να ρίξουν κάτω τον αντίπαλο. Νικητής ανακηρύσσεται ο παλαιστής που θα καταφέρει να ρίξει τον άλλον, με τρόπο ώστε να ακουμπήσει την πλάτη του στο έδαφος ή αυτός που θα μπορέσει να κατεβάσει το παντελόνι του αντιπάλου του. Τα χρήματα που μαζεύονται από το κοινό, δίνονται «μπαξίσι» σε αυτόν που θα νικήσει. Το έθιμο λέγεται ότι αναπαριστά τη μάχη του Αγίου Γεωργίου με τον δράκο και ήρθε στην Ελλάδα από τους πρόσφυγες της Κωνσταντινούπολης.
«Δρακοκτονία»
Κάθε χρόνο στην γιορτή του Αγίου Γεωργίου, στο Νέο Σούλι Σερρών γίνεται αναπαράσταση της νίκης του Αγίου στην πάλη του με τον δράκο. Δυο μαυροφορεμένες κοπέλες οδηγούν τη βασιλοπούλα, που σύμφωνα με το μύθο είχε κληρωθεί για να θυσιαστεί από το θηρίο, στην πλατεία του χωριού. Σε μικρή απόσταση τοποθετείται ένα ομοίωμα του δράκου. Αμέσως μετά καταφθάνει ο Άγιος Γεώργιος πάνω σε ένα λευκό άλογο και με το κοντάρι του σκοτώνει τον δράκο και σώζει την βασιλοπούλα και το χωριό. Ακολουθεί γλέντι με χορό, κρασί και παραδοσιακό φαγητό.
Ιπποδρομίες
Ο Άγιος Γεώργιος είναι ένας αγαπημένος Άγιος των Λημνιών, για αυτό και τιμάται ιδιαίτερα στην Ανατολική Λήμνο. Πλήθος κόσμου συμμετέχει κάθε χρόνο στην αναβίωση του εθίμου των ιπποδρομιών, που γιορτάζεται με ιδιαίτερη λαμπρότητα στο χωριό Καλλιόπη και έχει τις ρίζες του στην Τουρκοκρατία. Προς τιμήν του Αγίου, οι κάτοικοι του χωριού ετοιμάζουν τα άλογα τους για τον αγώνα, ενώ οι καβαλάρηδες φορούν τιμητικά ένα κόκκινο μαντήλι στο λαιμό τους. Τη διοργάνωση αναλαμβάνει ο Αθλητικός Ιππικός Εξωραϊστικός Σύλλογος «Κέρος» Καλλιόπης, με τη συνδρομή του Δήμου Λήμνου.
Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας στις ιπποδρομίες συμμετείχαν δυο ομάδες, μια Χριστιανών και μια μουσουλμάνων, οι οποίοι σεβάστηκαν το έθιμο. Μόνο στον πόλεμο του ΄40 είχε σταματήσει το έθιμο για δυο χρόνια, καθώς δεν υπήρχαν νέοι στο χωριό για να αγωνιστούν. Στις μέρες μας, οι κάτοικοι της Καλλιόπης και άλλων γειτονικών χωριών, εκτρέφουν και προπονούν άλογα, αποκλειστικά και μόνο για να λάβουν μέρος στις Ιπποδρομίες του Αγίου Γεωργίου. Ο νικητής στεφανώνεται στο προαύλιο της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου και βραβεύεται με ένα συμβολικό ποσό. Αμέσως μετά ανοίγει το χορό στο πανηγύρι που διοργανώνεται στην πλατεία του χωριού.
«Πανηγυράκι»
Η Αράχωβα κάθε χρόνο, επί τρεις μέρες, γιορτάζει τον πολιούχο της Άγιο με το ξακουστό «Πανηγυράκι». Οι κάτοικοι της πόλης, κάθε ηλικίας, γιορτάζουν ντυμένοι με τις παραδοσιακές του φορεσιές, οι άντρες φορώντας φουστανέλα και οι γυναίκες τοπικά φορέματα. Με ιδιαίτερη λαμπρότητα και σε κλίμα βαθειάς συγκίνησης πραγματοποιείται η λιτανεία της εικόνας του Αγίου Γεωργίου στους δρόμους της πόλης. Κωδωνοκρουσίες και κανονιοβολισμοί γεμίζουν την ατμόσφαιρα, δημιουργώντας ένα κλίμα ευφορίας.
Κατά τη διάρκεια των τριήμερων εορταστικών εκδηλώσεων, αναβιώνουν παλιά έθιμα, όπως αθλητικοί αγώνες και πάλη. Τις εντυπώσεις κλέβουν οι γέροντες, οι οποίοι αγωνίζονται στην ανάβαση του ανηφορικού δρόμου πάνω από την εκκλησία. Στο τέλος της γιορτής στρώνεται ένα μεγάλο τραπέζι στην αυλή της εκκλησίας και το γλέντι «ανάβει» με τους παραδοσιακούς ρουμελιώτικους χορούς.

Ο Άγιος Γεώργιος είναι ένας αγαπημένος Άγιος των Λημνιών για αυτό και τιμάται ιδιαίτερα στην Ανατολική Λήμνο.
Στο χωριό Ρεπανίδι βρίσκεται ο αρχαιότερος ναός της Λήμνου, ο οποίος είναι αφιερωμένος στον Αϊ Γιώργη και στο χωριό Καλλιόπη ήδη από τα χρόνια της τουρκοκρατίας τελούνται ιπποδρομίες προς τιμή του Αγίου. Μάλιστα στις ιπποδρομίες συμμετείχαν και Τούρκοιοι οποίοι τιμούσαν κι αυτοί τον Άγιο.
Οι Τούρκοι κάποτε ενώ γιόρταζαν το ραμαζάνι τους κι είχαν πάει στο τζαμί στον Αϊ Υπάτη έχασαν τα άλογα τους. Καλλιοπίτες τους τα είχαν κλέψει. Επειδή όμως οι Καλλιοπίτες δεν είχαν που να τα κρύψουν, πήγαν  στην παραλία του Κέρους, εκεί όπου υπήρχε ένα ξωκλήσι του Αγίου Γεωργίου. Εκεί άφηναν τα άλογα να τρέχουν ανά ομάδες.
Πηγή: news.gr, ΑΠΕ

Πέμπτη, 2 Απριλίου 2015

Τὰ Πάθη τοῦ Χριστοῦ στὴ λαϊκὴ ποίηση

Ἀνδρέας Δρόσος
Ἡ λαϊκὴ ποίηση, καθὼς ξέρουμε συμπεριέλαβε στὸ μεγάλο κύκλο της καθετί, ποὺ τῆς κινοῦσε ἄμεσα ἢ ἔμμεσα τὴν προσοχὴ καὶ τὸ ἐνδιαφέρον, δηλαδὴ τὴ χαρά, τὴ λύπη, τὸν ξενητεμό, τὴν πατρίδα, τὴ Μάνα κλπ. Μ᾿ ἕνα λόγο, αὐτή, ἀπασχολήθηκε ἀνοιχτὰ μὲ κάθε ἀξιοπρόσεχτη ἐκδήλωση τῆς ζωῆς. Γι᾿ αὐτὸ θάταν ὄχι μόνο ἄδικο κι᾿ ἀνίερο, ἀλλὰ καὶ σοβαρὸ μειονέχτημά της, ἂν δὲν πρόσεχε καὶ δὲν τραγούδαγε τόσο λυπητερὰ τὰ πάθη τοῦ Χριστοῦ μας.
Ἀπ᾿ τὰ δημοτικὰ τραγούδια ἢ μᾶλλον τὰ μοιρολόγια γύρω ἀπ᾿ τὰ πάθη τοῦ Κυρίου, τὸ πιὸ μεγάλο κι᾿ ἀξιόλογο εἶν᾿ αὐτό, ποὺ θὰ δοῦμε παρακάτω καὶ τὸ ὁποῖο εἶναι διαδωμένο σ᾿ ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος μὲ μεγάλες ἢ μικρὲς παραλλαγές.
Μὰ ποιὸς ἦταν ὁ πραγματικὸς ποιητής του ἣ ἂν ἦταν πολλοὶ καὶ πάνω-κάτω σὲ ποιὰ ἐποχὴ ποιήθηκε, ὅλ᾿ αὐτά, παραμένουν βουτηγμένα στὸ σκοτάδι τῆς ἀβεβαιότητας. Πάντως, νομίζουμε, πὼς εἶναι προϊὸν εὐαίσθητης γυναικείας, μᾶλλον, ψυχῆς τοῦ παλιότερου καιροῦ. Καὶ τοῦτο εἶναι φυσικό. Ἡ γυναίκα, μὲ τὴ θρησκοληψία καὶ τὴν εὐπάθεια, ποὺ τὴ διακρίνουν, θἄνοιωσε ἀληθινὰ μέσ᾿ στὰ τρίσβαθα τῆς ψυχῆς της μεγάλο πόνο καὶ φρίκη γιὰ τὴν ἀχαριστία τοῦ κόσμου, ποὺ τὸν ἔσπρωξε στὴ Σταύρωση τοῦ Θεανθρώπου. Ἔτσι μπόρεσε κι᾿ ἔδωσε μία τέτοια λυρικότητα, δραματικότητα καὶ πάθος σ᾿ αὐτὸ τὸ πνευματικὸ δημιούργημά της.
Σὲ πολλὰ χωριὰ τῆς Ἠλείας κάθε Μεγάλη Παρασκευὴ τὰ γυναικόπαιδα κάθονται σταυροχεριασμένα ὁλόγυρα στὸν «Ἐσταυρωμένον» καὶ μὲ πληγωμένη τὴν καρδιά τους ἀπ᾿ τὴ θλίψη λένε τὸ παρακάτω μοιρολόγι, σκορπώντας ὁλόγυρά τους μιὰ καταιγίδα πίκρας κι᾿ ἐσωτερικῆς συντριβῆς. Κι᾿ ὁ σπαραχτικὸς ἀντίλαλός του κάνει καὶ τὴν πιὸ σκληρὴ καρδιὰ νὰ ραγίσει καί, γιομάτη δέος, νὰ μπεῖ βαθειὰ στὸ μεγάλο νόημα τῶν Παθῶν τοῦ Θεανθρώπου!
Καθὼς εἶναι γραμμένο πιὸ κάτω, ἔτσι εἶναι γνωστό, στὴν Ἤλιδα κι᾿ ἔχει, ἴσως, τοὺς περισσότερους στίχους ἀπὸ κάθε ἄλλη περιφέρεια:
Σήμερα μαῦρος Οὐρανός, σήμερα μαύρη μέρα,
σήμερα ὅλοι θλίβουνται καὶ τὰ βουνὰ λυποῦνται,
σήμερα ἔβαλαν βουλὴ οἱ ἄνομοι Ὁβραῖοι,
οἱ ἄνομοι καὶ τὰ σκυλιὰ κι᾿ οἱ τρισκαταραμένοι
γιὰ νὰ σταυρώσουν τὸ Χριστό, τὸν Ἀφέντη Βασιλέα.
Ὁ Κύριος ἠθέλησε νὰ μπεῖ σὲ περιβόλι
νὰ λάβει δεῖπνον μυστικὸν γιὰ νὰ τὸν λάβουν ὅλοι.
Κι᾿ ἡ Παναγιὰ ἡ Δέσποινα καθόταν μοναχή της,
τὰς προσευχάς της ἔκανε γιὰ τὸ μονογενῆ της.
Φωνὴ τοὺς ἦρθ᾿ ἐξ Οὐρανοῦ ἀπ᾿ Ἀρχαγγέλου στόμα:
-Φτάνουν κυρά μου οἱ προσευχές, φτάνουν κι᾿ οἱ μετάνοιες,
τὸ γυιό σου τὸν ἐπιάσανε καὶ στὸ φονιᾶ τὸν πάνε
καὶ στοῦ Πιλάτου τὴν αὐλὴ ἐκεῖ τὸν τὸν τυραγνᾶνε.
-Χαλκιᾶ-χαλκιᾶ, φτιάσε καρφιά, φτιάσε τρία περόνια.
Καὶ κεῖνος ὁ παράνομος βαρεῖ καὶ φτιάχνει πέντε.
-Σὺ Φαραέ, ποὺ τά ῾φτιασες πρέπει νὰ μᾶς διδάξεις.
-Βάλε τὰ δυὸ στὰ χέρια του καὶ τ᾿ ἄλλα δυὸ στὰ πόδια,
τὸ πέμπτο τὸ φαρμακερὸ βάλε το στὴν καρδιά του,
νὰ στάξει αἷμα καὶ νερὸ νὰ λιγωθεῖ ἡ καρδιά του.
Κι᾿ ἡ Παναγιὰ σὰν τἄκουσε ἔπεσε καὶ λιγώθη,
σταμνὶ νερὸ τῆς ρίξανε, τρία κανάτια μόσχο
γιὰ νὰ τῆς ἔρθ᾿ ὁ λογισμός, γιὰ νὰ τῆς ἔρθει ὁ νοῦς της.
Κι᾿ ὅταν τῆς ἦρθ᾿ ὁ λογισμός, κι᾿ ὅταν τῆς ἦρθ᾿ ὁ νοῦς της,
ζητᾶ μαχαίρι νὰ σφαγεῖ, ζητᾶ φωτιὰ νὰ πέσει,
ζητᾶ γκρεμὸ νὰ γκρεμιστεῖ γιὰ τὸ μονογενῆ της.
-Μὴν σφάζεσαι, Μανούλα μου, δὲν σφάζονται οἱ μανάδες
Μὴν καίγεσαι, Μανούλα μου, δὲν καίγονται οἱ μανάδες.
Λάβε, κυρά μ᾿ ὑπομονή, λάβε, κυρά μ᾿ ἀνέση.
-Καὶ πῶς νὰ λάβω ὑπομονὴ καὶ πῶς νὰ λάβω ἀνέση,
ποὺ ἔχω γυιὸ μονογενῆ καὶ κεῖνον Σταυρωμένον.
Κι᾿ ἡ Μάρθα κι᾿ ἡ Μαγδαληνὴ καὶ τοῦ Λαζάρου ἡ μάνα
καὶ τοῦ Ἰακώβου ἡ ἀδερφή, κι᾿ οἱ τέσσερες ἀντάμα,
ἐπῆραν τὸ στρατί-στρατί, στρατὶ τὸ μονοπάτι
καὶ τὸ στρατὶ τοὺς ἔβγαλε μέσ᾿ στοῦ ληστῆ τὴν πόρτα.
-Ἄνοιξε πόρτα τοῦ ληστῆ καὶ πόρτα τοῦ Πιλάτου.
Κι᾿ ἡ πόρτα ἀπὸ τὸ φόβο της ἀνοίγει μοναχή της.
Τηράει δεξιά, τηράει ζερβά, κανέναν δὲν γνωρίζει,
τηράει δεξιώτερα βλέπει τὸν Ἅϊγιάννη,
Ἅγιε μου Γιάννη Πρόδρομε καὶ βαπτιστῆ τοῦ γυιοῦ μου,
μὴν εἶδες τὸν ὑγιόκα μου καὶ τὸν διδάσκαλόν σου;
-Δὲν ἔχω στόμα νὰ σοῦ πῶ, γλώσσα νὰ σοῦ μιλήσω,
δὲν ἔχω χεροπάλαμα γιὰ νὰ σοῦ τόνε δείξω.
Βλέπεις Ἐκεῖνον τὸ γυμνό, τὸν παραπονεμένο,
ὁποὺ φορεῖ πουκάμισο στὸ αἷμα βουτηγμένο,
ὁποὺ φορεῖ στὴν κεφαλὴ ἀγκάθινο στεφάνι;
Αὐτὸς εἶναι ὁ ὑγιόκας σου καὶ μὲ διδάσκαλός μου!
Κι᾿ ἡ Παναγιὰ πλησίασε γλυκὰ τὸν ἀγκαλιάζει.
-Δὲ μοῦ μιλᾶς παιδάκι μου, δὲ μοῦ μιλᾶς παιδί μου;
-Τί νὰ σοῦ πῶ, Μανούλα μου, ποὺ διάφορο δὲν ἔχεις·
μόνο τὸ μέγα-Σάββατο κατὰ τὸ μεσονύχτι,
ποὺ θὰ λαλήσει ὁ πετεινὸς καὶ σημάνουν οἱ καμπάνες,
τότε καὶ σύ, Μανούλα μου, θἄχεις χαρὰ μεγάλη!
Σημαίνει ὁ Θεός, σημαίνει ἡ γῆ, σημαίνουν τὰ Οὐράνια,
σημαίνει κι᾿ ἡ Ἅγια Σοφία μὲ τὶς πολλὲς καμπάνες.
Ὅποιος τ᾿ ἀκούει σώζεται κι᾿ ὅποιος τὸ λέει ἁγιάζει,
κι᾿ ὅποιος τὸ καλοφουγκραστεῖ Παράδεισο θὰ λάβει,
Παράδεισο καὶ λίβανο μὲς ἀπ᾿ τὸν Ἅγιο Τάφο.

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2015

«Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε»

 Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε
Ο Ακάθιστος ύμνος χαρακτηρίζεται ως ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας, γραμμένο πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και μερικώς της ομοιοκαταληξίας. Η γλώσσα του ύμνου είναι σοβαρή και ρέουσα, γεμάτη από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα. Έτσι η εξωτερική του μορφή παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία και ωραιότητα, που συναγωνίζεται το βαθύ του περιεχόμενο.
 Η Ακολουθία του Ακάθιστου Ύμνου αποτελείται, κατά βάση, από τον Ακάθιστο Ύμνο και τον Κανόνα του Ακάθιστου Ύμνου, πλαισιωμένα με ψαλμούς, απολυτίκια και ευχές.
Οι 24 «οίκοι» σχηματίζουν αλφαβητική ακροστιχίδα και έχουν εφύμνιο οι μεν περιττοί «Χαίρε, Νύμφη, ανύμφευτε», οι δε άρτιοι «Αλληλούια». Από αυτούς οι 12 αναφέρονται στον Κύριο και τελειώνουν με το «Αλληλούια» = Αινείτε το Θεό. Οι άλλοι 12 οίκοι αναφέρονται στη Θεοτόκο και τελειώνουν με το «Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε». «Εφύμνιο» λέγεται η τελευταία φράση του ύμνου που επαναλαμβάνει ο λαός.
Μέσα στους 72 στίχους συναντούμε 144 χαιρετισμούς στη Θεοτόκο: «Χαίρε, της εκκλησίας ο ασάλευτος Πύργος, Χαίρε, της βασιλείας το απόρθητον τείχος, Χαίρε δι’ ης εγείρονται τρόπαια, Χαίρε, δι’ ης εχθροί καταπίπτουσι…». Από τη λέξη ΧΑΙΡΕ ονομάστηκαν και Χαιρετισμοί.
Η ονομασία Ακάθιστος Ύμνος αποδόθηκε στον Ύμνο οφείλεται στο ότι «ορθοστάδην τότε πας ο λαός κατά την νύκτα εκείνην τον ύμνον τη του Λόγου Μητρί έμελψαν και ότι πάσι τοις άλλοις οίκοις καθήσθαι εξ έθους έχοντες, εν τοις παρούσι της θεομήτορος ορθοί πάντες ακροώμεθα». Αυτά γράφει το Συναξάριο, και εντοπίζει «την νύκτα εκείνη» το καλοκαίρι του 626.
Επίσης, από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκε ο ύμνος οι πιστοί σε κάθε ευκαιρία και αφορμή, τον έψαλαν όρθιοι και απ’ την αρχή συνδέθηκε με την εορτή του Ευαγγελισμού του οποίου την ακολουθία το εκκλησίασμα παρακολουθούσε όρθιο.
 Χαῖρε, σκηνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου,
χαῖρε, Ἁγία ἁγίων μείζων.
Χαῖρε, κιβωτὲ χρυσωθεῖσα τῷ Πνεύματι,
χαῖρε, θησαυρὲ τῆς ζωῆς ἀδαπάνητε.
Χαῖρε, τίμιον διάδημα βασιλέων εὐσεβῶν,
χαῖρε, καύχημα σεβάσμιον ἱερέων εὐλαβῶν.
Χαῖρε, τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἀσάλευτος πύργος,
χαῖρε, τῆς Βασιλείας τὸ ἀπόρθητον τεῖχος.
Χαῖρε, δι' ἧς ἐγείρονται τρόπαια,
χαῖρε, δι' ἧς ἐχθροὶ καταπίπτουσι.
Χαῖρε, χρωτὸς τοῦ ἐμοῦ θεραπεία,
χαῖρε, ψυχῆς τῆς ἐμῆς σωτηρία.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια