*-*

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2015

«Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε»

 Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε
Ο Ακάθιστος ύμνος χαρακτηρίζεται ως ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας, γραμμένο πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και μερικώς της ομοιοκαταληξίας. Η γλώσσα του ύμνου είναι σοβαρή και ρέουσα, γεμάτη από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα. Έτσι η εξωτερική του μορφή παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία και ωραιότητα, που συναγωνίζεται το βαθύ του περιεχόμενο.
 Η Ακολουθία του Ακάθιστου Ύμνου αποτελείται, κατά βάση, από τον Ακάθιστο Ύμνο και τον Κανόνα του Ακάθιστου Ύμνου, πλαισιωμένα με ψαλμούς, απολυτίκια και ευχές.
Οι 24 «οίκοι» σχηματίζουν αλφαβητική ακροστιχίδα και έχουν εφύμνιο οι μεν περιττοί «Χαίρε, Νύμφη, ανύμφευτε», οι δε άρτιοι «Αλληλούια». Από αυτούς οι 12 αναφέρονται στον Κύριο και τελειώνουν με το «Αλληλούια» = Αινείτε το Θεό. Οι άλλοι 12 οίκοι αναφέρονται στη Θεοτόκο και τελειώνουν με το «Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε». «Εφύμνιο» λέγεται η τελευταία φράση του ύμνου που επαναλαμβάνει ο λαός.
Μέσα στους 72 στίχους συναντούμε 144 χαιρετισμούς στη Θεοτόκο: «Χαίρε, της εκκλησίας ο ασάλευτος Πύργος, Χαίρε, της βασιλείας το απόρθητον τείχος, Χαίρε δι’ ης εγείρονται τρόπαια, Χαίρε, δι’ ης εχθροί καταπίπτουσι…». Από τη λέξη ΧΑΙΡΕ ονομάστηκαν και Χαιρετισμοί.
Η ονομασία Ακάθιστος Ύμνος αποδόθηκε στον Ύμνο οφείλεται στο ότι «ορθοστάδην τότε πας ο λαός κατά την νύκτα εκείνην τον ύμνον τη του Λόγου Μητρί έμελψαν και ότι πάσι τοις άλλοις οίκοις καθήσθαι εξ έθους έχοντες, εν τοις παρούσι της θεομήτορος ορθοί πάντες ακροώμεθα». Αυτά γράφει το Συναξάριο, και εντοπίζει «την νύκτα εκείνη» το καλοκαίρι του 626.
Επίσης, από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκε ο ύμνος οι πιστοί σε κάθε ευκαιρία και αφορμή, τον έψαλαν όρθιοι και απ’ την αρχή συνδέθηκε με την εορτή του Ευαγγελισμού του οποίου την ακολουθία το εκκλησίασμα παρακολουθούσε όρθιο.
 Χαῖρε, σκηνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου,
χαῖρε, Ἁγία ἁγίων μείζων.
Χαῖρε, κιβωτὲ χρυσωθεῖσα τῷ Πνεύματι,
χαῖρε, θησαυρὲ τῆς ζωῆς ἀδαπάνητε.
Χαῖρε, τίμιον διάδημα βασιλέων εὐσεβῶν,
χαῖρε, καύχημα σεβάσμιον ἱερέων εὐλαβῶν.
Χαῖρε, τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἀσάλευτος πύργος,
χαῖρε, τῆς Βασιλείας τὸ ἀπόρθητον τεῖχος.
Χαῖρε, δι' ἧς ἐγείρονται τρόπαια,
χαῖρε, δι' ἧς ἐχθροὶ καταπίπτουσι.
Χαῖρε, χρωτὸς τοῦ ἐμοῦ θεραπεία,
χαῖρε, ψυχῆς τῆς ἐμῆς σωτηρία.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2015

Η 25η Μαρτίου . ΖΗΤΩ ΤΟ ΑΘΑΝΑΤΟ ΄21. ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΔΑ ΜΑΣ

Η 25η Μαρτίου (από ένα παλιό αναγνωστικό). 

Scan0002
η σχολική γιορτή, όπως εορταζόταν πριν λίγες δεκαετίες…
Από μέρες ετοιμάζεται το σχολείο για την εθνική εορτή. Πολλά παιδιά εργάζονται και φτιάχνουν σημαίες. Άλλα ψαλιδίζουν το χαρτόνι και φτιάχνουν γράμματα για τις επιγραφές, άλλα φτιάχνουν στεφάνια.
Ή Τασία θά φτιάσει τό φωτοστέφανο για τήν Παναγία. Αύτόν θά τόν φορέσει ή Θυμιοπούλα. Αύτή θά παραστήσει τήν Παναγία. Είναι  πιό φρόνιμο καί ταπεινό κορίτσι. Όλο το σχολείο την άγαπά.
  • Παιδιά! ή γιορτή μας πρέπει νά πετύχει λέει ό δάσκαλος. Θά προσκαλέσουμε καί κόσμο. Νά προσέξουμε νά μήν παραλείψουμε τί ποτε. Νά μή ντροπιαστούμε.
Προτού όμως μοιράσει τίς δουλειές, έξήγησε:
  • Στίς 25 Μαρτίου γιορτάζουμε διπλή γιορ­τή. Ή μιά είναι ό Εύαγγελισμός τής Θεοτόκου. Είναι ή μέρα πού κατέβηκε ό άγγελος στήν Παρθένο Μαρία καί τής είπε:
«Χαίρε, κεχαριτωμένη Μαρία, ό Κύριος μετά Σού…»
Αύτή είναι ή θρησκευτική γιορτή. Ή άλλη είναι ή έθνική γιορτή. Τήν ήμέρα αύτή, τό 1821, οί πατέρες μας πήραν τά όπλα, γιά νά έλευθερωθούν.

Μέ τί προθυμία όλα τά παιδιά ρίχτηκαν στή δουλειά! Καί πόσο γρήγορα τελείωσαν! Μέσα σέ λίγες μέρες όλα ήταν έτοιμα. Έτοιμες καί οί μεγάλες έπιγραφές!

25 ΜΑΡΤΙΟΥ
Η ΕΛΛΑΔΑ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΠΕΘΑΙΝΕΙ
Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
ΧΑΙΡΕ, ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗ ΜΑΡΙΑ
Τ’ άγόρια στόλισαν τήν αϊθουσα μέ τίς Εικόνες των ήρώων τού 21. Είχαν καί έπιγραφές μέ γράμματα, πού έγραφαν:
ΡΗΓΑΣ ΦΕΡΑΙΟΣ
ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ
Τήν άλλη μέρα, πού ήταν τού Εύαγγελι- σμοϋ, όλο τό σχολείο πήγε στήν έκκλησία. Ή σημαία έμπρός κυματίζει. Τά παιδιά περπατούν τραγουδώντας:
«’Όλη δόξα, όλη χάρη,
άγια μέρα ξημερώνει…»
Τά τραγούδια άκούονται σέ όλο τό χωριό. Τελείωναν τό ένα, άρχιζαν τό άλλο:
«Ζωστείτε τ’ άρματα, παιδιά…»
Τά μάτια τού κόσμου είναι καρφωμένα πάνω στή σημαία καί στά παιδιά πού τραγου­δούν.
Να, τώρα έφτασαν στην εκκλησία!
Στη δοξολογία που έγινε, ένας ιεροκήρυκας έβγαλε λόγο. Είπε για την ελληνική επανάσταση, για τους ήρωες, τα είπε όλα. Τι ωράια που μίλησε! Τα παιδιά τραγούδησαν τον εθνικό ύμνο:

“Σε γνωρίζω από την κόψη…”
Μετά την δοξολογία, όλοι πήγαν στο σχολείο. Ήρθαν να παρακολουθήσουν την σχολική γιορτή. Η αίθουσα, όπως ήταν στολισμένη με τους ήρωες, τους μάγεψε όλους.
Η επιτυχία που είχαν τα παιδιά στα ποιήματα και στα τραγούδια δεν λέγεται. Όλοι χειροκροτούσαν με την καρδιά τους.
-Τέτοια γιορτή ας μην τελείωνε ποτέ, είπαν οι περισσότεροι την ώρα που έφευγαν. Μπράβο στο δάσκαλο και στα παιδιά, που μας χάρισαν μια τέτοια ωραία γιορτή

Από το Αναγνωστικό Β’ Δημοτικού
Βασιλ.Οικονομίδη
Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων
Αθήνα 1979

αντιγραφή και επιμέλεια ανάρτησης: ιστολόγιο “Αντέχουμε…”


Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2015

Χαῖρε, ἀκτὶς νοητοῦ ἡλίου.

 
ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ
Ο Ακάθιστος Ύμνος: Θεωρείται ως ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας, η γλώσσα του είναι σοβαρή και ποιητική και είναι εμπλουτισμένος από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα λόγου (αντιθέσεις, μεταφορές, κλπ). Το θέμα του είναι η εξύμνηση της ενανθρώπισης του Θεού μέσω της Θεοτόκου, πράγμα που γίνεται με πολλές εκφράσεις χαράς και αγαλλίασης, οι οποίες του προσδίδουν θριαμβευτικό τόνο.
Κατά το έτος 626 μ.Χ., και ενώ ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος μαζί με το βυζαντινό στρατό είχε εκστρατεύσει κατά των Περσών, η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε αιφνίδια από τους Αβάρους. Οι Άβαροι απέρριψαν κάθε πρόταση εκεχειρίας και την 6η Αυγούστου κατέλαβαν την Παναγία των Βλαχερνών. Σε συνεργασία με τους Πέρσες ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση, ενώ ο Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τα τείχη της Πόλης με την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενθάρρυνε το λαό στην αντίσταση. Τη νύχτα εκείνη, φοβερός ανεμοστρόβιλος, που αποδόθηκε σε θεϊκή επέμβαση, δημιούργησε τρικυμία και κατάστρεψε τον εχθρικό στόλο, ενώ οι αμυνόμενοι προξένησαν τεράστιες απώλειες στους Αβάρους και τους Πέρσες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αποχωρήσουν άπρακτοι.
Στις 8 Αυγούστου, η Πόλη είχε σωθεί από τη μεγαλύτερη, ως τότε, απειλή της ιστορίας της. Ο λαός, θέλοντας να πανηγυρίσει τη σωτηρία του, την οποία απέδιδε σε συνδρομή της Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών. Τότε, κατά την παράδοση, όρθιο το πλήθος έψαλλε τον από τότε λεγόμενο «Ακάθιστο Ύμνο», ευχαριστήρια ωδή προς την υπέρμαχο στρατηγό του Βυζαντινού κράτους, την Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη του «τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».
 Ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέθηκε με τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, προφανώς, εξ αιτίας ενός άλλου καθαρώς λειτουργικού λόγου. Μέσα στην περίοδο της Νηστείας εμπίπτει πάντοτε η μεγάλη γιορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Είναι η μόνη μεγάλη γιορτή, που λόγω του πένθιμου χαρακτήρα της Τεσσαρακοστής, στερείται προεορτίων και μεθεορτίων. Αυτήν ακριβώς την έλλειψη έρχεται να καλύψει η ψαλμωδία του Ακαθίστου, τμηματικά κατά τα απόδειπνα των Παρασκευών και ολόκληρος κατά το Σάββατο της Ε΄ εβδομάδας. Το βράδυ της Παρασκευής και το Σάββατο είναι μέρες που μαζί με την Κυριακή είναι οι μόνες μέρες των εβδομάδων των Νηστειών, κατά τις οποίες επιτρέπεται ο γιορτασμός χαρμόσυνων γεγονότων, και στις οποίες, μετατίθενται οι γιορτές της εβδομάδας. Σύμφωνα με ορισμένα Τυπικά, ο Ακάθιστος Ύμνος ψαλλόταν πέντε μέρες πριν τη γιορτή του Ευαγγελισμού και κατά άλλα τον όρθρο της μέρας της γιορτής.

Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2015

Επιγόνιο ή Ψαλτήρι ή Κανονάκι ή σαντούρι

Κανονάκι 79 τόνων.
Το Επιγόνιο ή Κανονάκι (ονομασία που προέρχεται από τον κανόνα -το πειραματικό μονόχορδο του Πυθαγόρα) είναι γνωστό στην Ελλάδα από την αρχαιότητα ως τρίγωνο ή επιγόνειο και τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ως ψαλτήρι.
Είναι νυκτό όργανο, με εντέρινες χορδές, παίζεται με δύο πένες που προσδένονται με μεταλλικές δακτυλήθρες στους δείκτες των δύο χεριών. 
ψαλτήρι
Σε κάθε χορδή, κινητοί καβαλάρηδες υψώνουν τους φθόγγους σύμφωνα με τα μικροδιαστήματα της παραδοσιακής μουσικής κλίμακας όπου κινείται ο οργανοπαίκτης.
Το σαντούρι είναι έγχορδο κρουστό επίπεδο μουσικό όργανο. Το όνομά του προέρχεται εκ της ελληνικής λέξεως ψαλτήριον μέσω της περσικής γλώσσας σαντούρ. Κατασκευάζεται συνηθέστερα από ξύλο καρυδιάς. Έχει σχήμα τραπεζοειδές επί του οποίου φέρονται οριζοντίως και επάλληλα 72 μεταλλικές χορδές, ανά τρεις για κάθε φθόγγο, αποδίδοντας έτσι 24 νότες, με τις μεγαλύτερες σε μήκος χορδές στο κάτω μέρος και τις μικρότερες στο άνω. 
Σαντούρι με τα ραβδία του.
Οι χορδές του οργάνου αυτού, "χορδίζονται" στο 1/4 με ειδικά "ωτία" που φέρονται συνηθέστερα επί της δεξιάς πλευράς του οργάνου και οι οποίες κρούονται με μικρά ραβδία, οι άκρες των οποίων φέρουν μεταλλικές κοιλόμορφες σφύρες (σαν κουταλάκια). Το σαντούρι χρησιμοποιείται κυρίως στην παραδοσιακή μουσική της Ελλάδος.
πηγή el.wikipedia.org 

Κανονάκι







Σαντούρι

Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2015

Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς

Η Θεοτόκος σώζει τον άνθρωπο όχι ως πρώτη και κύρια πηγή σωτηρίας, αλλά κατά δεύτερο λόγο και έμμεσα, δια της προσευχής, των δεήσεων και της χάρης της, ως πάναγνης Μητέρας του σαρκωθέντα Λόγου του Θεού. Αυτό ισχύει και για την
προσευχή και το μεσιτικό αξίωμα όλων των Αγίων. 

 ...Σε τελική ανάλυση και εφόσον η σωτηρία παρέχεται από το Θεό δια της πρεσβείας της αγνής Θεομήτορος.
πηγή


Τρίτη, 3 Μαρτίου 2015

ΤΑ ΧΕΛΙΔΟΝΙΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΑΡΤΙΟΥ

                   



Ο ΕΡΧΟΜΟΣ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ


  xelidonismataΠανάρχαιο  Ελληνικό έθιμο, ζωντανό μέχρι σήμερα σε αρκετά χωριά του Νομού Σερρών.
Τα χελιδονίσματα είναι γνωστά σε όλο το νομό Σερρών. Οι Λαογράφοι τα συνδέουν με τα Αρχαία χελιδονίσματα. Το τραγούδι, μάλιστα, ξεκινάει με τον ίδιο στίχο:

«ήλθε ήλθε χελιδών καλάς ώρας άγουσα, καλούς ενιαυτούς, επί  γαστέρα λευκά, επί νώτα μέλαινα άνοιγ άνοιγε ταν θύραν χεριδόνει, ού γάρ γέροντες έσμεν αλλά παιδιά.» {Κλεόβουλος ο Λίνδιος}

Το έθιμο πέρασε στους Βυζαντινούς χρόνους, διασώθηκε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπως περιγράφει η Άννα Τριανταφυλλίδου στα Μακεδονικά ηθογραφήματα «Άλλοι καιροί» στην πόλη των Σερρών και έφτασαν στις μέρες μας.
Το πρωί της 1ης Μαρτίου τα παιδιά (αγόρια και κορίτσια),κρατώντας ένα ξύλινο ομοίωμα της χελιδόνας πλημμυρίζουν τους δρόμους τραγουδώντας: «Χελιδόνα έρχεται απ’την Μαύρη θάλασσα….» και μοιράζουν τους γνωστούς «Mάρτηδες» (στριφτό νήμα από κόκκινη και άσπρη κλωστή) για να μη μας «πιάνει» ο Μάρτης. Που σημαίνει ότι οι αχτίδες του Μαρτιάτικου ήλιου είναι τόσο καυτές που κινδυνεύουμε να μαυρίσουμε. Και δεδομένου στην παράδοση ότι οι γυναίκες έπρεπε να είναι «αφράτες» και «άσπρες» σαν το γάλα, έπρεπε να φυλαχθούν.
Η συνήθεια να δένουμε στο χέρι μας την ασπροκόκκινη κλωστή «για να μη μας κάψει ο Μάρτης», οι λαογράφοι την συνδέουν με την «κρόκη» που οι μύστες των Ελευσίνιων Μυστηρίων έδεναν στο πόδι ή στο χέρι τους.
Τον «Μάρτη»τον βγάζουμε από το χέρι μας, όταν δούμε το πρώτο χελιδόνι ή πελαργό, τον βάζουμε κάτω από μία πέτρα κάνοντας συγχρόνως και μία ευχή ή πάλι τον κρεμάμε στον φράχτη της αυλής, να τον πάρουν τα χελιδόνια και να χτίσουν τη φωλιά τους.

πηγή 
τό βίντεο από εδώ
Η Αρχαία Ελλάδα καλά κρατεί. Το τέλος του Χειμώνα και τον ερχομό των χελιδονιών γιόρταζαν τα πα

Copy and WIN : http://bit.ly/copynwin
Τον μήνα Μάρτη - Βαδράμιο εορτή της Ρόδου σε άγνωστη ημέρα του τοπικού μήνα γινόταν τα "Χελιδόνεια" για την υποδοχή της άνοιξης και των χελιδονιών, της οποίας η ίδρυση αποδίδεται στον Λίνδιο Κλεόβουλο. Μικρά παιδιά τριγυρνούσαν από πόρτα σε πόρτα και ζητούσαν χρήματα και σύμφωνα με τον Αθηναίο, χρονολογείται στον -6ο αιώνα. Ο Αθηναίος σημειώνει ότι το χελιδονίζειν ήταν για τους Ροδίτες, ένα είδος αγερμού (συλλογή χρημάτων, όπως στα σύγχρονα κάλαντα) και διασώζει ένα τέτοιο τραγούδι μνημονευόμενο από τον Θέογνι στο δεύτερο βιβλίο του “Περί θυσιών” στη Ρόδο. Τραγουδώντας μικρά άσματα αντίστοιχα με τα σημερινά κάλαντα Τα χελιδόνεια, Παλάθαν συ προκύκλει........... Φέρε σύκα αρμαθιασμένα εκ πίονος οίκου .........................απ' το πλούσιο το σπίτι οίνου τε δέπαστρον ..................ένα κύπελλο κρασί τυρού τε κανίστρου. .................και καλάθι με τυρί. που κατά την Ελληνιστική περίοδο διαδόθηκαν στον Ελληνικό κόσμο, επέζησαν έως τον 10ο αιώνα, οπότε και απαγορεύθηκαν από την "εν Τρούλλω" 6η Οικουμενική σύνοδο +939 ως κατάλοιπο του Ελληνικού εθνισμού. ΗΛΘ΄ ΗΛΘΕ ΧΕΛΙΔΩΝ, ΚΑΛΑΣ ΩΡΑΣ ΑΓΟΥΣΑ ΚΑΙ ΚΑΛΟΥΣ ΕΝΙΑΥΤΟΥΣ, ΕΠΙ ΓΑΣΤΕΡΙ ΛΕΥΚΑ, ΕΠΙ ΝΩΤΑ ΜΕΛΑΙΝΑ, ΑΝΟΙΓ ΆΝΟΙΓΕ ΤΑΝ ΘΥΡΑΝ ΧΕΛΙΔΟΝΕΙ, ΟΥ ΓΑΡ ΓΕΡΟΝΤΕΣ ΕΣΜΕΝ ΑΛΛΑ ΠΑΙΔΙΑ {Κλεόβουλος ο Λίνδιος}. Υπάρχει μάλιστα κι ένας συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο Αρχαίο και σύγχρονο χελιδόνισμα, που κατέγραψε τον 12ο αιώνα ο Γάλλος κληρικός Benoit όταν άκουσε να το τραγουδούν Έλληνες μαθητές στο Collegio Greco στη Ρώμη. Οι στίχοι που κατέγραψε ο Benoit (στο βιβλίο του Liber Politicus) έχουν εντυπωσιακή ομοιότητα με τα σημερινά χελιδονίσματα. Επιπλέον, μάλιστα και το φιλοδώρημα που ζητούν οι καλαντιστές παραμένει το ίδιο από την Αρχαιότητα !

Copy and WIN : http://bit.ly/copynwin

Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2015

Α’ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ

http://bizweb.synaxarion.gr/data/specials/synaxarion/a_xairetismoi.jpg
Αυτήν την εβδομάδα μετά και την Καθαρά Δευτέρα  σε όλους τους Ορθόδοξους Ιερούς Ναούς θα ψαλεί την Παρασκευή, η ακολουθία των Χαιρετισμών. Μια πανέμορφη, κατανυκτική ακολουθία μαζί με την Α' στάση του Ακαθίστου Ύμνου. Κεντρικό και τιμώμενο πρόσωπο, η Παναγία μας Θεοτόκος.


Α' στάση


Άγγελος πρωτοστάτης, ουρανόθεν επέμφθη,
ειπείν τή Θεοτόκω το Χαίρε· (εκ γ')
καί συν τή ασωμάτω φωνή, σωματούμενόν σε
θεωρών Κύριε, εξίστατο καί ίστατο, κραυγάζων
πρός αυτήν τοιαύτα·
χαίρε δι ης η χαρά εκλάμψει
χαίρε δι' ης η αρά εκλείψει
χαίρε του πεσόντος Αδάμ η ανάκλησις
χαίρε των δακρύων της Εύας η λύτρωσις
χαίρε ύψος δυσανάβατον ανθρωπίνοις λογισμοίς
χαίρε βάθος δυσθεώρητον καί Αγγέλων οφθαλμοίς
χαίρε ότι υπάρχεις Βασιλέως καθέδρα
χαίρε ότι βαστάζεις τόν βαστάζοντα πάντα
χαίρε αστήρ εμφαίνων τον ήλιον
χαίρε γαστήρ ενθέου σαρκώσεως
χαίρε δι' ης νεουργήται η κτίσις
χαίρε δι' ής βρεφουργείται ο Κτίστης
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.

Βλέπουσα η Αγία, εαυτήν εν αγνεία,
φησί τω Γραβριήλ θαρσαλέως·
το παράδοξόν σου της φωνής, δυσπαράδεκτόν μου τή ψυχή φαίνεται·
ασπόρου γαρ συλλήψεως, τήν κύησιν πώς λέγεις κράζειν·
Αλληλούϊα.

Γνώσιν άγνωστον γνώναι, η Παρθένος ζητούσα,
εβόησε πρός τόν λειτουργούντα·
εκ λαγόνων αγνών,
Υιόν πώς εστι τεχθήναι δυνατόν; λέξον μοι·
πρός ην εκείνος έφησεν εν φόβω, πλην κραυγάζων ούτω·
χαίρε βουλής απορρήτου μύστις
χαίρε σιγής δεομένων πίστις
χαίρε των θαυμάτων Χριστού το προοίμιον
χαίρε των δογμάτων αυτού το κεφάλαιον
χαίρε κλίμαξ επουράνιε δι' ής κατέβη ο Θεός
χαίρε γέφυρα μετάγουσα τους εκ γης πρός ουρανόν
χαίρε το των Αγγέλων πολυθρύλητον θαύμα
χαίρε το των δαιμόνων πολυθρήνητων τραύμα
χαίρε το φώς αρρήτως γεννήσασα
χαίρε το πως μηδένα διδάξασα
χαίρε σοφών υπερβαίνουσα γνώσιν
χαίρε πιστών καταυγάζουσα φρένας
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.

Δύναμις του Υψίστου, επεσκίασε τότε,
πρός σύλληψιν τή Απειρογάμω·
καί τήν εύκαρπον ταύτης νηδύν, ως αγρόν υπέδειξεν ηδύν άπασι,
τοις θέλουσι θερίζειν σωτηρίαν, εν τω ψάλλειν ούτως·
Αλληλούϊα.

Έχουσα θεοδόχον η Παρθένος τήν μήτραν,
ανέδραμε πρός τήν Ελισάβετ,
το δε βρέφος εκείνης ευθύς, επιγνόν τόν ταύτης ασπασμόν, έχαιρε!
Καί άλμασιν ως άσμασιν, εβόα πρός τήν Θεοτόκον·
χαίρε βλαστού αμαράντου κλήμα
χαίρε καρπού ακηράτου κτήμα
χαίρε γεωργόν γεωργούσα Φιλάνθρωπον
χαίρε φυτουργόν της ζωής ημών φύουσα
χαίρε άρουρα βλαστάνουσα ευφορίαν οιοκτιρμών
χαίρε τράπεζα βαστάζουσα ευθηνίαν ιλασμών
χαίρε ότι λειμώνα της τρυφής αναθάλλεις
χαίρε ότι λιμένα των ψυχών ετοιμάζεις
χαίρε δεκτόν πρεσβείας θυμίαμα
χαίρε παντός του κόσμου εξίλασμα
χαίρε Θεού πρός θνητούς ευδοκία
χαίρε θνητών προς Θεόν παρρησία
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.

Ζάλην ένδοθεν έχων, λογισμών αμφιβόλων,
ο σώφρων Ιωσήφ εταράχθη, πρός τήν άγαμόν σε θεωρών,
καί κλεψίγαμον υπονοών άμεμπτε·
μαθών σε σου τήν σύλληψιν εκ Πνεύματος Αγίου έφη·
Αλληλούϊα.


Παραδοσιακός οικιακός εξοπλισμός

Κανάτι λαδιού.Δοχείο λαδιού για τις ανάγκες του νοικοκυριού. 
Τέντζερης
Μπρούτζινο μαγειρικό σκεύος.

Λαήνα

Κεραμικό δοχείο αποθήκευσης νερού για καθημερινή χρήση στο νοικοκυριό. Τοποθετείται σε ειδική εσοχή στον πέτρινο τοίχο του σπιτιού.

Μαστραπάς

Μπρούτζινο δοχείο νερού, τοποθετούμενο δίπλα στη λαήνα.

Πλάστιγγα χειρός

Όργανο μέτρησης βάρους.

Καντάρι

Όργανο μέτρησης βάρους.

Λύχνος

Μέσο φωτισμού με χρήση του ελαιολάδου ως καύσιμη ύλη.

Κεραμική Λεκάνη

Για πλύσιμο χεριών και προσώπου.


Κουβάς σιδερένιος

Για μεταφορά νερού και άλλων υγρών.

Κουμπαράς

Μπρούτζινο μαγειρικό σκεύος.

Λαδικό

Δοχείο λαδιού για καθημερινή οικιακή χρήση.

Κάθισμα

Από κορμό ελιάς

Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2015

Καθαρά Δευτέρα – Λαγάνα, Κούλουμα , Χαρταετοί καί καλή Σαρακοστή.

Η Καθαρά Δευτέρα είναι το τέλος των Απόκρεω και η πρώτη μέρα της Σαρακοστής.
Η λέξη Καθαρή εκκλησιαστικά σημαίνει το ξεκίνημα της κάθαρσης των Χριστιανών που αρχίζει με νηστεία.
Από την Καθαρά Δευτέρα ξεκινάει η νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.
Απαραίτητα στοιχεία της αποκριάς θεωρούνται τα κούλουμα και ο χαρταετός.
Ο εορτασμός του καρναβαλιού κλείνει με τα κούλουμα και το πέταγμα του χαρταετού.
Με τον όρο κούλουμα, εννοούμε τη μαζική έξοδο του κόσμου στην ύπαιθρο και τον εορτασμό της Καθαράς Δευτέρας έξω στην φύση.

Τα κούλουμα είναι γνωστά και σαν κούλουμπα, κούμουλες, κουμουλάθες ή κούμουλα.
Είναι ένα παραδοσιακό λαϊκό πανηγύρι
Σύμφωνα με τον πατέρα της ελληνικής λαογραφίας Νικόλαο Πολίτη η προέλευση της λέξης είναι λατινική, από το cumulus που εκτός από την σημασία του σωρού,
σημαίνει και την αφθονία, το περίσσευμα, το πέρας, αλλά και τον επίλογο.

Η γιορτή της Καθαράς Δευτέρας θεωρείται ο επίλογος των βακχικών εορτών της αποκριάς, οι οποίες ουσιαστικά αρχίζουν την Τσικνοπέμπτη και τελειώνουν την Καθαρά Δευτέρα.
Σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδος την Καθαρά Δευτέρα καθαρίζουν ό,τι απόμεινε από τα μη νηστίσιμα φαγητά της αποκριάς, διότι και τέτοιου είδους λιχουδιές γεύονται μερικοί, αντί για λαγάνες, χαλβά, ελιές και πίκλες που προτιμούν οι πιο πολλοί, σαν αποτοξίνωση από τα πλούσια φαγοπότια της αποκριάς.
Σε άλλα μέρη της Ελλάδας, όπως π.χ. στην Ήπειρο, οι νοικοκυρές καθαρίζουν τις κατσαρόλες και όλα τα χάλκινα σκεύη από τα λίπη της αποκριάς με ζεστό σταχτόνερο μέχρι ν” αστράψουν και βάφουν άσπρα τα πεζοδρόμια.
Αντίθετα άλλοι βάφουν μαύρα τα πρόσωπά τους με καπνιά ή μπογιά παπουτσιών,
καθώς χορεύουν και μεθούν όλη την ημέρα σε υπαίθριες συγκεντρώσεις.

Απαραίτητο συμπλήρωμα της Καθαράς Δευτέρας αποτελεί το πέταγμα του χαρταετού, του αστεριού στα ψηλώματα. Τους χαρταετούς τους κατασκεύαζαν παλιά μόνοι τους με καλάμια και χαρτί. Ήθελαν μαστοριά στο ζύγισμα. Αν δεν τα κατάφερνες να τα ζυγιάσεις χαρταετό ψηλά δεν έβλεπες.
Με το χαρταετό πέταγαν μακριά κάθε έγνοια του χειμώνα, με τον ερχομό της άνοιξης.

Το έθιμο του χαρταετού… στην Ελλάδα!
Η παλιότερη απόδειξη του χαρταετού… αποτελούσε ένα αγγείο της Αρχαίας Ελλάδας που αναπαριστά μια κόρη να κρατά μια λευκή σαΐτα δεμένη με νήμα. Σήμερα, μικροί και μεγάλοι πετούν το χαρταετό όσο πιο ψηλά μπορούν, γεμίζοντας με χρώματα τον ουρανό και χαρά τις οικογένειες. Όμως πέρα από τη διασκέδαση, ο χαρταετός αποτελεί το σύμβολο της ψυχικής ανάτασης, την οποία αισθανόμαστε, όταν καταφέρνουμε μετά από κόπο να σηκώσουμε ψηλά το χαρταετό! Πιο συγκεκριμένα, αυτός χαρακτηρίζει την ψυχική κάθαρση, εκφράζοντας παράλληλα την ικανότητα παρατήρησης του ορατού και του αόρατου…

Ο συμβολισμός του πετάγματος του χαραετού Την Καθαρά Δευτέρα αρχίζει η πνευματική και σωματική κάθαρση με την νηστεία της μεγάλης Σαρακοστής και την προετοιμασία για το μεγάλο γεγονός της Ανάστασης του Χριστού. Το πέταγμα του χαρταετού, την ημέρα εκείνη συμβολίζει την ανάγκη του ανθρώπου για πνευματική και ψυχική «εξύψωση» στα ουράνια.
Το βλέμμα είναι στραμμένο στον ουρανό και το σκίρτημα χαράς που νιώθουμε, όταν καταφέρνουμε να τον δούμε να πετάει ψηλά, είναι πολύ μεγάλο. Ίσως γιατί κατά βάθος ευχόμαστε να μπορούσαμε να βρεθούμε κι εμείς μαζί του εκεί ψηλά.
Όποιος δεν έχει πετάξει ποτέ χαρταετό, δεν κατάφερε να στρέψει το βλέμμα του όσο ψηλά χρειάζεται… Ανεξάρτητα πάντως από τον συμβολισμό του, το βέβαιο είναι ότι προσφέρει χαρά και διασκέδαση σε μικρούς και μεγάλους.
Αμόλα καλούμπα λοιπόν, έστω και με ομπρέλα και μακριά από τα καλώδια της ΔΕΗ…

Καθαρά Δευτέρα στην Ηλεία (έθιμα)

Η Καθαρά Δευτέρα γιορτάζεται στην εξοχή με νηστίσιμα,
που δεν κόβουν λίξα και κρασί, γι” αυτό και γυρίζουν μεθυσμένοι
(όπως λέγαν στο Χάβαρι).
Τα κοινά έθιμα είναι το άζυμο ψωμί δηλαδή η λαγάνα και τα λογιών νηστίσιμα φαγώσιμα (μαρουλάκια, κρεμύδια και σκόρδα, ταραμάς, ελιές, φασολάδες λευκές, βοβριά κ.α.).
Στον τόπο μας τα βρασμένα κουκιά ήταν σήμα κατατεθέν της ημέρας.
Οι νοικοκυρές ζύμωναν ψωμί λιζό, την μπουγάτσα.
Πάμε να χαλάσουμε τα Κούλουμα, λέγαν οι Καρδαμαίοι.
Η προετοιμασία εκεί αρχίζει από τους μπακάληδες που πουλούν βρασμένα κουκιά με ρίγανη και όλα τα νηστίσιμα. Τόση ήταν η κίνηση στον καρδαμά τότε, που οι έμποροι και οι καταστηματάρχες ζήτησαν να καθιερωθεί η ημέρα αυτή ως αργία και ημέρα πανηγυριού. Ο Πρόεδρος συγκαλεί Κοινοτικό Συμβούλιο.
Στις 28-2-1954 καθορίζεται η αργία και το πανηγύρι, με όλα τα σχετικά καταστήματα να εξυπηρετούν τους πανηγυριστές και δημιουργεί αγροτική παρέλαση, με ανθοστολισμένα «άρματα» και μεταμφιεσμένους.
Οι Αγραπιδοχωρήτες που εγκαταστάθηκαν στην Ηλεία φτιάχναν και τα αλμυροκούλουρα. Οι κοπέλες αν με το μακαρόνι της Τυρινής δεν έβλεπαν στον ύπνο τους ποιον θα πάρουν για άνδρα, τότε την Καθαρά Δευτέρα έτρωγαν αλμυροκούλουρα, και δεν έπιναν καθόλου νερό για να πάει ο μέλλον σύζυγός τους στο όνειρό τους, να τους δώσει νερό να ξεδιψάσουν.
Έλεγαν:
«Τρώνε την αλμυροκουλούρα για να δούνε ποιον θα πάρουνε»
Το έθιμο αυτό υπάρχει σε πολλές περιοχές.

Αλλού την παραμονή της Καθαράς Δευτέρας οι γυναίκες έβγαζαν βορβούς.
Πρόσεχαν ο πρώτος να είναι ο μεγαλύτερος. Τον τοποθετούσαν με τα φύλλα του το πρωί της Καθαράς Δευτέρας. στην πόρτα του σπιτιού.
Το βράδυ τον έβγαζαν στη μαλάθα του ψωμιού μέχρι το Πάσχα,
για να είναι φτούρια το ψωμί του σπιτιού.
Την ημέρα αυτή ήταν συνήθεια να μαζεύονται οι περισσότεροι σε συγκεκριμένους τόπους, για να γιορτάζουν τα «Κούλουμα».
Οι Σαβαλαίοι πήγαιναν σε τόπο γεμάτο από Σπέντζες, στην Σπετζολουλουδιά.
Οι Αμαλιαδαίοι διάλεγαν την Φραγκαβίλα.
Στην περιοχή μας λάμβαναν χώρα και κάποια δρώμενα.
Το κάψιμο του Καρνάβαλου, ο γάμος και η κηδεία, οι γαϊδουροδρομίες και άλλα παιχνίδια, που τα συνόδευαν μουντζουρώματα και αλευρώματα κ.α.

Με την Καθαρο-Δευτέρα ξεκινούσε η Μεγάλη Σαρακοστή. οι πρώτες τρεις μέρες επέβαλαν αυστηρή νηστεία. Όχι μόνο δεν έτρωγαν λάδι οι νηστικοί, μόνο νερό έπιναν.
Το βράδυ λίγες σταφίδες να ξεγελάσουν την σφοδρή πείνα τους.
Έτσι θεωρούσαν τον εαυτό τους άξιο της θείας Κοινωνίας με την λειτουργία των Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων, την Τετάρτη που ακολουθούσε.
Άξιοι για την θεία Κοινωνία, αλλά και το αντάλλαγμα της σοβαρό.
Κι αυτό φόβιζε προπάντων τις γριές.
Έτσι δεν μπορούσαν να ευχαριστηθούν την Τυρινή (Τουρνή) με τα καλούδια της.
Η κατάσταση αυτή γέννησε την παροιμία:
Όσο συλλογάται η γριά το Τρίμερο, μαύρη Τουρνή (Τυρινή) την πάει.

PlanetNews

Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου 2015

Το Ψυχοσάββατο πριν από την Κυριακή της Απόκρεω

Το Ψυχοσάββατο πριν από την Κυριακή της Απόκρεω έχει το εξής νόημα: Η επόμενη ημέρα είναι αφιερωμένη στη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, εκείνη τη φοβερή ημέρα κατά την οποία όλοι θα σταθούμε μπροστά στο θρόνο του μεγάλου Κριτή. Για το λόγο αυτό με το Μνημόσυνο των κεκοιμημένων ζητούμε από τον Κύριο να δείξει τη συμπάθεια και τη μακροθυμία του, όχι μόνο σε μας αλλά και στους κεκοιμημένους αδελφούς μας, και όλους μαζί να μας κατατάξει στη Βασιλεία Του.
πηγή

Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2015

Ο σεβασμός τού άρτου στό Ελληνικό τραπέζι.

Όταν πρόκειται να
αρχίσει το ζύμωμα του ψωμιού, πρώτα 
σταυρώνεται το ζυμάρι.
Η κομμένη όψη του ψωμιού βλέπει πάντα προς
το κέντρο του τραπεζιού.
Αν πέσει κάτω κομμάτι ψωμιού, το φιλούν και 
το βάζουν πάλι στο τραπέζι.
Επειδή η νύχτα θεωρείται η ώρα των κακών πνευμάτων, το
τραπεζομάντιλο με τα ψίχουλα του βραδινού φαγητού 
τινάζεται πάντα την άλλη ημέρα.
Τα ψίχουλα πετιούνται στον κήπο για να τα φάνε τα πουλιά.
Τα ξερά κομμάτια μουλιάζουν στο νερό και τα τρώνε οι κότες.
Τίποτα δεν πρέπει να πεταχτεί από το ψωμί, γιατί σημαίνει
 ζω  για το σπίτι.
Σήμερα δεν υπάρχουν τελετουργίες, οι κουλούρες 
αγοράζονται και το
ψωμί ζυμώνεται πλέον... από «παραξενιά» μερικών.

Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2015

Προσευχή στό τραπέζι…


Στο τραπέζι καθόμασταν όλοι μαζί. Κάναμε πρώτα προσευχή και υστέρα αρχίζαμε να τρώμε. Αν άρχιζε κανείς να τρώει, πριν ευλογηθεί το τραπέζι, λέγαμε: «αυτός πόρνευσε».

Την έλλειψη εγκράτειας την θεωρούσαμε πορνεία.

Είναι διάλυση της οικογενείας να έρχεται ο καθένας στο σπίτι, οποία ώρα θέλει, και να τρώει μόνος του χωρίς να υπάρχει λόγος.

Άγιος Πασιος ο Αγιορείτης

(Ο Γέροντας θυμάται τα παιδικά του χρόνια).

Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2015

Τό μεσάλι στό ζύμωμα.

Τό μεσάλι ήταν κάτι σάν τραπεζομάντηλο ή μεγάλη πετσέτα. Μέ αυτό τό ύφασμα  σκέπαζαν την πνακωτή, μετά που έβγαινε τό ψωμί από το φούρνο.
Παροιμία:"Ας έχει η τράπεζα φαγί, κι ας λείπει το μεσάλι"
 Η χρήση  του στό ζύμωμα.

Η διαδικασία της παρασκευής του ψωμιού ξεκινά από την προηγούμενη
ημέρα του ζυμώματος. Η νοικοκυρά κοσκινίζει το αλεύρι με συρμάτινη
σήτα για την απομάκρυνση ενός μέρους από το πίτουρο. Αποβραδίς
«πιάνει» το προζύμι  ή την ξινή μαγιά , δηλαδή ανακατεύει το
προζύμι ή τη μαγιά με το ένα τρίτο περίπου της ποσότητας του
αλευριού και με ζεστό νερό. Το ζυμάρι που σχηματίζεται το τοποθετεί στον
προζυμολόγο  πάνω σε ένα μάλλινο μεσάλι , το σκεπάζει με ένα
βαμβακερό μεσάλι και το αφήνει όλη τη νύχτα να φουσκώσει. Την άλλη
ημέρα ανακατεύει την έτοιμη ζύμη με το υπόλοιπο αλεύρι,
ζεστό νερό και λίγο αλάτι. Πριν αρχίσει το ζύμωμα, σταυρώνει το ζυμάρι. Ζυμώνει σε ξύλινο ή χάλκινο ζυμωτήριο, έχοντας τα χέρια της γροθιές. Κατά
διαστήματα τα βρέχει σε ζεστό νερό που το διατηρεί στο μπακράτσι .
Όταν η ζύμη δεν κολλά στα χέρια και είναι μια συμπαγής μάζα, τη
σταυρώνει με το δεξί χέρι της, την κόβει σε κομμάτια που πλάθει ένα ένα
σε καρβέλια και τα τοποθετεί στο πινακωτό  ανάμεσα σε μεσάλια .
Σε μία ώρα περίπου η ζύμη έχει φουσκώσει και είναι έτοιμη για ψήσιμο.
{πληροφορίες από}

Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2015

"Δόξα σοι ο Θεός, πού δέν μέ ξέρει κανένας!"


"Μιά φορά είχα ένα μικρό σπιτάκι σέ μιά ερημική μεριά κοντά στή θάλασσα. Βουναλάκια μικρά τό τριγυρίζανε, βουναλάκια ήμερα καί χαρούμενα, στολισμένα μέ λίγα δεντράκια, σκοίνους, θυμάρια, πρινάρια, ρήγανη, πού μοσχοβολούσανε. Κατά τόν βορηά ήτανε μιά ρεματιά μέ λίγα πλατάνια καί μέ λυγαριές, καί στό βάθος της καταστάλιζε τό καλοκαίρι λιγοστό καθαρό αεράκι. Τήν άνοιξη τό χώμα στολιζότανε μέ αγριολούλουδα χρωματιστά, πού μέ κάνανε νά χαίρουμαι καί νά δοξάζω τόν Θεό. Τί αγνότητα πού είχε η ψυχή μου!

Είχα διαλέξει αυτό τό μέρος νά μήν έχη κανέναν δρόμο, γιά νά μήν έρχεται άνθρωπος κατά κεί. Ήμουνα καταμόναχος, ήσυχος, ξεκουρασμένος. Αποτραβιόμουνα εκεί πέρα κ' έβγαζα από πάνω μου τίς έγνοιες καί τίς σκοτούρες, σάν τό φίδι πού βγάζει τό πετσί του. Ξανάβρισκα τή λευτεριά μου.

Πολλές φορές έκανα μήνες νά κατεβώ στήν πολιτεία. Τόν μοναχό άνθρωπο πού έβλεπα, ήτανε ένας τσομπάνης, ένας μισοκαλόγερος, πού, όποτε πήγαινε στό χωριό, μούφερνε ό,τι είχα ανάγκη. Στήν όψη ήτανε ίδιος ο άγιος Γιάννης ο Πρόδρομος, πετσί καί κόκκαλο, μέ άγρια μαλλιά καί γένεια κατάμαυρα, θεοφοβούμενος. Τόν λέγανε Χρήστο, κ' ήτανε Σαρακατσαναίος.

 

Εκεί κοντά βρισκότανε ένα ρημοκκλήσι πολύ μικρό, ολότελα ξεχασμένο, κι ο Χρήστος πήγαινε ταχτικά κι άναβε τά καντήλια....Τό μέρος ήτανε δασωμένο, τά δέντρα κατεβαίνανε λίγο παραμέσα από τή θάλασσα. Από τό παραθύρι μου άκουγα μέρα-νύχτα τό βουητό πού κάνανε τά κύματα, τήν ανάσα τής θάλασσας, πού τή συνήθισα σά νανούρισμα, από τά μικρά χρόνια μου. Μαζί μέ τό ρουχάλισμα τού πελάγου ανακατευότανε καί τό βούϊσμα οπού κάνανε τά δέντρα γύρω στό σπιτάκι μου, πού φαινότανε μοναχά από τή θάλασσα.
...Γύριζα στό σπίτι μου συγκρυασμένος. Ο βόγγος τής θάλασσας ερχότανε στ' αυτιά μου από μακρυά. Έβγαζα από τήν τσέπη μου ό,τι είχα μαζεμένα, χαλίκια, σανιδάκια, κοχύλια, καί τά αράδιαζα απάνω στό τραπέζι μου, κοντά στά λιγοστά βιβλία μου. Γύριζα κ' έβλεπα μιά εικόνα πού ζωγράφιζα, τόν άγιο Γιάννη τόν Πρόδρομο, πού τόν αγαπώ πολύ, κ' έκανα τόν σταυρό μου. Ηλιοψημένος, σκελετωμένος, φτερωτός σάν αγριοπούλι, αναμαλλιασμένος, κύτταζε τόν Χριστό πού έσκυβε από τόν ουρανό καί τού μιλούσε. Τό πνεύμα μου ήτανε ήσυχο. Η ειρήνη τού Θεού παρακαλούσα ν' αποσκεπάζη τόν κόσμο.

 

Σέ λίγο, άρχιζε νά κατεβαίνη σιγά-σιγά από τόν ουρανό τό σκοτάδι τής νύχτας. Ώς νά κάνω τήν προσευχή μου, ο ουρανός γινότανε κατάμαυρος. Από τό παραθύρι μου έβλεπα τά άστρα νά κρέμουνται σάν καντήλια απάνω από τό πέλαγο πού βογγούσε μέσα στό σκοτάδι.
Ξαπλωνόμουνα στό στρωσίδι μου κι αφουγκραζόμουνα τό βόγγο τής θάλασσας καί τών δέντρων. Συμμαζευόμουνα γιά νά ζεσταθώ από τήν ψύχρα τής νύχτας κ' έλεγα μέσα μου "Δόξα σοι ο Θεός, πού δέν μέ ξέρει κανένας!" 


Φώτης Κόντογλου

"Ἰδοὺ γὰρ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ἡμῶν ἐστι"

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι σὲ ὅλα ἀχόρταγος. Θέλει νὰ ἀπολαύσει πολλά, χωρὶς νὰ μπορεῖ νὰ τὰ προφτάσει ὅλα. Καὶ γι᾿ αὐτὸ βασανίζεται. Ὅποιος ὅμως, φτάσει σὲ μία κατάσταση, ποὺ νὰ εὐχαριστιέται μὲ τὰ λίγα, καὶ νὰ μὴ θέλει πολλὰ ἔστω καὶ κι ἂν μπορεῖ νὰ τὰ ἀποκτήσει, ἐκεῖνος λοιπὸν εἶναι εὐτυχισμένος. Οἱ ἄνθρωποι δὲν βρίσκουν πουθενὰ εὐτυχία, γιατὶ ἐπιχειροῦν νὰ ζήσουν χωρὶς τὸν ἑαυτό τους. Ἀλλὰ ὅποιος χάσει τὸν ἑαυτό του, ἔχει χάσει τὴν εὐτυχία. Εὐτυχία δὲν εἶναι τὸ ζάλισμα, ποὺ δίνουν οἱ πολυμέριμνες ἡδονὲς καὶ ἀπολαύσεις, ἀλλὰ ἡ εἰρήνη τῆς ψυχῆς καὶ ἡ σιωπηλὴ ἀγαλλίαση τῆς καρδιᾶς. Γι᾿ αὐτὸ εἶπε ὁ Χριστός: «Οὐκ ἔρχεται ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ μετὰ παρατηρήσεως: οὐδὲ ἐροῦσιν, ἰδοὺ ὧδε, ἢ ἰδοὺ ἐκεῖ. Ἰδοὺ γὰρ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ἡμῶν ἐστι».
Ξέρω καλά, τί εἶναι ἡ ζωὴ ποὺ ζοῦνε οἱ λεγόμενοι κοσμικοὶ ἄνθρωποι. Οἱ ἄνθρωποι, δηλαδή, ποὺ διασκεδάζουνε, ποὺ ταξιδεύουνε, ποὺ ξεγελιοῦνται μὲ λογῆς-λογῆς θεάματα, μὲ ἀσημαντολογίες, μὲ σκάνδαλα, μὲ τὶς διάφορες ματαιότητες. Ὅλα αὐτά, ἀπὸ μακριὰ φαντάζουνε γιὰ κάποιο πρᾶγμα σπουδαῖο καὶ ζηλευτό! Ἀπὸ κοντά, ὅμως, ἀπορεῖς γιὰ τὴν φτώχεια ποὺ ἔχουνε, καὶ τὸ πόσο κούφιοι εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ξεγελιοῦνται μὲ αὐτὰ τὰ γιατροσόφια τῆς εὐτυχίας. Βλέπεις δυστυχισμένους ἀνθρώπους, ποὺ κάνουνε τὸν εὐτυχισμένο! Κατάδικους, ποὺ κάνουνε τὸν ἐλεύθερο! Ἄδειοι ἀπὸ κάθε οὐσία! Τρισδυστυχισμένοι! Πεθαμένη ἡ ψυχή τους! Καὶ γι᾿ αὐτὸ ἀνύπαρκτη καὶ ἡ «εὐτυχία» τους! Τελείως ἀποξενωμένοι ἀπὸ τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ!
Ἀλλὰ πῶς νὰ γίνει ψωμί, σὰν δὲν ὑπάρχει προζύμι; Καὶ πῶς νὰ μὴν εἶναι ὅλα ἄνοστα, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἁλάτι;
Μὴ φοβᾶσαι, ἀδελφέ μου, νὰ μείνεις μοναχὸς μὲ τὸν ἑαυτό σου! Μὴ καταγίνεσαι ὁλοένα μὲ χίλια πράγματα, γιὰ νὰ τὸν ξεχάσεις! Γιατὶ ὅποιος ἔχασε τὸν ἑαυτό του, κάθεται μὲ ἴσκιους καὶ μὲ φαντάσματα μέσα στὴν ἔρημό του θανάτου. Ἀγάπησε τὸν Χριστὸ καὶ τὸ Εὐαγγέλιο, περισσότερο ἀπὸ τὶς πεθαμένες σοφίες τῶν ἀνθρώπων. Περισσότερο ἀπὸ κάθε τιμὴ καὶ δόξα ἐτούτου τοῦ κόσμου. Καὶ μοναχὰ τότε, θὰ χαίρεσαι σὲ κάθε ὥρα τῆς ζωῆς σου. Κανένας δρόμος δὲν βγάζει στὴν εἰρήνη τῆς καρδιᾶς, παρὰ μόνο ὁ Χριστός, ποὺ σὲ καλεῖ πονετικὰ καὶ ποὺ σοῦ λέγει: «Ἐγὼ εἰμὶ ἡ ὁδός».

Φώτης Κόντογλου

Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2015

Πως να φτιάχνω παστό χοιρινό.


Τα παλιά χρόνια που δεν υπήρχαν ψυγεία για να διατηρηθεί το κρέας, οι άνθρωποι είχαν βρει διάφορες μεθόδους συντήρησης ακόμα και στο κρέας για να έχουν πρόχειρο όταν τους χρειαζόταν και να μην τους χάλαγε όταν ήταν μεγάλη ποσότητα. Αυτό βέβαια απαιτούσε δυο πράγματα, το συντηρητικό για να μην χαλάσει το κρέας και η κατάλληλη θερμοκρασία συντήρησης.

Για το πρώτο είχαν το αλάτι και το λαδί ή το λίπος στην συγκεκριμένη περίπτωση και το δεύτερο το υπόγειο του σπιτιού τους το ονομαζόμενο κατώι, που είχε χαμηλή θερμοκρασία και σταθερή υγρασία για την αποθήκευση των τροφίμων τους. Βεβαία δεν ήταν τυχαίο ότι και το χοιρινό τους το μεγάλωναν το καλοκαίρι και το έσφαζαν το χειμώνα πριν τα Χριστούγεννα, τότε που οι θερμοκρασίες ήταν χαμηλές.
Το παστό χοιρινό διατηρείται για πολύ καιρό, αρκεί να γίνει σωστά και να συντηρηθεί σε καλές συνθήκες.

Διαδικασία
Σφάζουμε το χοιρινό μας και το κρεμάμε μια ημέρα σε δροσερό και αεριζόμενο μέρος, για να στεγνώσει και να παγώσει για να μπορούμε να το κόψουμε. Την επόμενη το χωρίζουμε στη μέση κατά μήκος της ραχοκοκαλιάς για να μπορέσουμε να το κόψουμε σε κομμάτια πιο εύκολα. Το κόβουμε σε λωρίδες πλάτους περίπου 8-10 εκατοστών. Χαράσσουμε επιφανειακά τα κομμάτια μέχρι το σημείο όπου αρχίζει το κρέας και τελειώνει η επιφάνεια του λίπος. Αλατίζουμε όλα τα κομμάτια πολύ καλά και μέσα στις χαρακιές μας, για να πάει παντού το αλάτι μας και τα αφήνουμε για πέντε μέρες περίπου. Αυτό που επιτυχαίνομε με το αλάτισμα είναι να απορροφήσουμε την εσωτερική υγρασία του κρέατος η οποία είναι υπεύθυνη για το χάλασμα των τροφών.
Μετά τοποθετούμε το κρέας μας μέσα στο τζάκι με πολύ χαμηλή φωτιά. Η θερμοκρασία δίπλα στο κρέας μας δεν πρέπει να ξεπερνάει τους 60 βαθμούς κελσίου για να μην ψηθεί.
Το αφήνουμε για 2-3 ημέρες γυρίζοντάς τα για να στεγνώσουν και να ποτιστούν με καπνό από αρωματικό ξύλο όπως της ελιάς, του κυπαρισσιού, ή της πορτοκαλιάς.
Παλιά το κάπνιζαν καίγοντας με κόλιανδρο, θρούμπι η δεντρολίβανο όχι μόνο για το άρωμα αλλά και για να σκοτώσουν τυχών μικρόβια. Έτσι, το κρέας αφυδατώνεται και ποτίζεται από το άρωμα. Μόλις περάσει το στάδιο του καπνίσματος, το κρέας κόβεται πάνω στις χαράξεις, πλένεται και βράζεται με ελάχιστο νερό αλλά αρκετό λίπος. Στο τέλος προσθέτουμε ότι μπαχαρικά και μυρωδικά θέλουμε και σβήνουμε με κρασί. Μόλις κρυώσει το παστό, το αποθηκεύουμε σε πήλινο πιθάρι γιατί κρατάει καλύτερα την θερμοκρασία και καλύπτουμε παντού με λίπος. Αν μείνει σε δροσερό και σκοτεινό μέρος, διατηρείται σχεδόν για ένα χρόνο.


ftiaxno.gr
 

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια