Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014

Ποια είναι τα Ψυχοσάββατα;

Η Αγία μας Εκκλησία όρισε και κάποια ιδιαίτερα Σάββατα να είναι αφιερωμένα εξαιρετικά στις μνήμες των κεκοιμημένων μας και μάλιστα «των απανταχού της Οικουμένης», τα οποία ονομάζει Ψυχοσάββατα. Η «δέησις υπέρ των κεκοιμημένων τω Σαββάτω των ψυχών» είναι γνωστή ως Ψυχοσάββατο. Η δέησις γίνεται κατά τον εσπερινό της Παρασκευής στον οποίο μνημονεύονται όλες οι ψυχές των κεκοιμημένων μας «απ’ αρχής και μέχρι των έσχατων» όπως αναφέρει και η εκτενής συναπτή. Ο άγιος Νεκτάριος αναφέρει σχετικά: «Η ημετέρα Εκκλησία από της ιεράς ταύτης διδαχθείσης παραδόσεως μακράν του να νομίζη τα εαυτής τέκνα καθαρά από παντός ρύπου, ειδυϊά την ανθρωπίνην ασθένειαν, ου γαρ έστιν άνθρωπος, ος ζήσεται και ουχ αμαρτήσει, εύχεται, παρακαλεί, καθικετεύει τον φιλάνθρωπον Θεόν υπέρ των κοιμηθέντων τέκνων αυτής, θεωρεί δε τα μνημόσυνα ως αναπόφευκτον υποχρέωσιν των ζώντων προς τους κεκοιμημένους. διό ου μόνον δι’ ένα έκαστον επιτελεί μνημόσυνα, αλλά και δύο γενικά ενιαύσια μνημόσυνα περί τε των εν ξένη γη αποθανόντων, και περί των μη νενομισμένων τυχόντων…». Στο Τυπικό της μονής Σωτήρος Χριστού Μεσσήνης υπάρχει η σημείωσις σχετικά με τα Ψυχοσάββατα: «Πρέπει λοιπόν να γνωρίζωμε ότι το εσπέρας της Παρασκευής κατά το οποίο ψάλλομε τον εσπερινό του Σαββάτου της Απόκρεω μετά την ακολουθία του εσπερινού και την ευχή που δίνει ο ιερέας κατά την απόλυση, βγαίνουμε από το ναό ψάλλοντας τον ψαλμό: «Ο κατοικών εν βοήθεια του Υψίστου», κι αφού όλοι οι αδελφοί φτιάξομε ένα χορό προ του Τιμίου Σταυρού ψάλλομε τον νεκρώσιμο κανόνα κατά τον οποίο εναλλάσσονται ο ιερέας με το διάκονο. Και μετά το πέρας ολοκλήρου της ακολουθίας κατά το σύνηθες, μαζί με την απόλυση, τρώγομε και τα κόλλυβα. Και μετά από αυτά αρχίζουμε την προσευχή. Το ίδιο κάνουμε και το Σάββατο προ της Πεντηκοστής».
Η αγάπη προς τους κεκοιμημένους οδήγησε την Ορθόδοξη Εκκλησία στην καθιέρωση ιδιαίτερης ημέρας της εβδομάδας σ’ αυτούς. Έτσι το Σάββατο, ως επίσης και τα δύο Ψυχοσάββατα αφιερώνονται στη μνήμη τους. Όλες αυτές οι ημέρες οι προς τιμή των κεκοιμημένων συνδέονται με προσευχές υπέρ αναπαύσεως αυτών. «Το Ψυχοσάββατο μας υπενθυμίζει τη διάσταση της αιώνιας ζωής, που φωτίζει και την επίγεια. Το Ψυχοσάββατο μάς υπενθυμίζει την υποχρέωση να θυμόμαστε τους νεκρούς μας και να προσευχόμαστε γι’ αυτούς». Επίσης μας φέρνει στο νου και τους επίκαιρους στίχους του νεοέλληνα ποιητή Γεωργίου Δροσίνη:
Μήπως ότι θαρρούμε βασίλεμα γλυκοχάραμα αυγής είναι πέρα;
Κι αντί να έρθει μια νύχτ’ αξημέρωτη ξημερώνει μια αβράδιαστη μέρα;
Μήπως ειν’ αλήθεια στο θάνατο
κι η ζωή μήπως κρύβει την πλάνη;
ό,τι λέμε πως ζει μήπως πέθανε
κι είν’ αθάνατο ό,τι έχει πεθάνει;
Πόσα και ποια είναι τα Ψυχοσάββατα;
Ψυχοσάββατα στην εκκλησιαστική μας παράδοση υπάρχουν δύο. Το ένα είναι το Σάββατο προ των Απόκρεω και το δεύτερο, το Σάββατο προ της Πεντηκοστής. Επίσης στη Βόρειο Ελλάδα υπάρχει κι ένα τρίτο καθιερωμένο ως Ψυχοσάββατο που πιθανόν έχει να κάμει με τους εορτασμούς του πολιούχου της πόλεως Θεσσαλονίκης, Αγίου Δημητρίου. Στη λειτουργική μας Παράδοση έχουμε εκτός της Μεγάλης Εβδομάδας του Κυρίου μας κι άλλες εβδομάδες, ή άλλους κύκλους μεγάλων εορτών που τείνουν να μοιάσουν προς τη Μεγάλη Εβδομάδα του Πάσχα. Αυτή είναι μία μιμητική καλή πράξη που άρχισε πολύ παλαιά και είναι θα λέγαμε η γενεσιουργός μητέρα όλων των άλλων μεγάλων εορτών, σε υμνογραφία και νηστεία. Έτσι της εορτής του Αγίου Δημητρίου προηγείται Μεγάλη Εβδομάδα που καθιερώθηκε τελευταίως ανελλιπώς, κάθε χρόνο στην αγιοτόκο Θεσσαλονίκη, προνοία του οικείου Παναγιωτάτου Μητροπολίτου. Το Σάββατο που προηγείται της Εβδομάδας του Αγίου Δημητρίου, υπάρχει ως τρίτο Ψυχοσάββατο για το οποίο κάναμε λόγο παραπάνω. Επίσης εκτός των παραπάνω ψυχοσαββάτων σε ορισμένα μέρη, κυρίως στην κεντρική Ελλάδα και σ’ αυτή την πρωτεύουσα των Αθηνών συνηθίζονται και άλλα δύο Σάββατα να αφιερώνονται στους κεκοιμημένους, αποκαλούμενα κι αυτά ως Ψυχοσάββατα. Αυτά είναι το Σάββατο μετά το Ψυχοσάββατο της Απόκρεω δηλ. Το Σάββατο της Τυρινής κι επίσης το αμέσως επόμενο Σάββατο της πρώτης εβδομάδος των Νηστειών, το λεγόμενο Ψυχοσάββατο των Αγίων Θεοδώρων.
 

Το πρώτο Ψυχοσάββατο, το μετά την Κυριακή του Ασώτου Σάββατον λέγεται «Σάββατον των ψυχών» ή «Ψυχοσάββατον», διότι κατ’ αυτό η αγία μας Εκκλησία τελεί μνημόσυνα υπέρ πάντων των κεκοιμημένων. Σχετικά αναφέρει το εκκλησιαστικόν βιβλίον που λέγεται Τριώδιον: «Εξ αυτών των Αποστολικών Διαταγών εν βιβλίω, έλαβεν η του Χριστού Εκκλησία την συνήθειαν του επιτελείν τα λεγόμενα τρίτα και ένατα και τεσσαρακοστά και λοιπά μνημόσυνα των κεκοιμημένων. Επειδή δε πολλοί κατά καιρούς απέθανον άωρα ή εις ξενιτείαν, ή εις θάλασσαν, ή εις όρη και κρημνούς, ίσως δε και πένητες όντες ουκ ηξιώθησαν των διατεταγμένων μνημοσυνών. Διά τούτο φιλανθρώπως οι θείοι Πατέρες κινούμενοι, εθέσπισαν σήμερον μνημόσυνον κοινόν πάντων των απ’ αιώνος ευσεβώς τελευτησάντων χριστιανών, ίνα και όσοι των μερικών μνημοσυνών ουκ έτυχον συμπεριλαμβάνωνται εις το κοινόν τούτο κακείνοι. Προς τούτοις, επειδή αύριον ποιούμεν την ανάμνησιν της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού, και επειδή οι κεκοιμημένοι ουδέ εκρίθησαν, ουδέ έλαβον έτι την τελείαν αντάμειψιν ευκαίρως ακαίρως μνημονεύει σήμερον των ψυχών η Εκκλησία και, εις το άπειρον έλεος του Θεού θαρρούσα, δέεται ίνα ελεήση τους αμαρτωλούς. Ότι δε απάντων κοινώς των τεθνεώτων η μνήμη ενθυμίζει τον κοινόν θάνατον και εις ημάς εν καιρώ αρμοδίω και διεγείρει προς μετάνοιαν, τούτο έστι τρίτον αίτιον του παρόντος μνημόσυνου». Τα ίδια γράφει το Ωρολόγιον και για το Ψυχοσάββατον της Πεντηκοστής.
 

Το δεύτερο Ψυχοσάββατον είναι ετήσιον μνημόσυνον υπέρ των ψυχών των κεκοιμημένων και η Εκκλησία μας το τελεί εννέα ημέρες μετά την Ανάληψη του Σωτήρος Χριστού, δηλ. το Σάββατο προ της Πεντηκοστής του Πάσχα. «Κατά την ημέραν ταύτην μνήμην ποιείται η Εκκλησία πάντων των από Αδάμ ευσεβώς κοιμηθέντων, δέεται υπέρ αυτών και αιτείται παρά Χριστού του Θεού του αναληφθέντος εις τους ουρανούς και εν δεξί καθεσθέντος του Πατρός, όπως εν ώρα της κρίσεως απολογίαν αγαθήν δώσωσιν αυτώ τω πάσαν κρίνοντι την γην, τύχωσι της εκ δεξιών αυτού παραστάσεως εν χαρά, εν μερίδι δικαίων και εν κλήρω φωτεινώ αγίων και γίνωσιν άξιοι της ουρανίου βασιλείας κληρονόμοι». Ο άγιος Νεκτάριος σημειώνει σχετικώς «Η Εκκλησία δεομένη υπέρ όλων αυτών που κοιμήθηκαν ευσεβώς, από Αδάμ μέχρι σήμερα, εύχεται όχι μόνο βέβαια υπέρ των χριστιανών διότι κανείς χριστιανός δεν υπήρχε από Αδάμ μέχρι του Χριστού, αλλά δέεται για κάθε ψυχή ολοκλήρου του ανθρωπίνου γένους που έζησε ενάρετα, είτε σύμφωνα με το νόμο, είτε εν ακροβυστία εύχεται (ενν. Η Εκκλησία) στα τροπάρια, ώστε κάθε άνθρωπος που διέπραξε σωστά τα του βίου και προς τον Θεό μετέστη, να τον αξιώσει ο Θεός της ουρανίου Βασιλείας Του». «Διά της παρούσης διατεταγμένης ακολουθίας υπέρ των ευσεβώς κοιμηθέντων, η Εκκλησία διακηρύττει ότι οι τελειωθέντες ενάρετοι άνδρες από Αδάμ μέχρι Χριστού, είναι άξιοι του θείου ελέους και παρακαλεί το Θεό γι’ αυτούς, ώστε να τους δώσει κατά την ημέρα της κρίσεως «ευπρόσδεκτον απολογίαν». Το φρόνημα αυτό της Εκκλησίας, το οποίο γνωρίζουμε από τους αποστολικούς χρόνους, είναι πολύ ορθό και δίκαιο διότι, αφού ο Κύριος ήλθε για να σώσει τον κόσμο, συνεπάγεται ότι επρόκειτο να σώσει κι όλους, όσους πέρασαν το βίο τους ενάρετα προ της ελεύσεως αυτού (ενν. του Χριστού)• διότι η έλλειψις αρετής στον κόσμο δεν προκάλεσε την ανάγκη της ενσάρκου οικονομίας του Υιού του Θεού, αλλά η έλλειψις της αγαθής σχέσεως προς το Θεό και το μεσότοιχο της έχθρας που αποτελούσε διαχωριστικό μεταξύ Θεού και ανθρώπου και το οποίο ο Υιός του Θεού ήλθε να γκρεμίσει. Αιτία λοιπόν της ελεύσεως του Υιού του Θεού στη γη ήταν η συμφιλίωσις του Θεού με τον άνθρωπο κι όχι η έλλειψις αρετής…».
 

Ο ίδιος ο άγιος Νεκτάριος για το δεύτερο Ψυχοσάββατο αναφέρει: «Η ακολουθία των κεκοιμημένων τοποθετήθηκε πολύ κατάλληλα, μετά την Ανάληψη του Σωτήρος, διότι δι’ αυτής ο Κύριος ανερχόμενος στους κόλπους του Πατρός κι αφού έλαβε κάθε εξουσία στον ουρανό και στη γη, έγινε Κύριος και των ζώντων και των νεκρών. Η Εκκλησία λοιπόν θέλοντας αφ’ ενός μεν να ομολογήσει τον Ιησού Χριστό ζώντων και νεκρών εξουσιαστή, αφ’ ετέρου δε (θέλοντας ενν.) να ανακηρύξει την πίστη της στη δευτέρα Παρουσία, συνέταξε την ακολουθία υπέρ των κεκοιμημένων».
πηγή

Το Ελληνικό Παραδοσιακό Κόσμημα


Ο σεβασμός και η προσήλωση στις παραδόσεις αποτελούν κύριο γνώρισμα των πολιτισμένων λαών. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι, όσο περισσότερο εξελίσσονται οικονομικά και πνευματικά οι λαοί, τόσο μεγαλώνει η επιθυμία τους να αγκαλιάσουν με στοργή το παρελθόν τους. Η επιστροφή στις ρίζες λαμβάνει ιδιαίτερες διαστάσεις ειδικά στη χώρα μας, καθώς η Ελλάδα διαθέτει μια πλούσια και αξιοζήλευτη λαϊκή παράδοση. Μια από τις πολυτιμότερες παρακαταθήκες των προγόνων μας στη λαϊκή παράδοση είναι αναμφίβολα η παραδοσιακή φορεσιά και το παραδοσιακό κόσμημα που συνδυάζεται με αυτή. 
Η έκφραση της ανθρώπινης δημιουργικότητας μέσα από το κόσμημα διασώθηκε στην Ελλάδα μέσα στους αιώνες. Τα ευρήματα από τους θησαυρούς της Κνωσού και των Μηκυναΐκών τάφων, τα αριστουργήματα της Βεργίνας και τα εξαιρετικά έργα των ελληνορωμαϊκών χρόνων δίνουν στο ελληνικό κόσμημα ξεχωριστή λάμψη. Αξιοσημείωτος σταθμός στην πορεία του τελευταίου, είναι η περίοδος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με τα περίφημα δείγματα της κοσμικής και εκκλησιαστικής διακόσμησης. Από τον 15ο αι. και μετά, δηλαδή στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, το ελληνικό κόσμημα, που φέρει μέσα του στοιχεία του Βυζαντινού πολιτισμού, δέχεται την επιρροή παραδοσιακών στοιχείων του Ισλάμ αλλά και της Δυτικής Ευρώπης. 

Το ελληνικό κόσμημα ωστόσο, κατάφερε να αναπτυχθεί αυτόνομα και να δημιουργήσει το δική του προσωπική ταυτότητα, παρά τις διάφορες επιρροές που δέχτηκε και αφομοίωσε δημιουργικά. Κατά τη μακρόχρονη σκλαβιά των 400 χρόνων, ο υπόδουλος ελληνικός λαός δεν είχε πολλούς τρόπους έκφρασης και έτσι αφιέρωσε στο παραδοσιακό κόσμημα πολύ μεράκι και ευαισθησία. Παράλληλα συνδέθηκε με τις ανθρώπινες δραστηριότητες και τις οικογενειακές χαρές, τα αρραβωνιάσματα, τους γάμους, τα γεννητούρια. Η αγάπη και η στοργή μεταφέρονταν συμβολικά από τη γιαγιά στην κόρη και έπειτα στην εγγονή, όταν το κόσμημα άλλαζε χέρια. 
Το παραδοσιακό κόσμημα στον ελληνικό χώρο ομαδοποιείται κατά περιοχή, αφού κάθε περιβάλλον δίνει διαφορετική έμπνευση στον δημιουργό. Έτσι σήμερα έχουμε τα θαυμάσια κοσμήματα της Μακεδονίας και Θράκης, της Ηπείρου και της Θεσσαλίας, της Αττικής, των Κυκλάδων κλπ. Αλλά και μέσα από τις ομάδες διακρίνονται διαφορετικές καλλιτεχνικές τάσεις. Μπορεί κανείς να παρατηρήσει ποικίλες παραλλαγές πάνω στο ίδιο κόσμημα, όπως επίσης και να συναντήσει το φαινόμενο να μη βρίσκονται δύο ακριβώς όμοια κοσμήματα, αλλά κάθε ένα να είναι ξεχωριστό. Η παραδοσιακή φορεσιά ενός τόπου και τα στολίδια της δεν φανερώνουν μόνο την καλαισθησία των ανθρώπων. Κάθε στολίδι είχε κι έναν συμβολικό χαρακτήρα που οι άνθρωποι της εποχής εκείνης σέβονταν με θρησκευτική ευλάβεια. Υπήρχαν στολίδια που ήταν σύμβολα απαραίτητα για την προστασία της ζωής και της υγείας, της γονιμότητας, της αγάπης κλπ. Άλλα πάλι κοσμήματα - σύμβολα, λειτουργούσαν σαν ξόρκια ή φυλακτά για να απομακρύνουν τις κακές επιδράσεις. Συνήθως θήκες ασημένιες, δουλεμένες όμορφα με ανάγλυφες παραστάσεις, με αλυσίδες και φλουριά κρύβουν μέσα τους φυλακτά. Πρόκειται για τα λεγόμενα «χαϊμαλιά». Επιπλέον τα κοσμήματα της εποχής αντανακλούσαν τις κοινωνικές διακρίσεις: τη δύναμη της φυλής, της κοινωνικής θέσης ή της οικογενειακής κατάστασης. Για παράδειγμα, το κόσμημα της κεφαλής ή ο τρόπος δεσίματος του μαντηλιού στα μαλλιά φανερώνουν αν μια γυναίκα είναι παντρεμένη ή ανύπαντρη. 

Κοσμήματα φορούσαν και οι γυναίκες και άνδρες. Στους άνδρες προσέδιδε δύναμη και λεβεντιά, ενώ στις γυναίκες αυτοπεποίθηση και χάρη. Η υλική αξία του κοσμήματος δεν προσδιόριζε την ομορφιά του. Η έννοια του ωραίου ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τη δεξιοτεχνία και το μεράκι του δημιουργού. Εξάλλου το νεοελληνικό κόσμημα απευθύνεται στο σύνολό του στον μέσο άνθρωπο, ο οποίος στα δύσκολα χρόνια της σκλαβιάς δεν ήταν δυνατόν να είναι πλούσιος. Η νεοελληνική πολιτιστική παράδοση δεν ασπάστηκε ποτέ τη λατρεία της καλής ζωής και του ευδαιμονισμού. Γι’ αυτό από τα ελληνικά κοσμήματα απουσιάζουν οι θαμβωτικές λάμψεις της πολυτέλειας που αναδίδουν οι πολύτιμες πέτρες στα κοσμήματα άλλων πολιτισμών. Με εξαίρεση λίγες πολύτιμες πέτρες - κι αυτές μικρές σε όγκο - που χρησιμοποιήθηκαν κατά καιρούς σε ορισμένες κατηγορίες κοσμημάτων – κυρίως γυάλινες ποικιλόχρωμες πέτρες, φερμένες από το εξωτερικό - σκορπούν έντονες ανταύγειες πάνω στις ασημένιες ή επίχρυσες επιφάνειες του λαϊκού κοσμήματος. Την ανάγκη της πολυχρωμίας στο κόσμημα εξυπηρέτησε σε μεγάλο βαθμό η τεχνική της επεξεργασίας του σμάλτου. 
Οι τεχνικές για την κατασκευή των παραδοσιακών κοσμημάτων ποικίλουν. Η πιο απλή είναι η εγχάρακτη, κατά την οποία τα διακοσμητικά θέματα χαράσσονται με το καλέμι στην κύριο όψη των κοσμημάτων. Η φουσκωτή ή χτυπητή τεχνική είναι περισσότερο σύνθετη. Τα μοτίβα σχεδιάζονται στην εσωτερική όψη και στη συνέχεια ο τεχνίτης τα χτυπά με το καλέμι πάνω σε μαλακή στρώση πίσσας, ώστε να προβάλουν ανάγλυφα στην κυρία όψη του κοσμήματος. Εξίσου διαδεδομένη, αν και δυσκολότερη, η συρματική τεχνική. Το κόσμημα σχηματίζεται με λεπτά στριμμένα σύρματα που συγκολλούνται σε συγκεκριμένη επιφάνεια και μοιάζουν με λεπτοδουλεμένη δαντέλλα. Προϊόν της τεχνικής της κατεργασίας του σμάλτου είναι και το «σαβάτι». Είναι μίγμα από λιωμένο ασήμι, χαλκό, μολύβι και κερί του θειαφιού. Με το υλικό αυτό γεμίζουν τα εγχάρακτα μοτίβα. Το σαβάτι συναντάται κυρίως στα ασημένια κοσμήματα, όπου δημιουργεί έντονο σκιαφωτισμό. Οι τεχνίτες συνηθίζουν να επιλέγουν θέματα από τον φυσικό τους περίγυρο. Κοσμήματα με μοτίβα φυτών γίνονται ιδιαίτερα δημοφιλή. Άνθη και φυλλώματα, ροζέτες και ρόδακες αποτυπώνονται με ιδιαίτερη καλαισθησία. 

Αγαπητό θέμα επίσης, σύμβολο του Βυζαντινού Πολιτισμού, είναι και ο δικέφαλος αετός που συναντάται κυρίως στις πόρπες και στα κιουστέκια. Εκτός από τον δικέφαλο αετό και άλλα πουλιά, όπως φτερωτοί γύπες, παραδείσια πτηνά στολίζουν συχνά τα ελληνική κοσμήματα. Από τον διάκοσμο δε λείπουν τα γεωμετρικά και γραμμικά θέματα, όπως είναι η σπείρα η έλικα και άλλα λεπτά ρομβοειδή ελάσματα. Τα κοσμήματα αποτελούν απαραίτητο στολίδι και εξάρτημα της γυναικείας κυρίως φορεσιάς. Έτσι έχει δημιουργηθεί μια αξιοθαύμαστη ποικιλία ως προς τη μορφή και τη λειτουργία, ποικιλία όμως που διαφέρει από τόπο σε τόπο. 
Τα πιο αντιπροσωπευτικά κοσμήματα της γυναικείας φορεσιάς είναι βασικά τα κοσμήματα της κεφαλής και του κεφαλόδεσμου, τα οποία όχι μόνο στολίζουν αλλά υποδηλώνουν και την κοινωνική θέση, την ηλικία και την κοινωνική τάξη της γυναίκας που τα φορά. Παράλληλα υπάρχουν εξαιρετικές καρφίτσες που συγκρατούν με ποικίλους τρόπους τον κεφαλόδεσμο, αυξάνοντας έτσι τον στολισμό του. Εξίσου εντυπωσιακά είναι τα «σοργούτς» που κοσμούν τον κεφαλόδεσμο στις παραδοσιακές φορεσιές του Δρυμού, της Λυτής και της Πυλαίας. Τα περιλαίμια στολίζουν το λαιμό και μπορεί να είναι μικρά γιορντάνια, κοσμήματα αλυσιδωτά με νομίσματα ή αρθρωτά με γεωμετρικά επίπεδα στοιχεία ή σταυρούς. Ο κορμός του σώματος από το λαιμό ως τη μέση σε πολλές ενδυμασίες κοσμείται με επιστήθια πλέγματα διακοσμημένα με κοραλλένιες πέτρες και φλουριά που ονομάζονται δίχτυα και απαντώνται κυρίως στη φορεσιά της Αττικής. Το δίχτυ ή το γιορντάνι ήταν γαμήλιο δώρο του γαμπρού και η αξία του καθορίζονταν ανάλογα με τους κόμβους του. Ιδιαίτερος τύπος επιστήθιου κοσμήματος είναι το κορδόνι, που αποτελείται από δέσμη αλυσίδων, όπου κρέμονται σειρές από φλουριά και στο κέντρο των σειρών αυτών κρέμονται ρόδακες διαφόρων μεγεθών που είναι κυρίως γαμήλια δώρα. Επιστήθιο κόσμημα είναι επίσης η κατοστάρα της Εύβοιας που αποτελείται από στρογγυλές μικρές πόρπες και κρεμαστές αλυσίδες. Σημαντική κατηγορία επιστήθιων κοσμημάτων αποτελούν τα κιουστέκια. Βαριά αλυσιδωτά κοσμήματα σε σχήμα σταυρού. Είναι από τα λίγα κοσμήματα που φορούν και οι άνδρες, κυρίως της Ηπείρου και της Στερεάς Ελλάδος. 

Οι ζώνες της ελληνικής παραδοσιακής φορεσιάς δίνουν τη δυνατότητα διακόσμησης καθώς είναι υφασμάτινες, με ασημένιες ή επιχρυσωμένες πόρπες. Η ζώνη, καθημερινό εξάρτημα της φορεσιάς, έχει διασώσει μεγάλο αριθμό ειδών ως προς το σχήμα, τη μορφή και τη διακόσμηση. Πόρπες διμερείς, τριμερείς, δισκοειδείς, σε σχήμα φιόγκου ή αμυγδαλόσχημες, συνδυάζουν ποικίλες τεχνικές απόδοσης μοτίβων και υλικών. Πολλές πόρπες συμπληρώνονται με κρεμαστές αλυσίδες και νομίσματα που φθάνουν ως την ποδιά. Σπονδυλωτές ζώνες συναντώνται στη στολή της Καραγκούνας και στη θρακιώτικη. 
Τα σκουλαρίκια είναι συνήθως αλυσιδωτά και μακριά. Καμιά φορά στερεώνονται στα μαντήλια λόγω του βάρους τους και φτάνουν μέχρι τον ώμο ενώ άλλες φορές ενώνονται με αλυσίδα στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Τα βραχιόλια είναι αρκετά μεγάλα και στολίζουν συνήθως και τα δυο χέρια από τον καρπό έως σχεδόν τον αγκώνα. 
Αξιόλογα επίσης είναι και τα κοσμήματα της πλάτης που στολίζουν μερικές από τις φορεσιές. Επειδή οι ελληνικές ανδρικές τοπικές φορεσιές είναι αυστηρές στο χρώμα και λιτές στη γραμμή τους, είναι λιτές και στη διακόσμηση. Έτσι σε κάθε ανδρική φορεσιά αντιστοιχούν ένα ή δύο το πολύ κοσμήματα με απλές γραμμές. Εξαίρεση αποτελεί σπάνια το βαρύ και μεγάλο κόσμημα.
Σήμερα τα περισσότερα από τα παραδοσιακά κοσμήματα έχουν πλέον χαθεί. Πολλά από αυτά καταστράφηκαν, άλλα λεηλατήθηκαν και άλλα χρησιμοποιήθηκαν ως μέσο ανταλλαγής κατά τα δύσκολα και σκληρά χρόνια του ελληνισμού. Ωστόσο στις μέρες μας έχουν βρεθεί αρκετά, πολλά από τα οποία στολίζουν τις προθήκες των λαογραφικών μουσείων, ενώ άλλα φυλάσσονται σε ιδιωτικές συλλογές ή σε χέρια απογόνων, ως ενθύμια ιερά. Επίσης πολλά αντίγραφά τους κοσμούν της ελληνικές παραδοσιακές φορεσιές των συγκροτημάτων που διασώζουν, εκτός των άλλων και τους ελληνικούς παραδοσιακούς χορούς. Το παρήγορο είναι ότι το παραδοσιακό κόσμημα εξακολουθεί να εμπνέει και σήμερα τους σύγχρονους δημιουργούς. 

(Βιβλιογραφική Επιμέλεια: Λαογραφικός Σύλλογος Βλάχων Βόλου, Αύγουστος 2011. Πηγή: Διάφορα συγγράμματα Και σημειώσεις τεχνιτών παραδοσιακών κοσμημάτων).

Παραδοσιακά Ελληνικά κοσμήματα  ή κοσμήματα της παραδοσιακής Ελληνικής φορεσιάς, ονομάζουμε τα κοσμήματα που παρήχθησαν τον 17ο, 18ο και τον 19ο αιώνα μ.Χ. στις περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από Έλληνες τεχνίτες. Οι Ελληνικές κοινότητες την περίοδο εκείνη ήταν σε οικονομική άνθιση και δημιούργησαν αξιόλογα κοσμήματα και εκκλησιαστικά σκεύη,  αξιοποιώντας τις ίδιες τεχνικές  που βρίσκουμε στα Βυζαντινά και στα αρχαιοελληνικά κοσμήματα. Το υλικό που χρησιμοποιούσαν ήταν συνήθως το ασήμι, συχνά μαλαμοκαπνισμένο (βλ. επιχρύσωση), στολισμένο με πολύτιμες πέτρες ή χρωματιστά γυαλιά. Τα θέματα ήταν νατουραλιστικά, ή μοτίβα που είχαν χρησιμοποιηθεί σε προγενέστερες περιόδους.
Τα πιο γνωστά κέντρα της αργυροχρυσοχοίας ήταν οι Καλαρρύτες  τα Γιάννενα και το Συράκο στην Ήπειρο, η Στεμνίτσα και το Αίγιο  στην Πελοπόννησο, η Σαφράμπολη στον Πόντο και η Λάρισα στη Θεσσαλία. Αξιόλογη παραγωγή είχαν και τα Αγγλοκρατούμενα ή Βενετοκρατούμενα Ιόνια νησιά, κυρίως η Ζάκυνθος και η Λευκάδα, τα Δωδεκάνησα, οι Κυκλάδες και η Κύπρος. Πάνω απ΄ όλα βέβαια η Κωνσταντινούπολη, κέντρο πολιτικής και οικονομικής ισχύος και εξαιτίας αυτών και κέντρο «μόδας» της εποχής. Κάποιοι από αυτούς τους τεχνίτες ήταν περιοδεύοντες, μαζί με τον εξοπλισμό τους. Σαν τέτοιοι αναφέρονται π.χ. οι Στεμνιτσιώτες,  έργα των οποίων βρίσκονται σε απομακρυσμένα σημεία , όπως στην Παναγιά την Χοζοβιώτισσα στην Αμοργό, ή στην μονή Σινά.
Την περίοδο αυτή οι τεχνίτες είναι οργανωμένοι σε συντεχνίες τα λεγόμενα «ισνάφια», σε συνέχεια των Ρωμαϊκών «κολληγιών» (ή κολλεγίων), των Βενετσιάνικων artiscolae και των Βυζαντινών «σωματείων». Οι ονομασίες που είχαν αυτές οι συντεχνίες ήταν «ισνάφι των χρυσικών» (η αλλιώς  κουγιουμτζήδες, ή τζοβαερητζήδες ή τζογιελιέρηδες), ή «ισνάφι των ασημιτζήδων» (ή αλλιώς κοεμτζήδες), το ισνάφι των χαλκωματάδων  ( μπακιρτζήδες ή χαλκιάδες). Οι συντεχνίες αυτές ήταν πλήρως αυτοδιοικούμενες, και η αυτονομία που απολάμβαναν, ήταν κατοχυρωμένη με πολλά σουλτανικά φιρμάνια. Μία από τις παλαιότερες είναι της Ζακύνθου με καταστατικό του 1668. Στην Κωνσταντινούπολη υπήρχαν 25 ισνάφια χρυσικών, διαφορετικών ειδικοτήτων. Οι άνθρωποι αυτοί κατασκεύαζαν όλων των ειδών τα κοσμήματα που χρησιμοποιούμε και σήμερα, αλλά και άλλα πιο ιδιαίτερα, ανάλογα με τις παραδόσεις της κάθε περιοχής. Επίσης κατασκεύαζαν μεταλλικά είδη καθημερινής χρήσης, όπως μαχαιροπήρουνα, αλλά και εκκλησιαστικά είδη, εικόνες, ευαγγέλια κ.λ.π. Στη Στεμνίτσα υπήρχε εργαστήριο που έφτιαχνε καμπάνες. Άλλοι χρυσικοί τέλος είχαν ειδικευτεί στην οπλουργία. Τα κοσμήματα που κατασκευάζονταν την περίοδο αυτή, είχαν  διάφορα ονόματα, τα περισσότερα ξεχασμένα πια. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι οι κοπέλες στις γιορτινές εμφανίσεις τους, αλλά ακόμα περισσότερο οι νύφες, στην εποχή που αναφερόμαστε, ήταν υπερβολικά στολισμένες, με βάση την σημερινή αισθητική. Είναι χαρακτηριστικό, ότι δεν υπήρχε σημείο του σώματος αλλά και ολόκληρης της φορεσιάς, που να μην ήταν στολισμένο με ένα ειδικό κόσμημα.  Τα κοσμήματα αυτά, εκτός από αντικείμενα στολισμού και επίδειξης, είχαν και σκοπό αποθησαυριστικό για τις  οικογένειες, λόγω της μεγάλης τους αξίας σε μικρό όγκο. Αυτό ήταν ιδιαίτερα σημαντικό για πληθυσμούς που δεν είχαν μόνιμη διαμονή, όπως βλάχους κ.λ.π.
Θα αναφέρουμε τα πιο χαρακτηριστικά παραδοσιακά κοσμήματα:
1) Τα γιορντάνια (ή αλλιώς χαρχάλια)  Η λέξη ετυμολογείται από το τουρκικό “gerdan” που θα πει λαιμός.  Τα γιορντάνια ήταν πλούσια κολιέ, που κρεμούσαν νομίσματα και άλλα στοιχεία,   .
2) Το χαϊμαλί είναι το μενταγιόν, που στο κέντρο κρέμεται  ένα φυλαχτό. Η λέξη προέρχεται από την τουρκική hamail, (αραβική  hamalat) που θα πει κρεμαστό και στη συνέχεια, φυλαχτό. Η Ελληνική λέξη για το χαϊμαλί είναι «περίαπτον».Τα χαϊμαλιά την περίοδο στην οποία αναφερόμαστε, είναι συνήθως κουτάκια τετράγωνα ή στρογγυλά, που κρέμονται στο στήθος από αλυσίδα, και περιέχουν φυλακτικά ή αντιβασκανικά αντικείμενα, όπως τίμιο ξύλο, αγιοταφίτικα λουλούδια κ.λ.π.
3) Τα σκουλαρίκια, συνήθως κρεμαστά και μεγάλα που είχαν διάφορα ονόματα, κρικέλια, καμπάνες κ.λ.π.
4) Τα κιουστέκια (ή αλλιώς τσαπράζια ή γκρέπια),που ήταν βαριά επιστήθια κοσμήματα, που αποτελούνται από αρμαθιές αλυσίδες, οι οποίες ενώνονται με χυτά ή χειροποίητα στοιχεία.
5) Οι πόρπες (βλ.λ.) (ή αλλιώς τόκες ή βούκλες  ή κλειδωτήρια), που ήταν τεράστιες αγκράφες για την ζώνη, συχνά μαλαμοκαπνισμένες.
6) Τα βραχιόλια, χυτά ή συρματερά, τα λεγόμενα  μπελεζίκια, που συνήθως φοριόνταν πολλά μαζί.  
7) Το διάδημα ένα κόσμημα που φοριόταν στο μέτωπο απ’ όπου κρέμονταν μαργαριτάρια, χρωματιστές πέτρες, νομίσματα, κ.α.,  και είχε διάφορα ονόματα, κορώνα, κουτελίτης, στόλος κ.λ.π.   
8) Το τεπελίκι, που ήταν ένας δίσκος που φοριόταν στην κορυφή του κεφαλιού, απ’ όπου κρέμονταν αλυσίδες με χρωματιστές πέτρες. Αυτό συχνά συνδεόταν με αλυσίδες με το καπιτσάλι που ήταν ένας μικρότερος δίσκος που φοριόταν κάτω από το πηγούνι.
9) Διάφορες καρφίτσες, που τις έλεγαν καρφοβελόνες, σπλίγγες, τρέμολες κ.λ.π.
Πηγή: Εδώ

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2014

Φτιάξτε Χαλβά μέ ταχίνι

 Υλικά

1 κιλό Ταχίνι από 100% πολτοποιημένο σουσάμι
700 γραμμάρια ζάχαρη
100 ml νερό

Εκτέλεση

Σε μία κατσαρόλα, βράζουμε την ζάχαρη με το νερό μέχρι να γίνει καραμέλα στους 125 βαθμούς (χρησιμοποιούμε θερμόμετρο ζάχαρης).
Για καλύτερο αποτέλεσμα, μετά τους 110 βαθμούς αρχίζουμε να ανακατεύουμε με μια σπάτουλα μέχρι να ασπρίσει.
Ρίχνουμε την καραμέλα σε ένα μεγάλο ανοξείδωτο μπολ πάνω στο ταχίνι. Αναδεύουμε το μείγμα.
Στη συνέχεια χρησιμοποιήσουμε μια σπάτουλα μαρίζ (από σιλικόνη) και ανακατεύουμε.
Τέλος προσθέτουμε τα υλικά της αρεσκείας μας ( φυστίκια ή  σοκολάτα) για την γεύση και αναδεύουμε λίγο ακόμη.
Βάζουμε τον χαλβά σε  παραλληλόγραμμο καλούπι. Τον αφήνουμε αρκετές ώρες να κρυώσει και σερβίρουμε.

πηγή

Βίντέο




Ο χαλβάς είναι ένα από τα χαρακτηριστικότερα και πιο δημοφιλή τρόφιμα σε περιόδους νηστείας, ιδιαίτερα τη Σαρακοστή, όπου μπορεί να καταναλωθεί σαν κύρια τροφή ή σαν επιδόρπιο.
Είναι πλούσιος σε βιταμίνες του συμπλέγματος Β, βιταμίνη Ε, ασβέστιο, φώσφορο, μαγνήσιο, ψευδάργυρο, σελήνιο και αντιοξειδωτικές ουσίες. Όσον αφορά τη θερμιδική του αξία, ο συνδυασμός των συστατικών του, σουσαμιού και σακχάρων, του προσδίδουν υψηλό ενεργειακό περιεχόμενο, σύμφωνα με το ygeianews.gr.
Το γεγονός ότι ο χαλβάς αποτελείται κατά 60% από ταχίνι, έχει ως αποτέλεσμα οι ευεργετικές ιδιότητες του σπόρου να μεταφέρονται και στο γλυκό.
Η περιεκτικότητα του χαλβά σε λιπαρά οξέα είναι παρόμοια με του ταχινιού. Η μεγαλύτερη περιεκτικότητα θρεπτικών συστατικών στο ταχίνι είναι των λιπαρών οξέων. Στην πλειονότητά τους είναι μονοακόρεστα και πολυακόρεστα. Η συγκέντρωση των κορεσμένων λιπαρών οξέων είναι μικρή. Η λήψη πολυακόρεστων λιπαρών οξέων θεωρείται αναγκαία από τον ανθρώπινο οργανισμό καθώς αυτός δεν μπορεί να τα συνθέσει. Για αυτούς τους λόγους ο χαλβάς αποτελεί μια ιδιαίτερα θρεπτική τροφή.
Όταν ο χαλβάς καταναλωθεί με τρόφιμα που περιέχουν λυσίνη, όπως οι ξηροί καρποί και τα όσπρια, η πρωτεΐνη που προκύπτει είναι υψηλής βιολογικής αξίας και διαθεσιμότητας καθώς προσεγγίζει τη βιολογική αξία των ζωικών πρωτεϊνών. Άρα ο χαλβάς είτε με τη προσθήκη ξηρών καρπών είτε μαζί με όσπρια αποτελεί μια καλή πηγή πρωτεϊνών υψηλής βιολογικής αξίας για άτομα τα οποία είναι φυτοφάγοι ή βρίσκονται σε κατάσταση νηστείας.
πηγή


Ο ταχινένιος χαλβάς έγινε γνωστός στην Ελλάδα από τους πρόσφυγες. Το όνομά του προέρχεται από το αραβικό halwa, που σημαίνει, απλά, γλυκό. Και μπορεί το μύλο που αλέθει το σουσάμι να μην τον κινούν πλέον άλογα, ο παραδοσιακός χειροποίητος τρόπος παρασκευής όμως έχει διατηρηθεί στα καλά χαλβαδοποιεία, που βρίσκονται κυρίως στη βόρεια Ελλάδα, στα Δωδεκάνησα και στον Πειραιά. Σχεδόν όλα κρατάνε από τις αρχές του 20ου αιώνα και έχουν περάσει ήδη στην τρίτη και στην τέταρτη γενιά.
Ο χαλβάς διεκδικεί και τον τίτλο του πιο υγιεινού γλυκού και υπεύθυνη γι' αυτό είναι η πρώτη ύλη του, το σουσάμι. Οι παλιότεροι -και ιδιαίτερα οι μικρασιάτικης καταγωγής- το είχαν εντάξει σοφά στην καθημερινή διατροφή τους αρχίζοντας από το πρωϊνό, που περιλάμβανε ταχίνι με μέλι, ένα γευστικότατο συνδυασμό, βόμβα βιταμινών και αντιοξειδωτικών.

Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2014

Τό λάδι όπως παλιά

Η ελιά και το ελαιόλαδο είναι η βάση της Μεσογειακής διατροφής.
"Εσείς στεριές και θάλασσες,/ τ' αμπέλια κι οι χρυσές ελιές,/ ακούτε τα χαμπέρια μου/ μέσα στα μεσημέρια μου".   Οδυσσέας Ελύτης
                                               
 Στην πατρίδα μας καλλιεργούνται πολλές ποικιλίες που κατά τόπους έχουν διάφορες ονομασίες. Όμως ανάλογα με το μέγεθος του καρπού τους κατατάσσονται σε μικρόκαρπες, μεσόκαρπες και αδρόκαρπες
       Μικρόκαρπες: Κορωνέικη (ψιλολιά, λιανολιά κ.λ.π.),Λιανολιά  (Κερκύρας), Τσουνάτη ή Μαστοειδής   (Αθηνολιά),  Λαδολιά  (Κουτσουρελιά,Πατρινιά, κ.λ.π.)
  Μεσόκαρπες: Μεγαρίτικη, Βαλαολιά (Κολοβή,Μυτιλινιά), Θρούμπα (Λαδολιά, Καλολιά, Χουρμαδολιά, Καλολιά, κ.λ.π.)
 Αδρόκαρπες: Καλαμών (Αετονυχολιά,Καλαματιανή, Κορακοελιά, Μπουράκλα κ.λ.π.), Κονσερβολιά (Αγρινίου,Βολιώτικη,Άμφισσας, Μαυρελιά, κ.λ.π.), Κολυμπάδα (κορυδολιά)
Μπουμπούκια ελιάς
Άνθη ελιάς
Φύλλα μικρόκαρπης, μεσόκαρπης και αδρόκαρπης ελιάς
 Καρποί μικρόκαρπης,μεσόκαρπης και αδρόκαρπης ελιάς. Το μέγεθος εξαρτάται και από την καλλιέργεια (κλάδεμα, λίπανση, κ.λ.π.) και από πόσο γεμάτο (φορτωμένο) είναι το δέντρο.
 Λιομάζωμα
"..Στα ελιομαζώματα ανεβοκατεβαίνει ο κόσμος, αρχίζει η μεγάλη εποχή για τον τόπο. .... Όλο το  χειμώνα όσο δουλεύει η ελιά, οι χωριανοί έχουν για ξυπνητήρι τη "μπουρού" του ελιόμυλου. Είναι μια δυνατή σφυρίχτρα που ουρλιάζει μέσα από τη μαύρη νύχτα. Η φωνή της γεμίζει αντίλαλο τα ράχια και τις λαγκαδιές, ανεβαίνει ως το χωριό και το ξεσηκώνει στο πόδι. ..."   Στρατής Μυριβήλης    
 Καθάρισμα ελιών από τα φύλλα και τα μικρά κλαράκια, και σάκιασμα.
Στο ξεκίνημα της εξαγωγής λαδιού, κοπανούσαν τις ελιές και τον πολτόν τον έστιβαν, για να ξεχωρίσουν τα υγρά από τα στερεά.
                                                                           Σε Σε δεύτερη φάση χρησιμοποίησαν έναν τέτοιο κύλινδρο τοποθετημένο επάνω σε μια επίπεδη πλάκα.Στο επάνω μέρος του κυλίνδρου τοποθέτησαν έναν μοχλό και με αυτόν κυλούσαν τον κύλινδρο 30 μοίρες εμπρός, 30 μοίρες πίσω και πολτοποιούσαν τις ελιές που έριχναν πάνω στη πλάκα.
 Πολύ αργότερα χρησιμοποίησαν τα λιθάρια, όπως φαίνονται παραπλέυρως.Εκινούντο με ζώο (άλογο, μουλάρι) το οποίο έδεναν στο οριζόντιο δοκάρι, και εγύριζε γύρω-γύρω  από τη βάση των λιθαριών.Στο "κουπί", το κιβώτιο που ευρίσκεται μεταξύ των λιθαριών, έριχναν τις ελιές. Το "κουπί" από το κάτω μέρος είναι ανοικτό και απέχει από το δάπεδο περίπου ένα εκατοστό και  όταν γυρίζουνν τα λιθάρια, και αυτό μαζί,οι ελιές έπεφταν λίγες - λίγες ώστε να προλαβαίνουν τα λιθάρια να τις πολτοποιούν. Ο πολτός (χαμούρι) σιγά - σιγά ωθείτο προς την περιφέρεια.
Πρωτόγονοι τρόποι στιψίματος ελαιοπολτού.
"Μηχανές": χειροκίνητα (μονό και διπλό) πιεστήρια ελιοπολτού. Στη βάση του πιεστηρπίου, εστοίβαζαν χοντρούς μάλλινους φακέλους (τσαντίλες) γεμάτους ελαιοπολτό. Εμπρός και κάτω του πιεστηρίου ήταν τοποθετημένη η "κασέλα", μακρόστενο δοχείο στο οποίο έτρεχαν τα υγρά,[λάδι και κατσίγαρος (νερό)]. το λάδι ως ελαφρότερο  ανεβαινε στην επιφάνεια.
Σε πρώτη φάση, και όσο ήταν δυνατό, με μοχλό πίεζαν το "στάμα"  (τη στοίβα με τις τσαντίλες).
Σε δεύτερη φάση ο μοχλός, με χοντρό σχοινί (παλαμάρι), συνδεόταν με τον "εργάτη" (ο στύλος στη φωτογραφία). Με τον οριζόντιο μοχλό που διαπερνά τον "εργάτη", 4-5 άτομα τον  γύριζαν  και πίεζαν το "στάμα" μέχρι που δεν έπαιρνε άλλο.(Από το Μουσείο Ελιάς και Ελληνικού Λαδιού στη Σπάρτη)
Με το βίτζι στη θέση του "εργάτη", το στίψιμο γινόταν ευκολότερο.
   "Αγγλιά": Με το δοχείο αυτό, διάλεγαν το λάδι από την "κασέλα" και το τοποθετούσαν παλαιότερα σε τουλούμια (ασκιά),  για να το μεταφέρουν στο σπίτι του ιδιοκτήτη.                                                        
Με την "αγλιά" γέμιζαν τη "μπότσα", μεταλλικό δοχείο που έπαιρνε δύο οκάδες (2 1/2 περίπου κιλά) και μετά το έριχναν στα τουλούμια. Έτσι γινόταν το μέτρημα, Κάθε δέκα μπότσες, το λιτριβιό κρατούσε μία.
Αργότερα το  λάδι τοποθετούσαν σε μεταλλικά δοχεία (λαδούσες) και εζυγίζετο σε πλάστιγα και σήμερα έχουν αντικιατασταθεί από πλαστικά δοχεία.
Λυχνάρα. Στις δύο  ή και τρείς υποδοχέςτης τοποθετούσαν χοντρό φυτίλι από μπαμπάκι και το άναβαν αφού πρώτα τη γέμιζαν με λάδι.Έτσι φωτιζόταν το ελαιοτριβείο.
Σήμερα τα ελαιοτριβεία ειναι φυγοκεντρικά. Από τη στιγμή που θα αδειάσουν τα τσουβάλια μέχρι την εξαγωγή του λαδιού όλα, σχεδόν γίνονται αυτόματα.
Άδειασμα ελιών στον ειδικό κάδο σύγχρονου ελαιοτριβείου. Αναβατόριο θα τις ανεβάσει σε ειδικό μηχάνημα που αφού  τις ξεφυλλίσει  θα τις προωθήσει στο πλυντήριο, κατόπιν θα ζυγιστούν, αυτόματα, και θα προωθηθούν στο σπαστήρα που θα τις θρυματίσει. Στη συνέχεια ο πολτός προωθείται στο μαλακτήρα που τον ανακατεύει μέχρι να προωθειθεί για τον διαχωρισμό στερεών υλικών (λιοκόκι, πυρήνας) και υγρών. Σε κάποια εργοστάσια μεταξύ σπαστήρα και μαλακτήρα μεσολαβούν λιθάρια.
Ο διαχωρισμός του λαδιού από τα λοιπά υγρά (κατσίγαρος), γίνεται από τον διαχωριστήρα.
                                           
Κάποιοι εξακολουθούν να επιμένουν στον παραδοσιακό (εκσυγχρονισμένο  βέβαια) τρόπο εξαγωγής του ελαιολάδου .
Εδώ η τσαντίλα είναι ενιαία και διπλώνει αριστερά-δεξιά και ενδιάμεσα τοποθετείται (μηχανικά) ο πολτός.
Στη φωτογραφία αριστερά ετοιμάζεται το "στάμα" και δεξιά άλλο "στίβεται"




Στο λιτριβιό της οικογένειας Πατουχέα στη Χοτάσια Λακωνίας, τα λιθάρια κυλούν πάνω σε μια μονοκόματη πέτρα
                                           ΑΔΕΛΦΟΙ     ΠΑΝΑΪ     ΠΑΤΟΥΧΕΑ     1919






Ο εργάτης η μηχανή και η πέτρινη "κασέλλα" στο λιτριβιό Πατουχέα
                                                                  Η πέτρινη "κασέλλα"




"Ο ελαιώνας σκεπάζει το βουνό, φυλλαρίζει χειμώνα καλοκαίρι κι αναδεύεται με ασημιές αντιφεγγιές. Η σκληρή φυλλωσιά έχει από τη μια μεριά ένα χρώμα μαργαριταρί, σαν να μουσκεύτηκε για πάντα από το φεγγαρόφωτο μιας αυγουστιάτικης νύχτας".    Στρατής Μυριβήλης.   
Θέμα καί φωτό από mani-poliana.blogspot.gr

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.


Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.


Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια

ΤΟ ΚΑΚΟ ΜΑΤΙ

Πολλοί Έλληνες, ιδίως στην επαρχία, πιστεύουν ότι ένα άτομο μπορεί να "ματιάσει" ένα άλλο είτε από φθόνο είτε από υπερβολικό θαυμασμό. Ο "ματιασμένος" νοιώθει άσχημα σωματικά και ψυχολογικά. Για να αποφύγουν το κακό μάτι, όσοι πιστεύουν σε αυτό φοράνε ένα μπλε ματόχαντρο ή ένα μπλε βραχιόλι. Οι προληπτικοί και όσοι πιστεύουν στη βασκανία δηλώνουν ότι το μπλε χρώμα διώχνει το κακό μάτι. Παραδόξως όμως πιστεύουν ότι οι γαλανομάτες είναι αυτοί που κυρίως "ματιάζουν". Εκτός από το ματόχαντρο, ένας άλλος τρόπος για να προστατευθεί κανείς από το κακό μάτι είναι να κρεμάσει σε μια γωνία του σπιτιού του σκόρδα. Οι Έλληνες πιστεύουν ότι το σκόρδο (όπως και τα κρεμμύδια) έχει και άλλες θεραπευτικές ιδιότητες. Έτσι λοιπόν όταν κάποιος είναι άρρωστος τον συμβουλεύουν να εμπλουτίσει τη δίαιτά του με σκόρδο.

ΤΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΚΑΙΡΟΥ



Παλιά τα πανηγύρια είχαν, κυρίως εμπορικό χαρακτήρα, γι’ αυτό και τα αποκαλούσαν εμποροπανήγυρη. Βέβαια και ο θρησκευτικός χαρακτήρας κατείχε πρωτεύουσα θέση.
Έτσι λοιπόν, ανάλογα στον κάθε τόπο με το πότε γιόρταζε η εκκλησία του χωριού ή σε προκαθορισμένες ημερομηνίες, γινόταν η εμποροπανήγυρη σε επίκαιρα σημεία της περιοχής, που προσφέρονταν εδαφικά και οδικά στον ευρύτερο χώρο. Στο πανηγύρι συμμετείχε ολόκληρο το χωριό, με ιδιαίτερη χαρά. Ήταν μια ευκαιρία να ξεχάσουν τα βάσανα μιας ολόκληρης κοπιαστικής χρονιάς. Σ’ αυτό το πανηγύρι, έκαναν έντονη την παρουσία τους οι νέοι του χωριού, που γάμπριζαν.
Μέχρι το 1950 και λίγο αργότερα, για να εξοικονομήσει ο τύπος του χορευταρά και γλεντζέ τα χρήματα που του χρειαζόταν για να πάει σ΄ ορισμένα πανηγύρια, για να χαρεί τα νιάτα και τη λεβεντιά του, έπρεπε να κάμει οικονομίες ολόκληρο το χρόνο και περίμενε να έλθει η ημέρα του δείνα ή τάδε πανηγυριού και να ντυθεί τα γιορτινά του, το γυαλιστερό και τριζάτο βρακί, το πολίτικο γιλέκο (από την πόλη), το ποικιλόχρωμο πουκάμισο, το σακάκι το πανάκριβο και τέλος το «βρακάδικο» σκούφο - έμοιαζε με τον Αϊβαλιώτικο - που τώρα πια δεν υπάρχει στην αγορά - η καμιά φορά και καπέλο.

Τα ζύγιζε όλα, τόσα στους δίσκους της εκκλησίας, τόσα στο κερί, τόσα στο γεύμα της εκκλησίας, τόσα στο καφενείο και τόσα στα μουσικά όργανα (βιολί, κλαρίνο, ούτι, λαούτο και καμιά φορά σαντούρι). Μεταφορικό μέσο είχε το μουλάρι του, που κι αυτό έπρεπε να είναι περιποιημένο, σαμάρι καινούργιο, καπίστρι με πολύχρωμες χάντρες και φυλακτό, στρογγυλό από το πάχος, ευκίνητο. Εκείνο όμως που έκαμνε πιο μεγάλη εντύπωση, ήταν ο αναβάτης, ο νέος με το στριμμένο, σαν τσιγκέλι, μουστάκι, τα πλούσια καλοχτενισμένα μαλλιά και περιποιημένα, όχι όπως ο σημερινός μακρυμάλλης. Καμιά φορά οι αναβάτες ήταν «δικάβαλλοι», δηλ. διπλοί.
Οι κοπελιές του χωριού και των γειτονικών χωριών τον έβλεπαν και τον καμάρωναν και αυτός περήφανος για τον εαυτό του, σκόρπιζε σ΄ όλες, κατά προτίμηση στην αγαπημένη του, δειλές ματιές, που λίγα έδειχναν, αλλά πολλά υπόσχονταν.

Άρχιζαν το χορό με ένα σέρβικο ή χασάπικο ή γιωργάρικο, που φανέρωναν όλη την χορευτική τους δεινότητα σε ευκινησία, τσαλίμια, που με κατάπληξη τους παρακολουθούσαμε. ΄Έπειτα ο καλαματιανός που έπαιρναν μέρος και περισσότερες κοπέλες, διότι οι πρώτοι προϋπέθεταν αντοχή, ευκινησία και χορευτική ικανότητα, ενώ ο καλαματιανός προσιδίαζε περισσότερο στις γυναίκες, και κατόπιν ο συρτός ανά ζεύγη, ξαπολυτός (καρσιλαμάς), γρηγορινός (πολύ σύντομος) τσιφτετέλης και άλλοι.
Παντού πρώτοι και καλύτεροι, ευλύγιστοι, πεταχτοί, λαστιχένιοι σκόρπιζαν το γλέντι, τη χαρά, το θαυμασμό, αλλά κaι το φθόνο για κείνους που δεν ήσαν καλοί χορευτές.
Έπιναν κρασί ή σούμα με μεζέδες, όχι της προκοπής. Η μπύρα ήταν άγνωστη - μα κάτι τέτοιο ήταν ακατανόητο για χωριά. Κερνούσαν όλες τις παρέες και κείνες ανταπέδιδαν το κέρασμα. Σ΄αυτόν που χόρευε πρόσφεραν ούζο ή κρασί και στην κοπελιά λουκούμια, που όσα περισσότερα μάζευε τόση μεγαλύτερη ικανοποίηση δοκίμαζε. Αν μάλιστα τύχαινε να είναι ωραία και καλή χορεύτρια, τα κεράσματα δεν σταματούσαν καθόλου. Τα παιδιά λιγουριάζανε όταν έβλεπαν τόσα λουκούμια να μαζεύουν οι κοπέλες, που σε κάποια φίλη τους τα πετούσαν. Κι αν τύχαινε να είναι γνωστή, τα φιλοδωρούσαν μερικά.

Γινόταν όμως καβγάδες για τη σειρά προτεραιότητας στους «κάβους», που έπρεπε να εξασφαλίσει κάθε συντροφιά για τις κοπέλες της παρέας της. Επικρατούσε μια όχι καλή συνήθεια. Κάθε νέα που έμπαινε στο χωριό έπρεπε να την χορέψουν όλοι οι νέοι που την γνώριζαν και όταν ήταν και καλή χορεύτρια τότε πήγαιναν και ξένοι, φυσικό ήταν λοιπόν να παρατείνεται ο «κάβος», η διάρκεια χορού με αποτέλεσμα να στενοχωρούνται οι άλλες νέες. Και τότε συνέβαιναν οι παρεξηγήσεις.
Σωστό ήταν τότε να διακόπτονταν ο χορός και να πάρει σειρά κάποια άλλη. Η πίστα ήταν μικρή, μόλις επαρκούσε για τρία ζεύγη - σπάνια παραπάνω - τη σειρά προτεραιότητας την κανόνιζαν οι καφετζήδες, που δεν ήταν επαγγελματίες, αλλά περιστασιακοί. Μια άσπρη ποδιά, ήταν το διακριτικό τους. Κι αν τύχαινε να μην τα «παίρνουν απάνω τους» δηλ. να μη ήσαν σβέλτοι, τότε μετατρεπόταν σε δράμα. Εν τω μεταξύ οι άλλες νέες περίμεναν με αγωνία αλλά και πικρία, διότι αναβαλλόταν η σειρά τους.
Δικαιολογημένοι λοιπόν ήσαν οι καυγάδες, αν σκεφθούμε ότι ραδιόφωνα δεν υπήρχαν, κασετόφωνα το ίδιο και συνεπώς μουσική άκουαν μόνο στα πανηγύρια και σε έκτακτες περιστάσεις (αρραβώνες, γάμους και βαφτίσια). Διψούσε ο κόσμος για μουσική και χορό. Πώς να ικανοποιηθεί; Οι ευκαιρίες παρουσιάζονταν μόνο το καλοκαίρι στα πανηγύρια.

Οι μεγάλοι, αν είχαν κορίτσια της παντρειάς, περίμεναν να μπει στο χορό η κόρη τους να την καμαρώσουν, αν όχι πήγαιναν σε διάφορα συγγενικά ή φιλικά σπίτια, κερνιόνταν, έτρωγαν το βράδυ και κατόπιν, όσοι διέθεταν υποζύγια έφευγαν για τα χωριά τους.

Ρόλο έπαιζε και η εποχή, για να διαθέτουν τα απαραίτητα χρήματα αυτοί που θα επισκέπτονταν το παζάρι. Πάλι, ανάλογα τον πληθυσμό και την αξία του κάθε πανηγυριού, ήταν και η διάρκειά του, που συνήθως κυμαινόταν από 3 ως και 8 ημέρες.
Γίνονταν σ’ αυτά εμπορικές συναλλαγές μεγάλης έκτασης. Έμποροι, από τα μεγάλα αστικά κέντρα, φτάνανε εκεί με την πλούσια πραμάτεια τους. Εκτός όμως από το μεγάλο εμπόριο σε παντός είδους αγαθά, όπως σε τρόφιμα, υφάσματα, είδη υπόδησης, γεωργικά εργαλεία, σαμάρια, ψαθιά κ.ά., γινόταν και μεγάλες συναλλαγές αγοραπωλησίας ζώων. Μεγάλη ζήτηση είχαν τα μουλάρια, που γεννιόντουσαν από τη διασταύρωση του γαϊδάρου με τη φοράδα ή αλόγου με γαϊδούρα, γιατί τα ζώα αυτά είναι μεγάλης αντοχής και δεν δυσκολεύονται σε δύσβατους δρόμους. Πολύ διαδεδομένες ήταν και οι τράμπες, που έκαναν εκείνη την εποχή, με τα ζώα.
Εδώ εύρισκε ο καθένας ό,τι ήθελε και σε τιμές συμφέρουσες. Όσοι είχανε κορίτσια της παντρειάς, αγοράζανε από δω τα προικιά τους, όπως χαλκώματα, φορτσέρια, σεντόνια κι ότι άλλο ήταν απαραίτητο.
Τράμπες γίνονταν τότε, εκτός από τα ζώα, και στα υπόλοιπα προϊόντα, μιας και χρήματα δεν υπήρχαν εύκολα.

ΠΗΓΗ

Ό Ελληνικός καφές

Ο Ελληνικός καφές είναι η παρέα του Έλληνα σε κάθε στιγμή της ζωής του. Η παρέα και στα καλά και στα άσχημα. Το πρωϊνό καφεδάκι αποτελεί το καλλίτερο ξεκίνημα της ημέρας αλλά και το απογευματινό πού δημιουργεί την καλλίτερη ατμόσφαιρα για φιλική κουβεντούλα.

Πώς γίνετε όμως ο καφές; Ο Ελληνικός καφές έχει πολλές ποικιλίες κατασκευής και αυτές τις γνωρίζει πολύ καλά ο καφετζής αλλά και ο μερακλής του καφέ.

Για όσους δεν ξέρουν πώς να φτιάχνουν ένα καλό φλιτζάνι καφέ , πάμε να δούμε πώς γίνετε.

Ελληνικός καφές

Τρόπος παρασκευής καλού Ελληνικού καφέ


Μπρίκι

Κατά προτίμηση με στενό πάνω μέρος για να ανακυκλώνεται η θερμοκρασία κατά την διάρκεια του ψησίματος και στην σωστή διάσταση για την συγκεκριμένη ποσότητα καφέ που θα φτιάξουμε.


Εστία ψησίματος

Κατά προτίμηση χόβολη ή έστω γκαζάκι με χαμηλή φλόγα.

Το ηλεκτρικό μάτι δεν προτείνεται γιατί παρέχει ζέστη μόνο από κάτω από το μπρίκι και καθόλου από το πλάι. Επίσης αργεί να ζεσταθεί αλλά από την στιγμή που θα ζεσταθεί και μετά έχει μεγάλη ένταση η θερμοκρασία που αναπτύσσει


Φλιτζάνι.

Χοντρό πορσελάνινο για να διατηρεί ζεστό τον καφέ περισσότερη ώρα


Καφές: επιλέξτε τον καφέ που σας αρέσει. Είναι και θέμα προσωπικού γούστου πέρα από ποιότητα καφέ


Ο Ελληνικός καφές είναι συνήθως ανοιχτόχρωμος και χαρμάνι του βραζιλιάνικου Rio, Santos και Robusta. Πλέον κυκλοφορεί και πιο καβουρντισμένος, «σκούρος» ελληνικός, χαρμάνι από καφέδες της Κεντρικής Αμερικής, για όσους προτιμούν τον καφέ πιο πικρό και δυνατό. Στα καφεκοπτεία βρίσκεις χύμα και μεσαίου καβουρντίσματος, που είναι ελάχιστα πιο πικρός και πικάντικος, και δεν υστερεί σε καϊμάκι. Στην Ελλάδα ο καφές καβουρντίζεται σε κενό αέρος. Εξωτερικά ο κόκκος είναι πιο ψημένος και εσωτερικά είναι λίγο άψητος


Ονομασίες και αναλογίες καφέ / ζάχαρης.

Για φλιτζανάκι των 75 ml, (τυπικός μονός καφές)

Ρίξτε την σωστή ποσότητα νερού μετρώντας με το φλιτζάνι.

Σκέτος με 1 κ.γ. καφέ,

Μέτριος με 1 κ.γ. καφέ και 1 κ.γ. ζάχαρη ή

Μέτριος-κλασικός με 2 κ.γ. καφέ και 2 κ.γ. ζάχαρη και

Μέτριος γλυκός με 2 κ.γ. ζάχαρη.

Μέτριος με ολίγη (αλλιώς ναι και όχι) έχει λιγότερο από 1 κ.γ. ζάχαρη

Ολίγον μέτριος με 1,5 κ.γ. ζάχαρη.

Μέτριος-βαρύς Ο μέτριος με ακόμη περισσότερο καφέ ,

Πολλά βαρύς έχει 4 κ.γ. καφέ και 6 ζάχαρη, ενώ ο

Βαρύς-γλυκός 3 κ.γ. καφέ και 4 κ.γ. ζάχαρη.

Όταν ζητηθεί χωρίς καϊμάκι ο μέτριος, θα είναι μέτριος βραστός και όχι, θα πρέπει να έχει φουσκώσει δύο φορές και να σερβιριστεί από ψηλά ώστε, πέφτοντας στο φλιτζάνι, να κάνει και φουσκάλες.

Πολλά βαρύς και όχι. Το ίδιο, όπως αλλά με μισή δόση νερού

Σκέτος βραστός δεν έχει καϊμάκι, ενώ ο

Σκέτος (θερια­κλίδικος) θα πρέπει να έχει και καϊμάκι, και φουσκάλες – και για να γίνει σωστός πρέπει να παρασκευαστεί σε κρύο νερό. Τρεις κουταλιές καφέ, καθόλου ζάχαρη, κρύο νερό και όταν αρχίσει να φουσκώνει ανασηκώνουμε και ξανακατεβάζουμε το μπρίκι, Σερβίρουμε από ψηλά για να κάνει και φουσκάλες


Παρατήρηση: Το κουταλάκι του καφέ είναι μικρό


Ψήσιμο καφέ

Αφού βάλουμε καφέ (ή και ζάχαρη) στο μπρίκι, ανακατεύουμε μόνο στην αρχή, μέχρι να ανακατευτεί καλά ο καφές και να λιώσει η ζάχαρη. Αποφεύγουμε να ξαναανακατέψουμε γιατί χαλάει το καϊμάκι.

Αν ψήνουμε σε χόβολη / άμμο, βυθίζουμε μέχρι τη μέση το μπρίκι στην «άμμο» και περιμένουμε να φουσκώσει.
Αν φτιάχνουμε συγχρόνως σε ένα μπρίκι παραπάνω από ένα καφέ, μοιράζουμε στα φλυτζανάκια πρώτα το καϊμάκι και μετά συμπληρώνουμε με τον υπόλοιπο καφέ.

Αν θέλουμε πλούσιο καϊμάκι χρησιμοποιούμε κρύο νερό.


Tips

Διατηρείστε το καφέ ερμητικά κλεισμένο σε αλουμινένο ή γυάλινο βάζο (ή ακόμα και στην αρχική του συσκευασία αφού τυλίξετε το πάνω μέρος από το σακουλάκι και βάλετε ένα λαστιχάκι να το κρατάει κλειστό) κατά προτίμηση μέσα στο ψυγείο

Χρησιμοποιείστε στεγνό και καθαρό κουτάλι για να πάρετε καφέ μέσα από το βάζο του καφέ

Μην βάζετε γάλα στον καφέ γιατί γίνετε πιο βαρύς, πειράζει στο στομάχι και αλλοιώνει το άρωμα και την γεύση του καφέ.

Αφήστε τον καφέ λίγα λεπτά να κάτσει το κατακάθι για να μην σας πειράξει στο στομάχι.

πηγή

Ή περιγραφή τών κατοικιών καί τής ζωής στό χωριό.

Γενικά

Οικιστική μελέτη του χωριού & του συνοικισμού

Το λαϊκό σπίτι, αν το σκεφτούμε μέσα στη συνοικιστική του ομάδα, αποτελεί το ιερό καταφύγιο, αλλά και το ορμητήριο του πρώτου κοινωνικού πυρήνα, που είναι η οικογένεια. Γι' αυτό συγκεντρώνει την ύψιστη προσοχή του δημιουργού (νοικοκύρη ή οικοδόμου, για τα τρία κυριότερα στοιχεία της οργανικής του οντότητας, το στέρεο και εξυπηρετικό χτίσιμο, την καλή γειτνίαση και την πρακτική ομορφιά.


Η μελέτη λοιπόν της λαϊκής κατοικίας πρέπει να γίνεται στα πλαίσια του περιβάλλοντος και του συνόλου των άλλων σπιτιών. Υπάρχει "κοινωνία σπιτιών", όπως υπάρχει και η κοινωνία ανθρώπων. Ο μελετητής λαογράφος, πριν προχωρήσει στην περιγραφή των κατοικιών και της ζωής ενός χωριού, πρέπει να δώσει την συνολική μορφή και τα οικιστικά χαρακτηριστικά του χωριού, με την εξής σειρά:


Επταχώρι Καστορίας


1. Οπτική (πανοραματική) μορφή του χωριού.
Τα σχήματα συνήθως των συνοικισμών είναι: κυκλικά, ασύμμετρα και επιμήκη. Ο κυκλικός συνοικισμός (χωριό) συγκεντρώνεται γύρω από ένα ύψωμα (παλιόκαστρο), μια εκκλησία, μια πηγή ή μια αγορά. Οι δρόμοι του βγαίνουν έξω ακτινωτά. Ο επιμήκης (ή μακρυδρομικός) συνοικισμός σχηματίζεται παράλληλα με τους μεγάλους εθνικούς δρόμους και είναι νεώτερος, Οι σύμμετροι συνοικισμοί ήταν παλιότερα ή σε ψηλώματα (αμφιθεατρικοί) ή σε κρυμμένες κοιλάδες. Μελετάται στις περιπτώσεις αυτές, αν το χωριό είναι δίλοφο ή διπλευρικό. Επίσης, αν είναι παράλιο, μεσόγειο ή ορεινό. Και γενικά, ποιος είναι ο προσανατολισμός και η γεωγραφική του θέση.


Λέχοβο Καστοριάς


2. Κλίμα, έδαφος, υψόμετρο, νερά, καλλιέργειες ·απαραίτητο πλαισίωμα στην περιγραφή μας, που οδηγεί και σε συμπεράσματα, αν το χωριό είναι γεωργικό ή κτηνοτροφικό, παραγωγικό ή άγονο, πράσινο ή ξερό, λιθόκτιστο ή από ξενόφερτα υλικά.


Μέτσοβο Ηπείρου


3. Εσωτερική σύνθεση του χωριού η οποία περιλαμβάνει τα κεντρικά κτίρια όπως η εκκλησία, το σχολείο, τα Κοινοτικά γραφεία, η βρύση, τα καφενεία, η αγορά, το «μεϊντάνι» με τα μαγαζάκια και τα χοροστάσια. Οι γειτονιές με τους χαρακτηριστικούς δρόμους, το κοιμητήριο, οι δρόμοι εξόδου.



4. Ιστορικά του χωριού, όνομα και ετυμολογία, χρονολογία κτισίματος, περιπέτειες, σύγχρονες συνθήκες.


Το Δημοτικό Σχολείο Ριζοβουνίου Πρεβέζης


Οικιστική μελέτη του σπιτιού


1. Περιγραφή του εξωτερικού χώρου, της γειτονιάς, του εδάφους και της έκτασης του οικοπέδου (ξερότοπος, βλάστηση, απάνω γειτονιές, επικλινές έδαφος, ξάγναντο ή γούπατο).



Η πέτρινη καμάρα της Μπαμπαλίνας Τρικάλων


2. Εξωτερική μορφή του σπιτιού. Μονώροφο, διώροφο, πλατυμέτωπο, στενομέτωπο, γωνιόστεγο (δίρριχτο και με αέτωμα), με επίκλινη στέγη (μονόριχτο), επιπεδόστεγο (ταράτσα), πυραμιδόστεγο ή καμπυλόστεγο. Πολυπαράθυρο ή τυφλό. Απλό ή πολυσύνθετο (με χαγιάτια, πτερύγια κτλ.). Χρώματα που κυριαρχούν. Τυχόν επιγραφές ή σήματα και χρονολογίες.


Κατοικία Ηπείρου


3. Υλικά οικοδομίας. Τοιχοποιία, ξυλοδομικά εξαρτήματα, στέγη (κεραμίδια, πλάκες, δὠμα από πηλό, κλαδιά ή τσιμέντο). Εδώ μπορούν να ζητηθούν και τα έθιμα χτισίματος, στα θεμελιώματα (σφάξιμο κοκκόρου, αγιασμοί κτλ.) και στη σκεπή (μαντηλώματα).


4. Αρχιτεκτονικός τύπος του σπιτιού (τοπικός ή πανελλήνιος) και γενική αισθητική. Εκτίμηση των ιδιοτυπιών και εμπνεύσεων. Αισθητική της προσαρμογής στο περιβάλλον. Ψεκτά σημεία επίσης.


Διώροφη οικία Καλάνδρας Χαλκιδικής


5. Εσωτερική διαίρεση του σπιτιού (κάτοψη & τομή). Δωμάτια και χώροι (και τρόποι) οικογενειακής ζωής, για το αντρόγυνο, για τα παιδιά, για τους γέρους, για τους ξένους. Φροντίδες προσανατολισμού και υγιεινής. Πρακτικά διδάγματα, αλλά και άγνοιες. Χρώματα και διακόσμηση, θέση της εστίας και καπνοδόχος.


6. Έπιπλα & σκεύη. Εντοιχισμένα και κινητά έπιπλα της λαϊκής κατοικίας. Τόποι κατασκευής ή αγοράς. Οι ντόπιοι επιπλοποιοί. Τα αρμάρια τροφίμων, οι παλιές κασέλες, το εικονοστάσι. Μεταγενέστερες αστικές εξελίξεις. Τα σκεύη (αγγεία) του μαγειρειού, της τραπεζαρίας, του νοικοκυριού (νερό, πλύσιμο) και της φιλοξενίας (δίσκοι, σερβίτσια κτλ.). Η εσωτερική ατμόσφαιρα και εμφάνιση του σπιτιού είναι η ζωντανότερη πλευρά της ελληνικής κατοικίας, επειδή δείχνει τις οικονομικές συνθήκες της οικογένειας, την προσωπικότητα της νοικοκυράς, την πολιτιστική διάθεση για βελτίωση, και το πνεύμα της φιλοξενίας.


Παραδοσιακή αρχιτεκτονική Κρανέας Ελασσόνας


7. Αυλή & κήπος: Τα χτισίματα της αυλής, φούρνος, μαγειρειό, στάβλοι, αχερώνας, κοτέτσι ή περιστερώνας κτλ. Το πηγάδι και η στέρνα, τρόποι για την άντληση του νερού. Η κεντρική και η δευτερεύουσα πόρτα με την αρχιτεκτονική της στέγης τους. Χτυπητήρια ή κουδούνια για ειδοποίηση. Ασφαλιστικά σύνεργα. Η μάντρα ή ο φράχτης, μικροεμπόδια για τους κλέφτες. Δέντρα και καλλιέργειες. Σπιτική ανθοκομία και γλάστρες ή αρτάνες.


8. Ιδιόρρυθμες αγροτικές κατοικίες: Καλύβες πέτρινες ή δεντρόκλαδες, στάνες και στρούγγες, τσαρδάκια, λιμναίες καλαμωτές κατοικίες κ.α.



Στάνες Σαρακατσαναίων


Η μελέτη της ελληνικής κατοικίας, ιδιαίτερα στην παραδοσιακή της μορφή, είναι έργο εθνικό, όσο εθνικός ήταν πάντα και ο ρόλος του ελληνικού σπιτιού, που στέγασε με συνεχή εξέλιξη την πρώτη γέννηση, τα παιδικά χρόνια, την οικογενειακή τιμή, τον γάμο, τις χαρές και τις λύπες, τον ειρηνικό θάνατο, την φτώχεια ή τον πλούτο, αλλά και την αξιοπρέπεια και την ελευθερία του κάθε Έλληνα.





Σκόρδο σπορά φύτεμα καλλιέργεια


Τα σκόρδα είναι φυτά βολβώδη, πολυετή και ανήκουν στην οικογένεια των λειριοειδών. Καλλιεργούνται για τούς βολβούς τους, οι οποίοι βρίσκουν μεγάλη χρησιμοποίηση στη μαγειρική ή παρασκευή ειδικών δροσιστικών τροφών.
Τα φύλλα διαφέρουν απ' εκείνα των κρεμμυδιών, γιατί είναι πιό σπαθωτά και πιό στενά και στριμμένα. Τα άνθη είναι λευκά και στη κορυφή του καυλού σχηματίζουν σφαιρικό σκιάδιο. Κάθε κεφάλι αποτελείται από 8-12 σκελίδες, εκ των οποίων οι εξωτερικές είναι μεγαλύτερες από τις εσωτερικές και πιό καυτερές. Τα σκόρδα ευδοκιμούν σε χώματα ελαφρά, όχι πολύ υγρά, προ πάντων στραγγερά και γόνιμα. Στα βαριά και σφικτά εδάφη, πού κρατούν πολλή υγρασία, σαπίζουν η δίδουν μικρά κεφάλια, στα δε πολύ ξηρά και άγονα ή απόδοσης των είναι μηδαμινή και ή γεύσης των γίνεται εξαιρετικά καυτερή.
Η καλλιέργεια γίνεται αποκλειστικώς με βολβίδια (σκελίδες) είτε, πολύ σπανίως, με σπόρους. Στα θερμά μέρη ή φυτεία αυτών, εκτελείται κατά "Οκτώβριο-Νοέμβριο, τα δε ψυχρά και ορεινά κατά Φεβρουάριο- Μάρτιο. Το ίδιο γίνεται και για τον πολλαπλασιασμό με σπόρο. Για την απόκτηση καλής φυτείας, πρέπει από κάθε κεφάλι σκόρδου, να διαλέγονται τα εξωτερικά και χονδρά βολβίδια, τα όποια και μόνο να χρησιμοποιούνται, τα δε μικρά και λεπτά να απορρίπτονται.
Αυτά φυτεύονται σε βραγιές και κατά γραμμές 20-25 πόντους, η μία της άλλης, επ’ αυτών δε, κατά διαστήματα 12 -15 πόντους και σε βάθος 2-3 πόντους, το πολύ. Σε περίπτωση συγκαλλιέργειας φυτεύονται ως μπορτούρες στα σαμάρια των βραγιών, των ποτιστικών αυλακών, είτε ανάμεσα στα μαρούλια, στα σπανάκια κλπ.
Για κάθε στρέμμα απαιτούνται πέντε πλεξούδες η 1500-1800 κεφάλια περίπου.
Η προετοιμασία του εδάφους πρέπει να γίνεται καλή, με 2-3 σκαψίματα και σπάσιμο των βώλων, ώστε το χώμα να τρίβεται εντελώς. Επίσης και ή λίπανσης πρέπει να είναι ή κατάλληλη.
Η κοπριά αποτελεί άριστο λίπασμα, σε ποσό 2-2.500 οκάδες στο στρέμμα, πρέπει όμως να είναι εντελώς χωνευμένη και να χρησιμοποιείται πολύ προ της φυτείας. Μαζί με συμπληρωματικά φωσφοροκαλιοΰχα χημ. λιπάσματα (0-12-6) δίδει πολύ καλλίτερα αποτελέσματα. Από τα σύνθετα χημ. λιπάσματα αξιοσύστατος είναι ό τύπος 4-10-10, σε ποσό 50-60 οκάδ. στο στρέμμα. Κατά προτίμηση χρησιμοποιούνται σκέτα, σε χώματα με οργανικές ουσίες η οπωσδήποτε σφικτά.
Η καλλιέργεια των σκόρδων με σπόρο, δεν είναι πρακτική, γιατί χρειάζονται δύο έτη για να δώσουν κεφάλια, δηλαδή, το πρώτο έτος θα παραχθούν μικρά βολβίδια, τα όποια θα ξαναφυτευτούν για ν' αποδώσουν το επόμενο έτος. Επίσης δε πολλαπλασιασμός αυτός, με σπόρο, δεν δίδει τις επιθυμητές ποικιλίες.
Σε όλες τις περιπτώσεις, τα σκόρδα, κατά την διάρκεια της βλαστήσεώς τους, πρέπει να βοτανίζονται και να σκαλίζονται 1-2 φορές, ιδίως στην αρχή, και να ποτίζονται εφ’ όσον μόνον υπάρχει μεγάλη ξηρασία. Όταν πλησιάζει ή ωρίμανση και αρχίσουν να κιτρινίζουν τα φύλλα, τότε δένονται στη κορυφή, είτε στρίβονται για να σταματήσει ή βλάστηση και να γίνουν τα κεφάλια χονδρότερα, ή ακόμη και για να επισπευτεί ή πρωιμότης των.
Η συγκομιδή αρχίζει κατά Μάιο-Ιούνιο αναλόγως των ποικιλιών και του τόπου. Πρέπει να γίνεται μετά την τέλεια αποξήρανση των φύλλων, αλλιώς όταν είναι πρόωρη, τα κεφάλια δεν διατηρούνται και σαπίζουν πολύ γρήγορα στην αποθήκη.
Τα σκόρδα αφού ξεριζωθούν με το χέρι η με λισγάρι, δένονται σε πλεξούδες ανά 50- 100 κεφάλια και αφήνονται μερικές ήμερες στον ήλιο για να χάσουν μέρος της υγρασίας τους. Κατόπιν αναρτώνται σε ξηρή και ευάερη αποθήκη μέχρις ότου διατεθούν. Μια καλή απόδοσης σκόρδων φθάνει 8-12 φορές μεγαλύτερη από το χρησιμοποιηθέν ποσό της φυτείας.

Ποικιλίες.
Οι κυριότερες ποικιλίες των σκόρδων, οι οποίες και συχνότερα συναντώνται στην καλλιέργεια είναι:
-Σκόρδα κοινά. Ταύτα κάνουν κεφάλια μέτρια στο μέγεθος με πολλές και σφικτές σκελίδες, συνήθως ο-λίγο κυρτές. Είναι ποικιλία ανθεκτική και μάλλον όψιμη.
-Σκόρδα ολόλευκα. Ταύτα γίνονται χονδρότερα των προηγουμένων και με σκελίδες ποιό σαρκώδεις. Οι εσωτερικές και εξωτερικές φλούδες είναι χαρακτηριστικώς κάτασπρες. Είναι ποικιλία εκλεκτή και πρώιμη
-Σκόρδα τεράστια. Τα κεφάλια αυτών αποκτούν τεράστιο όγκο (10—15 πόντους διάμετρο) με ολίγες σκελίδες, αλλά ή κάθε μία αντιστοιχεί μ' ένα ολόκληρο σκόρδο κοινό. Πρόκειται περί εξαιρετικής ποικιλίας, ελάχιστα όμως καλλιεργούμενης
-Σκόρδα στρογγυλά χονδρά. Ταύτα αποκτούν κεφάλια χονδρά και σχεδόν στρογγυλά , με σαρκώδεις σκελίδες ελάχιστα καυστικές .
-Σκόρδα σχιστά. Ταύτα χαρακτηρίζονται από τις σκελίδες όποιες είναι πολύ χαλαρές μεταξύ των η μάλλον όλως διόλου χωριστές. Είναι γλυκύτερα από τα άλλα σκόρδα και αποτελούν άλλο είδος

Ασθένειες. Οι συνηθέστερες αρρώστιες των σκόρδων είναι:
Η σκωρίαση
Παρουσιάζεται στα φύλλα σαν πολυάριθμα και πυκνά στίγματα σκουρόξανθα, τα όποια εμποδίζουν τη κανονική λειτουργία της βλαστήσεως. Προλαμβάνεται με 2-3 ψεκάσματα βορδιγαλείου πολτού (1 οκά θειικός χαλκός με 1 οκά ασβέστη σε 100 οκάδες νερό).




Η σήψης των βολβών
Είναι ένας μικρός μύκητας, ό όποιος ζει συνήθως ως σαπρόφυτο, αλλά κάποτε προσβάλλει τα σκόρδα και κρεμμύδια, όπου αναπτύσσεται σε παράσιτο. Παρουσιάζεται ως μαύρη μούχλα μεταξύ των λεπίων των βολβών. Ευνοείται σε πολύ υγρά εδάφη και εκεί πού γίνεται χρήσης φρέσκης κοπριάς. Για τα σκόρδα είναι επικίνδυνη αρρώστια. Θεραπευτικό μέσο δεν υπάρχει, παρά αποφυγή των αίτιων πού τη προκαλούν, είτε αλλαγή της καλλιέργειας για 3-4 χρόνια.

Από τα έντομα, οι σοβαρότεροι εχθροί είναι ό κρεμμυδοφάγος και ή μηλολόνθη, οι όποιοι προσβάλλουν τούς βολβούς. Καταπολεμούνται με άρσενικούχα δολώματα από αραβόσιτο ή πίτυρα, είτε με παγίδες.

Πηγή: Πρακτικός οδηγός του λαχανόκηπου-Παράρτημα «Γεωργικού δελτίου» μηνός Ιανουαρίου 1940
άπό