*-*

Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014

Η ανθισμένη αμυγδαλιά

 Το Χειμώνα κοιμισμένες
Το Φεβράρη ανθισμένες
Και το Μάρτη θαλερές
Πουθενά αλλού στην Κύπρο
Δεν θα βρεις τόσες πολλές.

 Το χωριό Λιμνάτι έχει μια μοναδική ιδιαιτερότητα που το κάνει να ξεχωρίζει από όλα τα άλλα χωριά της Κύπρου. Είναι το χωριό της αμυγδαλιάς. Σε καμιά περιοχή της Κύπρου δεν υπάρχουν τόσες πολλές αμυγδαλιές.
Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, οι κάτοικοι της κοινότητας φύτευαν τα ξηρικά αυτά δέντρα για να απορροφούν την υψηλή υγρασία του εδάφους και σύμφωνα με τους κατοίκους οι αμυγδαλιές είναι λιγότερο απαιτητικές και περισσότερο προσοδοφόρες από όλες τις ξηρικές καλλιέργειες.
Δεκάδες χιλιάδες αμυγδαλιές, φυτεμένες με διάταξη, δίδουν την άνοιξη ένα πανέμορφο χρώμα στο τοπίο του χωριού, που το κάνουν απίστευτα γοητευτικό. Γοητευτικό είναι επίσης το τοπίο και κατά την περίοδο της συγκομιδής των αμυγδάλων. Είναι τότε που όλη η οικογένεια βρίσκεται στα χωράφια και άλλοι κτυπώντας με την βάκλα τα ώριμα αμύγδαλα για να πέσουν πάνω σε σακκούλες που απλώνονται στο έδαφος και άλλοι για να τα μαζέψουν και να τα μεταφέρουν στο σπίτι ή στην συνεργατική εταιρεία.
Η αμυγδαλιά είναι ένα τυπικό μεσογειακό φυλλοβόλο δένδρο μικρών διαστάσεων. Η καλλιέργεια της αμυγδαλιάς φαίνεται να διαδόθηκε στις άλλες μεσογειακές χώρες από τους Έλληνες και τους Ρωμαίους. Στην Κύπρο καλλιεργείται από τα πανάρχαια χρόνια.
Η αμυγδαλιά ανήκει στην οικογένεια των ροδιδών τα οποία σήμερα συμπεριλαμβάνονται στο γένος Prunus και αποτελεί την κοινή ονομασία του είδους Prunus amygdalus communis.
Βασικό χαρακτηριστικό της αμυγδαλιάς είναι ότι ανθίζει προτού βγάλει φύλλα. Τα άνθη της είναι εντυπωσιακά, άσπρα και εύοσμα, ενώ προτού ανοίξουν έχουν ελαφρώς ρόδινα πέταλα. Τα φύλλα της είναι λογχοειδή, οδοντωτά στην περιφέρεια και με μικρό μίσχο. Οι καρποί της, οι οποίοι είναι εδώδιμοι, τα γνωστά σε όλους αμύγδαλα, είναι ωοειδείς δρύπες, με μυτερή τη μία εκ των δύο κορυφών τους. Το εξωκάρπιο τους, αντί για σαρκώδες, όπως στα υπόλοιπα καρποφόρα πυρηνόκαρπια, είναι ένα γκριζοπράσινο τσόφλι σκεπασμένο με λεπτό χνούδι, που περιέχει ένα ή δύο σπέρματα, κλεισμένα σε ένα ξυλώδες κέλυφος με πολλές μικρές τρύπες. Τα σπέρματα έχουν άσπρη σάρκα και είναι γλυκιά ή πικρά ανάλογα με την ποικιλία.

Η γεύση των αμυγδάλων καθορίζει και τη χρήση των διαφόρων ποικιλιών τους. Τα γλυκά αμύγδαλα χρησιμοποιούνται ως επιτραπέζιοι ξηροί καρποί, στην παρασκευή ζαχαρωτών, αμυγδαλωτών, ποτών καθώς και για την εξαγωγή εδώδιμου ελαίου. Τα πικρά αμύγδαλα χρησιμοποιούνται στην φαρμακευτική ως καταπραϋντικά για το άσθμα και τον βήχα, αλλά και στην αρωματοποιία. Από αυτά τα αμύγδαλα εξάγεται και ένα έλαιο, το οποίο περιέχει προυσσικό οξύ γνωστό και ως υδροκυάνιο, και αποτελεί γνωστό δηλητήριο. Η ουσία αυτή απομακρύνεται από τους πυρήνες των καρπών, μέσω πλύσεως με άλκαλι, οπότε το αμυγδαλέλαιο που παράγεται χρησιμοποιείται ως αρωματικό.
Η αμυγδαλιά είναι δέντρο ιθαγενές της δυτικής Ασία και της νότιας Αφρικής, καλλιεργείται ωστόσο ευρέως εκτός από την Κύπρο και την Ελλάδα, στην Ισπανία, την Τουρκία, στο Μαρόκο, στην Τυνησία και στην Αίγυπτο.
Το ξύλο της αμυγδαλιάς είναι βαρύ και σκληρό και θεωρείται κατάλληλο για τη λεπτοξυλουργική
πηγή

Ετίναξε την ανθισμένη αμυγδαλιά
με τα χεράκια της
κι εγέμισ’ από άνθη η πλάτη
η αγκαλιά και τα μαλλάκια της.
Κι εγέμισ’ από άνθη...

Αχ, σαν την είδα χιονισμένη την τρελή
γλυκά τη φίλησα
της τίναξα όλα τ’ άνθη από την κεφαλή
κι έτσι της μίλησα:
Της τίναξα όλα τ’ άνθη...

Τρελή, σαν θες να φέρεις στα μαλλιά σου τη χιονιά
τι τόσο βιάζεσαι;
Μονάχη της θε να `ρθει η βαρυχειμωνιά, 
δεν το στοχάζεσαι;
Μονάχη της θε να `ρθει...

Του κάκου τότε θα θυμάσαι τα παλιά
τα παιχνιδάκια σου
σκυφτή γριούλα με τα κάτασπρα μαλλιά
και τα γυαλάκια σου.
Σκυφτή γριούλα...
  Γεώργιος Δροσίνης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.

Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.
κεραμικός μαστραπάς
Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια