Σάββατο 26 Ιουλίου 2014

ΠΛΥΣΙΜΟ ΡΟΥΧΩΝ ΣΤΗΝ ΝΕΡΟΤΡΙΒΗ

           
Πολύ κουραστική δουλειά, κυρίως τότε, που δεν υπήρχαν οι σημερινές ανέσεις (πλυντήριο). Κατά αρχάς υπήρχε πρόβλημα με το νερό. Τρεχούμενο νερό στα σπίτια του χωριού δεν υπήρχε. Το κάθε χωριό υδρευόταν από δημόσιες βρύσες, με νερά πηγών ή από πηγάδια. Κι αν αναλογιστούμε ότι τότε κάθε οικογένεια είχε πολλά μέλη, τότε καταλαβαίνουνε την ποσότητα των ρούχων που μαζεύονταν για μπουγάδα. Έπρεπε λοιπόν να πλύνει την ποσότητα αυτή των ρούχων, όπου μπορούσε πιο εύκολα, δηλ στις δημόσιες βρύσες, όπου σε μερικές απ’ αυτές, υπήρχε κατάλληλα διαρρυθμισμένος εξωτερικός χώρος, οι στέρνες [και μεγάλες κορύτες (γούρνες), για να ποτίζουν τα ζώα], ή στα ποτάμια, αν υπήρχαν κοντά στο χωριό.
         

Δίπλα στη στέρνα, η νοικοκυρά άναβε φωτιά, για να ζεστάνει μια ποσότητα νερού, αρκετή για να ολοκληρώσει την πλύση. Το νερό το ζέσταινε στο καζάνι (χαρανί). Αφού τελείωνε την μπουγάδα (με πλάκες σαπουνιού, άσπρες ή πράσινες) και το ξέπλυμα, τα ελαφριά ρούχα τα κρέμαγε, για να στεγνώσουν, σε κλαδιά δέντρων ή τα άπλωνε σε πέτρες, ενώ τα βαριά (όπως βελέντζες, φλοκάτες, κάπες κ.ά.), τα χτύπαγε με τον κόπανο, ένα χοντρό ξύλο πλατύ απ’ τη μια άκρη του, για να φύγει μεγάλη ποσότητα νερού, μιας και μετά το πλύσιμο αυτά ήταν ασήκωτα, και μετά τα κρεμούσε κι αυτά σε δέντρα ή τα άπλωνε σε πέτρες για να στεγνώσουν.
         

Το πλύσιμο των ρούχων, ανάλογα βέβαια και την ποσότητα, γινόταν σε αραιά διαστήματα, ακριβώς λόγω της δυσκολίας του, και πολλές φορές έπαιρνε κι ολόκληρο το πρωινό για να τελειώσει. Μάλιστα για να μην χάνει χρόνο, προσπαθούσε παράλληλα, να κάνει και καμιά άλλη δουλειά ίσως. Όπως παραδείγματος χάρη, έπαιρνε μαζί της και τα γιδοπρόβατα και τα βοσκούσε σε παράπλευρο κοντινό χώρο, ώστε να τα επιβλέπει.
         

Για απορρυπαντικό υπήρχε μόνο το σαπούνι, που το έφτιαχναν μόνες τους οι νοικοκυρές. Οι πολλαπλές ανάγκες της οικιακής οικονομίας οδήγησαν τις νοικοκυρές σε ευρηματικές λύσεις. Ήταν απαραίτητο να γνωρίζουν να παράγουν μόνες τους τα είδη εκείνα που τους ήταν πολύ αναγκαία, για να καλύπτουν τις ανάγκες τους, πέρα από εκείνες της διατροφής. Και το σαπούνι ήταν ένα από τα απολύτως απαραίτητα προϊόντα.
         
Στα αστικά κέντρα το σαπούνι το κατασκεύαζαν οι βιοτεχνίες, αλλά στα χωριά εκτός του ότι δεν υπήρχαν βιοτεχνίες, δεν είχαν και την οικονομική δυνατότητα να το αγοράσουν. Εκεί οι νοικοκυρές είχανε τον τρόπο να κάνουν μόνες τους το σαπούνι και μάλιστα να είναι πολύ καλύτερης ποιότητας, από εκείνο του εμπορίου.
          Πρώτη ύλη η μούργα από το λάδι. Όλα τα κατακάθια που έμεναν στον πάτο του ντεπόζιτου ή της στάμνας μαζί με υπολείμματα του λαδιού δεν τα πετάγανε, αλλά τα φυλάγανε.
          Ρίχνανε στο χαρανί (= μεγάλη κατσαρόλα) ό,τι χρειαζότανε για να γίνει το σαπούνι. Η μεγάλη πείρα τους, τους βοηθούσε να υπολογίζουν με ακρίβεια τις αναλογίες από τα υλικά που θα χρησιμοποιούσαν. Εκτός από τα κατακάθια του λαδιού (ή λίπος ζώων, κυρίως από το χοιρινό, αλλά αυτό δεν καθάριζε καλά τα ρούχα και δεν το προτιμούσαν), ρίχνανε καυστική σόδα - την ποτάσα (σαπουνόπετρα)- και χοντρό αλάτι, αρωματικά (λεμόνι ή μυρτιά) και χρώματα. 

Την ποτάσα την προμηθεύονταν από το μπακάλη, που την πούλαγε μέσα σε σιδερένιο δοχείο. Ακόμη πιο παλιά, που δεν υπήρχε η ποτάσα, στο ψήσιμο του σαπουνιού χρησιμοποιούσαν τη δρυμή. Η δρυμή ήταν απόσταγμα της στάχτης. Κατά την διάρκεια του βρασμού το ποτίζανε με νερό. 

Με τη σιγανή φωτιά και το συνεχές ανακάτεμα, πετυχαίνανε την τέλεια πρόσμειξη όλων αυτών των υλικών, που τελικά γινόταν μια ενιαία μάζα, η οποία έπηζε. Στη μέση του καζανιού, σταύρωναν 2 ξύλα, για το καλό.
          Όταν διαπίστωναν ότι έπηξε καλά, το κατεβάζανε από τη φωτιά. Το αφήνανε να κρυώσει σε σκιερό μέρος και μετά το κόβανε με πριόνι σε μεγάλες πλάκες που θα ζύγιζε η καθεμιά περίπου μια οκά (= Μονάδα βάρους στερεών και υγρών προϊόντων, που υποδιαιρείται σε 400 δράμια και ισοδυναμεί με 1282 γραμμάρια. Στην Ελλάδα ίσχυε μέχρι τις 31-3-1959, οπότε αντικαταστάθηκε από το κιλό).
         

Επίσης χρησιμοποιούσαν και την αλισίβα, για το μαλάκωμα των ρούχων.
          Είχαν  χαλκωματένια καζάνια, που υπάρχουν ακόμα και σήμερα. Τα γέμιζαν νερό από το πηγάδι. Επάνω στο  καζάνι, στις άκρες του, έβαζαν δυο σιδερένιες βέργες. Πάνω σε αυτές τοποθετούσαν έναν κουβά τσίγκινο, στο κάτω μέρος του οποίου είχαν ανοίξει τρύπες και είχαν στρώσει σε αυτό ένα πανί, το «σταχτοπάνι» και από πάνω έβαζαν στάχτη. Μετά άναβαν τη φωτιά κάτω από το καζάνι και μόλις ζεσταινόταν το νερό  έπαιρναν λίγο με μια κολοκύθα ή ένα κατσαρολάκι και το έριχναν πάνω στη στάχτη του κουβά. Το νερό  που έτρεχε στο καζάνι (μέσα από τη στάχτη, από τις τρύπες του κουβά) ήταν η  αλισίβα, που γινόταν πιο  δυνατή (σκληρή) όσο πιο πολλές φορές έριχναν νερό στη στάχτη.
          Το νερό στο καζάνι με την αλισίβα μαλάκωνε τα ρούχα και τα έκανε πιο καθαρά και αστραφτερά.

         

Αφού η νοικοκυρά είχε τελειώσει τη διαδικασία του πλυσίματος και του απλώματος, έπρεπε τώρα να τα μεταφέρει στο σπίτι. Σ’ αυτό το τελευταίο, επίσης δύσκολο κομμάτι, τη βοηθούσαν τα παιδιά της, και βέβαια τον κύριο ρόλο στη μεταφορά των ρούχων είχαν τα άλογα, τα μουλάρια ή τα γαϊδουράκια.
          Η νεροτριβή ή ντριστέλα ήταν η πιο απλή από όλες τις υδροκίνητες εγκαταστάσεις, ήταν υπαίθρια ή στεγασμένη και δεν χρειαζόταν χειριστής για την ρύθμισή της διότι δεν διέθετε κανένα μηχανισμό.
          Συνήθως ήταν στεγασμένη σε κτίσμα νερόμυλου και χρησίμευε για την επεξεργασία μάλλινων υφαντών κατά το στάδιο της κατασκευής τους π.χ. τα προικιά. Έπρεπε να περάσουν από την νεροτριβή, βελέντζες, μπατανίες, σαΐσματα, υφάσματα του σπιτιού και της φορεσιάς. Αυτό γινόταν για να αφρατέψουν και να δέσουν μεταξύ τους τα μάλλινα νήματα και οι κόμποι.
        

  Η νεροτριβή ήταν ένα ξύλινος κάδος μορφής κώνου, με το μεγαλύτερο τμήμα του χωμένο μέσα στο έδαφος ώστε η εσωτερική πίεση του νερού να μη δημιουργεί κινδύνους ανοίγματος των τοιχωμάτων. O κάδος συναρμολογείτο από σφηνωμένες μεταξύ τους σανίδες και το ύψος του κώνου ξεπερνούσε τα 2 μέτρα.
          Απ' έξω δενόταν περιφερειακά με σιδερένια τσέρκια. Το βαγένι ήταν όρθιο ώστε το νερό να εκτοξεύεται κατακόρυφα, δημιουργώντας καθοδική και ανοδική κίνηση, ανεβοκατεβάζοντας τα ρούχα χωρίς δίνη. Επειδή μοιάζει με βαρέλι, κατασκευάζεται συνήθως από βαγενά (βαρελά) και όχι από μαραγκό.
        

  Στην Πελοπόννησο λειτούργησαν δύο τύποι νεροτριβής:
          οι
γυριστές, με μεγαλύτερη διάμετρο, στις οποίες το νερό εκτοξευόταν από το στόμιο του βαγενιού στο τοίχωμά του, δημιουργώντας περιστροφική κίνηση και οι βουτηχτές, στις οποίες το βαγένι ήταν πιο όρθιο και το νερό εκτοξευόταν σχεδόν κατακόρυφα.
         


 Στην περιοχή της Δημητσάνας λειτουργούσαν έως τα μέσα του 20ού αιώνα 20 περίπου νεροτριβές. Ο σωστός υπολογισμός του χρόνου παραμονής του κάθε υφαντού στον κάδο αποδείκνυε την τέχνη του νεροτριβιάρη ή ντριστελιάρη Αν έμενε λιγότερο χρόνο, το αποτέλεσμα δεν ήταν ικανοποιητικό, ενώ, αν έμενε περισσότερο, μπορούσε να καταστραφεί. Γι' αυτό έβαζε πάντα μαζί ρούχα όμοιας κατασκευής .
          


Οι νεροτριβές είναι τα μόνα από τα υδροκίνητα προβιομηχανικά εργαστήρια που εξακολουθούν, εκσυγχρονισμένα πια, να λειτουργούν ιδίως στην Κεντρική και τη Βόρεια Ελλάδα, κυρίως για πλύσιμο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Γλώσσα και Λαογραφία της Εύβοιας - ΣΕΤΤΑΣ Δ.
                              ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ


ΠΗΓΗ 

ΣΤΗΝ ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ ΜΑΣ


Τετάρτη 16 Ιουλίου 2014

Το Καλοκαίρι στη Λαική μας Παράδοση

Το Καλοκαίρι, είναι λέξη ελληνική που έχει τις ρίζες της βαθιά απλωμένες στην Ελληνική παράδοση. Σημαίνει την εποχή που ο καιρός είναι «καλός» που πάει να πει ζεστός και όχι βροχερός. Ίσως είναι παγκόσμια μοναδικότητα, που ο λαός μας έχει κρατήσει τον απλό χαρακτηρισμό του καλού καιρού (Καλοκαίρι) στη θέση μιας εποχής του χρόνου (του Θέρους) και μάλιστα με την επιθυμητή του προέκταση σε έξι ή σε οκτώ μήνες. «Από Μαρτιού Καλοκαιριού κι απ' Αύγουστο Χειμώνα». Αποκαλύπτεται έτσι σαν η αιώνια λαχτάρα των ανθρώπων της Ελληνικής υπαίθρου η «καλοκαιριά», γιατί την περίμεναν σαν απολύτρωση από το κρύο, την πενιχρή στέγαση και τον περιορισμό τους γύρω από το τζάκι.

 

Πέρα από αυτά όμως, το Καλοκαίρι, είναι η εποχή της απολαβής από τη σπορά. «Να θερίσουν ότι έσπειραν». Της ικανοποίησης του μόχθου και της αγωνίας μιας χρονιάς. Η ευλογημένη ώρα που χαρακτηρίζεται από την ένταση και τη σκληρή δουλειά του θερισμού στα χωράφια κάτω από το λιοπύρι και τη ζέστη, που συνεχίζεται με ίδιες συνθήκες στ' αλώνια με τ' αλώνισμα και αποζημιώνεται με τη μοναδική χαρά της συγκέντρωσης στ' αμπάρια του σπιτιού, του χρυσοκίτρινου σιταριού και των άλλων δημητριακών, η ύπαρξη των οποίων καθορίζει τη συνέχεια και τη ζωή στον τόπο μας από αρχαιοτάτων χρόνων!
 

Δεν είναι λοιπόν καθόλου τυχαίο το γεγονός που ο λαός της υπαίθρου ονοματίζει τους δύο πρώτους μήνες του Καλοκαιριού, με ονόματα παρμένα από τη διαδικασία συγκομιδής και επεξεργασίας των δημητριακών. Θεριστής ο Ιούνιος, από το θερισμό τους, και Αλωνάρης ο Ιούλιος από το αλώνισμα.

Αλλά στους δύο προηγούμενους μήνες του Καλοκαιριού, παρά τις επείγουσες και σκληρές δουλειές του θερισμού και του αλωνίσματος, υπάρχουν και κάποιες μεγάλες γιορτές - μικρές ανάσες ξεκούρασης- που γιορτάζονται ανάλογα. Μιλάμε φυσικά για τ' Αι Γιαννιού του Κλήδονα ή λαμπαδάρη ή ριγανά, που παίρνει το όνομα αντίστοιχα από το έθιμο του κλήδονα, από τις φωτιές ή το μάζεμα της ρίγανης, στις 24 Ιουνίου. 

Μπορούμε να πούμε ότι η γιορτή αυτή έχει καθαρά ειδωλολατρικές καταβολές που έρχονται από τα βάθη των χιλιετιών «.αφού μαζί με τον Αι Γιάννη λατρεύεται με παλιά υποσυνείδητη εθιμολογία, ο ήλιος των θερινών τροπών, ανάβονται διαβατήριες και καθαρτήριες φωτιές, για τον κρίσιμο χρόνο, ασκούνται με τελετουργική δεξιοτεχνία η μαντεία κι η μαντική, εκβιάζεται σχεδόν η καλή τύχη, επιδιώκεται η υγεία και το σωματικό κάλλος, με τη συγκομιδή θεραπευτικών και αρωματικών ανθόφυτων.» Δ. Λουκάτος ΤΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΑ. Εκδόσεις ΦΙΛΙΠΠΟΤΗ.

 

Από τις μεγάλες γιορτές του καλοκαιριού ξεχωρίζει φυσικά και αυτή του Αι Λιά, του αγίου των βουνών στις 20 Ιουλίου, που γιορτάζεται ξεχωριστά από το λαό μας. Η παράδοση για την προτίμηση του Αι Λιά να κατοικεί στα βουνά είναι δανεισμένη από τα αφηγήματα του Ομήρου: «Βαρέθηκε, λέει ο Αι Λιάς τη θαλασσινή ζωή (που έκανε πρωτύτερα με τον Αι Νικόλα) πήρε ένα κουπί στα χέρια του κι έφυγε μόνος του για τα βουνά. Προχωρούσε, όσο οι άνθρωποι γνώριζαν τι κρατούσε, και σταμάτησε μόνο, όταν τον ρωτούσαν ή δεν ήξεραν τι είναι το κουπί και η θάλασσα». Ν. Πολίτη, Παραδόσεις, αρ. 207. (Οδύσσεια 120 - 136)

Οι τρεις μήνες του καλοκαιριού στις σύγχρονες ονομασίες τους κρατούν τα λατινικά τους ονόματα. Ήτοι: Ιούνιος ή Ιούνης, λατ. Iuno που σημαίνει Ήρα. Η θεά στην οποία ήταν αφιερωμένος ο μήνας. Στην Ελληνική αρχαιότητα λεγόταν Ελαφηβολιώνας. Ιούλιος ή Ιούλης, λατ. Iulius (Caesar) ο γνωστός Ρωμαίος αυτοκράτορας. Στην Ελληνική αρχαιότητα λεγόταν Εκατομβαιώνας και Αύγουστος λατιν. Augustus από τον τίτλο του γνωστού ρωμαίου αυτοκράτορα Γάιου Οκταβιανού. Στην Ελληνική αρχαιότητα λεγόταν Βοηδρομιώνας. Ο μήνας αυτός στη σύγχρονη Ελληνική παράδοση απαντάται και σαν «Δριμάρης» από τις δρίμες (ξωτικά) που κατά τη λαϊκή δοξασία τις έξι πρώτες μέρες του γυρίζουν στα λαγκάδια και στα ποτάμια και επηρεάζουν τα νερά. Τις ίδιες ημέρες οι άνθρωποι της υπαίθρου «μηνολογιάζουν», διαβάζουν τα «ημερομήνια», δηλαδή ερμηνεύοντας ανάλογα διάφορα σημάδια στον ουρανό, στη συμπεριφορά των ζώων, στην κατεύθυνση και τη θερμοκρασία του ανέμου, προβλέπουν τον καιρό για όλους τους μήνες του χρόνου, πράγμα πολύ χρήσιμο γι αυτούς, αφού η ζωή τους κυριολεκτικά εξαρτάται από το. «τι καιρό θα κάνει».
 

Ο Αύγουστος είναι κατά κάποιον τρόπο ο μήνας της ξεκούρασης και του γλεντιού, αφού σ' αυτόν «πέφτουν» και οι μεγάλες γιορτές της Παναγίας στις δεκαπέντε και στις εικοσιτρείς, που για το λαό μας είναι η Λαμπρή του Καλοκαιριού και τις τιμά με ιδιαίτερη λαμπρότητα και τις πανηγυρίζει ανάλογα. Εξ αιτίας αυτής της ανάπαυλας μέχρι ν' αρχίσει, με το έμπα του Φθινοπώρου, η σκληρή δουλειά με τη συγκομιδή των οψιμιών (καλαμπόκια, αραποσίτια, φασόλια, ρεβίθια κλπ), τον τρύγο και αργότερα το λιομάζωμα, ο λαός δικαίως λέει για τον Αύγουστο: «Αύγουστε καλέ μου μήνα, να 'σουν δύο φορές το χρόνο»!

Ι.Α

πηγή

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.


Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.


Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια

ΤΟ ΚΑΚΟ ΜΑΤΙ

Πολλοί Έλληνες, ιδίως στην επαρχία, πιστεύουν ότι ένα άτομο μπορεί να "ματιάσει" ένα άλλο είτε από φθόνο είτε από υπερβολικό θαυμασμό. Ο "ματιασμένος" νοιώθει άσχημα σωματικά και ψυχολογικά. Για να αποφύγουν το κακό μάτι, όσοι πιστεύουν σε αυτό φοράνε ένα μπλε ματόχαντρο ή ένα μπλε βραχιόλι. Οι προληπτικοί και όσοι πιστεύουν στη βασκανία δηλώνουν ότι το μπλε χρώμα διώχνει το κακό μάτι. Παραδόξως όμως πιστεύουν ότι οι γαλανομάτες είναι αυτοί που κυρίως "ματιάζουν". Εκτός από το ματόχαντρο, ένας άλλος τρόπος για να προστατευθεί κανείς από το κακό μάτι είναι να κρεμάσει σε μια γωνία του σπιτιού του σκόρδα. Οι Έλληνες πιστεύουν ότι το σκόρδο (όπως και τα κρεμμύδια) έχει και άλλες θεραπευτικές ιδιότητες. Έτσι λοιπόν όταν κάποιος είναι άρρωστος τον συμβουλεύουν να εμπλουτίσει τη δίαιτά του με σκόρδο.

ΤΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΚΑΙΡΟΥ



Παλιά τα πανηγύρια είχαν, κυρίως εμπορικό χαρακτήρα, γι’ αυτό και τα αποκαλούσαν εμποροπανήγυρη. Βέβαια και ο θρησκευτικός χαρακτήρας κατείχε πρωτεύουσα θέση.
Έτσι λοιπόν, ανάλογα στον κάθε τόπο με το πότε γιόρταζε η εκκλησία του χωριού ή σε προκαθορισμένες ημερομηνίες, γινόταν η εμποροπανήγυρη σε επίκαιρα σημεία της περιοχής, που προσφέρονταν εδαφικά και οδικά στον ευρύτερο χώρο. Στο πανηγύρι συμμετείχε ολόκληρο το χωριό, με ιδιαίτερη χαρά. Ήταν μια ευκαιρία να ξεχάσουν τα βάσανα μιας ολόκληρης κοπιαστικής χρονιάς. Σ’ αυτό το πανηγύρι, έκαναν έντονη την παρουσία τους οι νέοι του χωριού, που γάμπριζαν.
Μέχρι το 1950 και λίγο αργότερα, για να εξοικονομήσει ο τύπος του χορευταρά και γλεντζέ τα χρήματα που του χρειαζόταν για να πάει σ΄ ορισμένα πανηγύρια, για να χαρεί τα νιάτα και τη λεβεντιά του, έπρεπε να κάμει οικονομίες ολόκληρο το χρόνο και περίμενε να έλθει η ημέρα του δείνα ή τάδε πανηγυριού και να ντυθεί τα γιορτινά του, το γυαλιστερό και τριζάτο βρακί, το πολίτικο γιλέκο (από την πόλη), το ποικιλόχρωμο πουκάμισο, το σακάκι το πανάκριβο και τέλος το «βρακάδικο» σκούφο - έμοιαζε με τον Αϊβαλιώτικο - που τώρα πια δεν υπάρχει στην αγορά - η καμιά φορά και καπέλο.

Τα ζύγιζε όλα, τόσα στους δίσκους της εκκλησίας, τόσα στο κερί, τόσα στο γεύμα της εκκλησίας, τόσα στο καφενείο και τόσα στα μουσικά όργανα (βιολί, κλαρίνο, ούτι, λαούτο και καμιά φορά σαντούρι). Μεταφορικό μέσο είχε το μουλάρι του, που κι αυτό έπρεπε να είναι περιποιημένο, σαμάρι καινούργιο, καπίστρι με πολύχρωμες χάντρες και φυλακτό, στρογγυλό από το πάχος, ευκίνητο. Εκείνο όμως που έκαμνε πιο μεγάλη εντύπωση, ήταν ο αναβάτης, ο νέος με το στριμμένο, σαν τσιγκέλι, μουστάκι, τα πλούσια καλοχτενισμένα μαλλιά και περιποιημένα, όχι όπως ο σημερινός μακρυμάλλης. Καμιά φορά οι αναβάτες ήταν «δικάβαλλοι», δηλ. διπλοί.
Οι κοπελιές του χωριού και των γειτονικών χωριών τον έβλεπαν και τον καμάρωναν και αυτός περήφανος για τον εαυτό του, σκόρπιζε σ΄ όλες, κατά προτίμηση στην αγαπημένη του, δειλές ματιές, που λίγα έδειχναν, αλλά πολλά υπόσχονταν.

Άρχιζαν το χορό με ένα σέρβικο ή χασάπικο ή γιωργάρικο, που φανέρωναν όλη την χορευτική τους δεινότητα σε ευκινησία, τσαλίμια, που με κατάπληξη τους παρακολουθούσαμε. ΄Έπειτα ο καλαματιανός που έπαιρναν μέρος και περισσότερες κοπέλες, διότι οι πρώτοι προϋπέθεταν αντοχή, ευκινησία και χορευτική ικανότητα, ενώ ο καλαματιανός προσιδίαζε περισσότερο στις γυναίκες, και κατόπιν ο συρτός ανά ζεύγη, ξαπολυτός (καρσιλαμάς), γρηγορινός (πολύ σύντομος) τσιφτετέλης και άλλοι.
Παντού πρώτοι και καλύτεροι, ευλύγιστοι, πεταχτοί, λαστιχένιοι σκόρπιζαν το γλέντι, τη χαρά, το θαυμασμό, αλλά κaι το φθόνο για κείνους που δεν ήσαν καλοί χορευτές.
Έπιναν κρασί ή σούμα με μεζέδες, όχι της προκοπής. Η μπύρα ήταν άγνωστη - μα κάτι τέτοιο ήταν ακατανόητο για χωριά. Κερνούσαν όλες τις παρέες και κείνες ανταπέδιδαν το κέρασμα. Σ΄αυτόν που χόρευε πρόσφεραν ούζο ή κρασί και στην κοπελιά λουκούμια, που όσα περισσότερα μάζευε τόση μεγαλύτερη ικανοποίηση δοκίμαζε. Αν μάλιστα τύχαινε να είναι ωραία και καλή χορεύτρια, τα κεράσματα δεν σταματούσαν καθόλου. Τα παιδιά λιγουριάζανε όταν έβλεπαν τόσα λουκούμια να μαζεύουν οι κοπέλες, που σε κάποια φίλη τους τα πετούσαν. Κι αν τύχαινε να είναι γνωστή, τα φιλοδωρούσαν μερικά.

Γινόταν όμως καβγάδες για τη σειρά προτεραιότητας στους «κάβους», που έπρεπε να εξασφαλίσει κάθε συντροφιά για τις κοπέλες της παρέας της. Επικρατούσε μια όχι καλή συνήθεια. Κάθε νέα που έμπαινε στο χωριό έπρεπε να την χορέψουν όλοι οι νέοι που την γνώριζαν και όταν ήταν και καλή χορεύτρια τότε πήγαιναν και ξένοι, φυσικό ήταν λοιπόν να παρατείνεται ο «κάβος», η διάρκεια χορού με αποτέλεσμα να στενοχωρούνται οι άλλες νέες. Και τότε συνέβαιναν οι παρεξηγήσεις.
Σωστό ήταν τότε να διακόπτονταν ο χορός και να πάρει σειρά κάποια άλλη. Η πίστα ήταν μικρή, μόλις επαρκούσε για τρία ζεύγη - σπάνια παραπάνω - τη σειρά προτεραιότητας την κανόνιζαν οι καφετζήδες, που δεν ήταν επαγγελματίες, αλλά περιστασιακοί. Μια άσπρη ποδιά, ήταν το διακριτικό τους. Κι αν τύχαινε να μην τα «παίρνουν απάνω τους» δηλ. να μη ήσαν σβέλτοι, τότε μετατρεπόταν σε δράμα. Εν τω μεταξύ οι άλλες νέες περίμεναν με αγωνία αλλά και πικρία, διότι αναβαλλόταν η σειρά τους.
Δικαιολογημένοι λοιπόν ήσαν οι καυγάδες, αν σκεφθούμε ότι ραδιόφωνα δεν υπήρχαν, κασετόφωνα το ίδιο και συνεπώς μουσική άκουαν μόνο στα πανηγύρια και σε έκτακτες περιστάσεις (αρραβώνες, γάμους και βαφτίσια). Διψούσε ο κόσμος για μουσική και χορό. Πώς να ικανοποιηθεί; Οι ευκαιρίες παρουσιάζονταν μόνο το καλοκαίρι στα πανηγύρια.

Οι μεγάλοι, αν είχαν κορίτσια της παντρειάς, περίμεναν να μπει στο χορό η κόρη τους να την καμαρώσουν, αν όχι πήγαιναν σε διάφορα συγγενικά ή φιλικά σπίτια, κερνιόνταν, έτρωγαν το βράδυ και κατόπιν, όσοι διέθεταν υποζύγια έφευγαν για τα χωριά τους.

Ρόλο έπαιζε και η εποχή, για να διαθέτουν τα απαραίτητα χρήματα αυτοί που θα επισκέπτονταν το παζάρι. Πάλι, ανάλογα τον πληθυσμό και την αξία του κάθε πανηγυριού, ήταν και η διάρκειά του, που συνήθως κυμαινόταν από 3 ως και 8 ημέρες.
Γίνονταν σ’ αυτά εμπορικές συναλλαγές μεγάλης έκτασης. Έμποροι, από τα μεγάλα αστικά κέντρα, φτάνανε εκεί με την πλούσια πραμάτεια τους. Εκτός όμως από το μεγάλο εμπόριο σε παντός είδους αγαθά, όπως σε τρόφιμα, υφάσματα, είδη υπόδησης, γεωργικά εργαλεία, σαμάρια, ψαθιά κ.ά., γινόταν και μεγάλες συναλλαγές αγοραπωλησίας ζώων. Μεγάλη ζήτηση είχαν τα μουλάρια, που γεννιόντουσαν από τη διασταύρωση του γαϊδάρου με τη φοράδα ή αλόγου με γαϊδούρα, γιατί τα ζώα αυτά είναι μεγάλης αντοχής και δεν δυσκολεύονται σε δύσβατους δρόμους. Πολύ διαδεδομένες ήταν και οι τράμπες, που έκαναν εκείνη την εποχή, με τα ζώα.
Εδώ εύρισκε ο καθένας ό,τι ήθελε και σε τιμές συμφέρουσες. Όσοι είχανε κορίτσια της παντρειάς, αγοράζανε από δω τα προικιά τους, όπως χαλκώματα, φορτσέρια, σεντόνια κι ότι άλλο ήταν απαραίτητο.
Τράμπες γίνονταν τότε, εκτός από τα ζώα, και στα υπόλοιπα προϊόντα, μιας και χρήματα δεν υπήρχαν εύκολα.

ΠΗΓΗ

Ό Ελληνικός καφές

Ο Ελληνικός καφές είναι η παρέα του Έλληνα σε κάθε στιγμή της ζωής του. Η παρέα και στα καλά και στα άσχημα. Το πρωϊνό καφεδάκι αποτελεί το καλλίτερο ξεκίνημα της ημέρας αλλά και το απογευματινό πού δημιουργεί την καλλίτερη ατμόσφαιρα για φιλική κουβεντούλα.

Πώς γίνετε όμως ο καφές; Ο Ελληνικός καφές έχει πολλές ποικιλίες κατασκευής και αυτές τις γνωρίζει πολύ καλά ο καφετζής αλλά και ο μερακλής του καφέ.

Για όσους δεν ξέρουν πώς να φτιάχνουν ένα καλό φλιτζάνι καφέ , πάμε να δούμε πώς γίνετε.

Ελληνικός καφές

Τρόπος παρασκευής καλού Ελληνικού καφέ


Μπρίκι

Κατά προτίμηση με στενό πάνω μέρος για να ανακυκλώνεται η θερμοκρασία κατά την διάρκεια του ψησίματος και στην σωστή διάσταση για την συγκεκριμένη ποσότητα καφέ που θα φτιάξουμε.


Εστία ψησίματος

Κατά προτίμηση χόβολη ή έστω γκαζάκι με χαμηλή φλόγα.

Το ηλεκτρικό μάτι δεν προτείνεται γιατί παρέχει ζέστη μόνο από κάτω από το μπρίκι και καθόλου από το πλάι. Επίσης αργεί να ζεσταθεί αλλά από την στιγμή που θα ζεσταθεί και μετά έχει μεγάλη ένταση η θερμοκρασία που αναπτύσσει


Φλιτζάνι.

Χοντρό πορσελάνινο για να διατηρεί ζεστό τον καφέ περισσότερη ώρα


Καφές: επιλέξτε τον καφέ που σας αρέσει. Είναι και θέμα προσωπικού γούστου πέρα από ποιότητα καφέ


Ο Ελληνικός καφές είναι συνήθως ανοιχτόχρωμος και χαρμάνι του βραζιλιάνικου Rio, Santos και Robusta. Πλέον κυκλοφορεί και πιο καβουρντισμένος, «σκούρος» ελληνικός, χαρμάνι από καφέδες της Κεντρικής Αμερικής, για όσους προτιμούν τον καφέ πιο πικρό και δυνατό. Στα καφεκοπτεία βρίσκεις χύμα και μεσαίου καβουρντίσματος, που είναι ελάχιστα πιο πικρός και πικάντικος, και δεν υστερεί σε καϊμάκι. Στην Ελλάδα ο καφές καβουρντίζεται σε κενό αέρος. Εξωτερικά ο κόκκος είναι πιο ψημένος και εσωτερικά είναι λίγο άψητος


Ονομασίες και αναλογίες καφέ / ζάχαρης.

Για φλιτζανάκι των 75 ml, (τυπικός μονός καφές)

Ρίξτε την σωστή ποσότητα νερού μετρώντας με το φλιτζάνι.

Σκέτος με 1 κ.γ. καφέ,

Μέτριος με 1 κ.γ. καφέ και 1 κ.γ. ζάχαρη ή

Μέτριος-κλασικός με 2 κ.γ. καφέ και 2 κ.γ. ζάχαρη και

Μέτριος γλυκός με 2 κ.γ. ζάχαρη.

Μέτριος με ολίγη (αλλιώς ναι και όχι) έχει λιγότερο από 1 κ.γ. ζάχαρη

Ολίγον μέτριος με 1,5 κ.γ. ζάχαρη.

Μέτριος-βαρύς Ο μέτριος με ακόμη περισσότερο καφέ ,

Πολλά βαρύς έχει 4 κ.γ. καφέ και 6 ζάχαρη, ενώ ο

Βαρύς-γλυκός 3 κ.γ. καφέ και 4 κ.γ. ζάχαρη.

Όταν ζητηθεί χωρίς καϊμάκι ο μέτριος, θα είναι μέτριος βραστός και όχι, θα πρέπει να έχει φουσκώσει δύο φορές και να σερβιριστεί από ψηλά ώστε, πέφτοντας στο φλιτζάνι, να κάνει και φουσκάλες.

Πολλά βαρύς και όχι. Το ίδιο, όπως αλλά με μισή δόση νερού

Σκέτος βραστός δεν έχει καϊμάκι, ενώ ο

Σκέτος (θερια­κλίδικος) θα πρέπει να έχει και καϊμάκι, και φουσκάλες – και για να γίνει σωστός πρέπει να παρασκευαστεί σε κρύο νερό. Τρεις κουταλιές καφέ, καθόλου ζάχαρη, κρύο νερό και όταν αρχίσει να φουσκώνει ανασηκώνουμε και ξανακατεβάζουμε το μπρίκι, Σερβίρουμε από ψηλά για να κάνει και φουσκάλες


Παρατήρηση: Το κουταλάκι του καφέ είναι μικρό


Ψήσιμο καφέ

Αφού βάλουμε καφέ (ή και ζάχαρη) στο μπρίκι, ανακατεύουμε μόνο στην αρχή, μέχρι να ανακατευτεί καλά ο καφές και να λιώσει η ζάχαρη. Αποφεύγουμε να ξαναανακατέψουμε γιατί χαλάει το καϊμάκι.

Αν ψήνουμε σε χόβολη / άμμο, βυθίζουμε μέχρι τη μέση το μπρίκι στην «άμμο» και περιμένουμε να φουσκώσει.
Αν φτιάχνουμε συγχρόνως σε ένα μπρίκι παραπάνω από ένα καφέ, μοιράζουμε στα φλυτζανάκια πρώτα το καϊμάκι και μετά συμπληρώνουμε με τον υπόλοιπο καφέ.

Αν θέλουμε πλούσιο καϊμάκι χρησιμοποιούμε κρύο νερό.


Tips

Διατηρείστε το καφέ ερμητικά κλεισμένο σε αλουμινένο ή γυάλινο βάζο (ή ακόμα και στην αρχική του συσκευασία αφού τυλίξετε το πάνω μέρος από το σακουλάκι και βάλετε ένα λαστιχάκι να το κρατάει κλειστό) κατά προτίμηση μέσα στο ψυγείο

Χρησιμοποιείστε στεγνό και καθαρό κουτάλι για να πάρετε καφέ μέσα από το βάζο του καφέ

Μην βάζετε γάλα στον καφέ γιατί γίνετε πιο βαρύς, πειράζει στο στομάχι και αλλοιώνει το άρωμα και την γεύση του καφέ.

Αφήστε τον καφέ λίγα λεπτά να κάτσει το κατακάθι για να μην σας πειράξει στο στομάχι.

πηγή

Ή περιγραφή τών κατοικιών καί τής ζωής στό χωριό.

Γενικά

Οικιστική μελέτη του χωριού & του συνοικισμού

Το λαϊκό σπίτι, αν το σκεφτούμε μέσα στη συνοικιστική του ομάδα, αποτελεί το ιερό καταφύγιο, αλλά και το ορμητήριο του πρώτου κοινωνικού πυρήνα, που είναι η οικογένεια. Γι' αυτό συγκεντρώνει την ύψιστη προσοχή του δημιουργού (νοικοκύρη ή οικοδόμου, για τα τρία κυριότερα στοιχεία της οργανικής του οντότητας, το στέρεο και εξυπηρετικό χτίσιμο, την καλή γειτνίαση και την πρακτική ομορφιά.


Η μελέτη λοιπόν της λαϊκής κατοικίας πρέπει να γίνεται στα πλαίσια του περιβάλλοντος και του συνόλου των άλλων σπιτιών. Υπάρχει "κοινωνία σπιτιών", όπως υπάρχει και η κοινωνία ανθρώπων. Ο μελετητής λαογράφος, πριν προχωρήσει στην περιγραφή των κατοικιών και της ζωής ενός χωριού, πρέπει να δώσει την συνολική μορφή και τα οικιστικά χαρακτηριστικά του χωριού, με την εξής σειρά:


Επταχώρι Καστορίας


1. Οπτική (πανοραματική) μορφή του χωριού.
Τα σχήματα συνήθως των συνοικισμών είναι: κυκλικά, ασύμμετρα και επιμήκη. Ο κυκλικός συνοικισμός (χωριό) συγκεντρώνεται γύρω από ένα ύψωμα (παλιόκαστρο), μια εκκλησία, μια πηγή ή μια αγορά. Οι δρόμοι του βγαίνουν έξω ακτινωτά. Ο επιμήκης (ή μακρυδρομικός) συνοικισμός σχηματίζεται παράλληλα με τους μεγάλους εθνικούς δρόμους και είναι νεώτερος, Οι σύμμετροι συνοικισμοί ήταν παλιότερα ή σε ψηλώματα (αμφιθεατρικοί) ή σε κρυμμένες κοιλάδες. Μελετάται στις περιπτώσεις αυτές, αν το χωριό είναι δίλοφο ή διπλευρικό. Επίσης, αν είναι παράλιο, μεσόγειο ή ορεινό. Και γενικά, ποιος είναι ο προσανατολισμός και η γεωγραφική του θέση.


Λέχοβο Καστοριάς


2. Κλίμα, έδαφος, υψόμετρο, νερά, καλλιέργειες ·απαραίτητο πλαισίωμα στην περιγραφή μας, που οδηγεί και σε συμπεράσματα, αν το χωριό είναι γεωργικό ή κτηνοτροφικό, παραγωγικό ή άγονο, πράσινο ή ξερό, λιθόκτιστο ή από ξενόφερτα υλικά.


Μέτσοβο Ηπείρου


3. Εσωτερική σύνθεση του χωριού η οποία περιλαμβάνει τα κεντρικά κτίρια όπως η εκκλησία, το σχολείο, τα Κοινοτικά γραφεία, η βρύση, τα καφενεία, η αγορά, το «μεϊντάνι» με τα μαγαζάκια και τα χοροστάσια. Οι γειτονιές με τους χαρακτηριστικούς δρόμους, το κοιμητήριο, οι δρόμοι εξόδου.



4. Ιστορικά του χωριού, όνομα και ετυμολογία, χρονολογία κτισίματος, περιπέτειες, σύγχρονες συνθήκες.


Το Δημοτικό Σχολείο Ριζοβουνίου Πρεβέζης


Οικιστική μελέτη του σπιτιού


1. Περιγραφή του εξωτερικού χώρου, της γειτονιάς, του εδάφους και της έκτασης του οικοπέδου (ξερότοπος, βλάστηση, απάνω γειτονιές, επικλινές έδαφος, ξάγναντο ή γούπατο).



Η πέτρινη καμάρα της Μπαμπαλίνας Τρικάλων


2. Εξωτερική μορφή του σπιτιού. Μονώροφο, διώροφο, πλατυμέτωπο, στενομέτωπο, γωνιόστεγο (δίρριχτο και με αέτωμα), με επίκλινη στέγη (μονόριχτο), επιπεδόστεγο (ταράτσα), πυραμιδόστεγο ή καμπυλόστεγο. Πολυπαράθυρο ή τυφλό. Απλό ή πολυσύνθετο (με χαγιάτια, πτερύγια κτλ.). Χρώματα που κυριαρχούν. Τυχόν επιγραφές ή σήματα και χρονολογίες.


Κατοικία Ηπείρου


3. Υλικά οικοδομίας. Τοιχοποιία, ξυλοδομικά εξαρτήματα, στέγη (κεραμίδια, πλάκες, δὠμα από πηλό, κλαδιά ή τσιμέντο). Εδώ μπορούν να ζητηθούν και τα έθιμα χτισίματος, στα θεμελιώματα (σφάξιμο κοκκόρου, αγιασμοί κτλ.) και στη σκεπή (μαντηλώματα).


4. Αρχιτεκτονικός τύπος του σπιτιού (τοπικός ή πανελλήνιος) και γενική αισθητική. Εκτίμηση των ιδιοτυπιών και εμπνεύσεων. Αισθητική της προσαρμογής στο περιβάλλον. Ψεκτά σημεία επίσης.


Διώροφη οικία Καλάνδρας Χαλκιδικής


5. Εσωτερική διαίρεση του σπιτιού (κάτοψη & τομή). Δωμάτια και χώροι (και τρόποι) οικογενειακής ζωής, για το αντρόγυνο, για τα παιδιά, για τους γέρους, για τους ξένους. Φροντίδες προσανατολισμού και υγιεινής. Πρακτικά διδάγματα, αλλά και άγνοιες. Χρώματα και διακόσμηση, θέση της εστίας και καπνοδόχος.


6. Έπιπλα & σκεύη. Εντοιχισμένα και κινητά έπιπλα της λαϊκής κατοικίας. Τόποι κατασκευής ή αγοράς. Οι ντόπιοι επιπλοποιοί. Τα αρμάρια τροφίμων, οι παλιές κασέλες, το εικονοστάσι. Μεταγενέστερες αστικές εξελίξεις. Τα σκεύη (αγγεία) του μαγειρειού, της τραπεζαρίας, του νοικοκυριού (νερό, πλύσιμο) και της φιλοξενίας (δίσκοι, σερβίτσια κτλ.). Η εσωτερική ατμόσφαιρα και εμφάνιση του σπιτιού είναι η ζωντανότερη πλευρά της ελληνικής κατοικίας, επειδή δείχνει τις οικονομικές συνθήκες της οικογένειας, την προσωπικότητα της νοικοκυράς, την πολιτιστική διάθεση για βελτίωση, και το πνεύμα της φιλοξενίας.


Παραδοσιακή αρχιτεκτονική Κρανέας Ελασσόνας


7. Αυλή & κήπος: Τα χτισίματα της αυλής, φούρνος, μαγειρειό, στάβλοι, αχερώνας, κοτέτσι ή περιστερώνας κτλ. Το πηγάδι και η στέρνα, τρόποι για την άντληση του νερού. Η κεντρική και η δευτερεύουσα πόρτα με την αρχιτεκτονική της στέγης τους. Χτυπητήρια ή κουδούνια για ειδοποίηση. Ασφαλιστικά σύνεργα. Η μάντρα ή ο φράχτης, μικροεμπόδια για τους κλέφτες. Δέντρα και καλλιέργειες. Σπιτική ανθοκομία και γλάστρες ή αρτάνες.


8. Ιδιόρρυθμες αγροτικές κατοικίες: Καλύβες πέτρινες ή δεντρόκλαδες, στάνες και στρούγγες, τσαρδάκια, λιμναίες καλαμωτές κατοικίες κ.α.



Στάνες Σαρακατσαναίων


Η μελέτη της ελληνικής κατοικίας, ιδιαίτερα στην παραδοσιακή της μορφή, είναι έργο εθνικό, όσο εθνικός ήταν πάντα και ο ρόλος του ελληνικού σπιτιού, που στέγασε με συνεχή εξέλιξη την πρώτη γέννηση, τα παιδικά χρόνια, την οικογενειακή τιμή, τον γάμο, τις χαρές και τις λύπες, τον ειρηνικό θάνατο, την φτώχεια ή τον πλούτο, αλλά και την αξιοπρέπεια και την ελευθερία του κάθε Έλληνα.





Σκόρδο σπορά φύτεμα καλλιέργεια


Τα σκόρδα είναι φυτά βολβώδη, πολυετή και ανήκουν στην οικογένεια των λειριοειδών. Καλλιεργούνται για τούς βολβούς τους, οι οποίοι βρίσκουν μεγάλη χρησιμοποίηση στη μαγειρική ή παρασκευή ειδικών δροσιστικών τροφών.
Τα φύλλα διαφέρουν απ' εκείνα των κρεμμυδιών, γιατί είναι πιό σπαθωτά και πιό στενά και στριμμένα. Τα άνθη είναι λευκά και στη κορυφή του καυλού σχηματίζουν σφαιρικό σκιάδιο. Κάθε κεφάλι αποτελείται από 8-12 σκελίδες, εκ των οποίων οι εξωτερικές είναι μεγαλύτερες από τις εσωτερικές και πιό καυτερές. Τα σκόρδα ευδοκιμούν σε χώματα ελαφρά, όχι πολύ υγρά, προ πάντων στραγγερά και γόνιμα. Στα βαριά και σφικτά εδάφη, πού κρατούν πολλή υγρασία, σαπίζουν η δίδουν μικρά κεφάλια, στα δε πολύ ξηρά και άγονα ή απόδοσης των είναι μηδαμινή και ή γεύσης των γίνεται εξαιρετικά καυτερή.
Η καλλιέργεια γίνεται αποκλειστικώς με βολβίδια (σκελίδες) είτε, πολύ σπανίως, με σπόρους. Στα θερμά μέρη ή φυτεία αυτών, εκτελείται κατά "Οκτώβριο-Νοέμβριο, τα δε ψυχρά και ορεινά κατά Φεβρουάριο- Μάρτιο. Το ίδιο γίνεται και για τον πολλαπλασιασμό με σπόρο. Για την απόκτηση καλής φυτείας, πρέπει από κάθε κεφάλι σκόρδου, να διαλέγονται τα εξωτερικά και χονδρά βολβίδια, τα όποια και μόνο να χρησιμοποιούνται, τα δε μικρά και λεπτά να απορρίπτονται.
Αυτά φυτεύονται σε βραγιές και κατά γραμμές 20-25 πόντους, η μία της άλλης, επ’ αυτών δε, κατά διαστήματα 12 -15 πόντους και σε βάθος 2-3 πόντους, το πολύ. Σε περίπτωση συγκαλλιέργειας φυτεύονται ως μπορτούρες στα σαμάρια των βραγιών, των ποτιστικών αυλακών, είτε ανάμεσα στα μαρούλια, στα σπανάκια κλπ.
Για κάθε στρέμμα απαιτούνται πέντε πλεξούδες η 1500-1800 κεφάλια περίπου.
Η προετοιμασία του εδάφους πρέπει να γίνεται καλή, με 2-3 σκαψίματα και σπάσιμο των βώλων, ώστε το χώμα να τρίβεται εντελώς. Επίσης και ή λίπανσης πρέπει να είναι ή κατάλληλη.
Η κοπριά αποτελεί άριστο λίπασμα, σε ποσό 2-2.500 οκάδες στο στρέμμα, πρέπει όμως να είναι εντελώς χωνευμένη και να χρησιμοποιείται πολύ προ της φυτείας. Μαζί με συμπληρωματικά φωσφοροκαλιοΰχα χημ. λιπάσματα (0-12-6) δίδει πολύ καλλίτερα αποτελέσματα. Από τα σύνθετα χημ. λιπάσματα αξιοσύστατος είναι ό τύπος 4-10-10, σε ποσό 50-60 οκάδ. στο στρέμμα. Κατά προτίμηση χρησιμοποιούνται σκέτα, σε χώματα με οργανικές ουσίες η οπωσδήποτε σφικτά.
Η καλλιέργεια των σκόρδων με σπόρο, δεν είναι πρακτική, γιατί χρειάζονται δύο έτη για να δώσουν κεφάλια, δηλαδή, το πρώτο έτος θα παραχθούν μικρά βολβίδια, τα όποια θα ξαναφυτευτούν για ν' αποδώσουν το επόμενο έτος. Επίσης δε πολλαπλασιασμός αυτός, με σπόρο, δεν δίδει τις επιθυμητές ποικιλίες.
Σε όλες τις περιπτώσεις, τα σκόρδα, κατά την διάρκεια της βλαστήσεώς τους, πρέπει να βοτανίζονται και να σκαλίζονται 1-2 φορές, ιδίως στην αρχή, και να ποτίζονται εφ’ όσον μόνον υπάρχει μεγάλη ξηρασία. Όταν πλησιάζει ή ωρίμανση και αρχίσουν να κιτρινίζουν τα φύλλα, τότε δένονται στη κορυφή, είτε στρίβονται για να σταματήσει ή βλάστηση και να γίνουν τα κεφάλια χονδρότερα, ή ακόμη και για να επισπευτεί ή πρωιμότης των.
Η συγκομιδή αρχίζει κατά Μάιο-Ιούνιο αναλόγως των ποικιλιών και του τόπου. Πρέπει να γίνεται μετά την τέλεια αποξήρανση των φύλλων, αλλιώς όταν είναι πρόωρη, τα κεφάλια δεν διατηρούνται και σαπίζουν πολύ γρήγορα στην αποθήκη.
Τα σκόρδα αφού ξεριζωθούν με το χέρι η με λισγάρι, δένονται σε πλεξούδες ανά 50- 100 κεφάλια και αφήνονται μερικές ήμερες στον ήλιο για να χάσουν μέρος της υγρασίας τους. Κατόπιν αναρτώνται σε ξηρή και ευάερη αποθήκη μέχρις ότου διατεθούν. Μια καλή απόδοσης σκόρδων φθάνει 8-12 φορές μεγαλύτερη από το χρησιμοποιηθέν ποσό της φυτείας.

Ποικιλίες.
Οι κυριότερες ποικιλίες των σκόρδων, οι οποίες και συχνότερα συναντώνται στην καλλιέργεια είναι:
-Σκόρδα κοινά. Ταύτα κάνουν κεφάλια μέτρια στο μέγεθος με πολλές και σφικτές σκελίδες, συνήθως ο-λίγο κυρτές. Είναι ποικιλία ανθεκτική και μάλλον όψιμη.
-Σκόρδα ολόλευκα. Ταύτα γίνονται χονδρότερα των προηγουμένων και με σκελίδες ποιό σαρκώδεις. Οι εσωτερικές και εξωτερικές φλούδες είναι χαρακτηριστικώς κάτασπρες. Είναι ποικιλία εκλεκτή και πρώιμη
-Σκόρδα τεράστια. Τα κεφάλια αυτών αποκτούν τεράστιο όγκο (10—15 πόντους διάμετρο) με ολίγες σκελίδες, αλλά ή κάθε μία αντιστοιχεί μ' ένα ολόκληρο σκόρδο κοινό. Πρόκειται περί εξαιρετικής ποικιλίας, ελάχιστα όμως καλλιεργούμενης
-Σκόρδα στρογγυλά χονδρά. Ταύτα αποκτούν κεφάλια χονδρά και σχεδόν στρογγυλά , με σαρκώδεις σκελίδες ελάχιστα καυστικές .
-Σκόρδα σχιστά. Ταύτα χαρακτηρίζονται από τις σκελίδες όποιες είναι πολύ χαλαρές μεταξύ των η μάλλον όλως διόλου χωριστές. Είναι γλυκύτερα από τα άλλα σκόρδα και αποτελούν άλλο είδος

Ασθένειες. Οι συνηθέστερες αρρώστιες των σκόρδων είναι:
Η σκωρίαση
Παρουσιάζεται στα φύλλα σαν πολυάριθμα και πυκνά στίγματα σκουρόξανθα, τα όποια εμποδίζουν τη κανονική λειτουργία της βλαστήσεως. Προλαμβάνεται με 2-3 ψεκάσματα βορδιγαλείου πολτού (1 οκά θειικός χαλκός με 1 οκά ασβέστη σε 100 οκάδες νερό).




Η σήψης των βολβών
Είναι ένας μικρός μύκητας, ό όποιος ζει συνήθως ως σαπρόφυτο, αλλά κάποτε προσβάλλει τα σκόρδα και κρεμμύδια, όπου αναπτύσσεται σε παράσιτο. Παρουσιάζεται ως μαύρη μούχλα μεταξύ των λεπίων των βολβών. Ευνοείται σε πολύ υγρά εδάφη και εκεί πού γίνεται χρήσης φρέσκης κοπριάς. Για τα σκόρδα είναι επικίνδυνη αρρώστια. Θεραπευτικό μέσο δεν υπάρχει, παρά αποφυγή των αίτιων πού τη προκαλούν, είτε αλλαγή της καλλιέργειας για 3-4 χρόνια.

Από τα έντομα, οι σοβαρότεροι εχθροί είναι ό κρεμμυδοφάγος και ή μηλολόνθη, οι όποιοι προσβάλλουν τούς βολβούς. Καταπολεμούνται με άρσενικούχα δολώματα από αραβόσιτο ή πίτυρα, είτε με παγίδες.

Πηγή: Πρακτικός οδηγός του λαχανόκηπου-Παράρτημα «Γεωργικού δελτίου» μηνός Ιανουαρίου 1940
άπό