Δευτέρα 29 Απριλίου 2013

ΜΕΓΑΛΗ ΔΕΥΤΕΡΑ «ΙΔΟΥ Ο ΝΥΜΦΙΟΣ ΕΡΧΕΤΑΙ»

«Ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός και μακάριος ο δούλος ον ευρήσει γρηγορούντα, ανάξιος δε πάλιν, ον ευρήσει ραθυμούντα. Βλέπε ουν ψυχή μου, μη τω ύπνω κατενεχθής, ίνα μη τω θανάτω παραδοθείς και της βασιλείας έξω κλεισθής. Αλλά  ανάνηψον κράζουσα, Άγιος, Άγιος, Άγιος ει ο Θεός ημών. Δια της Θεοτόκου ελέησον ημάς». 
Με αυτό το θεσπέσιο τροπάριο ο ιερός υμνογράφος μας εισάγει στο κατανυκτικό κλίμα της Μεγάλης Εβδομάδος, παροτρύνοντάς μας να ετοιμάσουμε κατάλληλα τον εαυτό μας, προκειμένου να υποδεχτούμε το Νυμφίο της ψυχής μας Χριστό και να λάβουμε μέρος στην πνευματική γαμήλια πανδαισία. Αυτή είναι άλλωστε και η κύρια επιδίωξη της βιώσεως όλων των μεγάλων γεγονότων της Μεγάλης Εβδομάδος, η συνάντησή μας με τον παθόντα και αναστάντα Σωτήρα μας Χριστό!
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου Καθηγητού
φωτο

Σάββατο 27 Απριλίου 2013

Η Κυριακή των Βαΐων καί τά έθιμα της

Την Κυριακή των Βαΐων, σε ανάμνηση της θριαμβευτικής εισόδου του Χριστού στα Ιεροσόλυμα, όλοι οι ναοί στολίζονται με κλαδιά από βάγια, ή φοίνικες δηλαδή 
από άλλα νικητήρια φυτά, όπως δάφνη, ιτιά, μυρτιά και ελιά.
Μετά τη λειτουργία μοιράζονται στους πιστούς.

Η εκκλησία μας καθιέρωσε ήδη από τον 9ο αιώνα το έθιμο αυτό
μια και όπως αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης
«όχλος πολύς...έλαβον τα βαΐα των φοινίκων και εξήλθον εις υπάντησιν αυτώ».

Στα πρώτα χριστιανικά χρόνια, στα Ιεροσόλυμα, ο επίσκοπος έμπαινε στην πόλη
«επί πώλου όνου», αναπαριστάνοντας το γεγονός, ενώ στα βυζαντικά γινόνταν
«ο περίπατος του αυτοκράτορα», από το Παλάτι προς τη Μεγάλη Εκκλησία.
Στη διαδρομή αυτή ο αυτοκράτορας μοίραζε στον κόσμο βάγια και σταυρούς και ο Πατριάρχης σταυρούς και κεριά.

Με τα βάγια οι πιστοί στόλιζαν τους τοίχους των σπιτιών και το εικονοστάσι τους.
Και σήμερα όλες οι εκκλησίες στολίζονται με δαφνόφυλλα ή βάγια.

Τα "βαγιοχτυπήματα"

Τα παλιότερα χρόνια τους τα προμήθευαν τα νιόπαντρα ζευγάρια της χρονιάς ή και μόνο οι νιόπαντρες γυναίκες, για το καλό του γάμου τους.
Πίστευαν πως η γονιμοποιός δύναμη που κρύβουν τα φυτά αυτά
θα μεταφερόταν και στις ίδιες και η μια χτυπούσε την άλλη με τα βάγια.
Τα "βαγιοχτυπήματα" σιγά-σιγά άρχισαν να γίνονται και από τις άλλες γυναίκες
και τα παιδιά τις μιμούνταν και όπως χτυπιούνταν μεταξύ τους εύχονταν:
"Και του χρόνου, να μη σε πιάν' η μυίγα".

Δυνάμεις ιαματικές και αποτρεπτικές, μαζί με τις γονιμοποιές, αποδίδονταν στα βάγια και γι αυτό έπρεπε μετά την εκκλησία όλα να τα "βατσάσουν" για το καλό.
Τα δέντρα, τα περβόλια, τα κλήματα, τις στάνες, τα ζώα, τους μύλους, τις βάρκες.
Από ένα κλαδάκι κρεμούσαν στα οπωροφόρα, για να καρπίζουν και στα κηπευτικά, για να μην τα πιάνει το σκουλήκι.

"Μέσα βάγια και χαρές,
όξω ψύλλοι, κόριζες !"
‘Ολα εξαφανίζονταν από τα σπίτια μόλις μπαίναν τα βάγια.
Κρατούσαν την πρώτη θέση στο εικονοστάσι και μ' αυτά "κάπνιζαν"
οι γυναίκες τα παιδιά για το "κακό το μάτι".

Στη Λέσβο τα παιδιά, μετά την εκκλησία, στόλιζαν ένα δεμάτι από κλαδιά δάφνης με κόκκινα ή πράσινα πανάκια από καινούργιο φουστάνι, κρεμούσαν κι ένα κουδούνι και καθώς πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι ψάλλοντας και λέγοντας εξορκισμούς για τους ψύλλους και τα ποντίκια, έδιναν και ένα κλαράκι δάφνης στη νοικοκυρά.
Στο τέλος ζητούσαν και το χάρισμά τους:
"Χρόνια πολλά, εν ονόματι Κυρίου, δό μ' τ' αυγό να φύγω"

Στην Ανατολική Ρωμυλία, τα κορίτσια έφτιαχναν με τα βάγια στεφάνια, τους έδεναν
μια κόκκινη κλωστή και τραγουδώντας όλες μαζί πήγαιναν και τα πέταγαν
στο ρέμα κι όπως έπαιρνε τα στεφάνια το νερό, όποιας πήγαινε μπροστά
εκείνη θα γινόταν "συντέκνησσα". Πρώτη στο γυρισμό, πρώτη στο χορό και
στο δικό της σπίτι η μάνα της θα έφτιαχνε τα φασόλια και θα τις φίλευε όλες,
μαζί με ελιές.

Στη Τήνο, την Κυριακή των Βαΐων, τα παιδιά τριγύριζαν στους δρόμους
κρατώντας μαζί με το στεφάνι τους την "αργινάρα", μια ξύλινη ή και σιδερένια ροκάνα που τη στριφογύριζαν με δύναμη. Μέσα σε εκκωφαντικό θόρυβο κατέληγαν στη θάλασσα, όπου πετούσαν στο στεφάνι στο νερό.

Το έθιμο της περιφοράς των κλαδιών θυμίζει την "ειρεσιώνη", το στολισμένο με καρπούς κλαδί, που στις γιορτές της άνοιξης περιέφεραν στους δρόμους τα παιδιά, στην αρχαιότητα. Τα βάγια τα έπλεκαν σε πάρα πολλά σχέδια:
φεγγάρια, πλοία, γαϊδουράκια, το πιο συνηθισμένο όμως ήταν ο σταυρός.
Σε μερικά μέρη τους έδιναν το σχήμα του ψαριού. Ψάρι είχαν σαν σημάδι αναγνώρισης οι πρώτοι χριστιανοί, η λέξη ΙΧΘΥΣ, εξάλλου,
προέρχεται από τα αρχικά Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ.
Αν και είναι εκόμα σαρακοστή, η εκκλησία την Κυριακή των Βαϊων
επιτρέπει το ψάρι. Έτσι και το τραγούδι των παιδιών λέει:

"Βάγια, Βάγια των βαγιών,
τρώνε ψάρι και κολιό,
κι ως την άλλη Κυριακή
με το κόκκινο αυγό ! "

 http://www.peristerinews.gr

Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

Πασχαλινά έθιμα από τήν εποχή τού Βυζαντίου

anastasi
Τα πασχαλινά έθιμα που ακολουθούμε σήμερα διαμορφώθηκαν στη βυζαντινή περίοδο της ιστορίας μας. Αν και τα περισσότερα (όπως και τα τυπικά της ορθοδοξίας) είναι έθιμα μιας αγροτικής κοινωνίας, είναι αξιοσημείωτο ότι τα συνεχίζουμε και στη σημερινή, έντονα αστικοποιημένη, εποχή μας.
Μπορεί η ελληνική περιφέρεια να βιώνει πληρέστερα τις πατροπαράδοτες συνήθειες, ωστόσο και στις μεγάλες πόλεις, ακόμα και στην Αθήνα, ο βασικός κορμός των εθίμων παραμένει αναλλοίωτος. Το φαινόμενο αυτό αποτελεί μια ένδειξη της ιστορικής μας συνέχειας. Άλλωστε, πολλά από τα αναστάσιμα έθιμα αποτελούν την εξέλιξη αρχαιοελληνικών θρησκευτικών εθίμων.
Η Ανάσταση του Χριστού ήταν η μεγαλύτερη γιορτή στο Βυζάντιο. Εορταζόταν επί μία εβδομάδα συνεχώς και περιελάμβανε και ειδικές μεγαλειώδεις τελετές στην Κωνσταντινούπολη από τους αυτοκράτορες, όπως επισημαίνει ο καθηγητής Φαίδων Κουκουλές στο πολύτομο έργο του «Βυζαντινών βίος και πολιτισμός».
Στη διάρκεια της Σαρακοστής οι Βυζαντινοί πρόγονοί μας φρόντιζαν να καλλωπίζουν τα σπίτια τους σε χωριά και πόλεις. Ασβέστωναν ή έβαφαν με διάφορα χρώματα τους τοίχους των σπιτιών. Καθάριζαν τα δάπεδα και τα έστρωναν με κλαδιά δάφνης, μυρτιάς, δενδρολίβανου και φύλλα λεμονιάς.
Το έθιμο αυτό πιστοποιείται τουλάχιστον από τον 11ο αιώνα, όπως φαίνεται από τους σωζόμενους στίχους του Χριστόφορου του Μυτιληναίου «εις τα εν τη εκκλησία ραινομένας δάφνας κατά τας εορτάς». Αντίστοιχο είναι και το λαϊκό δίστιχο «μυρτιά μου χρυσοπράσινη, της εκκλησιάς στολίδι, χωρίς εσέ δεν γίνεται κανένα πανηγύρι». Στον Πόντο το έδαφος των σπιτιών στρωνόταν με κλαδιά δάφνης (βάγια) από την Κυριακή των Βαΐων.
Τα λαμπριάτικα ρούχα
Οι Βυζαντινοί, εκτός από τον καλλωπισμό των σπιτιών, φρόντιζαν να γιορτάσουν την Ανάσταση πάντοτε με καινούργια ρούχα. Η συνήθεια αυτή διατηρήθηκε έως τις πρόσφατα, όπως φαίνεται από τις λέξεις «λαμπριάτικα» και «λαμπροφορούν», που αναφέρονται στα καινούργια και γιορτινά ρούχα. Είναι γνωστή η συνήθεια που θέλει οι νονοί να δωρίζουν καινούργια ρούχα στα βαφτιστήρια τους (μαζί με τη λαμπάδα) στην πασχαλινή περίοδο. Στη σημερινή καταναλωτική κοινωνία μας το έθιμο των καινούργιων «λαμπριάτικων» ρούχων δεν έχει νόημα, αν και όλοι φροντίζουμε να ντυνόμαστε καλά και να «λαμπροφορούμε», όταν πηγαίνουμε στην εκκλησία και στην Ανάσταση.
Για την πασχαλιάτικη λαμπροφορία στους βυζαντινούς χρόνους, αναφορές υπάρχουν και στο περίφημο ποίημα του Πρωχοπρόδρομου, ο οποίος βάζει την σύζυγό του να ρωτά:
Ποίον ιμάτιον μ΄ έρραψες; Ποίον δίμιτον μ΄ εποίκες;
Και ποιόν γυρίν μ΄ εφόρεσες; Ουκ οίδα Πασχαλίαν.
Το βράδυ της Μεγάλου Σαββάτου και την Κυριακή του Πάσχα οι Βυζαντινοί φωταγωγούσαν όχι μόνο τις πόλεις και τα χωριά αλλά και τα σπίτια τους, δίνοντας μεγαλειώδεις διαστάσεις στον αναστάσιμο εορτασμό.
Στους βυζαντινούς χρόνους τηρούσαν αυστηρά τη νηστεία της Σαρακοστής. Την Λαμπρή βέβαια έστρωναν τραπέζια με άφθονα κρέατα κι όλα τ' άλλα μη νηστήσιμα εδέσματα. Τα φαγητά ήταν άφθονα όχι μόνο για τους λαϊκούς αλλά και για τους μοναχούς, όπως φαίνεται από τα τυπικά των μοναστηριών. Ένα τυπικό αναφέρει ότι «οι μοναχοί το Πάσχα μέχρι της Πεντηκοστής τέσσερα φαγητά να τραπεζώνονται» καθημερινά.
Το φιλί της αγάπης
Το «φιλί της αγάπης», που και σήμερα ακολουθούμε, είναι φυσικά βυζαντινό έθιμο. Μάλιστα δύο συγγραφείς ο Χριστόφορος ο Μυτιληναίος και ο Θεόδωρος ο Πρόδρομος (12ος αιώνας) έγραψαν επιγράμματα «εις τον κατά το Πάσχα γινόμενον ασπασμόν».
Και οι κουλούρες της Λαμπρής με τα μπηγμένα κόκκινα αυγά είναι έθιμο που αρχίζει από την βυζαντινή περίοδο. Η παλαιότερη αναφορά σ' αυτό γίνεται τον 12ο αιώνα από τον ιεράρχη Θεόδωρο Βαλσαμών, ο οποίος γράφει ότι είδε στο χωριό Καλοτυχάδα της Χερρονήσου (Χερσονήσου) της Ανατολικής Θράκης να προσέρχονται την ημέρα της Αναστάσεως άνδρες και γυναίκες στην εκκλησία και να προσφέρουν στον ιερέα, μετά την Θεία Λειτουργία, «ορνίθεια ωά εν ζύμη άρτου συνηνωμένα».
Οι λαμπριάτικες κουλούρες μαζί με άλλα φαγώσιμα, όπως κρέατα, τυριά και αυγά, προσφέρονταν ως ανταμοιβή στον ιερέα από τους χωρικούς για να τους κοινωνήσει. Αυτός το έθιμο της πληρωμής των ιερέων για να δίνουν την αναστάσιμη Θεία Κοινωνία ήταν τόσο συνηθισμένο, ώστε προσέλκυσε την προσοχή των συνόδων. Έτσι η εν Τρούλλω Οικουμενική Σύνοδος, θεώρησε αυτή την πράξη σιμωνία και με τον 23ο κανόνα της επέβαλε την καθαίρεση όποιου επίσκοπου ή ιερέα πληρωνόταν σε χρήμα ή σε είδος («οβολούς ή είδος το οιονούν») για να μεταδώσει την Θεία Κοινωνία.
Τα κόκκινα αυγά
Το βάψιμο των αυγών και το τσούγκρισμα υπήρχαν στο Βυζάντιο αλλά έχουν αρχαιότερες ρίζες που μάλλον συνδέονται με εβραϊκές θρησκευτικές συνήθειες. Στο χωριό Αλμαλή Μαλγάρων στη Θράκη οι κάτοικοι έβαζαν το βράδυ του Σαββάτου, πριν το Χριστός Ανέστη, κόκκινα αυγά στους τάφους των συγγενών. Στον Πόντο έκαναν φαγοπότι πάνω στους τάφους, κάτι που συνεχίζουν και σήμερα πολλοί Πόντιοι στην Ελλάδα. Το οικογενειακό φαγοπότι σε τάφους συγγενών είναι πανάρχαιο ελληνικό έθιμο.
Το Πάσχα στη βυζαντινή εποχή εορταζόταν ολόκληρη εβδομάδα, μέχρι την Κυριακή του Θωμά. Σύμφωνα με Βυζαντινούς συγγραφείς όλη η εβδομάδα μετά την Ανάσταση λογίζεται ως μία «Κυριώνυμος ημέρα». Η αντίληψη αυτή διατηρήθηκε και μετά την Άλωση της Πόλης, στα χρόνια της σκλαβιάς. Η πασχαλινή εβδομάδα ονομάστηκε από τον λαό Λαμπρόσκολα. Στην Κέρκυρα μάλιστα το πασχαλινό τραπέζι μένει στρωμένο συνεχώς μέχρι την Κυριακή του Θωμά.
Στους πρώτους αιώνες οι πιστοί απείχαν από κάθε εργασία ολόκληρη την εβδομάδα μετά το Πάσχα. Αργότερα επετράπη η εργασία από την Τετάρτη για να επικρατήσει η αποχή μέχρι την Τρίτη του Πάσχα, έθιμο που διατηρείται ως σήμερα.
Στην Κωνσταντινούπολη οι πολίτες αξιοποιούσαν την πολυήμερη πασχαλινή αργία, παρακολουθώντας συναρπαστικά δημόσια θεάματα και ιδιαίτερα ιπποδρομίες, που τότε ήταν ιδιαίτερα δημοφιλείς.
Μέχρι την Κυριακή του Θωμά, δηλαδή την «Διακαινήσιμον Εβδομάδα», δεν λειτουργούσαν τα δικαστήρια, δεν φυλακίζονταν όσοι υπέπιπταν σε ελαφρά πταίσματα και έπαιρναν χάρη με ειδική αυτοκρατορική διαταγή οι ελαφροποινίτες φυλακισμένοι.
Μεγαλειώδεις τελετές διεξάγονταν την Κυριακή της Αναστάσεως και τις δύο επόμενες μέρες στο παλάτι από τους αυτοκράτορες. Τα χαράματα της Κυριακής οι αυτοκράτορες, με την πολυπληθή συνοδεία τους και υπό τις επευφημίες του πλήθους που κατέκλυζε τους δρόμους, πήγαιναν στην Αγία Σοφία για να παρακολουθήσουν τον όρθρο. Αργότερα παρέθεταν επίσημα γεύματα στο μεγαλοπρεπέστερο διαμέρισμα των ανακτόρων, το λεγόμενο «Χρυσοτρίκλινο». Σε μια χρυσή τράπεζα κι ένα ειδικό έπιπλο (το «πενταπύργιο») έβαζαν τα αυτοκρατορικά στέμματα και κοσμήματα.
Στη χρυσή τράπεζα κάθονταν μαζί με τον αυτοκράτορα η στρατιωτική και πολιτική ηγεσία της Πόλης και οι ξένοι πρεσβευτές. Σε διπλανά τραπέζια έτρωγαν κατώτεροι άρχοντες, οι ακόλουθοι των ξένων πρεσβευτών με τις εθνικές τους ενδυμασίες και ορισμένοι αιχμάλωτοι που απελευθερώνονταν από τις φυλακές.
Την πέμπτη ημέρα ο αυτοκράτορας προσκαλούσε για γεύμα τον πατριάρχη, τους μητροπολίτες, τους ιερείς του παλατιού και τους ηγούμενους 12 μοναστηριών. Ο πατριάρχης και οι μητροπολίτες συνέτρωγαν με τον αυτοκράτορα στη χρυσή τράπεζα.
Κι αυτό το έθιμο της συμμετοχής στον πασχαλιάτικο εορτασμό της κρατικής εξουσίας διατηρείται σήμερα με την επίσκεψη του Προέδρου της Δημοκρατίας, του πρωθυπουργού και της πολιτικής ηγεσίας σε στρατιωτικές μονάδες.
Ανάσταση και αρχαία έθιμα
Στα χωριά αλλά παλιότερα και στις πόλεις, κατά την διάρκεια της περιφοράς του Επιταφίου στους δρόμους, βάζουν στα παράθυρα και στα μπαλκόνια των σπιτιών μαζί με τα αναμμένα κεριά και τα λιβανιστήρια και μερικά πιάτα με φυτεμένη πρασινάδα. Η πρασινάδα προέρχεται από σπόρους φακής, σιταριού ή κριθαριού, που πριν λίγες μέρες τους είχαν βάλει στα πιάτα μαζί με λίγο νερό. Με την άφθονη υγρασία οι σπόροι φύτρωσαν.
Το έθιμο αυτό προέρχεται από την αρχαία Ελλάδα. Παρόμοια πιάτα με φυτρωμένους σπόρους έβαζαν και οι αρχαίοι πλάι σε ιερά φέρετρα (όπως είναι σήμερα ο Επιτάφιος) ή σε ομοιώματα που παρίσταναν τον θεό Άδωνι, ο οποίος ανασταινόταν την άνοιξη μαζί με τα φυτά. Οι αρχαίοι αυτά τα πιάτα με τους φυτρωμένου σπόρους τα ονόμαζαν «Αδώνιδος κήπους».
Σε επίδραση των αρχαίων εθίμων για τον ωραίο Άδωνι αποδίδουν οι λαογράφοι και την επιμονή των ύμνων, ιδιαίτερα της Μεγάλης Παρασκευής, να περιγράφουν την σωματική ομορφιά του Χριστού, όπως: «ο ωραίος κάλλει παρά πάντα βροτούς» και «ω γλυκύ μου έαρ... που έδυ σου το κάλλος».
Άλλο αρχαιοελληνικό έθιμο είναι η χρήση δάφνης (βάγια). 
Την Κυριακή των Βαΐων εορτάζεται η θριαμβευτική υποδοχή του Χριστού στα Ιεροσόλυμα, όπου ο κόσμος των δέχτηκε κρατώντας στα χέρια του κλαδιά φοινίκων, που ήταν τα εβραϊκά σύμβολα για την θριαμβευτική υποδοχή του νικητή. Οι Έλληνες αντικατέστησαν τους φοίνικες με κλαδιά δάφνης, τα βαγιόκλαδα.
Την αλλαγή αυτή οι λαογράφοι την συνδέουν με την αρχαιοελληνική αντίληψη για την ιερότητας της δάφνης, η οποία ήταν το ιερό φυτό του Απόλλωνα. Στην εορτή των Σεπτηρίων στους Δελφούς, κρατούσαν κλαδιά δάφνης, δηλαδή βάγια. Με βάγια ήταν στολισμένος και ο ναός του Απόλλωνα στους Δελφούς.
Το Μεγάλο Σάββατο το πρωί, όταν ο ιερείς βγαίνουν από την Ωραία Πύλη και φωνάζουν «Ανάστα ο Θεός, κρίνον της γης», παίρνουν από ένα πανέρι δαφνόφυλλα και τα σκορπούν δεξιά και αριστερά. Παλαιότερα αυτή η ενέργεια συνοδευόταν από γενικό πανηγυρισμό. Οι άντρες πυροβολούσαν, οι γέροι βροντούσαν τα στασίδια τους, τα παιδιά έριχναν βαρελότα και οι νοικοκυρές έβγαιναν στα παράθυρα κι έριχναν με ορμή στους δρόμους παλιά τσουκάλια ή στάμνες, ένα έθιμο που συνεχίζεται και σήμερα στην Κέρκυρα. Από την κατάσταση αυτή προέρχεται και η φράση «(έγινε) Ανάστα ο Κύριος».
Σ΄ αυτό το πανηγύρι έχει την θέση της και η αρχαία αντίληψη για τις δάφνες του Απόλλωνα. 
Ο λαός πίστευε παλαιότερα (στην επαρχία και σήμερα) ότι τα δαφνόφυλλα που πετά ο παπάς, αν πιαστούν στον αέρα έχουν θεραπευτικές ιδιότητες. Αντίθετα, στη Σινώπη του Πόντου έπαιρναν από κάτω τα δαφνόφυλλα και τα έκαιγαν. Πρόκειται για επίσης αρχαιοελληνική συνήθεια.
Το αρνί που σουβλίζεται (ή ψήνεται στο φούρνο στα νησιά) συνδέεται επίσης με αρχαία μαντικά έθιμα. Στα χωριά κοιτάνε και σήμερα τα σημάδια που έχει το κόκκαλο της σπάλας του λαμπριάτικου αρνιού, για να μαντέψουν το μέλλον της οικογένειας μέχρι το επόμενο Πάσχα.
του Νίκου Νικητίδη
http://www.spirospero.gr/index.php/istorika/

Κυριακή 21 Απριλίου 2013

ΤΑ ΦΥΛΑΧΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Είναι γνωστή η προσήλωση του ελληνικού λαού στα κάθε λογής φυλαχτά, που η χρήση τους έχει πολύ μεγάλη διάδοση σ’ ολόκληρη την Ελλάδα.
                Το φυλαχτό ή χαϊμαλί, όπως λέγεται, όταν δεν είναι καμωμένο πρόχειρα από πανί, είναι μια τετράγωνη, στρογγυλή ή τριγωνική ασημένια θήκη, μικρότερη ή μεγαλύτερη, όπου ο λαός κλείνει κάθε λογής φυλακτικά αντικείμενα, όπως αγιοταφίτικα λουλούδια ή τιμιόξυλο, που θεωρούσε ότι έχουν τη δύναμη να τον προστατεύσουν.
                Η θήκη αυτή στολίζεται με ανάγλυφες παραστάσεις αγίων και με μια ελαφριά και μακριά αλυσίδα κρεμιέται χιαστί από το λαιμό.
                Πολλές φορές όμως παίρνει μεγαλύτερες διαστάσεις και πλουτίζεται με χρωματιστές πέτρες, χοντρές περίτεχνες αλυσίδες και κρεμασίδια κάθε λογής.
                Πρακτικά τα φυλαχτά μπορούν να διαιρεθούν σε δύο κατηγορίες: τα προσωπικά ή ατομικά, και τα γενικά.
                Το προσωπικά φυλαχτά είναι εκείνα που προστατεύουν τον άνθρωπο από τις αρρώστιες, τη μαγεία, την γλωσσοφαγιά, δυναμώνει μέσα του τη δύναμη και τη δραστηριότητα, και τον υπερασπίζει από κινδύνους. Τα φυλαχτά αυτά φοριούνται σε απ' ευθείας επαφή με το δέρμα ή με το ειδικό μέρος του σώματος που έπρεπε να προστατέψουν.
                Τα γενικά φυλαχτά ενεργούν σε μια ευρύτερη σφαίρα επιρροής, κι' έχουν το σκοπό να προστατεύουν σπίτια, αυτοκίνητα, κλπ.

http://users.sch.gr/vaxtsavanis/filaxta.html

Σάββατο 13 Απριλίου 2013

Δωρεάν φαγητό, κατευθείαν από τη φύση...

 Στα δύσκολα χρόνια που ζούμε και στα δυσκολότερα που έρχονται καλό είναι να θυμηθούμε μερικές πρακτικές που ακολουθούσαν με σοφία οι γιαγιάδες μας τα χρόνια που τα λεφτά ήταν λιγοστά και οι καθημερινές ανέσεις, σχεδόν ανύπαρκτες .
Στην εποχή που αναφερόμαστε, είναι σίγουρο ότι δεν θα βρούμε σούπερ μάρκετ σε κάθε γειτονιά της Αθήνας, ούτε ταχυφαγεία με κάθε είδος junk food που υπόσχονται φθηνό φαγητό αμφιβόλου ποιότητας. Οι άνθρωποι ήταν ακόμα κοντά στη φύση και γνώριζαν τα μυστικά που θα τους έδιναν την ευκαιρία να βρίσκουν ένα πιάτο φαγητό, ακόμα κι αν δεν υπήρχαν λεφτά!
Ας δούμε λοιπόν μερικά προϊόντα που η φύση τα δίνει τσάμπα!
Άγρια χόρτα: Αυτά τα άγρια χόρτα που θεωρούνται εκλεκτά στον πάγκο του σύγχρονου μανάβη, κάποτε ήταν το πιο φθηνό φαγητό του τραπεζιού. Αρκεί να ήξερες να τα ξεχωρίζεις και να έβγαινες μια βόλτα με το μαχαιράκι σου στην εξοχή. Για ακούστε μερικά: ραδίκια, ζωχοί, άγρια μάραθα, ρόκες, γλιστρίδες, τσουκνίδες, αγριόπρασα, αγριοσέλινο, βολβοί, βλίτα, βρούβες, κάπαρη, μυρώνια, καυκαλήθρες, αλλά και πιο gourmet όπως άγρια σπαράγγια και αγκινάρες. Σας ανοίξαμε την όρεξη;
Άγρια μανιτάρια: Αυτό κι αν είναι εκλεκτό έδεσμα! Οι φθινοπωρινές και οι ανοιξιάτικες βροχές γεμίζουν τα βουνά με μανιτάρια και οι φανατικοί του είδους περιμένουν με το καλαθάκι στο χέρι να συλλέξουν τον πολύτιμο αυτό μεζέ. Ωστόσο, θα πρέπει να είστε πολύ προσεκτικοί διότι πολλά είδη είναι ιδιαίτερα επικίνδυνα για κατανάλωση. Ακολουθήστε έναν έμπειρο μανιταροσυλλέκτη και έχετε πάντα μαζί σας έναν φωτογραφικό οδηγό για να μπορείτε ανά πάσα στιγμή να ενημερώνεστε με ακρίβεια. Η σύνεση του συλλέκτη είναι η εγκύηση της ασφάλειας.
Φρούτα του δάσους: Πιθανώς να μην ξέρετε ότι τα βατόμουρα, τα σμέουρα, τα μύρτιλα και όλα αυτά τα μικροσκοπικά φρουτάκια που πωλούνται στα μικροσκοπικά κεσεδάκι σαν κόσμημα, υπάρχουν σε άγρια κατάσταση στο δάσος. Αν ανεβείτε σε ορεινές περιοχές, οι παραδοσιακές νοικοκυρές θα σας δείξουν όλα αυτά τα πολύτιμα καλούδια του δάσους που μετατρέπονται σε πρώτης τάξεως γλυκίσματα για όλο το χρόνο!
Ξηροί καρποί: Τα δασικά δέντρα που πολλές φορές χρησιμοποιούνται στις πόλεις και σαν καλλωπιστικά παράγουν καρπούς που είναι θρεπτικότατοι! Καρύδια, αμύγδαλα, κάστανα & φουντούκια δεν φυτρώνουν μέσα σε πλαστικά δοχεία, αλλά κρέμονται από τα δέντρα στην κατάλληλη εποχή. Σπεύσατε!
Ελιές: Δεν υπάρχει γειτονιά σε μεγάλη πόλη της Ελλάδας που να μην έχει δεντροστοιχίες με ελαιόδεντρα. Τα δέντρα αυτά παράγουν τον πλούσιο καρπό τους, αλλά δεν ενδιαφέρεται κανείς να τον συλλέξει. Γιατί να μην μαζεύουμε τον καρπό από τα ελαιόδεντρα των πεζοδρομίων;
Φρούτα: Σε πολλές περιπτώσεις τα καρποφόρα δέντρα χρησιμοποιούνται σαν καλλωπιστικά. Η αλλαγή στη χρήση τους δεν σημαίνει ότι τα δέντρα αυτά σταματούν να παράγουν καρπό. Μην αφήνετε, λοιπόν, τα νεράτζια να σκάνε στο πεζοδρόμιο και να αναθεματίζετε για τη βρωμιά που δημιουργείται. Φτιάξτε τα γλυκό! Είναι τσάμπα!
Σαλιγκάρια: Ο παππούς μου, παλιά, μάζευε σαλιγκάρια, τα καθάριζε αφήνοντάς τα στο αλεύρι ή σε μακαρόνια για μερικές μέρες και μετά μάς τα μαγείρευε με κρεμμυδάκια και ντομάτα. Αν είστε από τους fan του εδέσματος, θα ξέρετε ότι ο μεζές αυτός είναι εκπληκτικός! Δείτε εδώ περισσότερες λεπτομέριες.
Αν δεν έχετε κάποιον να σας δείξει τα μυστικά των παλιών, μπορείτε να πάρετε αρκετές γνώσεις από τα βιβλία και το διαδίκτυο.
http://galaktokomika.blogspot.gr
 

Σάββατο 6 Απριλίου 2013

ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ



ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Ο βασιλικός (Ώκιμο το βασιλικό, Ocimum basilicum) είναι ένα αρωματικό φυτό που ανήκει στην οικογένεια των χειλανθών (Labiatae). Είναι πολύ γνωστό και διαδομένο στα ήπια και ζεστά κλίματα. Είναι στενός συγγενής άλλων γνωστών αρωματικών φυτών, όπως το δεντρολίβανο, η ρίγανη, η μαντζουράνα, η μέντα και η φασκομηλιά κατάγεται από τις τροπικές περιοχές της Ασίας και της Αφρικής, από όπου και μεταφέρθηκε στις χώρες της Μεσογείου. Χρησιμοποιείται σαν καρύκευμα, για το έντονο και χαρακτηριστικό του άρωμα από την εποχή των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων.
Είναι φυτό μονοετές, ποώδες, (υπάρχουν όμως είδη πολυετή και θαμνώδη) ύψους 30-40 cm, με στέλεχος που έχει πολλά κλαδιά και πυκνό φύλλωμα φωτεινού, πράσινου χρώματος. Πολλές φορές τα φυτά μοιάζουν με στρογγυλούς θάμνους. Τα φύλλα είναι μονά, αντίθετα, ωοειδή, με περιθώριο ακέραιο ή ελάχιστα οδοντωτό. Τα λουλούδια είναι διαταγμένα σε χαλαρούς σπονδύλους και σχηματίζουν μασχαλιαίους στάχεις, χρώματος άσπρου, κόκκινου ή ιώδους, ανάλογα με την ποικιλία: είναι αρωματικά, πλούσια σε νέκταρ και προσελκύουν τις μέλισσες.
Ο βασιλικός αν και είναι αρωματικό φυτό, χρησιμοποιείται σαν καρύκευμα σε πολλά φαγητά, στην ποτοποιία (για παράδειγμα, στο ποτό Σαρτρέζ) και στην στην κονσερβοποιία (π.χ. σε κονσέρβες τομάτας και σαλτσών). Τέλος, από το βασιλικό εξάγεται αιθέριο έλαιο που χρησιμοποιείται τόσο στην φαρμακοποιία όσο και στην αρωματοποιία (το καλύτερο παράγεται στην Ιάβα και στην Ερυθραία).
Υπενθυμίζουμε πως για τη μαγειρική, τα φύλλα μπορούν να διατηρηθούν ξερά, κλεισμένα ερμητικά σε γυάλινα βάζα, ή σε καταψύκτη, όπου διατηρούν για πολύ καιρό όλο το άρωμά τους.
ΠΟΙΚΙΛΙΕΣ
* Μεγάλος πράσινος βασιλικός: θεωρείται το πρωτότυπο του είδους, με πλούσια συμπαγή βλάστηση, ωοειδή φύλλα σε φωτεινό πράσινο χρώμα και ευχάριστο αλλά όχι πολύ έντονο άρωμα. Από την ποικιλία αυτή, παράγονται τα καλύτερα αιθέρια έλαια.
* Μεγάλος ιώδης βασιλικός: μοιάζει με την ποικιλία «Μεγάλος πράσινος βασιλικός» και έχει λουλούδια, φύλλα και στελέχη ιώδη.
* Βασιλικός με φουσκωτά φύλλα: έχει βλάστηση πιο περιορισμένη από τον «Μεγάλο πράσινο βασιλικό» και τον «Μεγάλο ιώδη βασιλικό» και πλατιά, φουσκωτά φύλλα, με άκρες διπλωμένες, σαν του ραδικιού.
* Βασιλικός ο κοινός: είναι η πιο ανθεκτική ποικιλία, όχι πολύ φουντωτός, με λουλούδια άσπρα κι άρωμα πολύ δυνατό, καλλιεργείται και σε γλάστρα.
* Βασιλικός Ναπολετάνο: με φύλλα σαν μαρουλιού έχει φύλλα φουσκωτά και διπλωμένα: είναι η καλύτερη ποικιλία για καρυκεύματα και κονσέρβες.
* Μαμούθ: Η ποικιλία αυτή είναι ημινάνα, με άφθονα και πολύ πλατιά φύλλα. Χρησιμοποιείται κυρίως για αποξήρανση.
* Ώκιμο το μικρόφυλλο (Ocimum minimum): ο βασιλικός αυτός είναι γνωστός σαν «μικρός βασιλικός» ή «νάνος» και αποτελεί ένα ξεχωριστό είδος, με μικρό ανάστημα (20 cm), φουντωτό σε σχήμα σφαίρας φύλλωμα και χαρακτηριστικό λεπτό άρωμα. Καλλιεργείται και σε γλάστρα, καθώς επίσης, χρησιμοποιείται και σαν διακοσμητικό στις μπορντούρες των κήπων, για τα όμορφα πράσινα ή κοκκινωπά φύλλα του.
ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΗΣ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑΣ
Ο βασιλικός είναι φυτό με μεγάλη βλαστητική ανάπτυξη γι’ αυτό έχει συνέχεια ανάγκη από λιπαντικά στοιχεία και υγρασία στο έδαφος, παρ' όλο που αντέχει και σε πιο αντίξοες συνθήκες, οπότε, φυσικά, το φυτό δεν αναπτύσσεται τόσο πολύ. Χρειάζεται ένα μέσης συστάσεως έδαφος, που πρέπει να είναι καλά λιπασμένο, κυρίως, σε ό,τι αφορά το κάλιο. Στα αργιλώδη εδάφη, δεν αναπτύσσεται καλά, ενώ στα πολύ ελαφρά υποφέρει από έλλειψη υγρασίας. Ο βασιλικός θέλει πολύ ήλιο, για να αποκτήσει το γνωστό, χαρακτηριστικό του άρωμα (όσο περισσότερος ήλιος, τόσο πιο έντονο είναι το άρωμα).
Στις εκτατικές καλλιέργειες, το φυτό συλλέγεται λίγο πριν την ανθοφορία ή ξεραίνεται ολόκληρο σε μέρος δροσερό και αεριζόμενο. Αν, όμως τα φυτά καλλιεργούνται για διακοσμητικούς λόγους ή για να χρησιμοποιηθούν τα φύλλα τους σαν καρύκευμα, θα πρέπει να κόβονται λίγα φύλλα κάθε φορά, τα φυτά να κορυφολογούνται ώστε ν' αναπτύσσονται νέοι πλευρικοί βλαστοί και οι ανθοταξίες να κόβονται μόλις σχηματίζονται, για να παραταθεί η ζωή του φυτού. Με τον τρόπο αυτό τα φυτά μπορούν να αντέξουν μέχρι τα πρώτα κρύα του χειμώνα.
ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ
Ο πολλαπλασιασμός του βασιλικού γίνεται με σπόρους, από τον Φεβρουάριο-Μάρτιο μέχρι την αρχή του καλοκαιριού, ανάλογα με το κλίμα της περιοχής όπου σπέρνεται. Η θερμοκρασία δεν πρέπει να είναι χαμηλότερη από τους 10-12 °C. Το σπορείο εγκαθίσταται έξω, στο έδαφος ή σε κασόνι και τα φυτά μεταφυτεύονται στην οριστική τους θέση μόλις βγάλουν 4-5 φύλλα. Τα νεαρά φυτά φυτεύονται σε γραμμές που απέχουν 30 cm και έχουν απόσταση επί των γραμμών 25-30 cm. Καλό είναι φυτά να τοποθετούνται στο χώμα με μπάλα χώματος.
Ο βασιλικός μπορεί να καλλιεργηθεί και σε θερμοκήπιο εάν υπάρχει αρκετό φως, ξεκινώντας από τον Οκτώβριο με κλιμακωτές σπορές, για να υπάρχει διαθέσιμος νωπός βασιλικός από τον Δεκέμβριο μέχρι τον Μάρτιο.
http://www.agrotikabook.gr/

ΑΠΡΙΛΙΟΣ: Τι φυτεύουμε και τι μεταφυτεύουμε

Απρίλιος
Σπέρνουμε: Καλαμπόκια, φασόλια, Τομάτες, 
μελιτζάνες, πιπεριές, καρότα, παντζαρια ρεπανάκια, 
αντίδια, σπανάκια, σέσκλα, πράσα, σέλινο, μαϊντανό, 
άνηθο, 
κόλιανδρο, καρότα
Μεταφυτεύουμε: Ντομάτες 
Πίπεριές, μελιτζάνες, αγγούρια, κολοκύθια, πράσα,
καρότα
Συγκομιδή: Λεμόνια, πορτοκάλια, νεράντζια, περγαμότα, μαρούλια, αγκινάρες, κουκιά, αρακά, χλωρά κρεμμύδια 

σκόρδα, ραδίκια, ζοχούς, σπανάκι, σέσκλα, τσουκνίδες, μάραθο, σέλινο, μαϊντανό, καρότα
http://www.agrotikabook.gr/

Τρίτη 2 Απριλίου 2013

To σκιάχτρο

Η γριά Φιλίππαινα, γυναίκα τ' Αλέξη του Φιλίππου, ντεημάνιαζε ούλη κάτου από μια παλιοδραγάτα , να προγκάει τις καρακάξες και τις κουρούνες να μην ζυγώσουνε και της πάρουνε κανένα κλωσσοπούλι. Μια κλώσα της έβγαλε καμιά δεκαεφταριά τσιροπούλια. Τα σκέπασε κάμποσες μέρες μέσα στην καπονέρα μέχρι να καρδαμώσουνε λιγάκι και μετά έδεσε την κλώσα μ' ένα σπαρτσίνο από μια πέτρα και άφησε τα τσιροπούλια να γυρνολογάνε στ' αλώνι και να σγαρλάνε.
Καπονέρα, φωτο Ηλίας Τουτούνης
Η γριά μαζί με την κλώσα είχε και το νου της στο περιβόλι μην πάνε οι καρακάξες και οι κουρούνες και της τρουπίσουνε κάτι τρανά Αργίτικα γλυκοπέπονα. Τα φύλαγε σαν τα μάτια της, για τη γιορτή της Παναγίας το Δεκαπενταύγουστο.
Ο γέρο- Φιλιππάκης όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος είχε φτιάξει ένα σκιάχτρο, ίσιος Διάβολος με κέρατα, αν τον τήραγες σ' έπιανε ανατριχίλα, που την έβρισκε την όρεξη αυτός ο άνθρωπος ούτε κι εγώ ξέρω. Κάθε χρονιά το στύλωνε απάνου στο στυγερό τ' αλωνιού να φαίνεται κι από μακριά. Καμιά φορά σκότωνε και καμιά καρακάξα με τον γκρα του και την κρέμαγε κι εκείνη με σκοπό να μην ζυγώνουνε οι καρακάξες.
 Κάνα δυο τρία διαβολόπαιδα, εκεί που παίζανε μια μέρα, βρήκανε μια δεντρογαλιά να σούρνεται αργά στον δρόμο. Τη σκοτώσανε και τη δέσανε από το κεφάλι μ' ένα βουρλίδι και την σούρνανε απάνου κάτου στις δραγάτες για να φοβίσουνε τα μικρότερα παιδιά. Το απόγιομα πήγανε και στο στυγερό του Φιλιππάκη και την δέσανε απάνου στα κέρατα του σκιάχτρου.
Μόλις σούρπωσε για τα καλά, βγήκε το φεγγάρι και έλαμπε ο τόπος λες και ήταν ημέρα. Κατά τα μεσάνυχτα κάτου από το λαγκάδι στο μονοπάτι, ακουότανε τα πέταλα ενός αλόγου που ανέβαινε τον ανήφορο αργά- αργά χωρίς να βιάζεται. Ο καβαλάρης που δεν ήταν άλλος από τον Αριστείδη του Κουτσογιάννη, φοβιτσάρης άνθρωπος κοίταγε τριγύρω του σαν αλαφιασμένος και για ν' αποδιώξει τον φόβο του την νύχτα, είχε πιάσει ένα σφυριχτό τραγούδι. Σαν ξανάφανε απάνω στο σείραχο, και ζύγωσε σιμά στ' αλώνι του γερο- Φλίγκου, τ' άλογο αυτιάστηκε, κοντοστάθηκε, και τα στύλωσε.
Ο Αριστείδης τρεμάμενος από τον φόβο του, τράβηξε απότομα το καπίστρι του αλόγου του και πιάστηκε από τα κολιτσάκια του σαμαριού. Μπροστά του ορθωνόταν ένας άνθρωπος, ίσαμε δυο τρία μέτρα ψηλός, σκέτος γίγαντας με δυο κέρατα σαν του τράγου να ξεπέχουνε από το κεφάλι του, καλά- καλά δεν τον έβλεπε για τι έπεφτε ο ίσκιος ενός τρανού πουρναριού, ίσα που χώριζε η φιγούρα του. Ο άνθρωπος αυτός είχε δυο μάτια που γυαλίζανε σαν του διαβόλου, τον κοιτάζανε δίχως να κουνιόνται καθόλου. Τήραξε να κάνει τον σταυρό του, αλλά από την τρεμούλα δεν έλεγαν τα χέρια του ν' ακολουθήσουν τις βουλές του.
Τ' άλογο, ορθοστάτησε στα πισινά του πόδια, και έβγαλε ένα άγριο και δυνατό χλιμίντρισμα, λες και ήθελε να διώξει το σκιάχτρο από μπροστά του. Του μαύρου Αριστείδη του κοπήκανε τα αίματα, κρατιότανε τσιμπούρι από το σαμάρι και το καπίστρι μην τύχει και πέσει από δαύτο. Κοίταγε τα μάτια του διαβόλου και είχε μείνει άφωνος λες και είχε μαρμαρώσει απάνου στ' άλογο. Σαν δεν έφτανε μόνο αυτό, κάποια στιγμή τα μάτια του διαβόλου ξεκολλήσανε από το κεφάλι του, και σαν αστραπή κατεβήκανε στα πόδια του και χαθήκανε.
Το άλογο πρόγκηξε ξανά, ορθοστάτησε και χωρίς να το καταλάβει ο δόλιος ο Αρίστος, βρέθηκε ανάσκελα χάμου στο χώμα. Τ' άλογο το έβαλε στα πόδια, ελεύθερο και χωρίς καβαλάρη πήρε το δρόμο προς το χωριό. Τι τον ήθελες τον μαύρο τον Αριστείδη, μεριά από το φάντασμα μεριά από το βρόντημα μετά από το πέσιμο, ίσα που δεν χέστηκε, ο μαύρος, του κόπηκε η ανάσα, δεν περάσανε δυο δευτερόλεπτα και ο κόσμος γύρω του χάθηκε, ο Αριστείδης λιποθύμησε από τον φόβο του.
Πέρασε κάμποση ώρα και η νυχτιάτικη δροσιά και κρυάδα φαίνεται ότι δώσανε ξανά ζωή στον Αριστείδη, ο οποίος άρχισε σιγά- σιγά να ξαναζωντανεύει και να προσπαθεί να σηκωθεί. Μόλις σταθεροποιήθηκε στα πόδια του, ούτε που τήραξε προς το αλώνι, γύρισε στον δρόμο που πήγαινε στο χωριό και χάθηκε μέσα στο σκοτάδι.

Στο χωριό, μόλις έφτασε τ' άλογο του Αριστείδη δίχως το αφεντικό του γινότανε αναβρασμός. Η γυναίκα του η Λεμονιά έβαλε τα σκουσμάρια, νόμισε ότι ο άνδρας της έπεσε από το άλογο και σκοτώθηκε. Οι γείτονες και οι συγγενήδες, πήρανε το δρόμο ψάχνοντας να βρούνε, που είχε ρίξει το άλογο τον Αριστείδη.
Καθώς ανηφόριζε για το χωριό ο Αριστείδης από μακριά άκουσε φασαρίες και είδε και φωτιές να κατεβαίνουν την στράτα προς το ποτάμι. Βλέποντας πάλι αυτά τα παράξενα τα έχασε ο μαύρος, αλλά τι να κάνει;
Στην παραπάνω στροφή τον συνάντησαν οι συγχωριανοί του. Η γυναίκα του η Λεμονιά, δεν πίστευε στα μάτια της όταν είδε τον άντρα της ζωντανό. Μόλις φτάσανε στο χωριό άρχισε, ο Αριστείδης να τους μολογάει το πάθημά του, για τον Διάβολο που είδε στ' αλώνι του Φιλίππου.
Την άλλη μέρα στο χωριό δεν ακουγότανε άλλη κουβέντα, μόνο για το πάθημα του Αριστείδη.
Τι είχε γίνει; 
Τι είδε ο Αριστείδης και τρόμαξε τόσο πολύ;
Εκεί που ήτανε το σκιάχτρο, τα παιδιά για να γελάσουνε πήγανε και δέσανε το φίδι στα κέρατα του σκιάχτρου. Το βράδυ ο γάτος του Φιλίππου σκαρφάλωσε απάνου στο σκιάχτρο και έτρωγε το φίδι. Την ώρα που πέρναγε ο Αριστείδης, είχε φεγγαράδα και το σκιάχτρο δεν καλοφαινότανε από τον ίσκιο της καρυδιάς που έπεφτε επάνω του. Ο γάτος μόλις είδε το άλογο αντίκρυ στο φεγγάρι, σταμάτησε να τρώει και κοίταζε προς τον δρόμο. Τα μάτια του γάτου από την αντανάκλαση του φεγγαριού γυαλίζανε μέσα στο σκοτάδι και φαινόσαντε σαν μάτια του σκιάχτρου. Μόλις ο γάτος αντελήφθηκε τ' άλογο, κατέβηκε και έφυγε γλήγορα από το σκιάχτρο. Τ' άλογο πρόγκηξε από το γάτο και έριξε κάτω τον Αριστείδη. Αυτό έγινε και βασανίστηκε ο δόλιος.
Έλα μου ντε που την άλλη μέρα ο Αριστείδης πήρε τον παπά και τράβηξε για το αλώνι να κάνει ξόρκια και να λιβανίσει τον τόπο, για να φύγουνε τα ξωτικά όπως έλεγε.
Είδανε και πάθανε μέχρι να πείσουν τον Αριστείδη για το τι είχε γίνει. Που όμως να το νοιώσει αυτός. Από εκείνη την ημέρα δεν ξαναβγήκε νύχτα στα χωράφια.
 Συντάχθηκε απο τον Κώστας Παπαντωνόπουλος   
Λεξιλόγιο:
Βουρλίδι, το = σπάγκος φτιαγμένος από το φυτό βούρλος ή βούρλα. (βοτανική) ποώδες αειθαλές υδρόφιλο φυτό του γένους Juncus, με κυλινδρικό βλαστό και φύλλα μακρόστενα και συνήθως κυλινδρικά επίσης, τα άνθη του είναι μικρά, και από τα φύλλα του φτιάχνονται καλάθια.
Δραγάτα, η = η καλύβα από χόρτα.
Καπίστρι, το = εξάρτημα της ιπποσκευής από ιμάντες που φοριέται στο κεφάλι του αλόγου για να ελέγχει ο αναβάτης την πορεία του, χαλινός, χαλινάρι.
Κολιτσάκι, το = σιδερένιο αντικείμενο σε σχήμα ωμέγα που ήταν καρφωμένο εμπρός και πίσω στο επάνω μέρος του σαμαριού των ζώων.
Καπονέρα, η = εργαλείο που μοιάζει σαν κλουβί.
Ντεημανιάζω, = ο ημερήσιος φύλακας.
Σγαρλάνε, = σκαλίζουνε με τα πόδια.
Σείραχο, το = η κορφή της ράχης.
Σκουσμάρια, τα = οι φωνές.
Σπαρτσίνο, το = μικρό σχοινάκι κατασκευασμένο από τον θάμνο σπαρτιά, ή σπάρτο.
Τσιμπούρι, το = Το τσιμπούρι είναι κοινή ονομασία του παρασιτικού αρθρόποδου, που επιστημονικά ονομάζεται κρότων. Τρέφεται με αίμα που απορροφά από το δέρμα των θηλαστικών, στα οποία παρασιτεί. Βγαίνει δύσκολα όταν προσκολλάται στο δέρμα. (μεταφ. ...κρατιέται σαν τσιμπούρι).
 http://www.antroni.gr/

Απρίλιος, ο μήνας της άνοιξης


Από το λατινικό aperio =ανοίγω, γιατί τότε ανοίγουν-ανθίζουν τα λουλούδια. Είναι ο 4ος μήνας του Γρηγοριανού (νέου) και του Ιουλιανού (παλαιού) ημερολόγιου και ο 2ος του ρωμαϊκού, κοινώς Απρίλης. Ήταν αφιερωμένος στην Αφροδίτη. Θεωρείται ο μήνας της άνοιξης. Τότε οι βοσκοί αφήνουν τα χειμαδιά και ανεβαίνουν στα βουνά. Οι βροχές του θεωρούνται ευεργετικές. Μερικά παρατσούκλια του είναι: Γρίλλης (=γκρινιάρης), Τιναχτοκοφινίδης (τίναζαν τα κοφίνια, δηλ. τέλειωναν οι προμήθειες), Αηγιωργίτης ή Αηγιωργάτης, Λαμπριάτης και Τριανταφυλλάς.
             

    ΕΡΓΑΣΙΕΣ:
                 Σπέρνουν ρεβίθια, φασόλια, κεχρί, καλαμπόκι, τεύτλα (από τα οποία παράγεται η ζάχαρη), πατάτες, βαμβάκι και καπνά (ανάλογα βέβαια την περιοχή).
                 Θειαφίζουν τα αμπέλια.
:                Κούρεμα προβάτων


ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ:
        «O Απρίλης με τα λουλούδια και ο Μάης με τα ρόδα».
        «Ο Μάης έχει το όνομα και ο Απρίλης τα λουλούδια».
    «Ο Απρίλης έχει την δροσιά και ο Μάης τα λουλούδια».
            «Αν κάνει ο Μάρτης δυο νερά κι ο Απρίλης άλλο ένα, χαρά σε κείνο το ζευγά που ‘χει πολλά σπαρμένα».
    «Και τ’ Απριλιού τις δεκαχτώ, πέρδικα ψόφησε στ’ αβγό».
                «Αν ρίξει Απρίλης τρεις βροχές κι ο Μάης άλλες δύο, να δεις σταφύλια σαν παιδιά και πίτες σαν αλώνια».

            «Αλί στα Μαρτοκλάδευτα και τ’ Απριλοσκαμένα» [δηλ. Το Μάρτη δεν πρέπει να γίνεται κλάδεμα και τον Απρίλη δεν πρέπει να σκάβουμε τη γη]
     «Αν βρέξει ο Απρίλης δυο νερά κι ο Μάης άλλο ένα τότε τ’ αμπελοχώραφα χαίρονται τα καημένα».
     «Αν βρέξει ο Μάρτης δυο νερά κι ο Απρίλης πέντε-δέκα, να ιδείς το κοντοκρίθαρο πώς στρίβει το μουστάκι, να ιδείς και τις αρχόντισσες πώς ψιλοκρισαρίζουν, να ιδείς και την φτωχολογιά πώς ψιλοκοσκινάει».

     «Αν κάνει ο Μάρτης τρία νερά κι ο Απρίλης άλλα δύο, να δεις του Μάρτη τα κουκιά, τ' Απρίλη τα σιταράκια, να δεις το γέρο- Κρίθαρο πώς τρέφει τη μουστάκα».
     «Απρίλης έχει τα χάδια κι ο Μάρτης τα δαυλιά».
    «Απρίλης φέρνει την δροσιά, φέρνει και τα λουλούδια».
     «Απρίλης, Μάης, κοντά ειν' το θέρος».
    «Και τ' Απριλιού ταις δεκοχτώ, πέρδικα ψόφησε στ' αυγό» [δηλ. απ' το κρύο]
         «Ο Απρίλης ο γρίλλης, ο Μάης ο πολυψωμάς». [δηλ. το μήνα Απρίλιο οι γεωργοί έχουν λίγες αγροτικές εργασίες ενώ τον Μάιο έχουν πολλές και χρειάζονται πολλά ψωμιά για τους εργάτες]
       «Σαν ρίξει ο Μάρτης μια βροχή κι Απρίλης άλλη μία, να δεις κουλούρες στρογγυλές και πίττες σαν αλώνι». 

 «Τον Απρίλη και το Μάη κατά τόπους τα νερά».         «Του Απρίλη η βροχή, κάθε σταγόνα και φλουρί».
    «Του Απρίλη η βροχή, κάθε στάλα και φλουρί».
   «Του Μάρτη ξύλα φύλαγε, μην κάψεις τα παλούκια, και τ' Απριλιού τις δεκοχτώ, μην κάψεις τα καρούλια (του αργαλειού)».
    

     «Ως τ’ Απριλιού τις δεκαοχτώ να’ χεις τα μάτια σου ανοιχτά. Περάσανε οι δεκαοχτώ, άραξε πάνω σ’ ένα αυγό» [δηλ. Οι γεωργοί ανησυχούν για τον καιρό μέχρι τις 18 Απριλίου]

 http://users.sch.gr/vaxtsavanis/aprilios.html

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.


Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.


Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια

ΤΟ ΚΑΚΟ ΜΑΤΙ

Πολλοί Έλληνες, ιδίως στην επαρχία, πιστεύουν ότι ένα άτομο μπορεί να "ματιάσει" ένα άλλο είτε από φθόνο είτε από υπερβολικό θαυμασμό. Ο "ματιασμένος" νοιώθει άσχημα σωματικά και ψυχολογικά. Για να αποφύγουν το κακό μάτι, όσοι πιστεύουν σε αυτό φοράνε ένα μπλε ματόχαντρο ή ένα μπλε βραχιόλι. Οι προληπτικοί και όσοι πιστεύουν στη βασκανία δηλώνουν ότι το μπλε χρώμα διώχνει το κακό μάτι. Παραδόξως όμως πιστεύουν ότι οι γαλανομάτες είναι αυτοί που κυρίως "ματιάζουν". Εκτός από το ματόχαντρο, ένας άλλος τρόπος για να προστατευθεί κανείς από το κακό μάτι είναι να κρεμάσει σε μια γωνία του σπιτιού του σκόρδα. Οι Έλληνες πιστεύουν ότι το σκόρδο (όπως και τα κρεμμύδια) έχει και άλλες θεραπευτικές ιδιότητες. Έτσι λοιπόν όταν κάποιος είναι άρρωστος τον συμβουλεύουν να εμπλουτίσει τη δίαιτά του με σκόρδο.

ΤΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΚΑΙΡΟΥ



Παλιά τα πανηγύρια είχαν, κυρίως εμπορικό χαρακτήρα, γι’ αυτό και τα αποκαλούσαν εμποροπανήγυρη. Βέβαια και ο θρησκευτικός χαρακτήρας κατείχε πρωτεύουσα θέση.
Έτσι λοιπόν, ανάλογα στον κάθε τόπο με το πότε γιόρταζε η εκκλησία του χωριού ή σε προκαθορισμένες ημερομηνίες, γινόταν η εμποροπανήγυρη σε επίκαιρα σημεία της περιοχής, που προσφέρονταν εδαφικά και οδικά στον ευρύτερο χώρο. Στο πανηγύρι συμμετείχε ολόκληρο το χωριό, με ιδιαίτερη χαρά. Ήταν μια ευκαιρία να ξεχάσουν τα βάσανα μιας ολόκληρης κοπιαστικής χρονιάς. Σ’ αυτό το πανηγύρι, έκαναν έντονη την παρουσία τους οι νέοι του χωριού, που γάμπριζαν.
Μέχρι το 1950 και λίγο αργότερα, για να εξοικονομήσει ο τύπος του χορευταρά και γλεντζέ τα χρήματα που του χρειαζόταν για να πάει σ΄ ορισμένα πανηγύρια, για να χαρεί τα νιάτα και τη λεβεντιά του, έπρεπε να κάμει οικονομίες ολόκληρο το χρόνο και περίμενε να έλθει η ημέρα του δείνα ή τάδε πανηγυριού και να ντυθεί τα γιορτινά του, το γυαλιστερό και τριζάτο βρακί, το πολίτικο γιλέκο (από την πόλη), το ποικιλόχρωμο πουκάμισο, το σακάκι το πανάκριβο και τέλος το «βρακάδικο» σκούφο - έμοιαζε με τον Αϊβαλιώτικο - που τώρα πια δεν υπάρχει στην αγορά - η καμιά φορά και καπέλο.

Τα ζύγιζε όλα, τόσα στους δίσκους της εκκλησίας, τόσα στο κερί, τόσα στο γεύμα της εκκλησίας, τόσα στο καφενείο και τόσα στα μουσικά όργανα (βιολί, κλαρίνο, ούτι, λαούτο και καμιά φορά σαντούρι). Μεταφορικό μέσο είχε το μουλάρι του, που κι αυτό έπρεπε να είναι περιποιημένο, σαμάρι καινούργιο, καπίστρι με πολύχρωμες χάντρες και φυλακτό, στρογγυλό από το πάχος, ευκίνητο. Εκείνο όμως που έκαμνε πιο μεγάλη εντύπωση, ήταν ο αναβάτης, ο νέος με το στριμμένο, σαν τσιγκέλι, μουστάκι, τα πλούσια καλοχτενισμένα μαλλιά και περιποιημένα, όχι όπως ο σημερινός μακρυμάλλης. Καμιά φορά οι αναβάτες ήταν «δικάβαλλοι», δηλ. διπλοί.
Οι κοπελιές του χωριού και των γειτονικών χωριών τον έβλεπαν και τον καμάρωναν και αυτός περήφανος για τον εαυτό του, σκόρπιζε σ΄ όλες, κατά προτίμηση στην αγαπημένη του, δειλές ματιές, που λίγα έδειχναν, αλλά πολλά υπόσχονταν.

Άρχιζαν το χορό με ένα σέρβικο ή χασάπικο ή γιωργάρικο, που φανέρωναν όλη την χορευτική τους δεινότητα σε ευκινησία, τσαλίμια, που με κατάπληξη τους παρακολουθούσαμε. ΄Έπειτα ο καλαματιανός που έπαιρναν μέρος και περισσότερες κοπέλες, διότι οι πρώτοι προϋπέθεταν αντοχή, ευκινησία και χορευτική ικανότητα, ενώ ο καλαματιανός προσιδίαζε περισσότερο στις γυναίκες, και κατόπιν ο συρτός ανά ζεύγη, ξαπολυτός (καρσιλαμάς), γρηγορινός (πολύ σύντομος) τσιφτετέλης και άλλοι.
Παντού πρώτοι και καλύτεροι, ευλύγιστοι, πεταχτοί, λαστιχένιοι σκόρπιζαν το γλέντι, τη χαρά, το θαυμασμό, αλλά κaι το φθόνο για κείνους που δεν ήσαν καλοί χορευτές.
Έπιναν κρασί ή σούμα με μεζέδες, όχι της προκοπής. Η μπύρα ήταν άγνωστη - μα κάτι τέτοιο ήταν ακατανόητο για χωριά. Κερνούσαν όλες τις παρέες και κείνες ανταπέδιδαν το κέρασμα. Σ΄αυτόν που χόρευε πρόσφεραν ούζο ή κρασί και στην κοπελιά λουκούμια, που όσα περισσότερα μάζευε τόση μεγαλύτερη ικανοποίηση δοκίμαζε. Αν μάλιστα τύχαινε να είναι ωραία και καλή χορεύτρια, τα κεράσματα δεν σταματούσαν καθόλου. Τα παιδιά λιγουριάζανε όταν έβλεπαν τόσα λουκούμια να μαζεύουν οι κοπέλες, που σε κάποια φίλη τους τα πετούσαν. Κι αν τύχαινε να είναι γνωστή, τα φιλοδωρούσαν μερικά.

Γινόταν όμως καβγάδες για τη σειρά προτεραιότητας στους «κάβους», που έπρεπε να εξασφαλίσει κάθε συντροφιά για τις κοπέλες της παρέας της. Επικρατούσε μια όχι καλή συνήθεια. Κάθε νέα που έμπαινε στο χωριό έπρεπε να την χορέψουν όλοι οι νέοι που την γνώριζαν και όταν ήταν και καλή χορεύτρια τότε πήγαιναν και ξένοι, φυσικό ήταν λοιπόν να παρατείνεται ο «κάβος», η διάρκεια χορού με αποτέλεσμα να στενοχωρούνται οι άλλες νέες. Και τότε συνέβαιναν οι παρεξηγήσεις.
Σωστό ήταν τότε να διακόπτονταν ο χορός και να πάρει σειρά κάποια άλλη. Η πίστα ήταν μικρή, μόλις επαρκούσε για τρία ζεύγη - σπάνια παραπάνω - τη σειρά προτεραιότητας την κανόνιζαν οι καφετζήδες, που δεν ήταν επαγγελματίες, αλλά περιστασιακοί. Μια άσπρη ποδιά, ήταν το διακριτικό τους. Κι αν τύχαινε να μην τα «παίρνουν απάνω τους» δηλ. να μη ήσαν σβέλτοι, τότε μετατρεπόταν σε δράμα. Εν τω μεταξύ οι άλλες νέες περίμεναν με αγωνία αλλά και πικρία, διότι αναβαλλόταν η σειρά τους.
Δικαιολογημένοι λοιπόν ήσαν οι καυγάδες, αν σκεφθούμε ότι ραδιόφωνα δεν υπήρχαν, κασετόφωνα το ίδιο και συνεπώς μουσική άκουαν μόνο στα πανηγύρια και σε έκτακτες περιστάσεις (αρραβώνες, γάμους και βαφτίσια). Διψούσε ο κόσμος για μουσική και χορό. Πώς να ικανοποιηθεί; Οι ευκαιρίες παρουσιάζονταν μόνο το καλοκαίρι στα πανηγύρια.

Οι μεγάλοι, αν είχαν κορίτσια της παντρειάς, περίμεναν να μπει στο χορό η κόρη τους να την καμαρώσουν, αν όχι πήγαιναν σε διάφορα συγγενικά ή φιλικά σπίτια, κερνιόνταν, έτρωγαν το βράδυ και κατόπιν, όσοι διέθεταν υποζύγια έφευγαν για τα χωριά τους.

Ρόλο έπαιζε και η εποχή, για να διαθέτουν τα απαραίτητα χρήματα αυτοί που θα επισκέπτονταν το παζάρι. Πάλι, ανάλογα τον πληθυσμό και την αξία του κάθε πανηγυριού, ήταν και η διάρκειά του, που συνήθως κυμαινόταν από 3 ως και 8 ημέρες.
Γίνονταν σ’ αυτά εμπορικές συναλλαγές μεγάλης έκτασης. Έμποροι, από τα μεγάλα αστικά κέντρα, φτάνανε εκεί με την πλούσια πραμάτεια τους. Εκτός όμως από το μεγάλο εμπόριο σε παντός είδους αγαθά, όπως σε τρόφιμα, υφάσματα, είδη υπόδησης, γεωργικά εργαλεία, σαμάρια, ψαθιά κ.ά., γινόταν και μεγάλες συναλλαγές αγοραπωλησίας ζώων. Μεγάλη ζήτηση είχαν τα μουλάρια, που γεννιόντουσαν από τη διασταύρωση του γαϊδάρου με τη φοράδα ή αλόγου με γαϊδούρα, γιατί τα ζώα αυτά είναι μεγάλης αντοχής και δεν δυσκολεύονται σε δύσβατους δρόμους. Πολύ διαδεδομένες ήταν και οι τράμπες, που έκαναν εκείνη την εποχή, με τα ζώα.
Εδώ εύρισκε ο καθένας ό,τι ήθελε και σε τιμές συμφέρουσες. Όσοι είχανε κορίτσια της παντρειάς, αγοράζανε από δω τα προικιά τους, όπως χαλκώματα, φορτσέρια, σεντόνια κι ότι άλλο ήταν απαραίτητο.
Τράμπες γίνονταν τότε, εκτός από τα ζώα, και στα υπόλοιπα προϊόντα, μιας και χρήματα δεν υπήρχαν εύκολα.

ΠΗΓΗ

Ό Ελληνικός καφές

Ο Ελληνικός καφές είναι η παρέα του Έλληνα σε κάθε στιγμή της ζωής του. Η παρέα και στα καλά και στα άσχημα. Το πρωϊνό καφεδάκι αποτελεί το καλλίτερο ξεκίνημα της ημέρας αλλά και το απογευματινό πού δημιουργεί την καλλίτερη ατμόσφαιρα για φιλική κουβεντούλα.

Πώς γίνετε όμως ο καφές; Ο Ελληνικός καφές έχει πολλές ποικιλίες κατασκευής και αυτές τις γνωρίζει πολύ καλά ο καφετζής αλλά και ο μερακλής του καφέ.

Για όσους δεν ξέρουν πώς να φτιάχνουν ένα καλό φλιτζάνι καφέ , πάμε να δούμε πώς γίνετε.

Ελληνικός καφές

Τρόπος παρασκευής καλού Ελληνικού καφέ


Μπρίκι

Κατά προτίμηση με στενό πάνω μέρος για να ανακυκλώνεται η θερμοκρασία κατά την διάρκεια του ψησίματος και στην σωστή διάσταση για την συγκεκριμένη ποσότητα καφέ που θα φτιάξουμε.


Εστία ψησίματος

Κατά προτίμηση χόβολη ή έστω γκαζάκι με χαμηλή φλόγα.

Το ηλεκτρικό μάτι δεν προτείνεται γιατί παρέχει ζέστη μόνο από κάτω από το μπρίκι και καθόλου από το πλάι. Επίσης αργεί να ζεσταθεί αλλά από την στιγμή που θα ζεσταθεί και μετά έχει μεγάλη ένταση η θερμοκρασία που αναπτύσσει


Φλιτζάνι.

Χοντρό πορσελάνινο για να διατηρεί ζεστό τον καφέ περισσότερη ώρα


Καφές: επιλέξτε τον καφέ που σας αρέσει. Είναι και θέμα προσωπικού γούστου πέρα από ποιότητα καφέ


Ο Ελληνικός καφές είναι συνήθως ανοιχτόχρωμος και χαρμάνι του βραζιλιάνικου Rio, Santos και Robusta. Πλέον κυκλοφορεί και πιο καβουρντισμένος, «σκούρος» ελληνικός, χαρμάνι από καφέδες της Κεντρικής Αμερικής, για όσους προτιμούν τον καφέ πιο πικρό και δυνατό. Στα καφεκοπτεία βρίσκεις χύμα και μεσαίου καβουρντίσματος, που είναι ελάχιστα πιο πικρός και πικάντικος, και δεν υστερεί σε καϊμάκι. Στην Ελλάδα ο καφές καβουρντίζεται σε κενό αέρος. Εξωτερικά ο κόκκος είναι πιο ψημένος και εσωτερικά είναι λίγο άψητος


Ονομασίες και αναλογίες καφέ / ζάχαρης.

Για φλιτζανάκι των 75 ml, (τυπικός μονός καφές)

Ρίξτε την σωστή ποσότητα νερού μετρώντας με το φλιτζάνι.

Σκέτος με 1 κ.γ. καφέ,

Μέτριος με 1 κ.γ. καφέ και 1 κ.γ. ζάχαρη ή

Μέτριος-κλασικός με 2 κ.γ. καφέ και 2 κ.γ. ζάχαρη και

Μέτριος γλυκός με 2 κ.γ. ζάχαρη.

Μέτριος με ολίγη (αλλιώς ναι και όχι) έχει λιγότερο από 1 κ.γ. ζάχαρη

Ολίγον μέτριος με 1,5 κ.γ. ζάχαρη.

Μέτριος-βαρύς Ο μέτριος με ακόμη περισσότερο καφέ ,

Πολλά βαρύς έχει 4 κ.γ. καφέ και 6 ζάχαρη, ενώ ο

Βαρύς-γλυκός 3 κ.γ. καφέ και 4 κ.γ. ζάχαρη.

Όταν ζητηθεί χωρίς καϊμάκι ο μέτριος, θα είναι μέτριος βραστός και όχι, θα πρέπει να έχει φουσκώσει δύο φορές και να σερβιριστεί από ψηλά ώστε, πέφτοντας στο φλιτζάνι, να κάνει και φουσκάλες.

Πολλά βαρύς και όχι. Το ίδιο, όπως αλλά με μισή δόση νερού

Σκέτος βραστός δεν έχει καϊμάκι, ενώ ο

Σκέτος (θερια­κλίδικος) θα πρέπει να έχει και καϊμάκι, και φουσκάλες – και για να γίνει σωστός πρέπει να παρασκευαστεί σε κρύο νερό. Τρεις κουταλιές καφέ, καθόλου ζάχαρη, κρύο νερό και όταν αρχίσει να φουσκώνει ανασηκώνουμε και ξανακατεβάζουμε το μπρίκι, Σερβίρουμε από ψηλά για να κάνει και φουσκάλες


Παρατήρηση: Το κουταλάκι του καφέ είναι μικρό


Ψήσιμο καφέ

Αφού βάλουμε καφέ (ή και ζάχαρη) στο μπρίκι, ανακατεύουμε μόνο στην αρχή, μέχρι να ανακατευτεί καλά ο καφές και να λιώσει η ζάχαρη. Αποφεύγουμε να ξαναανακατέψουμε γιατί χαλάει το καϊμάκι.

Αν ψήνουμε σε χόβολη / άμμο, βυθίζουμε μέχρι τη μέση το μπρίκι στην «άμμο» και περιμένουμε να φουσκώσει.
Αν φτιάχνουμε συγχρόνως σε ένα μπρίκι παραπάνω από ένα καφέ, μοιράζουμε στα φλυτζανάκια πρώτα το καϊμάκι και μετά συμπληρώνουμε με τον υπόλοιπο καφέ.

Αν θέλουμε πλούσιο καϊμάκι χρησιμοποιούμε κρύο νερό.


Tips

Διατηρείστε το καφέ ερμητικά κλεισμένο σε αλουμινένο ή γυάλινο βάζο (ή ακόμα και στην αρχική του συσκευασία αφού τυλίξετε το πάνω μέρος από το σακουλάκι και βάλετε ένα λαστιχάκι να το κρατάει κλειστό) κατά προτίμηση μέσα στο ψυγείο

Χρησιμοποιείστε στεγνό και καθαρό κουτάλι για να πάρετε καφέ μέσα από το βάζο του καφέ

Μην βάζετε γάλα στον καφέ γιατί γίνετε πιο βαρύς, πειράζει στο στομάχι και αλλοιώνει το άρωμα και την γεύση του καφέ.

Αφήστε τον καφέ λίγα λεπτά να κάτσει το κατακάθι για να μην σας πειράξει στο στομάχι.

πηγή

Ή περιγραφή τών κατοικιών καί τής ζωής στό χωριό.

Γενικά

Οικιστική μελέτη του χωριού & του συνοικισμού

Το λαϊκό σπίτι, αν το σκεφτούμε μέσα στη συνοικιστική του ομάδα, αποτελεί το ιερό καταφύγιο, αλλά και το ορμητήριο του πρώτου κοινωνικού πυρήνα, που είναι η οικογένεια. Γι' αυτό συγκεντρώνει την ύψιστη προσοχή του δημιουργού (νοικοκύρη ή οικοδόμου, για τα τρία κυριότερα στοιχεία της οργανικής του οντότητας, το στέρεο και εξυπηρετικό χτίσιμο, την καλή γειτνίαση και την πρακτική ομορφιά.


Η μελέτη λοιπόν της λαϊκής κατοικίας πρέπει να γίνεται στα πλαίσια του περιβάλλοντος και του συνόλου των άλλων σπιτιών. Υπάρχει "κοινωνία σπιτιών", όπως υπάρχει και η κοινωνία ανθρώπων. Ο μελετητής λαογράφος, πριν προχωρήσει στην περιγραφή των κατοικιών και της ζωής ενός χωριού, πρέπει να δώσει την συνολική μορφή και τα οικιστικά χαρακτηριστικά του χωριού, με την εξής σειρά:


Επταχώρι Καστορίας


1. Οπτική (πανοραματική) μορφή του χωριού.
Τα σχήματα συνήθως των συνοικισμών είναι: κυκλικά, ασύμμετρα και επιμήκη. Ο κυκλικός συνοικισμός (χωριό) συγκεντρώνεται γύρω από ένα ύψωμα (παλιόκαστρο), μια εκκλησία, μια πηγή ή μια αγορά. Οι δρόμοι του βγαίνουν έξω ακτινωτά. Ο επιμήκης (ή μακρυδρομικός) συνοικισμός σχηματίζεται παράλληλα με τους μεγάλους εθνικούς δρόμους και είναι νεώτερος, Οι σύμμετροι συνοικισμοί ήταν παλιότερα ή σε ψηλώματα (αμφιθεατρικοί) ή σε κρυμμένες κοιλάδες. Μελετάται στις περιπτώσεις αυτές, αν το χωριό είναι δίλοφο ή διπλευρικό. Επίσης, αν είναι παράλιο, μεσόγειο ή ορεινό. Και γενικά, ποιος είναι ο προσανατολισμός και η γεωγραφική του θέση.


Λέχοβο Καστοριάς


2. Κλίμα, έδαφος, υψόμετρο, νερά, καλλιέργειες ·απαραίτητο πλαισίωμα στην περιγραφή μας, που οδηγεί και σε συμπεράσματα, αν το χωριό είναι γεωργικό ή κτηνοτροφικό, παραγωγικό ή άγονο, πράσινο ή ξερό, λιθόκτιστο ή από ξενόφερτα υλικά.


Μέτσοβο Ηπείρου


3. Εσωτερική σύνθεση του χωριού η οποία περιλαμβάνει τα κεντρικά κτίρια όπως η εκκλησία, το σχολείο, τα Κοινοτικά γραφεία, η βρύση, τα καφενεία, η αγορά, το «μεϊντάνι» με τα μαγαζάκια και τα χοροστάσια. Οι γειτονιές με τους χαρακτηριστικούς δρόμους, το κοιμητήριο, οι δρόμοι εξόδου.



4. Ιστορικά του χωριού, όνομα και ετυμολογία, χρονολογία κτισίματος, περιπέτειες, σύγχρονες συνθήκες.


Το Δημοτικό Σχολείο Ριζοβουνίου Πρεβέζης


Οικιστική μελέτη του σπιτιού


1. Περιγραφή του εξωτερικού χώρου, της γειτονιάς, του εδάφους και της έκτασης του οικοπέδου (ξερότοπος, βλάστηση, απάνω γειτονιές, επικλινές έδαφος, ξάγναντο ή γούπατο).



Η πέτρινη καμάρα της Μπαμπαλίνας Τρικάλων


2. Εξωτερική μορφή του σπιτιού. Μονώροφο, διώροφο, πλατυμέτωπο, στενομέτωπο, γωνιόστεγο (δίρριχτο και με αέτωμα), με επίκλινη στέγη (μονόριχτο), επιπεδόστεγο (ταράτσα), πυραμιδόστεγο ή καμπυλόστεγο. Πολυπαράθυρο ή τυφλό. Απλό ή πολυσύνθετο (με χαγιάτια, πτερύγια κτλ.). Χρώματα που κυριαρχούν. Τυχόν επιγραφές ή σήματα και χρονολογίες.


Κατοικία Ηπείρου


3. Υλικά οικοδομίας. Τοιχοποιία, ξυλοδομικά εξαρτήματα, στέγη (κεραμίδια, πλάκες, δὠμα από πηλό, κλαδιά ή τσιμέντο). Εδώ μπορούν να ζητηθούν και τα έθιμα χτισίματος, στα θεμελιώματα (σφάξιμο κοκκόρου, αγιασμοί κτλ.) και στη σκεπή (μαντηλώματα).


4. Αρχιτεκτονικός τύπος του σπιτιού (τοπικός ή πανελλήνιος) και γενική αισθητική. Εκτίμηση των ιδιοτυπιών και εμπνεύσεων. Αισθητική της προσαρμογής στο περιβάλλον. Ψεκτά σημεία επίσης.


Διώροφη οικία Καλάνδρας Χαλκιδικής


5. Εσωτερική διαίρεση του σπιτιού (κάτοψη & τομή). Δωμάτια και χώροι (και τρόποι) οικογενειακής ζωής, για το αντρόγυνο, για τα παιδιά, για τους γέρους, για τους ξένους. Φροντίδες προσανατολισμού και υγιεινής. Πρακτικά διδάγματα, αλλά και άγνοιες. Χρώματα και διακόσμηση, θέση της εστίας και καπνοδόχος.


6. Έπιπλα & σκεύη. Εντοιχισμένα και κινητά έπιπλα της λαϊκής κατοικίας. Τόποι κατασκευής ή αγοράς. Οι ντόπιοι επιπλοποιοί. Τα αρμάρια τροφίμων, οι παλιές κασέλες, το εικονοστάσι. Μεταγενέστερες αστικές εξελίξεις. Τα σκεύη (αγγεία) του μαγειρειού, της τραπεζαρίας, του νοικοκυριού (νερό, πλύσιμο) και της φιλοξενίας (δίσκοι, σερβίτσια κτλ.). Η εσωτερική ατμόσφαιρα και εμφάνιση του σπιτιού είναι η ζωντανότερη πλευρά της ελληνικής κατοικίας, επειδή δείχνει τις οικονομικές συνθήκες της οικογένειας, την προσωπικότητα της νοικοκυράς, την πολιτιστική διάθεση για βελτίωση, και το πνεύμα της φιλοξενίας.


Παραδοσιακή αρχιτεκτονική Κρανέας Ελασσόνας


7. Αυλή & κήπος: Τα χτισίματα της αυλής, φούρνος, μαγειρειό, στάβλοι, αχερώνας, κοτέτσι ή περιστερώνας κτλ. Το πηγάδι και η στέρνα, τρόποι για την άντληση του νερού. Η κεντρική και η δευτερεύουσα πόρτα με την αρχιτεκτονική της στέγης τους. Χτυπητήρια ή κουδούνια για ειδοποίηση. Ασφαλιστικά σύνεργα. Η μάντρα ή ο φράχτης, μικροεμπόδια για τους κλέφτες. Δέντρα και καλλιέργειες. Σπιτική ανθοκομία και γλάστρες ή αρτάνες.


8. Ιδιόρρυθμες αγροτικές κατοικίες: Καλύβες πέτρινες ή δεντρόκλαδες, στάνες και στρούγγες, τσαρδάκια, λιμναίες καλαμωτές κατοικίες κ.α.



Στάνες Σαρακατσαναίων


Η μελέτη της ελληνικής κατοικίας, ιδιαίτερα στην παραδοσιακή της μορφή, είναι έργο εθνικό, όσο εθνικός ήταν πάντα και ο ρόλος του ελληνικού σπιτιού, που στέγασε με συνεχή εξέλιξη την πρώτη γέννηση, τα παιδικά χρόνια, την οικογενειακή τιμή, τον γάμο, τις χαρές και τις λύπες, τον ειρηνικό θάνατο, την φτώχεια ή τον πλούτο, αλλά και την αξιοπρέπεια και την ελευθερία του κάθε Έλληνα.





Σκόρδο σπορά φύτεμα καλλιέργεια


Τα σκόρδα είναι φυτά βολβώδη, πολυετή και ανήκουν στην οικογένεια των λειριοειδών. Καλλιεργούνται για τούς βολβούς τους, οι οποίοι βρίσκουν μεγάλη χρησιμοποίηση στη μαγειρική ή παρασκευή ειδικών δροσιστικών τροφών.
Τα φύλλα διαφέρουν απ' εκείνα των κρεμμυδιών, γιατί είναι πιό σπαθωτά και πιό στενά και στριμμένα. Τα άνθη είναι λευκά και στη κορυφή του καυλού σχηματίζουν σφαιρικό σκιάδιο. Κάθε κεφάλι αποτελείται από 8-12 σκελίδες, εκ των οποίων οι εξωτερικές είναι μεγαλύτερες από τις εσωτερικές και πιό καυτερές. Τα σκόρδα ευδοκιμούν σε χώματα ελαφρά, όχι πολύ υγρά, προ πάντων στραγγερά και γόνιμα. Στα βαριά και σφικτά εδάφη, πού κρατούν πολλή υγρασία, σαπίζουν η δίδουν μικρά κεφάλια, στα δε πολύ ξηρά και άγονα ή απόδοσης των είναι μηδαμινή και ή γεύσης των γίνεται εξαιρετικά καυτερή.
Η καλλιέργεια γίνεται αποκλειστικώς με βολβίδια (σκελίδες) είτε, πολύ σπανίως, με σπόρους. Στα θερμά μέρη ή φυτεία αυτών, εκτελείται κατά "Οκτώβριο-Νοέμβριο, τα δε ψυχρά και ορεινά κατά Φεβρουάριο- Μάρτιο. Το ίδιο γίνεται και για τον πολλαπλασιασμό με σπόρο. Για την απόκτηση καλής φυτείας, πρέπει από κάθε κεφάλι σκόρδου, να διαλέγονται τα εξωτερικά και χονδρά βολβίδια, τα όποια και μόνο να χρησιμοποιούνται, τα δε μικρά και λεπτά να απορρίπτονται.
Αυτά φυτεύονται σε βραγιές και κατά γραμμές 20-25 πόντους, η μία της άλλης, επ’ αυτών δε, κατά διαστήματα 12 -15 πόντους και σε βάθος 2-3 πόντους, το πολύ. Σε περίπτωση συγκαλλιέργειας φυτεύονται ως μπορτούρες στα σαμάρια των βραγιών, των ποτιστικών αυλακών, είτε ανάμεσα στα μαρούλια, στα σπανάκια κλπ.
Για κάθε στρέμμα απαιτούνται πέντε πλεξούδες η 1500-1800 κεφάλια περίπου.
Η προετοιμασία του εδάφους πρέπει να γίνεται καλή, με 2-3 σκαψίματα και σπάσιμο των βώλων, ώστε το χώμα να τρίβεται εντελώς. Επίσης και ή λίπανσης πρέπει να είναι ή κατάλληλη.
Η κοπριά αποτελεί άριστο λίπασμα, σε ποσό 2-2.500 οκάδες στο στρέμμα, πρέπει όμως να είναι εντελώς χωνευμένη και να χρησιμοποιείται πολύ προ της φυτείας. Μαζί με συμπληρωματικά φωσφοροκαλιοΰχα χημ. λιπάσματα (0-12-6) δίδει πολύ καλλίτερα αποτελέσματα. Από τα σύνθετα χημ. λιπάσματα αξιοσύστατος είναι ό τύπος 4-10-10, σε ποσό 50-60 οκάδ. στο στρέμμα. Κατά προτίμηση χρησιμοποιούνται σκέτα, σε χώματα με οργανικές ουσίες η οπωσδήποτε σφικτά.
Η καλλιέργεια των σκόρδων με σπόρο, δεν είναι πρακτική, γιατί χρειάζονται δύο έτη για να δώσουν κεφάλια, δηλαδή, το πρώτο έτος θα παραχθούν μικρά βολβίδια, τα όποια θα ξαναφυτευτούν για ν' αποδώσουν το επόμενο έτος. Επίσης δε πολλαπλασιασμός αυτός, με σπόρο, δεν δίδει τις επιθυμητές ποικιλίες.
Σε όλες τις περιπτώσεις, τα σκόρδα, κατά την διάρκεια της βλαστήσεώς τους, πρέπει να βοτανίζονται και να σκαλίζονται 1-2 φορές, ιδίως στην αρχή, και να ποτίζονται εφ’ όσον μόνον υπάρχει μεγάλη ξηρασία. Όταν πλησιάζει ή ωρίμανση και αρχίσουν να κιτρινίζουν τα φύλλα, τότε δένονται στη κορυφή, είτε στρίβονται για να σταματήσει ή βλάστηση και να γίνουν τα κεφάλια χονδρότερα, ή ακόμη και για να επισπευτεί ή πρωιμότης των.
Η συγκομιδή αρχίζει κατά Μάιο-Ιούνιο αναλόγως των ποικιλιών και του τόπου. Πρέπει να γίνεται μετά την τέλεια αποξήρανση των φύλλων, αλλιώς όταν είναι πρόωρη, τα κεφάλια δεν διατηρούνται και σαπίζουν πολύ γρήγορα στην αποθήκη.
Τα σκόρδα αφού ξεριζωθούν με το χέρι η με λισγάρι, δένονται σε πλεξούδες ανά 50- 100 κεφάλια και αφήνονται μερικές ήμερες στον ήλιο για να χάσουν μέρος της υγρασίας τους. Κατόπιν αναρτώνται σε ξηρή και ευάερη αποθήκη μέχρις ότου διατεθούν. Μια καλή απόδοσης σκόρδων φθάνει 8-12 φορές μεγαλύτερη από το χρησιμοποιηθέν ποσό της φυτείας.

Ποικιλίες.
Οι κυριότερες ποικιλίες των σκόρδων, οι οποίες και συχνότερα συναντώνται στην καλλιέργεια είναι:
-Σκόρδα κοινά. Ταύτα κάνουν κεφάλια μέτρια στο μέγεθος με πολλές και σφικτές σκελίδες, συνήθως ο-λίγο κυρτές. Είναι ποικιλία ανθεκτική και μάλλον όψιμη.
-Σκόρδα ολόλευκα. Ταύτα γίνονται χονδρότερα των προηγουμένων και με σκελίδες ποιό σαρκώδεις. Οι εσωτερικές και εξωτερικές φλούδες είναι χαρακτηριστικώς κάτασπρες. Είναι ποικιλία εκλεκτή και πρώιμη
-Σκόρδα τεράστια. Τα κεφάλια αυτών αποκτούν τεράστιο όγκο (10—15 πόντους διάμετρο) με ολίγες σκελίδες, αλλά ή κάθε μία αντιστοιχεί μ' ένα ολόκληρο σκόρδο κοινό. Πρόκειται περί εξαιρετικής ποικιλίας, ελάχιστα όμως καλλιεργούμενης
-Σκόρδα στρογγυλά χονδρά. Ταύτα αποκτούν κεφάλια χονδρά και σχεδόν στρογγυλά , με σαρκώδεις σκελίδες ελάχιστα καυστικές .
-Σκόρδα σχιστά. Ταύτα χαρακτηρίζονται από τις σκελίδες όποιες είναι πολύ χαλαρές μεταξύ των η μάλλον όλως διόλου χωριστές. Είναι γλυκύτερα από τα άλλα σκόρδα και αποτελούν άλλο είδος

Ασθένειες. Οι συνηθέστερες αρρώστιες των σκόρδων είναι:
Η σκωρίαση
Παρουσιάζεται στα φύλλα σαν πολυάριθμα και πυκνά στίγματα σκουρόξανθα, τα όποια εμποδίζουν τη κανονική λειτουργία της βλαστήσεως. Προλαμβάνεται με 2-3 ψεκάσματα βορδιγαλείου πολτού (1 οκά θειικός χαλκός με 1 οκά ασβέστη σε 100 οκάδες νερό).




Η σήψης των βολβών
Είναι ένας μικρός μύκητας, ό όποιος ζει συνήθως ως σαπρόφυτο, αλλά κάποτε προσβάλλει τα σκόρδα και κρεμμύδια, όπου αναπτύσσεται σε παράσιτο. Παρουσιάζεται ως μαύρη μούχλα μεταξύ των λεπίων των βολβών. Ευνοείται σε πολύ υγρά εδάφη και εκεί πού γίνεται χρήσης φρέσκης κοπριάς. Για τα σκόρδα είναι επικίνδυνη αρρώστια. Θεραπευτικό μέσο δεν υπάρχει, παρά αποφυγή των αίτιων πού τη προκαλούν, είτε αλλαγή της καλλιέργειας για 3-4 χρόνια.

Από τα έντομα, οι σοβαρότεροι εχθροί είναι ό κρεμμυδοφάγος και ή μηλολόνθη, οι όποιοι προσβάλλουν τούς βολβούς. Καταπολεμούνται με άρσενικούχα δολώματα από αραβόσιτο ή πίτυρα, είτε με παγίδες.

Πηγή: Πρακτικός οδηγός του λαχανόκηπου-Παράρτημα «Γεωργικού δελτίου» μηνός Ιανουαρίου 1940
άπό