*-*

Σάββατο, 6 Απριλίου 2013

ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ



ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Ο βασιλικός (Ώκιμο το βασιλικό, Ocimum basilicum) είναι ένα αρωματικό φυτό που ανήκει στην οικογένεια των χειλανθών (Labiatae). Είναι πολύ γνωστό και διαδομένο στα ήπια και ζεστά κλίματα. Είναι στενός συγγενής άλλων γνωστών αρωματικών φυτών, όπως το δεντρολίβανο, η ρίγανη, η μαντζουράνα, η μέντα και η φασκομηλιά κατάγεται από τις τροπικές περιοχές της Ασίας και της Αφρικής, από όπου και μεταφέρθηκε στις χώρες της Μεσογείου. Χρησιμοποιείται σαν καρύκευμα, για το έντονο και χαρακτηριστικό του άρωμα από την εποχή των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων.
Είναι φυτό μονοετές, ποώδες, (υπάρχουν όμως είδη πολυετή και θαμνώδη) ύψους 30-40 cm, με στέλεχος που έχει πολλά κλαδιά και πυκνό φύλλωμα φωτεινού, πράσινου χρώματος. Πολλές φορές τα φυτά μοιάζουν με στρογγυλούς θάμνους. Τα φύλλα είναι μονά, αντίθετα, ωοειδή, με περιθώριο ακέραιο ή ελάχιστα οδοντωτό. Τα λουλούδια είναι διαταγμένα σε χαλαρούς σπονδύλους και σχηματίζουν μασχαλιαίους στάχεις, χρώματος άσπρου, κόκκινου ή ιώδους, ανάλογα με την ποικιλία: είναι αρωματικά, πλούσια σε νέκταρ και προσελκύουν τις μέλισσες.
Ο βασιλικός αν και είναι αρωματικό φυτό, χρησιμοποιείται σαν καρύκευμα σε πολλά φαγητά, στην ποτοποιία (για παράδειγμα, στο ποτό Σαρτρέζ) και στην στην κονσερβοποιία (π.χ. σε κονσέρβες τομάτας και σαλτσών). Τέλος, από το βασιλικό εξάγεται αιθέριο έλαιο που χρησιμοποιείται τόσο στην φαρμακοποιία όσο και στην αρωματοποιία (το καλύτερο παράγεται στην Ιάβα και στην Ερυθραία).
Υπενθυμίζουμε πως για τη μαγειρική, τα φύλλα μπορούν να διατηρηθούν ξερά, κλεισμένα ερμητικά σε γυάλινα βάζα, ή σε καταψύκτη, όπου διατηρούν για πολύ καιρό όλο το άρωμά τους.
ΠΟΙΚΙΛΙΕΣ
* Μεγάλος πράσινος βασιλικός: θεωρείται το πρωτότυπο του είδους, με πλούσια συμπαγή βλάστηση, ωοειδή φύλλα σε φωτεινό πράσινο χρώμα και ευχάριστο αλλά όχι πολύ έντονο άρωμα. Από την ποικιλία αυτή, παράγονται τα καλύτερα αιθέρια έλαια.
* Μεγάλος ιώδης βασιλικός: μοιάζει με την ποικιλία «Μεγάλος πράσινος βασιλικός» και έχει λουλούδια, φύλλα και στελέχη ιώδη.
* Βασιλικός με φουσκωτά φύλλα: έχει βλάστηση πιο περιορισμένη από τον «Μεγάλο πράσινο βασιλικό» και τον «Μεγάλο ιώδη βασιλικό» και πλατιά, φουσκωτά φύλλα, με άκρες διπλωμένες, σαν του ραδικιού.
* Βασιλικός ο κοινός: είναι η πιο ανθεκτική ποικιλία, όχι πολύ φουντωτός, με λουλούδια άσπρα κι άρωμα πολύ δυνατό, καλλιεργείται και σε γλάστρα.
* Βασιλικός Ναπολετάνο: με φύλλα σαν μαρουλιού έχει φύλλα φουσκωτά και διπλωμένα: είναι η καλύτερη ποικιλία για καρυκεύματα και κονσέρβες.
* Μαμούθ: Η ποικιλία αυτή είναι ημινάνα, με άφθονα και πολύ πλατιά φύλλα. Χρησιμοποιείται κυρίως για αποξήρανση.
* Ώκιμο το μικρόφυλλο (Ocimum minimum): ο βασιλικός αυτός είναι γνωστός σαν «μικρός βασιλικός» ή «νάνος» και αποτελεί ένα ξεχωριστό είδος, με μικρό ανάστημα (20 cm), φουντωτό σε σχήμα σφαίρας φύλλωμα και χαρακτηριστικό λεπτό άρωμα. Καλλιεργείται και σε γλάστρα, καθώς επίσης, χρησιμοποιείται και σαν διακοσμητικό στις μπορντούρες των κήπων, για τα όμορφα πράσινα ή κοκκινωπά φύλλα του.
ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΗΣ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑΣ
Ο βασιλικός είναι φυτό με μεγάλη βλαστητική ανάπτυξη γι’ αυτό έχει συνέχεια ανάγκη από λιπαντικά στοιχεία και υγρασία στο έδαφος, παρ' όλο που αντέχει και σε πιο αντίξοες συνθήκες, οπότε, φυσικά, το φυτό δεν αναπτύσσεται τόσο πολύ. Χρειάζεται ένα μέσης συστάσεως έδαφος, που πρέπει να είναι καλά λιπασμένο, κυρίως, σε ό,τι αφορά το κάλιο. Στα αργιλώδη εδάφη, δεν αναπτύσσεται καλά, ενώ στα πολύ ελαφρά υποφέρει από έλλειψη υγρασίας. Ο βασιλικός θέλει πολύ ήλιο, για να αποκτήσει το γνωστό, χαρακτηριστικό του άρωμα (όσο περισσότερος ήλιος, τόσο πιο έντονο είναι το άρωμα).
Στις εκτατικές καλλιέργειες, το φυτό συλλέγεται λίγο πριν την ανθοφορία ή ξεραίνεται ολόκληρο σε μέρος δροσερό και αεριζόμενο. Αν, όμως τα φυτά καλλιεργούνται για διακοσμητικούς λόγους ή για να χρησιμοποιηθούν τα φύλλα τους σαν καρύκευμα, θα πρέπει να κόβονται λίγα φύλλα κάθε φορά, τα φυτά να κορυφολογούνται ώστε ν' αναπτύσσονται νέοι πλευρικοί βλαστοί και οι ανθοταξίες να κόβονται μόλις σχηματίζονται, για να παραταθεί η ζωή του φυτού. Με τον τρόπο αυτό τα φυτά μπορούν να αντέξουν μέχρι τα πρώτα κρύα του χειμώνα.
ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ
Ο πολλαπλασιασμός του βασιλικού γίνεται με σπόρους, από τον Φεβρουάριο-Μάρτιο μέχρι την αρχή του καλοκαιριού, ανάλογα με το κλίμα της περιοχής όπου σπέρνεται. Η θερμοκρασία δεν πρέπει να είναι χαμηλότερη από τους 10-12 °C. Το σπορείο εγκαθίσταται έξω, στο έδαφος ή σε κασόνι και τα φυτά μεταφυτεύονται στην οριστική τους θέση μόλις βγάλουν 4-5 φύλλα. Τα νεαρά φυτά φυτεύονται σε γραμμές που απέχουν 30 cm και έχουν απόσταση επί των γραμμών 25-30 cm. Καλό είναι φυτά να τοποθετούνται στο χώμα με μπάλα χώματος.
Ο βασιλικός μπορεί να καλλιεργηθεί και σε θερμοκήπιο εάν υπάρχει αρκετό φως, ξεκινώντας από τον Οκτώβριο με κλιμακωτές σπορές, για να υπάρχει διαθέσιμος νωπός βασιλικός από τον Δεκέμβριο μέχρι τον Μάρτιο.
http://www.agrotikabook.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.

Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.
κεραμικός μαστραπάς
Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια