*-*

Σάββατο, 26 Φεβρουαρίου 2011

ΑΠΟΚΡΙΕΣ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ

Κύρια στοιχεία της αποκριάτικης περιόδου είναι το κέφι, οι αστεϊσμοί και βέβαια οι μεταμφιέσεις. Όλα αυτά δίνουν έναν εντελώς ιδιαίτερο τόνο και κάνουν αυτές τις μέρες της χαράς και της διασκέδασης ιδιαίτερα διασκεδαστικές τόσο για τα παιδιά όσο και για τους μεγάλους, που βρίσκουν την ευκαιρία να ξαναγίνουν παιδιά!

Ας δούμε μαζί κάποια περίεργα έθιμα, που αξίζουν να γνωρίσουν τα παιδιά μας.
Αναζητώντας την ιστορία του καρναβαλιού σίγουρα θα χαθούμε σε δεκάδες ανιμιστικές εκδηλώσεις, που με τη μια ή με την άλλη μορφή ήταν και εξακολουθούν να είναι παρούσες στις παραδόσεις όλων των λαών.
Από τη βόρεια Ευρώπη μέχρι τη νότια Αμερική και από την Αφρική μέχρι την Ιαπωνία, παρόμοιες γιορτές μετρούσαν τις αλλαγές των εποχών μέσα από την ανάμειξη δοξασιών και πραγματικότητας, γήινων γιορτών και θρησκευτικής τελετουργίας. Όσο για τη μεταμφίεση και τη μάσκα, εκτός του ότι είναι τόσο παλιά όσο και ο άνθρωπος, είναι ένα φαινόμενο τόσο κοινό σε όλους τους πολιτισμούς και όλες τις θρησκείες, που αποτελεί συχνά μια από τις σημαντικότερες πηγές στην προσπάθεια της μελέτης τους.
Στην κυριολεξία Αποκριά σημαίνει το σταμάτημα της κρεοφαγίας, όπως και το λατινικό καρναβάλι σημαίνει το ίδιο ακριβώς, carnen levare.

Οι απόκριες έχουν προχριστιανική προέλευση και αντιστοιχούν στις διονυσιακές γιορτές των αρχαίων Ελλήνων και στα Σατουρνάλια των Ρωμαίων, που γίνονταν προς τιμή του θεού Κρόνου (ως προστάτη της σποράς), διαρκούσαν μια εβδομάδα και άρχιζαν στις 17 Δεκεμβρίου. Ο πατέρας της ελληνικής λαογραφίας, Νικόλαος Πολίτης, γράφει, ότι τα αποκριάτικα έθιμα έχουν τις ρίζες τους στα Λουπερκάλια των αρχαίων Ρωμαίων, που άρχιζαν στις 15 Φεβρουαρίου και γιόρταζαν τη γονιμότητα της γης και των ζώων.
Οι αποκριές καθιερώθηκαν από την Εκκλησία προς τα τέλη του 6ου αιώνα, σήμερα όμως, έχουν χάσει την αρχική σημασία τους και πλέον είναι ταυτόσημες για τους περισσότερους ως περίοδος μεταμφιέσεων, γλεντιού και ελευθεριότητας πριν τη Σαρακοστή.
Στις μεγάλες πόλεις ο αποκριάτικος εορτασμός είναι λίγο πολύ τυποποιημένος, όμως, ευτυχώς, υπάρχουν ακόμη πολλά μέρη στην Ελλάδα, που ο εθιμικός πανηγυρισμός διατηρεί ακόμα μορφές, που δείχνουν τις βαθύτερες ρίζες αυτών των χαρούμενων εκδηλώσεων.
Παλαιότερα η αρχή του Τριωδίου αναγγελλόταν με πυροβολισμούς ή με ταμπούρλα και τσαμπούνες, ενώ σε πολλά μέρη ο κήρυκας φώναζε πως πλησιάζουν οι Απόκριες, για να φροντίσει ο κόσμος να προμηθευτεί το απαραίτητο κρέας. Γι’ αυτό και η πρώτη εβδομάδα των αποκριών ονομάζεται και “Προφωνή”, από τη συνήθεια να διαλαλούν την έλευσή της. Η δεύτερη εβδομάδα ονομάζεται “Κρεατινή”, επειδή προσφερόταν για κρέας και η Τρίτη “Τυρινή” ή “Μακαρονού”, γιατί κατά τη διάρκειά της οι πιστοί πρόσφεραν κόλυβα και ζυμαρικά στους νεκρούς, τις λεγόμενες μακαρίες, απ΄ όπου έλαβαν το όνομα και τα “μακαρόνια”.
Το Τριώδιο γινόταν ιδιαίτερα αισθητό από την Τσικνοπέμπτη, όπου σε πολλά μέρη έσφαζαν χοιρινά. Η σφαγή στη νότια Ελλάδα και πολλά νησιά συνοδευόταν και από τελετουργικά, δεισιδαιμονικά και μαντικά στοιχεία, που πρόσθεταν στην ημέρα κάποιο θυσιαστικό χαρακτήρα με σταυρούς στις πόρτες των σπιτιών με το αίμα του ζώου, κ.ά.
Τη Δευτέρα της Τυρινής βρίσκουμε το θρακικό δρώμενο του “Καλόγερου” (καλός γέρος), ο οποίος στην αρχέγονη λατρευτική του μορφή αντιπροσωπεύει την αγαθή θεότητα της σποράς και της πλούσιας συγκομιδής. Στο τελετουργικό, που περιλαμβάνει εικονικό όργωμα και μιμητική σπορά από τον Καλόγερο που συνοδεύεται από νταούλια και λύρες, βλέπουμε ότι υπάρχουν πολλοί συμβολισμοί.
Οι αγρότες μέσα στο χαρούμενο κλίμα της Αποκριάς διαισθάνονται τις αλλαγές της Φύσης και με διάφορες πράξεις προσπαθούν να την εξευμενίσουν, για να εξασφαλίσουν καρποφορία στα χωράφια, πλούσια παραγωγή και καλή υγεία.
Την ίδια προσπάθεια για καλή υγεία και καλή συγκομιδή εκφράζει και το έθιμο με τις αποκριάτικες φωτιές, που ανάβονταν σε πλατείες και σταυροδρόμια το βράδυ της τελευταίας Κυριακής. Το έθιμο στηρίζεται στην αρχέγονη πίστη, ότι η φωτιά κρύβει μέσα της δύναμη, η οποία μεταδίδεται σε όποιον έρθει σ’ επαφή μαζί της μέσα από συγκεκριμένο τελετουργικό. Ιδιαίτερα εντυπωσιακοί είναι οι “Φανοί” της Κοζάνης, που στήνονταν στις γειτονιές ως είδος βωμού. Η προσπάθεια για την παρουσίαση του ομορφότερου Φανού έκανε τους γείτονες ιδιαίτερα εφευρετικούς. Φωτιές ανάβονταν σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, έχοντας διαφορετική ονομασία, “Φανός”, “Καψαλιές”, “Τζαμάλες”, κ.ά.

Η αλήθεια είναι, πως η Αποκριά δε γεννήθηκε στην πόλη. Ο αστικός καρνάβαλος με το σαρδόνιο χαμόγελο που παρελαύνει καμαρωτός, μοιάζει να σβήνει δίπλα στα βουκολικά προσωπεία των Καρνάβαλων της υπαίθρου. Εκεί, όπου από την αρχαιότητα ακόμη τελούνταν γιορτές όχι μόνο για την καλή σοδειά και την υγεία, αλλά και τελετές που θα έδιωχναν μακριά το κακό. Οι ζωόμορφες μεταμφιέσεις, τα μεγάλα κουδούνια και οι εκκωφαντικοί θόρυβοι ξόρκιζαν το κακό και έφερναν τύχη.
Με τα χρόνια, ο αποκριάτικος εορτασμός της υπαίθρου διανθίστηκε με νέα στοιχεία. Έτσι, σε πολλές περιοχές σήμερα βρίσκουμε αναπαραστάσεις γαμήλιων τελετών ή τελετές που θυμίζουν γεγονότα, που σημάδεψαν την ιστορία του τόπου, κυρίως από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας
Στη Δημητσάνα της Αρκαδίας, γνωστή για το μπαρούτι της, οι κάτοικοι την τελευταία Κυριακή φορτώνουν ένα γάιδαρο με βαρέλια μπαρούτι και τον Καρνάβαλο. Στη Ζάκυνθο έχουμε την “κηδεία της μάσκας” με ...πτώμα τον Καρνάβαλο και “συγγενείς” που τον πενθούν. Στην Κεφαλλονιά την τιμητική τους έχουν τα Γαϊτανάκια και οι Καντρίλιες.
Στα Ιωάννινα την τελευταία Κυριακή, οι γειτονιές της πόλης δίνουν το σύνθημα του εξαγνισμού, ανάβοντας φωτιές, τις περίφημες “Τζαμάλες”. Γράφοντας για τα Ιωάννινα θα ήθελα να αναφέρω, ότι σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση οι ντόπιοι έχουν το δικαίωμα του εορτασμού της αποκριάς και ιδιαίτερα της μάσκας με κατοχυρωμένο και έγγραφο προνόμιο, που πέτυχαν κατά την παράδοση της πόλης στους Τούρκους το 15ο αιώνα επί Σινά Πασά. Μέχρι τότε μόνο οι ευγενείς και οι ιππότες είχαν δικαίωμα να φορούν μάσκα.Ας δούμε, όμως, αναλυτικότερα κάποια έθιμα που εξακολουθούν να ισχύουν, ακόμη και σήμερα.
Τα “αλευρομουντζουρώματα” του Γαλαξιδίου
Η Καθαρά Δευτέρα στο Γαλαξίδι μόνο “καθαρή” δεν είναι, αφού από το μεσημέρι και μετά γιορτάζεται με αλληλομουντζουρώματα και αλευρώματα, με κυνηγητά και πειράγματα από ομάδες μεταμφιεσμένων με κάρβουνο, που παλιότερα φορούσαν προβιές και κουδούνια. Στην κεντρική πλατεία διεξάγεται ένας απίστευτος πόλεμος με τόνους από αλεύρι και φούμο, που εκσφενδονίζουν εκατοντάδες άτομα μεταξύ τους μέχρι το σούρουπο.
Το “αλευρομουντζούρωμα” είναι ένα από τα πιο συναρπαστικά έθιμα της Αποκριάς, που κρατά από τις αρχές του 1800. Σύμφωνα με την παράδοση, παρά την Τουρκοκρατία, οι κάτοικοι της περιοχής τις αποκριές δεν το έβαζαν κάτω και φορούσαν μάσκες στο πρόσωπο ή βάφονταν μαύροι με φούμο. Με την πάροδο των χρόνων οι γαλαξιδιώτες ναυτικοί έφεραν το έθιμο να ρίχνει ο ένας στον άλλο αλεύρι, προφανώς από παρόμοιες λαϊκές γιορτές της Σικελίας.
Ο “βλάχικος γάμος” της Θήβας
Συμβολισμοί για καλή χρονιά και καλή σοδειά υποδηλώνονται και στο γνωστό βλάχικο γάμο της Καθαράς Δευτέρας, ο οποίος ξεκινά την Τσικνοπέμπτη με τα “Προζύμια”, συνεχίζεται την Κυριακή το απόγευμα με το χορό των συμπεθέρων και το προξενιό στην κεντρική πλατεία της πόλης. Την επόμενη γίνονται τα αρραβωνιάσματα του ζευγαριού, η παράδοση των προικιών, το ξύρισμα γαμπρού και το στόλισμα της νύφης. Όλα γίνονται σύμφωνα με τις παραδόσεις και με πολύ γλέντι.
“Του Κουτρούλη ο γάμος” στη Μεθώνη
Γαμήλιες παραστάσεις την Καθαρά Δευτέρα έχουμε σε πολλές πόλεις της Ελλάδας, με κυρίαρχο το σατυρικό και εύθυμο στοιχείο. Στη Μεθώνη γίνεται “του Κουτρούλη ο γάμος”, ο οποίος, όπως λέγεται, διασώζει ανάμνηση παλιού, πραγματικού γάμου, που έγινε στην πόλη πριν από αιώνες. Γαμπρός ήταν ο ιππότης Ιωάννης Κουτρούλης, ο οποίος ύστερα από πολλών χρόνων αναμονή και υπομονή παντρεύτηκε τη γυναίκα, που αγαπούσε. Ο γάμος μεταβλήθηκε σε χαρούμενο πανηγύρι και πραγματικά έμεινε παροιμιώδης.
Η “Τράντα” και “οι καλές” της Σκοπέλου
Την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς άντρες ντυμένοι με πρόχειρα ρούχα κρατούν στα χέρια τους ένα πλοιάριο κατασκευασμένο από καλάμια και ξύλα, την “Τράντα”. Οι τρανταραίοι (το πλήρωμα) όλοι με ένα σταυρό από λουλάκι στο μέτωπο και στα μάγουλα γυρνούν όλη την πόλη χορεύοντας και τραγουδώντας άσεμνα τραγούδια και μερικές φορές ρίχνουν και δίχτυα, στα οποία πιάνονται οι περαστικοί.
Την ίδια ημέρα τελείται και το έτερο δημοφιλές έθιμο. Άντρες και γυναίκες με καλά ρούχα (εξ ου και “οι καλές”) σταματούν στις πλατείες, τραγουδούν και χορεύουν με τη συνοδεία ντόπιων μουσικών. Σε ρυθμό συρτό παντού ακούγεται “το τραγούδι της Βλάχας”. “Άντε να πάμε βλάχα στον πέρα καφενέ να σε τρατάρω βλάχα σουμάδα κι αργιλέ / Δε θέλω τη σουμάδα ούτε τον αργιλέ μον’ θέλω ένα λουκούμι κι ένα γλυκό καφέ...”


Οι “Μπούλες” και οι “Γενίτσαροι” της Νάουσας
Αυτό που ξεχωρίζει αυτό το έθιμο από τα άλλα είναι το αυστηρό τελετουργικό του. Σε αντίθεση με την αταξία, την απρέπεια, τα σατυρικά τραγούδια και την αυτοσχέδια μεταμφίεση που επικρατεί παντού τις Απόκριες, τις “Μπούλες” τις χαρακτηρίζει η σοβαρότητα και η τυποποιημένη εθιμική ευπρέπεια σε συνδυασμό με την απαράμιλλη αισθητική των χορευτών.
Οι “Μπούλες” είναι άντρες ντυμένοι γυναικεία, ενώ οι “Γενίτσαροι” είναι ντυμένοι με φουστανέλες και φορούν μια ιδιόμορφη μάσκα. Γυρίζουν παρέες, παρέες τους δρόμους και τις πλατείες, χορεύοντας προκαθορισμένα τραγούδια με ειδικό τρόπο, που θυμίζει πολεμικό χορό. Οι περισσότεροι χοροί είναι κατεξοχήν αντρικοί, εκτός από τη Μακρυνίτσα που χορεύεται από τη Μπούλα.
Όσο οι Γενίτσαροι φορούν τις μάσκες, δεν επιτρέπεται να χορέψει μαζί τους κανείς από τους θεατές. Όταν τις βγάλουν, τότε ξεκινάει ένα μεγάλο πανηγύρι που κρατάει μέχρι τις πρωινές ώρες.
Πολλοί ισχυρίζονται, ότι το έθιμο έχει τις ρίζες του σε πρωτόγονες παγανιστικές τελετές με σκοπό την ευγονία. Το σίγουρο είναι, ότι με το πέρασμα του χρόνου το έθιμο ενσωμάτωσε την τοπική ιστορία και συνδέθηκε με την Τουρκοκρατία. Όπως λέγεται, οι Αρματολοί και οι Κλέφτες με την ευκαιρία της Αποκριάς κατέβαιναν στην πόλη ντυμένοι γυναίκες και χορεύοντας έρχονταν σε συνεννόηση με τους δικούς τους για τον αγώνα της ελευθερίας. Το νταούλι και ο ζουρνάς είναι οι πρωταγωνιστές των γλεντιών που γίνονται τις δυο τελευταίες Κυριακές της Αποκριάς με μεζέδες και τσίπουρα, ενώ το ντύσιμο είναι από τα σημαντικότερα μέρη της τελετουργίας και κρατάει πάνω από δυο ώρες!
Ο Γενίτσαρος πρώτα φοράει το μπινιβρέκι (μακρύ άσπρο σώβρακο) και από πάνω μακριές κάλτσες, που στερεώνονται με τις βουδέτες (τύπος καλτσοδέτας με μαύρες φούντες).
Μετά φοράει το πουκάμισο με τα φαρδιά κεντητά μανίκια, ακολουθεί η κατάλευκη φουστανέλα με τις 300 έως 400 πιέτες και μετά μπαίνει το πισλί, ένα μαύρο γιλέκο με ανοιχτά μανίκια. Πάνω από αυτό μπαίνει ένα άλλο αμάνικο γιλέκο, που έχει στο στήθος ραμμένα νομίσματα και χαϊμαλιά και στην πλάτη βαρύτιμα κοσμήματα, όπως τοκάδες, γιορντάνια και κιουστέκια. Το σελάχι φοριέται και αυτό στη μέση πάνω από ένα ριγέ μαντίλι, ενώ στο τέλος φοριέται το μαφέσι, ένα ακόμη μεταξωτό μαντίλι που πάνω του θα κρεμαστούν τα θαυμάσια λεπτοδουλεμένα αραχνοειδή κοσμήματα, οι παϊαντζήδες.
Εντυπωσιακή είναι και η στιγμή που δένεται το πρόσωπο. “Πρόσωπο” είναι η μάσκα που φοράει ο Γενίτσαρος, κέρινη από μέσα για να μένει δροσερό το πρόσωπο και γύψινη απ’ έξω. Η μάσκα, που έχει για μάτια και στόμα μικρές σχισμές, στερεώνεται πάνω στο ταράμπουλο, ένα μακρύ μεταξωτό ύφασμα.
Η μάσκα της Μπούλας, που ακολουθεί κάθε μπουλούκι Γενιτσάρων χορεύοντας σοβαρή και περήφανη, είναι βαμμένη με κατακόκκινα μάγουλα και χείλη. Στο κεφάλι φοράει εντυπωσιακά ψεύτικα λουλούδια με κορδέλες και τούλινο πέπλο. Το φόρεμά της είναι πολύχρωμο με φουρό και φοράει και λιμπαντί (βελούδινο κεντητό γιλέκο με μανίκια). Στο στήθος κρέμονται μεταξωτές τραχηλιές, ενώ η ζώνη στολίζεται με σκαλιστές πόρπες, τα κολάνια.
Την Καθαρά Δευτέρα οι Γενίτσαροι βγάζουν τη μάσκα και ξεχύνονται και πάλι στους δρόμους αποκαλυμμένοι.


Τα “Ραγκουτσάρια” της Καστοριάς και της Κοζάνης
Τα “Ραγκουτσάρια” είναι μια γνήσια ελληνική εορταστική εκδήλωση καρναβαλιού, από τις τελευταίες του δωδεκαημέρου. Το σημερινό δωδεκαήμερο συμπίπτει χρονικά με τις αρχαίες ελληνικές πανηγύρεις, που τελούνταν στα πλαίσια της διονυσιακής λατρείας. Ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά αυτής της λατρείας ήταν οι μεταμφιέσεις, οι οποίες μεταφέρθηκαν και στη γιορτή του σημερινού καρναβαλιού παρά τις αντιδράσεις της Εκκλησίας. Σήμερα, κατά τη διάρκεια του εορτασμού συνηθίζεται ομάδες μεταμφιεσμένων με τα όργανά τους (εκτός από το να σατιρίζουν και να περιπαίζουν με κωμικό τρόπο τους πάντες) να ζητούν διάφορα δώρα από τα σπίτια που επισκέπτονται σε ανταπόδοση της συνεισφοράς τους στην απομάκρυνση του κακού πνεύματος από το σπίτι.
Τα “Ραγκουτσάρια” αρχίζουν από την ημέρα των Θεοφανείων και διαρκούν μέχρι την ημέρα του Ιωάννη του Προδρόμου. Η πρώτη γραπτή μαρτυρία για το έθιμο γίνεται το 1747, ως έθιμο όμως του δωδεκαημέρου των Χριστουγέννων. Εξαιτίας επεισοδίων οι Τούρκοι το απαγόρευσαν το 1860, αλλά εμφανίστηκε ξανά το 1890 ως αποκριάτικο πλέον έθιμο.
Πατρινό καρναβάλι
Κατεξοχήν αστικό καρναβάλι,
το καρναβάλι της Πάτρας δεν έμοιαζε με τα υπόλοιπα έθιμα της ελληνικής υπαίθρου. Η ιστορία του ξεκίνησε πολλά χρόνια πριν με την οικονομική άνθηση της πόλης, που τότε αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα ναυτιλιακά κέντρα της Μεσογείου.
Το πρώτο καρναβάλι έγινε το 1829 σε ιδιωτική γιορτή, που διοργάνωσε ένας πατρινός μεγαλέμπορος. Τριάντα χρόνια μετά πήρε τη μορφή δημόσιας εκδήλωσης και είχε πολλές δυτικές επιδράσεις, κυρίως από πασίγνωστο καρναβάλι της Βενετίας. Από το 1939 και μετά αποτελεί το γεγονός ολόκληρης της χρονιάς για την πόλη, που μόνο στη διάρκεια των δύσκολων ημερών της Κατοχής έχασε τη λάμψη του.
Όσο για το έθιμο του Σαββάτου της Αποκριάς, τα γνωστά “Μπουρμπούλια”, αυτά ήταν η παλαιότερη εκδήλωση του πατρινού καρναβαλιού, τα οποία ξεκίνησαν ως έθιμο μάλλον το 1872, που ολοκληρώθηκε και η κατασκευή του θεάτρου Απόλλων από τον Τσίλερ. Μπουρμπούλι σημαίνει κρέας που βράζει γρήγορα, μεζές, πρόχειρο γεύμα στο πόδι. Μεταφορικά αποδίδει το κλίμα που επικρατούσε στους αντίστοιχους χορούς της Ευρώπης, αυτό της τυχαίας, στιγμιαίας γνωριμίας. Τότε όλες οι γυναίκες της πόλης έρχονταν στο θέατρο, που μετατρεπόταν σε αίθουσα χορού, φορώντας το ντόμινο (ένα μαύρο φόρεμα που κάλυπτε ολόκληρο το σώμα τους) και έχοντας κρυμμένο το πρόσωπό τους με μια μάσκα, που άφηνε ακάλυπτα μόνο τα μάτια και το στόμα. Καλυμμένες, λοιπόν, κάτω από την ανωνυμία μπορούσαν να φλερτάρουν και να χορέψουν με τους άντρες, οι οποίοι φορούσαν τα κανονικά τους ρούχα.


Η παράδοση της Αποκριάς στη Θράκη
Ο Θρακιώτης θεός της μέθης, ο Διόνυσος των οργίων αλλά και της τέχνης του δράματος, κάπως περιθωριακός, αφού δεν ανήκε στο δωδεκάθεο, ήταν και λίγο αιρετικός, αφού “έσερνε” μαζί του έναν καθόλου καθώς πρέπει θίασο στο τσακίρ κέφι και πολλές ανιμιστικές παραδόσεις και λατρείες παλιές όσο και η παρουσία του ανθρώπου στον πλανήτη.
Η λατρεία του Διονύσου ταυτιζόταν με την ευκαρπία, τη γονιμότητα και την εξασφάλιση της υλικής ευημερίας.
Στη διάρκεια των τριών εβδομάδων της Αποκριάς οι Χριστιανοί της Θράκης διασκέδαζαν με πολλά λαϊκά δρώμενα. Στην Αδριανούπολη πραγματοποιούνταν μια εμφανώς διονυσιακή γιορτή, αυτή του “Κιοπέκ Μπέη” (άρχοντας των σκύλων), όπου έπαιζαν μόνο άντρες μεταμφιεσμένοι κωμικά.
Ο Κιοπέκ Μπέης, οι ακόλουθοί του, η “γριά” με το “μωρό” της στην αγκαλιά και ο υπηρέτης της γύριζαν στους δρόμους κάνοντας φασαρία και υποχρέωναν, όσους συλλάμβαναν, σε προσφορές. Όσοι αρνούνταν, τους κατάβρεχαν με λασπόνερα ή τους μαύριζαν το πρόσωπο με φούμο. Όσοι πρόσφεραν κάτι, τους ευλογούσε ο Μπέης με ένα ομοίωμα φαλλού που κρατούσε. Το κρασί που συγκέντρωνε η πομπή από τις προσφορές, το έπιναν όλοι μαζί μέχρι να μεθύσουν εντελώς.
Η τελετή συνήθως τελείωνε με σκαμπρόζικα αστεία και το κατρακύλημα του Μπέη από κάποια κατηφόρα μαζί με το χειράμαξο στο οποίο επέβαινε. Ο Μπέης, που θεωρείται κατάλοιπο αρχαίων τελετών για την καρποφορία της γης, γιορταζόταν και σε άλλες περιοχές της Θράκης με παραλλαγές στο τυπικό και τους πρωταγωνιστές. Σε κάποια μέρη συμμετείχαν στην πομπή και “Αράπηδες”, με πρόσωπα μαυρισμένα με φούμο, καπέλα με αλογοουρές και κουδούνια κρεμασμένα στη μέση.
Το έθιμο του “Καλόγερου” στο θρακικό χωριό Βιζύη γινόταν τη Δευτέρα της Τυρινής και εξελισσόταν σε υποτυπώδες δράμα, το οποίο υποτίθεται ότι διαδραματιζόταν μέσα σε ένα σιδεράδικο. Οι γυφτοσιδεράδες σφυρηλατούσαν το υνί για το ιερό όργωμα, ώσπου κάποια στιγμή εμφανιζόταν η “Βάβω”.
Η Βάβω ήταν μια γριά με ένα ομοίωμα μωρού, το “εφταμηνίτικο”, μέσα σε ένα καλάθι. Το εφταμηνίτικο ξαφνικά εμφανιζόταν ως ενήλικος, γινόταν ο “Αρχικαλόγερος” και ακολουθούσε ο γάμος του με τη “Νύφη”. Το δράμα συνεχιζόταν με το φόνο του “γαμπρού” από τον κουμπάρο, φίλο και δευτεραγωνιστή. Αναπαριστανόταν ο θρήνος πάνω στο νεκρό και ακολουθούσε η ανάστασή του, για να τελέσει τους “ιερούς αρότρους” (οργώματα), που θα εξασφάλιζαν πλούσια σοδειά.
Το “Μπουρανί” του Τυρνάβου
Στον Τύρναβο της Λάρισας αναβιώνουν διονυσιακά τελετουργικά, αφού πρόκειται για μια μοναδική γιορτή στην Ελλάδα, τη γιορτή του φαλλού, που συμβολίζει την αναπαραγωγή και τη γονιμότητα. Απομεινάρι των βακχικών εορτασμών είναι το “Μπουρανί”, όπου τα πράγματα είναι λίγο άγρια για τις γυναίκες, που παλιά δεν τολμούσαν να κυκλοφορήσουν στο δρόμο, αφού η βωμολοχία και οι άσεμνες χειρονομίες είχαν τον πρώτο λόγο.
Την Καθαρά Δευτέρα οι ντόπιοι τιμούν το θεό της βλάστησης και της γονιμότητας πίνοντας, τραγουδώντας, χορεύοντας, κρατώντας ψεύτικους φαλλούς και τρώγοντας το “Μπουρανί”, το μυητικό έδεσμα! Το μπουρανί είναι μια αλάδωτη χορτόσουπα από τσουκνίδες και σπανάκι, την οποία φτιάχνουν οι άντρες στο δρόμο και την καταναλώνουν με συνοδεία άσεμνων τραγουδιών και τολμηρών χειρονομιών.


Το οικογενειακό τραπέζι της Τυρινής
Ο μεγάλος εορτασμός της Αποκριάς κορυφωνόταν την τελευταία Κυριακή, την Κυριακή της Τυρινής (επειδή παραδοσιακά δεν επιτρεπόταν η κατανάλωση κρέατος αλλά μόνο τυριού, γάλακτος, ζυμαρικών και των παραγώγων τους) ή αλλιώς “Τρανή Αποκριά”, όπου όλοι, συγγενείς και φίλοι, μαζεύονταν στα σπίτια των πιο ηλικιωμένων της οικογένειας και γιόρταζαν με μεγάλη ευθυμία. Η συγκέντρωση ήταν σχεδόν υποχρεωτική, αφού έρχονταν ακόμη και παιδιά που ήταν μακριά. Αν και ο κανόνας ήταν τα φαγητά να τα φέρνει ο καθένας από το σπίτι του, σε πολλά μέρη, την παραδοσιακή μακαρονάδα την έφτιαχνε η γιαγιά. Πριν αρχίσει το φαγητό, οι συγγενείς ζητούσαν συγχώρεση ο ένας από τον άλλο, για να αρχίσουν τη Σαρακοστή με καθαρή συνείδηση. Το γλέντι γινόταν με επίκεντρο το τραπέζι, το οποίο δεν έπρεπε να ξεστρωθεί μέχρι την άλλη μέρα. Όλη τη νύχτα έτρωγαν, έπιναν και διασκέδαζαν τραγουδώντας αποκριάτικα τραγούδια με έντονο σεξουαλικό περιεχόμενο, όπως το γνωστό “πώς το τρίβουν το πιπέρι του διαβόλου οι καλογέροι...”
Στα περισσότερα μέρη το δείπνο της Αποκριάς τελείωνε μ΄ ένα αυγό και σχετικά αστεία. “Με αυγό κλείνω, με αυγό ανοίγω”, έλεγαν, εννοώντας ότι το πρώτο φαγητό μετά τη Σαρακοστή θα ήταν το αυγό της Λαμπρής. Το πιο διασκεδαστικό και ταυτόχρονα γνωστό έθιμο ήταν αυτό του “χάσκα” ή “χάσκαρη” ή “χάψαρου”, ένα παιχνίδι με ένα αυγό καθαρισμένο. Ο νοικοκύρης του σπιτιού κρεμούσε με μια κλωστή ένα αυγό από το ταβάνι και το γύριζε γύρω, γύρω. Όποιος το έπιανε με το στόμα χωρίς τη βοήθεια των χεριών ήταν ο νικητής.
Στην Ελλάδα συναντάμε πολλές παραλλαγές του εθίμου και αυτό εξηγείται από την αναζωογονητική δύναμη του αυγού ως φορέα ζωής. Αλλού το έδεναν σε ξύλο και τα παιδιά γονατιστά και με δεμένα χέρια προσπαθούσαν να το πιάσουν και αλλού κυλούσαν τα αυγά πάνω στο τραπέζι και εύχονταν να κυλήσει η Σαρακοστή εύκολα, όπως τα αυγά.
Σε πολλά χωριά της Μεσσηνίας μέσα σε ένα ανοιχτό δοχείο με γιαούρτι έριχναν ένα νόμισμα, που οι συναγωνιζόμενοι έπρεπε να πιάσουν με τα δόντια. Φυσικά, πασαλείβονταν με γιαούρτι, προκαλώντας τη γενική ευθυμία.
Ας δούμε, όμως, αναλυτικότερα κάποιους από πιο παραδοσιακούς αποκριάτικους πανηγυρισμούς στην Ελλάδα.
Πηγές: Άλκη Κυριακίδου - Νέστορος “Οι δώδεκα μήνες. Τα λαογραφικά”. Eδόσεις Μάλλιαρης - Παιδεία, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 1982 Άλκη Κυριακίδου - Νέστορος, “Η θεωρία της Ελληνικής Λαογραφίας. Κριτική ανάλυση”. Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Αθήνα 1978Γ.Α. Μέγας, “Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας”. Εκδόσεις Εστία, Αθήνα 2004, (Ελληνικαί εορταί και έθιμα της λαϊκής λατρείας, Αθήναι 1956)Δ.Σ. Λουκάτος, “Εισαγωγή στην Ελληνική Λαογραφία”, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1977

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.


Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.


Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια

ΤΟ ΚΑΚΟ ΜΑΤΙ

Πολλοί Έλληνες, ιδίως στην επαρχία, πιστεύουν ότι ένα άτομο μπορεί να "ματιάσει" ένα άλλο είτε από φθόνο είτε από υπερβολικό θαυμασμό. Ο "ματιασμένος" νοιώθει άσχημα σωματικά και ψυχολογικά. Για να αποφύγουν το κακό μάτι, όσοι πιστεύουν σε αυτό φοράνε ένα μπλε ματόχαντρο ή ένα μπλε βραχιόλι. Οι προληπτικοί και όσοι πιστεύουν στη βασκανία δηλώνουν ότι το μπλε χρώμα διώχνει το κακό μάτι. Παραδόξως όμως πιστεύουν ότι οι γαλανομάτες είναι αυτοί που κυρίως "ματιάζουν". Εκτός από το ματόχαντρο, ένας άλλος τρόπος για να προστατευθεί κανείς από το κακό μάτι είναι να κρεμάσει σε μια γωνία του σπιτιού του σκόρδα. Οι Έλληνες πιστεύουν ότι το σκόρδο (όπως και τα κρεμμύδια) έχει και άλλες θεραπευτικές ιδιότητες. Έτσι λοιπόν όταν κάποιος είναι άρρωστος τον συμβουλεύουν να εμπλουτίσει τη δίαιτά του με σκόρδο.

ΤΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΚΑΙΡΟΥ



Παλιά τα πανηγύρια είχαν, κυρίως εμπορικό χαρακτήρα, γι’ αυτό και τα αποκαλούσαν εμποροπανήγυρη. Βέβαια και ο θρησκευτικός χαρακτήρας κατείχε πρωτεύουσα θέση.
Έτσι λοιπόν, ανάλογα στον κάθε τόπο με το πότε γιόρταζε η εκκλησία του χωριού ή σε προκαθορισμένες ημερομηνίες, γινόταν η εμποροπανήγυρη σε επίκαιρα σημεία της περιοχής, που προσφέρονταν εδαφικά και οδικά στον ευρύτερο χώρο. Στο πανηγύρι συμμετείχε ολόκληρο το χωριό, με ιδιαίτερη χαρά. Ήταν μια ευκαιρία να ξεχάσουν τα βάσανα μιας ολόκληρης κοπιαστικής χρονιάς. Σ’ αυτό το πανηγύρι, έκαναν έντονη την παρουσία τους οι νέοι του χωριού, που γάμπριζαν.
Μέχρι το 1950 και λίγο αργότερα, για να εξοικονομήσει ο τύπος του χορευταρά και γλεντζέ τα χρήματα που του χρειαζόταν για να πάει σ΄ ορισμένα πανηγύρια, για να χαρεί τα νιάτα και τη λεβεντιά του, έπρεπε να κάμει οικονομίες ολόκληρο το χρόνο και περίμενε να έλθει η ημέρα του δείνα ή τάδε πανηγυριού και να ντυθεί τα γιορτινά του, το γυαλιστερό και τριζάτο βρακί, το πολίτικο γιλέκο (από την πόλη), το ποικιλόχρωμο πουκάμισο, το σακάκι το πανάκριβο και τέλος το «βρακάδικο» σκούφο - έμοιαζε με τον Αϊβαλιώτικο - που τώρα πια δεν υπάρχει στην αγορά - η καμιά φορά και καπέλο.

Τα ζύγιζε όλα, τόσα στους δίσκους της εκκλησίας, τόσα στο κερί, τόσα στο γεύμα της εκκλησίας, τόσα στο καφενείο και τόσα στα μουσικά όργανα (βιολί, κλαρίνο, ούτι, λαούτο και καμιά φορά σαντούρι). Μεταφορικό μέσο είχε το μουλάρι του, που κι αυτό έπρεπε να είναι περιποιημένο, σαμάρι καινούργιο, καπίστρι με πολύχρωμες χάντρες και φυλακτό, στρογγυλό από το πάχος, ευκίνητο. Εκείνο όμως που έκαμνε πιο μεγάλη εντύπωση, ήταν ο αναβάτης, ο νέος με το στριμμένο, σαν τσιγκέλι, μουστάκι, τα πλούσια καλοχτενισμένα μαλλιά και περιποιημένα, όχι όπως ο σημερινός μακρυμάλλης. Καμιά φορά οι αναβάτες ήταν «δικάβαλλοι», δηλ. διπλοί.
Οι κοπελιές του χωριού και των γειτονικών χωριών τον έβλεπαν και τον καμάρωναν και αυτός περήφανος για τον εαυτό του, σκόρπιζε σ΄ όλες, κατά προτίμηση στην αγαπημένη του, δειλές ματιές, που λίγα έδειχναν, αλλά πολλά υπόσχονταν.

Άρχιζαν το χορό με ένα σέρβικο ή χασάπικο ή γιωργάρικο, που φανέρωναν όλη την χορευτική τους δεινότητα σε ευκινησία, τσαλίμια, που με κατάπληξη τους παρακολουθούσαμε. ΄Έπειτα ο καλαματιανός που έπαιρναν μέρος και περισσότερες κοπέλες, διότι οι πρώτοι προϋπέθεταν αντοχή, ευκινησία και χορευτική ικανότητα, ενώ ο καλαματιανός προσιδίαζε περισσότερο στις γυναίκες, και κατόπιν ο συρτός ανά ζεύγη, ξαπολυτός (καρσιλαμάς), γρηγορινός (πολύ σύντομος) τσιφτετέλης και άλλοι.
Παντού πρώτοι και καλύτεροι, ευλύγιστοι, πεταχτοί, λαστιχένιοι σκόρπιζαν το γλέντι, τη χαρά, το θαυμασμό, αλλά κaι το φθόνο για κείνους που δεν ήσαν καλοί χορευτές.
Έπιναν κρασί ή σούμα με μεζέδες, όχι της προκοπής. Η μπύρα ήταν άγνωστη - μα κάτι τέτοιο ήταν ακατανόητο για χωριά. Κερνούσαν όλες τις παρέες και κείνες ανταπέδιδαν το κέρασμα. Σ΄αυτόν που χόρευε πρόσφεραν ούζο ή κρασί και στην κοπελιά λουκούμια, που όσα περισσότερα μάζευε τόση μεγαλύτερη ικανοποίηση δοκίμαζε. Αν μάλιστα τύχαινε να είναι ωραία και καλή χορεύτρια, τα κεράσματα δεν σταματούσαν καθόλου. Τα παιδιά λιγουριάζανε όταν έβλεπαν τόσα λουκούμια να μαζεύουν οι κοπέλες, που σε κάποια φίλη τους τα πετούσαν. Κι αν τύχαινε να είναι γνωστή, τα φιλοδωρούσαν μερικά.

Γινόταν όμως καβγάδες για τη σειρά προτεραιότητας στους «κάβους», που έπρεπε να εξασφαλίσει κάθε συντροφιά για τις κοπέλες της παρέας της. Επικρατούσε μια όχι καλή συνήθεια. Κάθε νέα που έμπαινε στο χωριό έπρεπε να την χορέψουν όλοι οι νέοι που την γνώριζαν και όταν ήταν και καλή χορεύτρια τότε πήγαιναν και ξένοι, φυσικό ήταν λοιπόν να παρατείνεται ο «κάβος», η διάρκεια χορού με αποτέλεσμα να στενοχωρούνται οι άλλες νέες. Και τότε συνέβαιναν οι παρεξηγήσεις.
Σωστό ήταν τότε να διακόπτονταν ο χορός και να πάρει σειρά κάποια άλλη. Η πίστα ήταν μικρή, μόλις επαρκούσε για τρία ζεύγη - σπάνια παραπάνω - τη σειρά προτεραιότητας την κανόνιζαν οι καφετζήδες, που δεν ήταν επαγγελματίες, αλλά περιστασιακοί. Μια άσπρη ποδιά, ήταν το διακριτικό τους. Κι αν τύχαινε να μην τα «παίρνουν απάνω τους» δηλ. να μη ήσαν σβέλτοι, τότε μετατρεπόταν σε δράμα. Εν τω μεταξύ οι άλλες νέες περίμεναν με αγωνία αλλά και πικρία, διότι αναβαλλόταν η σειρά τους.
Δικαιολογημένοι λοιπόν ήσαν οι καυγάδες, αν σκεφθούμε ότι ραδιόφωνα δεν υπήρχαν, κασετόφωνα το ίδιο και συνεπώς μουσική άκουαν μόνο στα πανηγύρια και σε έκτακτες περιστάσεις (αρραβώνες, γάμους και βαφτίσια). Διψούσε ο κόσμος για μουσική και χορό. Πώς να ικανοποιηθεί; Οι ευκαιρίες παρουσιάζονταν μόνο το καλοκαίρι στα πανηγύρια.

Οι μεγάλοι, αν είχαν κορίτσια της παντρειάς, περίμεναν να μπει στο χορό η κόρη τους να την καμαρώσουν, αν όχι πήγαιναν σε διάφορα συγγενικά ή φιλικά σπίτια, κερνιόνταν, έτρωγαν το βράδυ και κατόπιν, όσοι διέθεταν υποζύγια έφευγαν για τα χωριά τους.

Ρόλο έπαιζε και η εποχή, για να διαθέτουν τα απαραίτητα χρήματα αυτοί που θα επισκέπτονταν το παζάρι. Πάλι, ανάλογα τον πληθυσμό και την αξία του κάθε πανηγυριού, ήταν και η διάρκειά του, που συνήθως κυμαινόταν από 3 ως και 8 ημέρες.
Γίνονταν σ’ αυτά εμπορικές συναλλαγές μεγάλης έκτασης. Έμποροι, από τα μεγάλα αστικά κέντρα, φτάνανε εκεί με την πλούσια πραμάτεια τους. Εκτός όμως από το μεγάλο εμπόριο σε παντός είδους αγαθά, όπως σε τρόφιμα, υφάσματα, είδη υπόδησης, γεωργικά εργαλεία, σαμάρια, ψαθιά κ.ά., γινόταν και μεγάλες συναλλαγές αγοραπωλησίας ζώων. Μεγάλη ζήτηση είχαν τα μουλάρια, που γεννιόντουσαν από τη διασταύρωση του γαϊδάρου με τη φοράδα ή αλόγου με γαϊδούρα, γιατί τα ζώα αυτά είναι μεγάλης αντοχής και δεν δυσκολεύονται σε δύσβατους δρόμους. Πολύ διαδεδομένες ήταν και οι τράμπες, που έκαναν εκείνη την εποχή, με τα ζώα.
Εδώ εύρισκε ο καθένας ό,τι ήθελε και σε τιμές συμφέρουσες. Όσοι είχανε κορίτσια της παντρειάς, αγοράζανε από δω τα προικιά τους, όπως χαλκώματα, φορτσέρια, σεντόνια κι ότι άλλο ήταν απαραίτητο.
Τράμπες γίνονταν τότε, εκτός από τα ζώα, και στα υπόλοιπα προϊόντα, μιας και χρήματα δεν υπήρχαν εύκολα.

ΠΗΓΗ

Ό Ελληνικός καφές

Ο Ελληνικός καφές είναι η παρέα του Έλληνα σε κάθε στιγμή της ζωής του. Η παρέα και στα καλά και στα άσχημα. Το πρωϊνό καφεδάκι αποτελεί το καλλίτερο ξεκίνημα της ημέρας αλλά και το απογευματινό πού δημιουργεί την καλλίτερη ατμόσφαιρα για φιλική κουβεντούλα.

Πώς γίνετε όμως ο καφές; Ο Ελληνικός καφές έχει πολλές ποικιλίες κατασκευής και αυτές τις γνωρίζει πολύ καλά ο καφετζής αλλά και ο μερακλής του καφέ.

Για όσους δεν ξέρουν πώς να φτιάχνουν ένα καλό φλιτζάνι καφέ , πάμε να δούμε πώς γίνετε.

Ελληνικός καφές

Τρόπος παρασκευής καλού Ελληνικού καφέ


Μπρίκι

Κατά προτίμηση με στενό πάνω μέρος για να ανακυκλώνεται η θερμοκρασία κατά την διάρκεια του ψησίματος και στην σωστή διάσταση για την συγκεκριμένη ποσότητα καφέ που θα φτιάξουμε.


Εστία ψησίματος

Κατά προτίμηση χόβολη ή έστω γκαζάκι με χαμηλή φλόγα.

Το ηλεκτρικό μάτι δεν προτείνεται γιατί παρέχει ζέστη μόνο από κάτω από το μπρίκι και καθόλου από το πλάι. Επίσης αργεί να ζεσταθεί αλλά από την στιγμή που θα ζεσταθεί και μετά έχει μεγάλη ένταση η θερμοκρασία που αναπτύσσει


Φλιτζάνι.

Χοντρό πορσελάνινο για να διατηρεί ζεστό τον καφέ περισσότερη ώρα


Καφές: επιλέξτε τον καφέ που σας αρέσει. Είναι και θέμα προσωπικού γούστου πέρα από ποιότητα καφέ


Ο Ελληνικός καφές είναι συνήθως ανοιχτόχρωμος και χαρμάνι του βραζιλιάνικου Rio, Santos και Robusta. Πλέον κυκλοφορεί και πιο καβουρντισμένος, «σκούρος» ελληνικός, χαρμάνι από καφέδες της Κεντρικής Αμερικής, για όσους προτιμούν τον καφέ πιο πικρό και δυνατό. Στα καφεκοπτεία βρίσκεις χύμα και μεσαίου καβουρντίσματος, που είναι ελάχιστα πιο πικρός και πικάντικος, και δεν υστερεί σε καϊμάκι. Στην Ελλάδα ο καφές καβουρντίζεται σε κενό αέρος. Εξωτερικά ο κόκκος είναι πιο ψημένος και εσωτερικά είναι λίγο άψητος


Ονομασίες και αναλογίες καφέ / ζάχαρης.

Για φλιτζανάκι των 75 ml, (τυπικός μονός καφές)

Ρίξτε την σωστή ποσότητα νερού μετρώντας με το φλιτζάνι.

Σκέτος με 1 κ.γ. καφέ,

Μέτριος με 1 κ.γ. καφέ και 1 κ.γ. ζάχαρη ή

Μέτριος-κλασικός με 2 κ.γ. καφέ και 2 κ.γ. ζάχαρη και

Μέτριος γλυκός με 2 κ.γ. ζάχαρη.

Μέτριος με ολίγη (αλλιώς ναι και όχι) έχει λιγότερο από 1 κ.γ. ζάχαρη

Ολίγον μέτριος με 1,5 κ.γ. ζάχαρη.

Μέτριος-βαρύς Ο μέτριος με ακόμη περισσότερο καφέ ,

Πολλά βαρύς έχει 4 κ.γ. καφέ και 6 ζάχαρη, ενώ ο

Βαρύς-γλυκός 3 κ.γ. καφέ και 4 κ.γ. ζάχαρη.

Όταν ζητηθεί χωρίς καϊμάκι ο μέτριος, θα είναι μέτριος βραστός και όχι, θα πρέπει να έχει φουσκώσει δύο φορές και να σερβιριστεί από ψηλά ώστε, πέφτοντας στο φλιτζάνι, να κάνει και φουσκάλες.

Πολλά βαρύς και όχι. Το ίδιο, όπως αλλά με μισή δόση νερού

Σκέτος βραστός δεν έχει καϊμάκι, ενώ ο

Σκέτος (θερια­κλίδικος) θα πρέπει να έχει και καϊμάκι, και φουσκάλες – και για να γίνει σωστός πρέπει να παρασκευαστεί σε κρύο νερό. Τρεις κουταλιές καφέ, καθόλου ζάχαρη, κρύο νερό και όταν αρχίσει να φουσκώνει ανασηκώνουμε και ξανακατεβάζουμε το μπρίκι, Σερβίρουμε από ψηλά για να κάνει και φουσκάλες


Παρατήρηση: Το κουταλάκι του καφέ είναι μικρό


Ψήσιμο καφέ

Αφού βάλουμε καφέ (ή και ζάχαρη) στο μπρίκι, ανακατεύουμε μόνο στην αρχή, μέχρι να ανακατευτεί καλά ο καφές και να λιώσει η ζάχαρη. Αποφεύγουμε να ξαναανακατέψουμε γιατί χαλάει το καϊμάκι.

Αν ψήνουμε σε χόβολη / άμμο, βυθίζουμε μέχρι τη μέση το μπρίκι στην «άμμο» και περιμένουμε να φουσκώσει.
Αν φτιάχνουμε συγχρόνως σε ένα μπρίκι παραπάνω από ένα καφέ, μοιράζουμε στα φλυτζανάκια πρώτα το καϊμάκι και μετά συμπληρώνουμε με τον υπόλοιπο καφέ.

Αν θέλουμε πλούσιο καϊμάκι χρησιμοποιούμε κρύο νερό.


Tips

Διατηρείστε το καφέ ερμητικά κλεισμένο σε αλουμινένο ή γυάλινο βάζο (ή ακόμα και στην αρχική του συσκευασία αφού τυλίξετε το πάνω μέρος από το σακουλάκι και βάλετε ένα λαστιχάκι να το κρατάει κλειστό) κατά προτίμηση μέσα στο ψυγείο

Χρησιμοποιείστε στεγνό και καθαρό κουτάλι για να πάρετε καφέ μέσα από το βάζο του καφέ

Μην βάζετε γάλα στον καφέ γιατί γίνετε πιο βαρύς, πειράζει στο στομάχι και αλλοιώνει το άρωμα και την γεύση του καφέ.

Αφήστε τον καφέ λίγα λεπτά να κάτσει το κατακάθι για να μην σας πειράξει στο στομάχι.

πηγή

Ή περιγραφή τών κατοικιών καί τής ζωής στό χωριό.

Γενικά

Οικιστική μελέτη του χωριού & του συνοικισμού

Το λαϊκό σπίτι, αν το σκεφτούμε μέσα στη συνοικιστική του ομάδα, αποτελεί το ιερό καταφύγιο, αλλά και το ορμητήριο του πρώτου κοινωνικού πυρήνα, που είναι η οικογένεια. Γι' αυτό συγκεντρώνει την ύψιστη προσοχή του δημιουργού (νοικοκύρη ή οικοδόμου, για τα τρία κυριότερα στοιχεία της οργανικής του οντότητας, το στέρεο και εξυπηρετικό χτίσιμο, την καλή γειτνίαση και την πρακτική ομορφιά.


Η μελέτη λοιπόν της λαϊκής κατοικίας πρέπει να γίνεται στα πλαίσια του περιβάλλοντος και του συνόλου των άλλων σπιτιών. Υπάρχει "κοινωνία σπιτιών", όπως υπάρχει και η κοινωνία ανθρώπων. Ο μελετητής λαογράφος, πριν προχωρήσει στην περιγραφή των κατοικιών και της ζωής ενός χωριού, πρέπει να δώσει την συνολική μορφή και τα οικιστικά χαρακτηριστικά του χωριού, με την εξής σειρά:


Επταχώρι Καστορίας


1. Οπτική (πανοραματική) μορφή του χωριού.
Τα σχήματα συνήθως των συνοικισμών είναι: κυκλικά, ασύμμετρα και επιμήκη. Ο κυκλικός συνοικισμός (χωριό) συγκεντρώνεται γύρω από ένα ύψωμα (παλιόκαστρο), μια εκκλησία, μια πηγή ή μια αγορά. Οι δρόμοι του βγαίνουν έξω ακτινωτά. Ο επιμήκης (ή μακρυδρομικός) συνοικισμός σχηματίζεται παράλληλα με τους μεγάλους εθνικούς δρόμους και είναι νεώτερος, Οι σύμμετροι συνοικισμοί ήταν παλιότερα ή σε ψηλώματα (αμφιθεατρικοί) ή σε κρυμμένες κοιλάδες. Μελετάται στις περιπτώσεις αυτές, αν το χωριό είναι δίλοφο ή διπλευρικό. Επίσης, αν είναι παράλιο, μεσόγειο ή ορεινό. Και γενικά, ποιος είναι ο προσανατολισμός και η γεωγραφική του θέση.


Λέχοβο Καστοριάς


2. Κλίμα, έδαφος, υψόμετρο, νερά, καλλιέργειες ·απαραίτητο πλαισίωμα στην περιγραφή μας, που οδηγεί και σε συμπεράσματα, αν το χωριό είναι γεωργικό ή κτηνοτροφικό, παραγωγικό ή άγονο, πράσινο ή ξερό, λιθόκτιστο ή από ξενόφερτα υλικά.


Μέτσοβο Ηπείρου


3. Εσωτερική σύνθεση του χωριού η οποία περιλαμβάνει τα κεντρικά κτίρια όπως η εκκλησία, το σχολείο, τα Κοινοτικά γραφεία, η βρύση, τα καφενεία, η αγορά, το «μεϊντάνι» με τα μαγαζάκια και τα χοροστάσια. Οι γειτονιές με τους χαρακτηριστικούς δρόμους, το κοιμητήριο, οι δρόμοι εξόδου.



4. Ιστορικά του χωριού, όνομα και ετυμολογία, χρονολογία κτισίματος, περιπέτειες, σύγχρονες συνθήκες.


Το Δημοτικό Σχολείο Ριζοβουνίου Πρεβέζης


Οικιστική μελέτη του σπιτιού


1. Περιγραφή του εξωτερικού χώρου, της γειτονιάς, του εδάφους και της έκτασης του οικοπέδου (ξερότοπος, βλάστηση, απάνω γειτονιές, επικλινές έδαφος, ξάγναντο ή γούπατο).



Η πέτρινη καμάρα της Μπαμπαλίνας Τρικάλων


2. Εξωτερική μορφή του σπιτιού. Μονώροφο, διώροφο, πλατυμέτωπο, στενομέτωπο, γωνιόστεγο (δίρριχτο και με αέτωμα), με επίκλινη στέγη (μονόριχτο), επιπεδόστεγο (ταράτσα), πυραμιδόστεγο ή καμπυλόστεγο. Πολυπαράθυρο ή τυφλό. Απλό ή πολυσύνθετο (με χαγιάτια, πτερύγια κτλ.). Χρώματα που κυριαρχούν. Τυχόν επιγραφές ή σήματα και χρονολογίες.


Κατοικία Ηπείρου


3. Υλικά οικοδομίας. Τοιχοποιία, ξυλοδομικά εξαρτήματα, στέγη (κεραμίδια, πλάκες, δὠμα από πηλό, κλαδιά ή τσιμέντο). Εδώ μπορούν να ζητηθούν και τα έθιμα χτισίματος, στα θεμελιώματα (σφάξιμο κοκκόρου, αγιασμοί κτλ.) και στη σκεπή (μαντηλώματα).


4. Αρχιτεκτονικός τύπος του σπιτιού (τοπικός ή πανελλήνιος) και γενική αισθητική. Εκτίμηση των ιδιοτυπιών και εμπνεύσεων. Αισθητική της προσαρμογής στο περιβάλλον. Ψεκτά σημεία επίσης.


Διώροφη οικία Καλάνδρας Χαλκιδικής


5. Εσωτερική διαίρεση του σπιτιού (κάτοψη & τομή). Δωμάτια και χώροι (και τρόποι) οικογενειακής ζωής, για το αντρόγυνο, για τα παιδιά, για τους γέρους, για τους ξένους. Φροντίδες προσανατολισμού και υγιεινής. Πρακτικά διδάγματα, αλλά και άγνοιες. Χρώματα και διακόσμηση, θέση της εστίας και καπνοδόχος.


6. Έπιπλα & σκεύη. Εντοιχισμένα και κινητά έπιπλα της λαϊκής κατοικίας. Τόποι κατασκευής ή αγοράς. Οι ντόπιοι επιπλοποιοί. Τα αρμάρια τροφίμων, οι παλιές κασέλες, το εικονοστάσι. Μεταγενέστερες αστικές εξελίξεις. Τα σκεύη (αγγεία) του μαγειρειού, της τραπεζαρίας, του νοικοκυριού (νερό, πλύσιμο) και της φιλοξενίας (δίσκοι, σερβίτσια κτλ.). Η εσωτερική ατμόσφαιρα και εμφάνιση του σπιτιού είναι η ζωντανότερη πλευρά της ελληνικής κατοικίας, επειδή δείχνει τις οικονομικές συνθήκες της οικογένειας, την προσωπικότητα της νοικοκυράς, την πολιτιστική διάθεση για βελτίωση, και το πνεύμα της φιλοξενίας.


Παραδοσιακή αρχιτεκτονική Κρανέας Ελασσόνας


7. Αυλή & κήπος: Τα χτισίματα της αυλής, φούρνος, μαγειρειό, στάβλοι, αχερώνας, κοτέτσι ή περιστερώνας κτλ. Το πηγάδι και η στέρνα, τρόποι για την άντληση του νερού. Η κεντρική και η δευτερεύουσα πόρτα με την αρχιτεκτονική της στέγης τους. Χτυπητήρια ή κουδούνια για ειδοποίηση. Ασφαλιστικά σύνεργα. Η μάντρα ή ο φράχτης, μικροεμπόδια για τους κλέφτες. Δέντρα και καλλιέργειες. Σπιτική ανθοκομία και γλάστρες ή αρτάνες.


8. Ιδιόρρυθμες αγροτικές κατοικίες: Καλύβες πέτρινες ή δεντρόκλαδες, στάνες και στρούγγες, τσαρδάκια, λιμναίες καλαμωτές κατοικίες κ.α.



Στάνες Σαρακατσαναίων


Η μελέτη της ελληνικής κατοικίας, ιδιαίτερα στην παραδοσιακή της μορφή, είναι έργο εθνικό, όσο εθνικός ήταν πάντα και ο ρόλος του ελληνικού σπιτιού, που στέγασε με συνεχή εξέλιξη την πρώτη γέννηση, τα παιδικά χρόνια, την οικογενειακή τιμή, τον γάμο, τις χαρές και τις λύπες, τον ειρηνικό θάνατο, την φτώχεια ή τον πλούτο, αλλά και την αξιοπρέπεια και την ελευθερία του κάθε Έλληνα.