*-*

Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2012

Ο ΜΥΛΩΝΑΣ

Ο ΜΥΛΩΝΑΣ
   Μυλωνάδες στους παλαιότερους χρόνους λεγόταν αυτοί που εκμεταλλεύονταν τους μύλους και άλεθαν τα σιτηρά για να παράγουν αλεύρι. Όσους από τους μύλους κινούνται με αέρα τους έλεγαν ανεμόμυλους.
  Οι μύλοι λειτουργούσαν κυρίως το χειμώνα, και όπου υπήρχαν τρεχούμενα νερά λειτουργούσαν και το καλοκαίρι.
   Η εγκατάσταση του γινόταν συνήθως πλάι στις όχθες των ποταμών και όταν υπήρχαν ειδικές συνθήκες χτίζοντας διαδοχικά ο ένας κάτω από τον άλλο στην πλαγιά ενός βουνού όπου με τη βοήθεια μεγάλης ποσότητας τρεχούμενων νερών λειτουργούσαν διαδοχικά. Ο μυλωνάς περίμενε να φυσήξει ο κατάλληλος άνεμος για να θέσει σε λειτουργία το μηχανισμό του μήλου. Άπλωνε τα πανιά της φτεριοτής, μετέφερε μέσα στο μύλο τους καρπούς πού επρόκειτο να αλεστούν, τους άδειαζε στην κοφινίδα που ήταν ένα ξύλινο κιβώτιο με πυραμιδωτή προς τα κάτω βάση, απ' όπου έπεφτε μέσα στην κουβέρτα, ένα ξύλινο κιβώτιο, μορφής χαμηλού –πολυγωνικού πρίσματος που περιέβαλε ης μυλόπετρες, την απανώπετρα και την κατώπετρα.
 Ο μυλωνάς έχει φροντίσει από πριν να είναι καθαρές οι μυλόπετρες, κάνοντας μια διαδικασία που λεγόταν ξάλεσα.
  Αφού κάνει τις παραπάνω εργασίες ο μυλωνάς ρυθμίζει τις μυλόπετρες και αρχίζουν να αλέθουν. Στη συνέχεια ο μυλωνάς ζυγίζει το αλεύρι με τον καμπανό (ζυγαριά εποχής) και κρατεί τα αλεστικά, δηλαδή το αλεύρι για την πληρωμή του.
   Ο μυλωνάς πληρωνόταν σε είδος ή σε χρήμα. Πολλές φορές όμως οι πελάτες δεν έμεναν ικανοποιημένοι από τις συναλλαγές τους με το μυλωνά. Γι' αυτό ο μυλωνάς ήταν προσεκτι­κός στη δουλειά του και πάντα εγκάρδιος, φροντίζοντας να έχει καλές σχέσεις με όλους. Πρόσεχε να μην ανακατευτούν τα αλέσματα των πελατών του, γι' αυτό τα έβαζε χώρια και τα σημάδευε. Φόρτωνε, τις περισσότερες φορές ο ίδιος, τα αλέσματα και τα μετέφερε στα σπίτια των πελατών του. Η εντιμότητά του. ,και η καλή του διάθεση συντελούσαν στη διατήρηση και στην αύξηση της πελατείας του.
   Ο μυλωνάς είχε καθήκον να συντηρεί το μύλο .του. Γι’ αυτό κατά τακτά διαστήματα έκανε έλεγχο στις μυλόπετρες και γενικά σε όλο το μηχανισμό του μήλου, ώστε να προλάβει τυχόν βλάβες και φθορές.
   Οι μυλωνάδες κατέβαιναν καθημερινά στην πόλη και έκαναν τις συναλλαγές τους. Γνώριζαν καλά όλους τους μεγαλομπακάληδες τους φουρνάρηδες και όλους τους εμπόρους, γιατί με την ευκαιρία της μεταφοράς τους στην πόλη έκαναν ανταλλαγές διάφορα προϊόντα.
   Το επάγγελμα του μυλωνά ήταν πολύ κουραστικό γι' αυτό, πολλές φορές, βοηθούσαν στις εργασίες του μύλου και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας των μυλωνάδων. Εκτός από κουραστικό ήταν και ανθυγιεινό, γιατί απαιτούσε πολλές ώρες δουλειάς, καλή σωματική δύναμη και παραμονή σε κλειστό χώρο. Επιπλέον ο μυλωνάς ξυπνούσε πάρα πολύ πρωί για να βάλει σε λειτουργία το μύλο.
   Οι δύσκολες κλιματολογικές συνθήκες και η ανθυγιεινή ζωή επηρέαζαν με τα χρόνια τη ζωή των μυλωνάδων. Οι περισσότεροι έπασχαν από αρθρίτιδες, αναπνευστικά προβλήματα, οσφυαλγίες και ισχιαλγίες. Στη σύγχρονη εποχή το επάγγελμα του μυλωνά έχει εξαφανιστεί, γιατί και οι ανεμόμυλοι δεν λειτουργούν πλέον. Το αλεύρι παράγεται σε υπερσύγχρονα εργοστάσια.
   Οι ανεμόμυλοι έχουν μείνει στα στέκια τους σαν ανάμνηση μιας παλιάς εποχή ς. Τα φτερά τους και η μηχανή τους έχουν σκουριάσει από τον χρόνο και μας θυμίζουν πόσο πολύ έχει εξελιχτεί η τεχνολογία για την εξυπηρέτηση του ανθρώπου.
http://31dim-irakl.ira.sch.gr/o-milonas.htm

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.


Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.


Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια