*-*

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

Μαντήλες: Οι παραδοσιακοί γυναικείοι κεφαλόδεσμοι της Κύπρου

Η λέξη «μαντήλα» είναι η γενική ονομασία για τους κεφαλόδεσμους στην Κύπρο. Ωστόσο, κάθε μαντήλα έχει διαφορετικό όνομα ανάλογα με το σχέδιο και το χρώμα της. Η πιο συχνά χρησιμοποιούμενη μαντήλα είναι γνωστή ως «τσεμπέρι», η οποία είναι η παραδοσιακή γυναικεία μαντήλα της Κύπρου. Το τσεμπέρι εξακολουθεί να φοριέται από πολλές ηλικιωμένες γυναίκες στις αγροτικές περιοχές του νησιού. 
 Κάποτε, σχεδόν όλες οι γυναίκες της Κύπρου έπρεπε να φορέσουν μαντήλα μόλις συμπλήρωναν την ηλικία των 13-14 ετών. Η χρήση της μαντήλας δεν ήταν μόνο ένα μέρος της παραδοσιακής φορεσιάς των γυναικών, αλλά είχε επίσης και συμβολική σημασία, δεδομένου ότι δείκνυε το πέρασμα ενός κοριτσιού από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση. Δηλαδή, από τη μέρα που ένα  κορίτσι έβαζε μαντήλα, έπαυε πλέον να είναι παιδί και γινόταν γυναίκα. Αυτό το πέρασμα στην ενηλικίωση  ονομαζόταν «σκούφωμα», και από το καιρό που ένα κορίτσι σκούφωνε το κεφάλι του, δεν το ξεσκούφωνε ποτέ μέχρι να πεθάνει στα γεράματα. Πολλές φορές οι γυναίκες έμεναν σκουφωμένες  ακόμα και όταν ξάπλωναν το βράδυ για να κοιμηθούν.
Οι νεαρές γυναίκες φορούσαν κόκκινο τσεμπέρι - ανοικτό κόκκινο μέχρι περίπου την ηλικία των 30 και σκούρο κόκκινο (ξιδί) από την ηλικία των 30 έως 50 ετών. Μετά την ηλικία των 50 ετών, οι γυναίκες φορούσαν ένα σκούρο βυσσινί (κρασετί) ή  καφέ τσεμπέρι, εκτός αν ήταν σε πένθος ή χήρες, οπότε φορούσαν μια μαύρη μαντήλα γνωστή ως «μερέζα». Η μόνη εξαίρεση σ' αυτό τον κανόνα ήταν, όταν μια γυναίκα εργαζόταν έξω στα χωράφια κατά τη διάρκεια των ζεστών καλοκαιρινών μηνών. Σ' αυτή την περίπτωση φορούσαν μια άσπρη μαντήλα που ονομάζεται «κουρούκλα», που την τραβούσαν κάτω προς τα εμπρός και κάλυπταν το πρόσωπό τους για να αποφεύγουν τη θερμότητα και να προστατεύουν το δέρμα τους από τις ακτίνες του καυτού ήλιου.
Το τσεμπέρι που είναι μια εκδοχή της μαντήλας ήταν τυπωμένο στο χέρι και χρησιμοποιούσαν φυσικές βαφές που το έκαναν πιο όμορφο με κάθε πλύσιμο. Παρά το γεγονός ότι τα χρώματα και τα μοτίβα είναι παραδοσιακά, και υπήρχαν πολλά από αυτά, μόνο μερικά παρέμειναν έως τις μέρες μας. Τα τσεμπέρια μ' ανοιχτό κόκκινο χρώμα έχουν σταματήσει να παράγονται εδώ και πολλές δεκαετίες, καθώς και αυτά με πράσινο λαδί χρώμα που ήταν τόσο δημοφιλή στην περιοχή της Μόρφου.
Το μόνο χρώμα που επέζησε μέχρι σήμερα είναι το σκούρο βυσσινί ή μοβ. Αυτό οφείλετε στο ότι οι νεότερες γυναίκες είχαν σταματήσει να φορούν το ανοιχτό κόκκινο και σκούρο κόκκινο και πράσινο λαδί τσεμπέρι όταν άρχισαν να φορούν ευρωπαϊκού τύπου ρούχα και δεν κάλυπταν πλέον το κεφάλι τους. Με την πάροδο του χρόνου, πολλά από τα σχέδια επίσης εξαφανίστηκαν. Το πιο δημοφιλές σχέδιο που χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα είναι ένα απλό και πολύ λεπτό νεοκλασικό σχέδιο με στεφάνι από λουλούδια που διακοσμούν τις άκρες του τσεμπεριού.
Σε αντίθεση, οι μαντήλες του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα ήταν εξαιρετικά διακοσμημένες με περίτεχνα λουλουδένια σχέδια σε διάφορα χρώματα και αποχρώσεις. Λουλούδια από αμυγδαλιές, λεμονιές, ναρκίσσους, τουλίπες, κρίνα και παπαρούνες όλα απεικονίζονται, κάπως αφηρημένα, αλλά εξακολουθούν ν' αναγνωρίζονται ως τέτοια.
Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '70 οι άκρες των τσεμπεριών γυρίζονταν και ράβονταν στο χέρι με ένα πολύ λεπτό τρόπο, και πολλές φορές πρόσθεταν στις άκρες και χειροποίητες δαντέλες. Ήταν οι Τουρκοκύπριες, οι οποίες προτιμούσαν να εργάζονται στο σπίτι, που έκαναν αυτή τη δουλειά. Μετά την τουρκική εισβολή στο νησί το 1974 δεν ήταν πλέον δυνατό να χρησιμοποιήσουν τις δεξιότητές τους - έτσι οι κατασκευαστές υποχρεώθηκαν να φτιάχνουν στις άκρες δαντέλες της μηχανής για να τελειώσουν με ένα τσεμπέρι.
Οι μαντήλες δεν ήταν πάντα επιτόπιας κατασκευής. Κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας, οι μαντήλες εισάγονταν στην Κύπρο από την Κωνσταντινούπολη, όπου κατασκευάζονταν από Αρμένιους τεχνίτες. Πολύ καιρό ακόμη πιο πριν, οι μαντήλες  ήταν επιμελώς κεντημένες στο χέρι. Αυτές οι μαντήλες είχαν μεγάλη προτίμηση από τις πλούσιες κυρίες. Μερικές φορές είχαν πολύ λεπτοκαμωμένη δουλειά, και τις φορούσαν με πραγματικά λουλούδια όπως γιασεμί και γεράνια. Όμως, το κέντημα στο χέρι ήταν μια δαπανηρή και χρονοβόρα διαδικασία που έκανε τη μαντήλα πάρα πολύ ακριβή για τους περισσότερους ανθρώπους της υπαίθρου. Ως αποτέλεσμα, η σταμπωτή μαντήλα, που ήταν μια πολύ φθηνότερη και ευκολότερη μορφή διακόσμησης, έγινε τις μόδας.
Γύρω περίπου στα 1908, η ζήτηση για σταμπωτές μαντίλες ήταν τόσο μεγάλη, ώστε ένας Κύπριος επιχειρηματίας έφερε στο νησί μια ομάδα από Αρμένιους τεχνίτες για να διδάξουν στους Κυπρίους την τέχνη τους. Η βιοτεχνία αυτή από τότε πήρε τα ύψη της.
Όταν ο Νίκος Κακουλλής πέθανε το Μάιο του 2003, ο άνθρωπος που περιγράφεται ως «ο τελευταίος μαντηλάρης», πήρε στον τάφο του τα μυστικά για τις βαφές που κράτησαν για αιώνες οι τεχνίτες για την κατασκευή των μαντήλων. Ο θάνατός του σήμανε και την διάλυση του τελευταίου εργαστηρίου κατασκευής της μαντήλας. Το εργαστήρι του ήταν το τελευταίο στο νησί που κατασκεύαζε αυτά τα πολύπλοκα έργα τέχνης στην Κύπρο.
Οι μαντήλες της Κύπρου ήταν, επίσης, βαθιά συνδεδεμένες με την λαϊκή παράδοση και με δεισιδαιμονίες. Τις χρησιμοποιούσαν σε ειδικές τελετές κατά τη διάρκεια του γάμου και σε λαϊκές ιατρικές πρακτικές. Η κύρια χρήση τους, ωστόσο, παρέμεινε πάντα, η διακόσμηση των κεφαλιών των γυναικών - μια καλή μαντήλα για την Κυριακή, και μία μικρότερης αξίας για καθημερινή χρήση.

NOCTOC

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.

Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.
κεραμικός μαστραπάς
Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια