Τετάρτη, 5 Ιανουαρίου 2011

Έθιμα και θρησκευτικές τελετές του Τριημέρου των Φώτων (Θεοφανείων)

Το τριήμερο της παραμονής των Θεοφανείων (5 Ιανουαρίου), της ημέρας των Θεοφανείων (6 Ιανουαρίου) και της γιορτής του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου (7 Ιανουαρίου) ονομάζεται «τριήμερο των Φώτων». Κατά την διάρκεια του τριημέρου λαμβάνουν χώρα στην Εκκλησία μας διάφορες τελετές οι οποίες, σε συνδυασμό με τα έθιμα του λαού μας, δημιουργούν ένα εορταστικό κλίμα.
Παραμονή των Φώτων (5 Ιανουαρίου)Το τριήμερο ξεκινά με τον εκκλησιασμό των χριστιανών το πρωί της παραμονής των Θεοφανείων. Στους Ιερούς ναούς ψάλλεται η ακολουθία των «Μεγάλων Ωρών» και κατόπιν λαμβάνει χώρα ο «Μεγάλος Αγιασμός» που την ημέρα αυτή τελείται μέσα στο ναό. Οι πιστοί αφού πάρουν αγιασμό και λάβουν το αντίδωρο θα γυρίσουν στα σπίτια τους. Εκεί οι νοικοκυρές θα ετοιμάσουν το νηστίσιμο φαγητό για το μεσημέρι ενώ τα παιδιά θα ξεχυθούν στα σπίτια, γνωστά και μη, για να ψάλουν τα κάλαντα των Θεοφανείων. Οι γειτονιές θα γεμίσουν από γλυκές φωνούλες που ψάλλουν:
«Σήμερα τα φώτα κι ο φωτισμός,η χαρά μεγάλη κι ο αγιασμός.Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό,κάθετ’ η κυρά μας η Παναγιά.Όργανο βαστάει, κερί κρατεί,και τον Αϊ-Γιάννη παρακαλεί.Αϊ-Γιάννη αφέντη και βαπτιστή,βάπτισε κι εμένα Θεού παιδί.Ν' ανεβώ επάνω στον ουρανό,να μαζέψω ρόδα και λίβανο.»
Τα χριστιανικά σπίτια όμως δεν θα επισκεφθούν μόνο τα παιδιά. Είναι η μέρα που ο Ιερέας με τον βοηθό του θα γυρίσει όλα τα σπίτια και καταστήματα της ενορίας για να τα αγιάσει και να τα ευλογήσει. Ο αγιασμός βρίσκεται μέσα στο «σικλί», ένα χάλκινο συνήθως δοχείο, που κουβαλάει ο βοηθός του Ιερέα. Σε αυτό βρέχει ο Ιερέας την «αγιαστούρα» του και ραντίζει όλους τους χώρους του σπιτιού ή του καταστήματος. Είναι η στιγμή που η παράδοση μας θέλει τους καλικάτζαρους να τρέχουν φοβισμένοι και να επιστρέφουν στα έγκατα της γης…
«Φεύγετε να φεύγουμε,έφτασε ο τουρλόπαπας,με την αγιαστούρα του.Ο παπάς με αγιασμό,οι χωριανοί με το "θερμό".»
…λένε οι καλικάτζαροι και χώνονται στις τρύπες από τις οποίες είχαν βγει δώδεκα ημέρες πριν. Μόλις τελειώσει ο Ιερέας τον αγιασμό του σπιτιού, ο νοικοκύρης δίνει συνήθως χρήματα στον βοηθό του. Παλιά συνηθίζονταν τα χρήματα αυτά να ήταν μεταλλικά κέρματα τα οποία έριχνε ο νοικοκύρης μέσα στο «σικλί», ώστε να αγιασθούν ακόμα και τα λεφτά, όπως έλεγαν. Αφού αγιασθούν οι χώροι του σπιτιού έρχεται η ώρα να μαζευτεί η στάχτη από την φωτιά που έκαιγε στο τζάκι το «Δωδεκαήμερο», η φωτιά δηλαδή που ξεκίνησε με το «Χριστόξυλο». Η στάχτη αυτή θα σκορπιστεί γύρω από το σπίτι, στους στάβλους, ακόμα και στα χωράφια αφού όπως πιστεύεται διώχνει το κακό.Τα έθιμα της ημέρας τελειώνουν αργά το βράδυ όπου πιστεύεται ότι ανοίγουν οι ουρανοί τα μεσάνυχτα. Την ώρα εκείνη, λέει η παράδοση, όποιος ευχηθεί κάτι με όλη του την καρδιά, αυτό θα πραγματοποιηθεί. Αφού κάναμε και την ευχή μας (δεν σας λέω τι ευχήθηκα εγώ – πάει γρουσουζιά δεν λένε;) ήρθε η ώρα να πέσουμε για ύπνο γιατί αύριο πρωί πρωί θα πάμε στην εκκλησία. Ξημερώνουν τα Άγια Θεοφάνεια…
Ανήμερα των Θεοφανείων (6 Ιανουαρίου) Η γιορτινή αυτή ημέρα ξεκινά με τον εκκλησιασμό των πιστών. Στους ναούς ψάλλετε, όπως και την προηγουμένη, η ακολουθία των «Μεγάλων Ωρών». Στην συνέχεια ο Ιερέας και οι πιστοί θα βγουν από τον ναό και θα κατευθυνθούν στο σημείο όπου θα γίνει η «κατάδυση του Σταυρού». Το σημείο αυτό είναι κάποιο λιμάνι, ποτάμι, πηγάδι, δεξαμενή ή απλά μια εξέδρα στο προαύλιο της εκκλησίας πάνω στην οποία, σε ειδικό σκεύος, θα γίνει η τελετή. Οι καμπάνες σημαίνουν χαρμόσυνα και ο Ιερέας ρίχνοντας τον σταυρό στο νερό ψάλει:
«Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου, Κύριε,η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησιςτου γαρ Γεννήτορος η φωνή προσεμαρτύρει σοι,αγαπητόν σε Υιόν ονομάζουσακαι το Πνεύμα εν είδει περιστεράςεβεβαίου του λόγου το ασφαλές.Ο επιφανείς, Χριστέ ο Θεός,και τον κόσμον φωτίσας, δόξα σοι.»
Λευκά περιστέρια ελευθερώνονται και πετούν στον ουρανό ενώ, όπου υπάρχει αυτή η δυνατότητα, πέφτουν στα νερά οι «βουτηχτάδες» για να πιάσουν τον σταυρό. Το έθιμο αυτό ονομάζεται «πιάσιμο του σταυρού», και όποιος βρει τον σταυρό πρώτος θεωρείται ότι είναι τυχερός και ευλογημένος. Τα παλιότερα χρόνια, αυτός που έβρισκε τον σταυρό, τον γυρνούσε στα σπίτια της ενορίας μαζεύοντας χρήματα που είτε κρατούσε ο ίδιος είτε έδινε στους φτωχούς. Αναμφίβολα οι πιο λαμπρές τελετές «κατάδυσης του Σταυρού» είναι αυτές που λαμβάνουν χώρα στα λιμάνια. Ιδιαιτέρως λαμπρή είναι αυτή στο λιμάνι του Πειραιά όπου παρίστανται η θρησκευτική, πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της πατρίδας μας. Μπροστά από τον Ναό του Αγίου Σπυρίδωνα, στον Πειραιά, ρίχνεται ο σταυρός στην θάλασσα ενώ οι «κόρνες» από στρατιωτικά πλοία «χαιρετίζουν» τον Αγιασμό των υδάτων. Η γιορτινή ατμόσφαιρα της ημέρας επιβάλει και ένα ανάλογο φαγητό στο μεσημεριανό τραπέζι. Συνηθίζεται αυτό το φαγητό να είναι χοιρινό ενώ σε μερικές περιοχές το φαγητό συνοδεύει ένα ειδικό ψωμί που ονομάζεται «φωτίτσα».Τα έθιμα όμως της ημέρας δεν σταματούν εκεί. Σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, οι χριστιανοί παίρνουν τις εικόνες που έχουν στα σπίτια τους και τις πλένουν σε ποτάμια. Το όμορφο αυτό έθιμο ονομάζεται «πλύσιμο των εικόνων». Επίσης ανήμερα των Θεοφανείων, το απόγευμα, σε πολλά χωριά οι κτηνοτρόφοι και οι γεωργοί, ραντίζουν με αγιασμό τους στάβλους και τα χωράφια τους αντίστοιχα. Έτσι τελειώνει και η δεύτερη ημέρα του «τριημέρου των Φώτων».
Ανήμερα του Αγίου Ιωάννη του Πρόδρομου (7 Ιανουαρίου)Η τελευταία ημέρα του «τριημέρου των Φώτων» είναι μια, η πιο λαμπρή, από τις έξη ημέρες του έτους που έχει αφιερώσει η Εκκλησία μας στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο ή Βαπτιστή. Η ημέρα ξεκινά για τους χριστιανούς με τον εκκλησιασμό. Στους ναούς, κατά την διάρκεια της Θείας Λειτουργίας ακούγεται το απολυτίκιο του Αγίου:
«Μνήμη δικαιου μετ' έγκωμίων σοι δε αρκέσει ή μαρτυρία του Κυρίου Πρόδρομε, ανεδείχθης γαρ όντως και Προφητών σεβασμιώτερος, ότι και εν ρείθροις βαπτίσαι, κατηξιώθης τον κηρυττόμενον, Οθεν της αληθείας ύπεραθλήσας, χαίρων εύηγγελίοω, και τοις εν Άδει, Θεόν φανερωθέντα εν σαρκί, τον αίροντα την άμαρτίαν του κόσμου, και παρέχοντα ημίν το μέγα έλεος.»
Το πιο διαδεδομένο έθιμο της ημέρας έχει να κάνει με το «βρέξιμο» των νιόπαντρων ζευγαριών. Αυτό το έθιμο θέλει να οδηγούνται τα νιόπαντρα ζευγάρια στην παραλία με συνοδεία μουσικής. Εκεί σπρώχνονται από τους παριστάμενους στην θάλασσα οι οποίοι τους εύχονται να ζήσουν και να αποκτήσουν παιδιά.
Έτσι γιορτάζεται το «τριήμερο των Φώτων» στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό, όπου υπάρχουν Έλληνες που κρατούν τις Ελληνικές παραδόσεις. Παραδόσεις που πρέπει όλοι να συμβάλουμε στην συνέχιση τους, τόσο γιατί οφείλουμε να διατηρήσουμε την ταυτότητα μας όσο και γιατί με αυτές οι γιορτινές μέρες ομορφαίνουν και γίνονται μοναδικές.



Ο πρώτος αγιασμός των Θεοφανίων, «η πρωτάγιαση ή φώτιση», γίνεται την παραμονή της γιορτής στην εκκλησία. Ύστερα ο παπάς παίρνει ένα ένα τα σπίτια με το Σταυρό στο χέρι και ραντίζει μ' ένα κλωνί βασιλικό όλους τους χώρους του σπιτιού.
Παλιό έθιμο της Κρήτης, σήμερα ξεχασμένο σχεδόν παντού, ήταν η παρασκευή των Φωτοκόλλυβων την παραμονή των Φώτων. Από τα Φωτοκόλλυβα (βρασμένο σιτάρι με όσπρια) έτρωγαν οι νοικοκύρηδες αλλά έδιναν και στα ζώα τους για καλή υγεία και καλή τύχη στο σπιτικό τους.
Ο μεγάλος αγιασμός γίνεται ανήμερα τα Θεοφάνια στις 5 Ιανουαρίου. Μια μεγάλη πομπή σχηματίζεται και παίρνει το δρόμο που οδηγεί στη θάλασσα ή σε κάποιο ποτάμι, μπορεί και σε μια δεξαμενή. Μπροστά τα εξαπτέρυγα, πίσω οι παπάδες με τα καλά τους άμφια, ύστερα οι αρχές του τόπου και παραπίσω το πλήθος. Στις πόλεις η πομπή γίνεται πιο πλούσια με τη μουσική και τη στρατιωτική παράταξη.
Όταν γίνει ο αγιασμός, ρίχνει ο παπάς το Σταυρό στο νερό, πραγματοποιώντας έτσι τον Αγιασμό των Υδάτων.
Πηδούν κάποιοι τολμηροί στα παγωμένα νερά και συναγωνίζονται ποιος θα τον πρωτοπιάσει. Αυτός που θα τον ανεβάσει στην επιφάνεια θεωρείται ότι θα έχει καλή τύχη κι υγεία για όλο το χρόνο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά1 φλιτζάνι τσαγιού ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι
3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη
4 φλιτζάνια τσαγιού νερό
1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα
1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

Σκόρδο σπορά φύτεμα καλλιέργεια


Τα σκόρδα είναι φυτά βολβώδη, πολυετή και ανήκουν στην οικογένεια των λειριοειδών. Καλλιεργούνται για τούς βολβούς τους, οι οποίοι βρίσκουν μεγάλη χρησιμοποίηση στη μαγειρική ή παρασκευή ειδικών δροσιστικών τροφών.
Τα φύλλα διαφέρουν απ' εκείνα των κρεμμυδιών, γιατί είναι ποιό σπαθωτά και ποιό στενά και στριμμένα. Τα άνθη είναι λευκά και στη κορυφή του καυλού σχηματίζουν σφαιρικό σκιάδιο. Κάθε κεφάλι αποτελείται από 8-12 σκελίδες, εκ των οποίων οι εξωτερικές είναι μεγαλύτερες από τις εσωτερικές και ποιό καυτερές.

Τα σκόρδα ευδοκιμούν σε χώματα ελαφρά, όχι πολύ υγρά, προ πάντων στραγγερά και γόνιμα. Στα βαριά και σφικτά εδάφη, πού κρατούν πολλή υγρασία, σαπίζουν η δίδουν μικρά κεφάλια, στα δε πολύ ξηρά και άγονα ή απόδοσης των είναι μηδαμινή και ή γεύσης των γίνεται εξαιρετικά καυτερή.
Η καλλιέργεια γίνεται αποκλειστικώς με βολβίδια (σκελίδες) είτε, πολύ σπανίως, με σπόρους. Στα θερμά μέρη ή φυτεία αυτών, εκτελείται κατά "Οκτώβριο-Νοέμβριο, τα δε ψυχρά και ορεινά κατά Φεβρουάριο- Μάρτιο. Το ίδιο γίνεται και για τον πολλαπλασιασμό με σπόρο. Για την απόκτηση καλής φυτείας, πρέπει από κάθε κεφάλι σκόρδου, να διαλέγονται τα εξωτερικά και χονδρά βολβίδια, τα όποια και μόνο να χρησιμοποιούνται, τα δε μικρά και λεπτά να απορρίπτονται.
Αυτά φυτεύονται σε βραγιές και κατά γραμμές 20-25 πόντους, η μία της άλλης, επ’ αυτών δε, κατά διαστήματα 12 -15 πόντους και σε βάθος 2-3 πόντους, το πολύ. Σε περίπτωση συγκαλλιέργειας φυτεύονται ως μπορτούρες στα σαμάρια των βραγιών, των ποτιστικών αυλακών, είτε ανάμεσα στα μαρούλια, στα σπανάκια κλπ.
Για κάθε στρέμμα απαιτούνται πέντε πλεξούδες η 1500-1800 κεφάλια περίπου.
Η προετοιμασία του εδάφους πρέπει να γίνεται καλή, με 2-3 σκαψίματα και σπάσιμο των βώλων, ώστε το χώμα να τρίβεται εντελώς. Επίσης και ή λίπανσης πρέπει να είναι ή κατάλληλη.
Η κοπριά αποτελεί άριστο λίπασμα, σε ποσό 2-2.500 οκάδες στο στρέμμα, πρέπει όμως να είναι εντελώς χωνευμένη και να χρησιμοποιείται πολύ προ της φυτείας. Μαζί με συμπληρωματικά φωσφοροκαλιοΰχα χημ. λιπάσματα (0-12-6) δίδει πολύ καλλίτερα αποτελέσματα. Από τα σύνθετα χημ. λιπάσματα αξιοσύστατος είναι ό τύπος 4-10-10, σε ποσό 50-60 οκάδ. στο στρέμμα. Κατά προτίμηση χρησιμοποιούνται σκέτα, σε χώματα με οργανικές ουσίες η οπωσδήποτε σφικτά.
Η καλλιέργεια των σκόρδων με σπόρο, δεν είναι πρακτική, γιατί χρειάζονται δύο έτη για να δώσουν κεφάλια, δηλαδή, το πρώτο έτος θα παραχθούν μικρά βολβίδια, τα όποια θα ξαναφυτευτούν για ν' αποδώσουν το επόμενο έτος. Επίσης δε πολλαπλασιασμός αυτός, με σπόρο, δεν δίδει τις επιθυμητές ποικιλίες.
Σε όλες τις περιπτώσεις, τα σκόρδα, κατά την διάρκεια της βλαστήσεώς τους, πρέπει να βοτανίζονται και να σκαλίζονται 1-2 φορές, ιδίως στην αρχή, και να ποτίζονται εφ’ όσον μόνον υπάρχει μεγάλη ξηρασία. Όταν πλησιάζει ή ωρίμανση και αρχίσουν να κιτρινίζουν τα φύλλα, τότε δένονται στη κορυφή, είτε στρίβονται για να σταματήσει ή βλάστηση και να γίνουν τα κεφάλια χονδρότερα, ή ακόμη και για να επισπευτεί ή πρωιμότης των.
Η συγκομιδή αρχίζει κατά Μάιο-Ιούνιο αναλόγως των ποικιλιών και του τόπου. Πρέπει να γίνεται μετά την τέλεια αποξήρανση των φύλλων, αλλιώς όταν είναι πρόωρη, τα κεφάλια δεν διατηρούνται και σαπίζουν πολύ γρήγορα στην αποθήκη.
Τα σκόρδα αφού ξεριζωθούν με το χέρι η με λισγάρι, δένονται σε πλεξούδες ανά 50- 100 κεφάλια και αφήνονται μερικές ήμερες στον ήλιο για να χάσουν μέρος της υγρασίας τους. Κατόπιν αναρτώνται σε ξηρή και ευάερη αποθήκη μέχρις ότου διατεθούν. Μια καλή απόδοσης σκόρδων φθάνει 8-12 φορές μεγαλύτερη από το χρησιμοποιηθέν ποσό της φυτείας.

Ποικιλίες.
Οι κυριότερες ποικιλίες των σκόρδων, οι οποίες και συχνότερα συναντώνται στην καλλιέργεια είναι:
-Σκόρδα κοινά. Ταύτα κάνουν κεφάλια μέτρια στο μέγεθος με πολλές και σφικτές σκελίδες, συνήθως ο-λίγο κυρτές. Είναι ποικιλία ανθεκτική και μάλλον όψιμη.
-Σκόρδα ολόλευκα. Ταύτα γίνονται χονδρότερα των προηγουμένων και με σκελίδες ποιό σαρκώδεις. Οι εσωτερικές και εξωτερικές φλούδες είναι χαρακτηριστικώς κάτασπρες. Είναι ποικιλία εκλεκτή και πρώιμη
-Σκόρδα τεράστια. Τα κεφάλια αυτών αποκτούν τεράστιο όγκο (10—15 πόντους διάμετρο) με ολίγες σκελίδες, αλλά ή κάθε μία αντιστοιχεί μ' ένα ολόκληρο σκόρδο κοινό. Πρόκειται περί εξαιρετικής ποικιλίας, ελάχιστα όμως καλλιεργούμενης
-Σκόρδα στρογγυλά χονδρά. Ταύτα αποκτούν κεφάλια χονδρά και σχεδόν στρογγυλά , με σαρκώδεις σκελίδες ελάχιστα καυστικές .
-Σκόρδα σχιστά. Ταύτα χαρακτηρίζονται από τις σκελίδες όποιες είναι πολύ χαλαρές μεταξύ των η μάλλον όλως διόλου χωριστές. Είναι γλυκύτερα από τα άλλα σκόρδα και αποτελούν άλλο είδος

Ασθένειες. Οι συνηθέστερες αρρώστιες των σκόρδων είναι:
Η σκωρίαση
Παρουσιάζεται στα φύλλα σαν πολυάριθμα και πυκνά στίγματα σκουρόξανθα, τα όποια εμποδίζουν τη κανονική λειτουργία της βλαστήσεως. Προλαμβάνεται με 2-3 ψεκάσματα βορδιγαλείου πολτού (1 οκά θειικός χαλκός με 1 οκά ασβέστη σε 100 οκάδες νερό).




Η σήψης των βολβών
Είναι ένας μικρός μύκητας, ό όποιος ζει συνήθως ως σαπρόφυτο, αλλά κάποτε προσβάλλει τα σκόρδα και κρεμμύδια, όπου αναπτύσσεται σε παράσιτο. Παρουσιάζεται ως μαύρη μούχλα μεταξύ των λεπίων των βολβών. Ευνοείται σε πολύ υγρά εδάφη και εκεί πού γίνεται χρήσης φρέσκης κοπριάς. Για τα σκόρδα είναι επικίνδυνη αρρώστια. Θεραπευτικό μέσο δεν υπάρχει, παρά αποφυγή των αίτιων πού τη προκαλούν, είτε αλλαγή της καλλιέργειας για 3-4 χρόνια.

Από τα έντομα, οι σοβαρότεροι εχθροί είναι ό κρεμμυδοφάγος και ή μηλολόνθη, οι όποιοι προσβάλλουν τούς βολβούς. Καταπολεμούνται με άρσενικούχα δολώματα από αραβόσιτο ή πίτυρα, είτε με παγίδες.

Πηγή: Πρακτικός οδηγός του λαχανόκηπου-Παράρτημα «Γεωργικού δελτίου» μηνός Ιανουαρίου 1940
άπό

Η ρόκα και το αδράχτι

Από το μαλί μέχρι το πλέξιμο.
Η απασχόληση της γυναίκας με τη φροντίδα να μετατρέψει το μαλί σε κλωστή είναι πανάρχαια. Ο Ηρόδοτος αναφέρει το εξής περιστατικό: Ηρόδοτος Τερψιχόρη
οἳ μὲν δὴ ὄπισθε εἵποντο• ἣ δὲ ἐπείτε ἀπίκετο ἐπὶ τὸν ποταμόν, ἦρσε τὸν ἵππον, ἄρσασα δὲ καὶ τὸ ἄγγος τοῦ ὕδατος ἐμπλησαμένη τὴν αὐτὴν ὁδὸν παρεξήιε, φέρουσα τὸ ὕδωρ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς καὶ ἐπέλκουσα ἐκ τοῦ βραχίονος τὸν ἵππον καὶ στρέφουσα τὸν ἄτρακτον.
Το γνέσιμο

Η ρόκα και το αδράχτι

Το αδράχτι με τη σφοντίλα

Το τσικρίκι

Ανέμη
Το άντιασμα
Μια άλλη ασχολία των γυναικών ήταν το Άντιασμα. Έμπήγαν στο έδαφος μικρά παλούκια και περνούσαν το νήμα από το ένα στο άλλο για να το ξεμπερδέψουν. Για τα παιδιά, που έβρισκαν τη χαρά τους να βλέπουν τις γυναίκες μαζεμένες να αντιάζουν το νήμα, απαγορεύονταν να περάσουν από πάνω. Έλεγαν πως αν περάσεις πάνω από το αντί θα συμβεί κάτι κακό. το πίστευαν και κείνες μάλλον γιατί όσες φορές το κάναμε μας έβαζαν να κάνουμε την αντίστροφη πορεία και έτσι εμείς ξαναπερνούσαμε πάνω από το Αντί.
http://www.delino.gr/
ΤΟ ΓΝΕΣΙΜΟ
του Γιάννη Σαντάρμη
-Πάρε, βαβά, τη ρόκα σου τη βαριοξομπλιασμένη
κι
αρμάτωσε την με μαλλί και γνέσε την τουλούπα
και
στρίψε γνέμα ολόψιλο, γνέμα χοντράδι φκιάσε.
Άλλοι αρματώνουν πρόβατα και γίδια με κουδούνια,
άλλοι αρματώνουν με σκουτιά πανώρια το κορμί τους,
αλλά η μανιά τη ρόκα της την ξύλινη αρματώνει
με μια τουλούπα κάτασπρη, παχιά-παχιά κι αφράτη.
Κάθεται η γριά στο πρόσπιτο, στο πετροπέζουλο όξω,
όξω στη μέρα τη λαμπρή και στη χρυσή λιακάδα,
κι έχει τη ρόκα στο πλευρό με τα πολλά πλουμίδια,
που στην κορφή τη σταυρωτή, στα γυρισμέν' αυτιά της
στέκεται η αρμάτα το μαλλί, στέκεται η τουλούπα,
καλόπλυτη στη ρεματιά, ξασμένη στο λανάρι.
Αρμέει της τούφας τη νουρά, τραβάει τη σκαμαγγέλα
κι όλο τ' αδράχτι στρίβοντας με το χοντρό σφοντύλι
γνέθει το πρόβιο το μαλλί και κλώθει τ' αρνοπόκι
κι είναι μακρόινο το μαλλί, λαγάρα αφρόχιονη είναι.
Μήτε βολεί την το σκαμνί, μήτε και το πεζούλι.
-Παράτα το προσκάμνι, γριά, το πετροπέζουλο άσε,
κάτσε ψηλά στο κούτσουρο, για να γυρνάς τ' αδράχτι,
να ‘ναι οι απλωσιές σου ξέμακρες, τρανές οι οργιές σου να 'ναι
και κάθε σου γνεσιά σαν το δικό σου μπόγι.
Απ' την τουλούπα του μαλλιού κι από τη ρόκα απάνω,
κρουστό-κρουστό κι ολόστριφτο το γνέμα κατεβαίνει,
άλλο λιανό, άλλο ψιλό, ψιλότερο άλλο ακόμα,
σαν της αράχνης την κλωνά που χύνεται ολόισια,
κι άλλο αφράτο κι ανάπαλο κι άλλο χοντρομπουλίδι,
όμοιο θαρρείς σαν άντερο, λες σχοινολίταρο ίδιο.
Κι όταν μακραίνει η απλωσιά κι όταν και το σφοντύλι
βαρεί και χάμου ακουμπά, βαρεί και χάμου κρούει,
το γνέμα ολοτυλίγεται στο ξύλινο τ' αδράχτι
και του χοντραίνει την κοιλιά και το κορμί του γύρα.
-Βαβά, πώς γνέθεις το μαλλί, πώς το γυρνάς τ' αδράχτι
και
το σφοντύλι πώς σβαρνάς μέχρι το χώμα κάτου,
το γνέμα μιαν οργιά το πας, μια οργιά το κατεβάζεις,
χοντρό το φκιάνεις κάποτε, ψιλό πότε το στρίβεις.
-Χοντρό για υφάδι φκιάνω το, ψιλό για το στημόνι.
Για τήρα οι δρούγες στιβανιά, τήρα σωρό τ' αδράχτια,
μπέλες δρούγες και καψάλες, λάγια αδράχτια και σίβα.
Πάει η γιαγιούλα κι έρχεται και κουβαλάει ποκάρια,
πάνε οι τουλούπες στη σειρά, τ' αδράχτια στην αράδα
και το τραγούδι πάει κι αυτό το 'να ξοπίσω απ' τ' άλλο,
τραγούδι για το γνέσιμο, τραγούδι για τη ρόκα.
-Ρόκα μου, βάστα το μαλλί, σφοντύλι, στριφογύρνα
και γνέστε, χεροδάχτυλα, πολλές τις δρούγες κάντε,
να πάρω το μακρίδι τους, το γνέμα τους να πάρω,
να κάτσω στη φωτιά κοντά, πιο εκεί με τα νυχτέρια,
να πλέξω μπόλκα πλουμιστή να χύνεται στην πλάτη,
να φκιάσω κορμοφάνελες και μάλλινα τσουράπια,
να κάτσω και στον αργαλειό το βαριοσκαλισμένο
να υφάνω στρώσια του σπιτιού, του κρεβατιού χεράμια,
στο νοικοκύρη σάρικα, να 'χει πυκνό το φλόκο,
φέρμελες στους λεβέντες μου, στις κόρες μου σεγκούνες,
καμίσια για τις νύφες μου, για τους γαμπρούς σελάχια
και σπαργανήθρες μαλακές για τα παιδιά της νάκας.
Τέτοια η βαβούλα τραγουδά, τέτοια η βαβούλα λέει
κι όλο κρατεί τη ρόκα της κι όλο γυρνά τ' αδράχτι
κι όλο γνέθει τ' άσπρο μαλλί και στρίβει τ' ώριο γνέμα.
Γλωσσάρι
ανάπαλο, το = νήμα αφράτο, όπως το μαλλί της απάλας (τούφας), όχι πολύ στριμμένο, ίσια που να σμίξει η κλωστή κατά το γνέσιμο, γνεσμένη με αδράχτι - δρούγα προς τα πάνω, όχι με το αδράχτι προς τα κάτω, δημιουργείται δε χοντρό νήμα για βελέντζα ή κουβέρτα, συμπαμπαλο.
απλωσιά, η = μήκος νήματος τόσο, όσο φθάνει το χέρι της γνέστρας απλωμένο απ' την τουλούπα της ρόκας ή της δρούγας ως τ' αδρά­χτι, όταν ακουμπά χάμω.
άρματα, η = εφοδιασμός της ρόκας με μαλλί, εξοπλισμός, πλήρης στολή.
αρματώνω = τοποθετώ μαλλί στη ρόκα με σκοπό να γνεσθεί, εξοπλίζω, ντύνω.
αρνοπόκι, το = το σύνολο του μαλλιού από το κούρεμα του αρνιού, που μοιάζει σαν ρολό.
βολεί = ευκολύνει, προσφέρεται, έχει διάθεση χρόνου.
γνέθω = μεταβάλλω το μαλλί ή το βαμπάκι σε νήμα με το χέρι ή με μηχανή, κλώθω.
δρούγα (νήματος), η = το περιτυλιγμένο νήμα στ' αδράχτι, αδράχτια, άρπαγμα.
κλώθω = φτιάχνω νήμα, περιστρέφοντας μαλλί.
κλωνά, η = κλωστή, νήμα, κλωνιά.
κορμοφάνελα (ανδρική), η = φανέλα μάλλινη ή βαμπακερή, που φοριέται μέσ' από το πουκάμισο και έρχεται σε επαφή με τη σάρκα, φθάνοντας πιο κάτω απ' τη μέση, σαρκοφανέλα, μεσοφανέλα, κατασάρκι.
λαγάρα, η = άριστης ποιότητας πρόβιο μαλλί με μεγάλη και μακριά τρίχα, που κάνει δυνατό νήμα, μαΐσιο, σούμα, μακρίδι, μακρυμαλλίδι, σκλίδα.
λανάρι, το = όργανο από 4 σανίδες, σε σχήμα παραλληλόγραμμο, που η επάνω σανίδα έχει σειρές από μεταλλικά δόντια για το ξάσιμο του μαλλιού.
μανιά, η = γιαγιά, βαβά.
μπέλα, η = άσπρη.
μπόλκα, η = γυναικεία ζακέτα, είδος ελαφρού επενδύτη, με μανίκια και γιακά που φθάνει ως τους γοφούς.
νάκα, η = ελαφριά βρεφική κούνια, με πέτσινη βάση, μήκους ενός μέτρου και πλάτους 80 εκατοστών, κατά μήκος δε των μεγα­λύτερων πλευρών της είναι προσαρμοσμένοι 2 ξύλινοι άξο­νες, ισομεγέθεις μ' αυτές, στις άκρες των οποίων προσδένο­νται 2 μακριά σχοινιά ή λουριά, που χρησιμεύουν για φόρτω­ση ή κρέμασμα της κούνιας στην πλάτη ή στο ζώο, ανεμόκουνα.
ξασμένη, η = λαναρισμένη.
ποκάρι, το = το σύνολο του μαλλιού από το κούρεμα του προβάτου, που μοιάζει σαν ρολό.
σάρικα, η = μακριά φλοκοτή κάπα, φλοκάτα.
σεγκούνα, η = γυναικείος επενδύτης (επανωφόρι), με ή χωρίς μανί­κια, που φθάνει κάτω από τις γάμπες, σάρκα.
σελάχι, το = ζώνη ανδρική της μέσης, δερμάτινη ή υφαντή ή πλεκτή, που αποτελείται από 3-5 φύλλα για την τοποθέτηση αντικει­μένων, κεμέρι, σελαχλίκι.
σίβο, το = αυτό που έχει σταχτοκαφέ σκούρο χρώμα.
σκαμαγγέλα, η = τουλούπα μαλλιού ή βαμβακιού, σκαμάγγι, τούφα.
σπαργανήθρα, η = βρεφικό μικρό χεράμι ή μικρή μαντανία, σπάργα­νο.
στημόνι, το = νήμα από μακρόινο μαλλί, στριφτό, λεπτό και ισόπαχο, για να περνά στο χτένι και στα μιτάρια και να μην κόβεται, σαν τεντωθεί, τοποθετείται δε κατά μήκος του αργαλειού κι ανάμεσα του πλέκεται λοξά το υφάδι.
σφοντύλι, το = στρογγυλό, ημισφαιρικό, συμμετρικό βαρίδι, με μια τρύπα στη μέση και στο επάνω μέρος μ' ένα μικρό τσιγκέλι (τσινί) ή μια εγκοπή (κόκα ή γκάγκα ή δοντιά ή θηλιά), για το στερέωμα του νήματος, που τοποθετείται στο κάτω μέρος του αδραχτιού, με σκοπό να επιταχαίνει την περιστροφή του, κατά το γνέσιμο.
σχοινολίταρο, το = σχοινί.
φέρμελη, η = ανδρικό πολυτελές γιλέκο από μάλλινο δίμιτο νήμα, έχει μανίκια ριγμένα στις πλάτες που φθάνουν παρακάτω από τη μέση, πισωγέλεκο.
χεράμι, το = υφαντό από πρόβιο μαλλί, ελαφριά κουβέρτα, που χρη­σιμοποιείται ως στρώμα και ως σκέπασμα, τσόλι.
χοντρομπουλίδι, το = χοντρό νήμα.
http://fthiotikos-tymfristos.blogspot.gr