*-*

Σάββατο, 9 Ιουλίου 2011

Ο ΑΡΓΑΛΕΙΟΣ ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΑ ΠΟΛΛΑΠΛΩΝ ΧΡΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ




Η χρήση του αργαλειού έχει τις ρίζες της από την Aρχαιότητα. Βασικός ο μύθος της ΑΡΑΧΝΗΣ κόρης του βαφέα Ίδμωνα από τον Κολοφώνα.

Η κόρη του η Αράχνη, φημιζόταν για την άριστη τέχνη της στην υφαντική. Αλλά είχε ένα ελλάτωμα, ήταν μία αδιόρθωτη υπερόπτης. Το ελλάτωμά της αυτό έγινε και η αιτία που απερίσκεπτα προκάλεσε την ίδια θεά Αθηνά να αναμετρηθούν!

Η Αθηνά μεταμορφώθηκε σε γριά και πλησιάζοντας την κοπέλα, την συμβούλεψε ότι ήταν ασέβεια αυτό που έκανε…

Όμως η Αράχνη δεν άκουσε τις συμβουλές της μεταμορφωμένης σε γριά Αθηνάς, και συνέχισε να προκαλεί την Θεά.

Η Αθηνά οργισμένη πήρε την κανονική μορφή της και έκτισε τον αργαλειό της στον ουρανό, ενώ η Αράχνη στη γη. Στο υφαντό της η Αθηνά ύφανε δύο θέματα κατά την μυθολογία…

Τον αγώνα της με τον Ποσειδώνα για την προστασία της πόλης της Αθήνας και στο άλλο, τους ανθρώπους να τιμωρούνται που είχαν τολμήσει να αναμετρηθούν με τους θεούς.

Η Αράχνη στο δικό της το υφαντό έφτιαξε σαν θέμα τους έρωτες του Δία και τα διάφορα “κουσούρια” των Θεών. Όμως αυτό που την εξόργισε υπερβολικά την Θεά Αθηνά ήταν όταν είδε τον Θεό Ύφαιστο να τον παριστάνει κουτσό και άσχημο. Θυμωμένη άρπαξε το υφαντό και το έσκισε με οργή, Έπειτα την μεταμορφωσε σε ένα περίεργο και ασχημο ζώο, με μακρυά ποδια και σώμα παράξενο την σημερινή αράχνη.

Και την καταράστικε να πλέκει στο σκοτάδι, σε βρώμικα, ανήλιαγα και σκονισμένα μέρη τον ιστό της.

Η Αθηνά στην αρχαιότητα προστάτευε την τέχνη την υφαντική, την ονόμαζαν “ΕΡΓΑΝΗ ΑΘΗΝΑ”.

Η Πηνελόπη ύφαινε την ημέρα και ξύφαινε την νύχτα για να ξεγελά με αυτόν τον τρόπο τους μνηστήρες της, ώστε να περιμένουν να τελειώσει το “ΔΙΑΣΙΔΙ” της.

Πόσα και πόσα όνειρα , δουλεύοντας τον αργαλειό με την βοήθεια του αχνοφέγγοντος λυχναριού, μοναχή η ανύπανδρη ή παντρεμένη κοπελιά, κάνει γλυκές σκέψεις για αντάμωμα, για φιλί, για στεφάνι, για αγκάλιασμα, για τον ερχομό του καλού της… ΕΓΩ ΤΟ ΨΑΔΙ ΘΑ ΓΕΝΩ, ΚΑΙ ΕΚΕΙΝΟΣ ΤΟ ΣΤΙΜΟΝΙ – ΠΟΥ ΝΑ ΜΠΛΕΧΤΕΙ ΜΕΣ’ ΤΟ ΠΑΝΙ, ΚΑΙ ΠΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΓΛΥΤΩΝΕΙ.

Σκιρτήματα ψυχής, ρομαντικές σκέψεις, κρυφοί καϋμοί, αναστεναγμοί και απογοητεύσεις…και όλα αυτά τα συναισθήματα σαν ξαλάφρωμα ψυχής τα συντροφεύει με λυπητερό ή χαρούμενο προσμονής τραγούδι:

ΤΑΚΟΥ – ΤΑΚΟΥ Ο ΑΡΓΑΛΕΙΟΣ ΜΟΥ – ΤΑΚΟΥ ΚΑΙ ΕΡΧΕΤΑΙ Ο ΚΑΛΟΣ ΜΟΥ.. και για τις ανύπαντρες:

ΤΑΚΟΥ ΚΑΙ ΣΕ ΛΙΓΟ ΦΤΑΝΕΙ, ΜΕ ΠΑΠΑ ΚΑΙ ΜΕ ΣΤΕΦΑΝΙ…Και οι νέοι περνόντας κάτω από τα παραθύρια των αγαπημένων τους τραγουδούσαν:

“ΠΕΡΑ -ΔΩΘΕ Ο ΑΡΓΑΛΕΙΟΣ ΣΟΥ, ΠΕΡΑ -ΔΩΘΕ ΟΙ ΣΑΪΤΕΣ / ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ΜΑΣ ΤΡΕΛΑΙΝΕΙ, ΚΑΙ ΤΑ ΛΟΓΙΚΑ ΜΑΣ ΠΑΙΡΝΕΙ / ΝΑΜΟΥΝΑ ΣΤΗΝ ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΣΟΥ, ΝΑ ΓΕΝΩ ΠΟΥΛΙ ΓΑΛΑΖΙΟ / ΝΑΡΘΩ ΠΑΛΙ ΣΤΙΣ ΣΑΪΤΕΣ, ΝΑ ΚΑΘΙΣΩ ΚΑΙ ΣΤΟ ΚΤΕΝΙ / ΝΑ ΚΑΘΙΣΩ ΣΤΑ ΜΙΤΑΡΙΑ, ΣΑΝ ΜΙΚΡΟ ΠΟΥΛΙ ΓΑΛΑΖΙΟ.”

Ο αργαλειός ήταν μία μικρή οικογενειακή βιοτεχνία, με πολλών ειδών παραγωγής ρουχισμού τόσο για τις οικογενειακές ανάγκες όσο και για τις αγροτικές.

Το ξεκίνημα γινόταν με το ΠΛΥΣΙΜΟ των μαλλιών και το στέγνωμά τους στον ήλιο ή στην σκιά αναλόγως. Εν συνεχεία ΞΑΣΙΜΟ του μαλιού ή του βαμβακιού, με την βοήθεια των “λαναριών” για να ξεμπλέξουν και να γίνουν αφράτα.

Μετά ακολουθούσε η βασικότερη εργασία το ΓΝΕΣΙΜΟ.

Με την βοήθεια της “ρόκας” και του “αδρακτιού”. Σε κάθε ρούγα όλες οι γυναίκες μικρές και μεγάλες, μαθαίνοντας τα νέα, κουτσομπολεύοντας και ανταλάσοντας συνταγές και γνώμες, δεν σταματούσαν γνέσιμο, έπρεπε να ετοιμάσουν τα απαραίτητα νήματα τις “κλώνες” του ιφαδιού. Για να φτιάξουν τις κλώνες πρώτα τοποθετούσαν το μαλί στην κορυφή της ρόκας το λεγόμενο “ΤΟΥΛΟΥΠΙΑΣΜΑ”.

Η ρόκα η λεγόμενη και “ΗΛΑΚΑΤΗ” κατασκευαζόταν από εύκαμπτο κλαδί π.χ. αγριλιάς ή λιγιάς ενός μέτρου περίπου και στην κορυφή σχημάτιζε κύκλο.

Για να γίνει το γνέμα η κλωστή του ιφαδιού χρειαζόταν το “ΑΔΡΑΚΤΙ” ή “Δρούγα”.

Ήταν ένα ραβδί τριάντα πόντους και στο κάτω μέρος είχε για βαρίδι το “ΣΦΟΔΙΛΙ”.

Όλες οι γυναίκες έπλεκαν με το αριστερό χέρι, την ρόκα την στερέωναν στην μέση τους, σάλιωναν τα δάκτυλά τους για να στρίβουν το μαλί ή το βαμβάκι ομοιόμορφα. Κάθε σπίτι είχε και ένα αργαλειό ή “ΛΑΚΟ” ‘οπως τον λέγανε, στο κατώϊ,στην σοφίτα ή στο παράσπιτο. Στο πλάϊ έστεκε η δρούγα και η ανέμη, ετοίμαζαν τα νήματα ή τα καρούλια για τις σαίτες για να υφάνουν τα πανιά.

Τα σπουδαιότερα εξαρτήματα του αργαλειού ήταν ο “ΣΚΕΛΕΤΟΣ” (ξύλινη κατασκευή).

Το πίσω “ΑΝΤΙ” εκεί τύλιγαν τις κλωστές το λεγόμενο “βιλάρι”. Το μπροστινό “ΑΝΤΙ” σε αυτό μαζευόταν το υφασμένο βιλάρι.

Τα αντιά ήταν χοντρά κυλινδρικά ξύλα που στην κεφαλή τους είχαν τρύπες για το τέντωμα του υφαντού. Άλλα εξαρτήματα ήταν τα “ΠΟΔΑΡΙΚΑ” που τα πατούσαν πότε το ένα και πότε το άλλο και περνούσε η “ΣΑΪΤΑ” με το “ΜΑΣΟΥΡΙ”.

Άλλο εξάρτημα ήταν το “ΧΤΕΝΙ” που έμπαινε στο “ΞΥΛΟΚΤΕΝΟ” και κτυπιέται το υφάδι. Επίσης τα “ΜΥΤΑΡΙΑ” που κρέμονται απότην οροφή του αργαλειού με σχοινιά περασμένα σε καρούλια, με την βοήθεια των ποδαριών κινούνται πότε επάνω και πότε κάτω, αφήνοντας κενά ανοίγματα για να περνάει η σαίτα με το μασούρι που είναι τυλιγμένη η κλωστή του υφαδιού. Με το πέταγμα της σαίτας η κλωστή ξετυλίγεται και το νήμα υφαίνεται.

Η υφάντρα καθεται στο σκαμνί της με το στήθος στηριγμένο στο μπροστινό αντί. τοποθετεί τα πόδια της στα ποδαρικά, πέρνει στο ένα χέρι της την σαίτα και με το άλλο δουλεύει το ξυλόκτενο.

Έτσι και ετοιμασθεί ο αργαλειός… τότε αρχίζει το κέντημα η υφάντρα την τέχνη της και το ταλέντο της…ο κόπος πολύς και η μοναξιά μεγάλη!!


ΤΑΚΟΥ – ΤΑΚΟΥ Ο ΑΡΓΑΛΕΙΟΣ ΜΟΥ…..


Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ , komianos.wordpress.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.

Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.
κεραμικός μαστραπάς
Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια