*-*

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

Ο Άρτος ημών, ο επιούσιος




- Πολλές είναι οι Παροιμίες του Λαού μας, πάμπολλες και ποικίλες οι θυμοσοφίες του, πού τις έπλασε στο διάβα του ριζωμένος βαθιά για χιλιάδες χρόνια σ΄ αυτόν τον Ευλογημένο τόπο.


Κατασταλάγματα εμπειριών, συμπυκνωμένης γνώσης και Σοφίας Ζωής, χωρίς απαραίτητες περγαμηνές, διπλώματα και μεταπτυχιακές σπουδές. Να μερικές πού σχετίζονται με το
*Ψωμί μας :
                                                      
 
- Η βιάση ψήνει το ψωμί, μα δεν το καλοψήνει.
- Απ' όλα τα μυρωδικά κάλιο μυρίζ' ο φούρνος.
- Χωρίς ψωμί, χωρίς κρασί, παγώνει κι η αγάπη.
- Τις μεγάλες Αποκριές τρώγουνε ψωμί κι ελιές.
- Όλα είναι υφάδια της κοιλιάς και το ψωμί στημόνι.
- Έλα καλέ μ' να φας ψωμί, έλα να γιοματίσεις.
- Καλή του ώρα αν τρώει ψωμί, καλή του κι αν πίνει
εμένα να συλλογιστεί και νηστικός να μείνει.
-Ζύμωνε κόρη μ', ζύμωνε τ' αφράτο παξιμάδι
το θέλει να ’ναι χάσικο ψιλοκοσκινισμένο
να είναι σαν εφτάζυμο μα και καλοψημένο.
- Όποιος δεν θέλει να ζυμώσει, πέντε μέρες κοσκινίζει.
- Όποιος ανακατεύεται με τα πίτυρα, τον τρών' οι κότες.
- Κρέμασε τα μούτρα του
σαν να του έφαγε ο γάιδαρος το ψωμί.
- Μαζί, γλυκό ψωμί δεν έφαγαν.
- Ο λόγος σου με χόρτασε και το ψωμί σου φάτο.
- Μα το ψωμί (όρκος)
- Ο νηστικός καρβέλια ονειρεύεται.
- Είπαμε το ψωμί - ψωμάκι.
- Δουλεύει για ένα κομμάτι ψωμί.
- Ο χορτάτος λέει ψωμί κι ο νηστικός ψωμάκι.
- Όταν λείπει το ψωμί, η μέρα φαίνεται διπλή.
- Μην τάζεις του Αγίου κερί και του παιδιού κουλούρι.
-Το ψωμί που τρως, ποτέ μην το πατάς.
- Ο Αλωνάρης αλωνίζει, σιτάρι το χωριό γεμίζει.
-Το ψωμί και το νερό κάνουν τον άνθρωπο γερό.
- Αυτή η δουλειά έχει ψωμί.
- Κερδίζω το ψωμί μου με τον ιδρώτα μου.
- Δεν έχει ψωμί να φάει.
- Λίγα είναι τα ψωμιά του.
-Το πουλάει για ένα καρβέλι ψωμί.
- Ότι έσπειρες θα θερίσεις.
- Ο χορτάτος τον νηστικό, δεν τον λυπάται.
-Το ψωμί της ξενιτιάς είναι πικρό.
-Ψωμί –Παιδεία- ΄Ελευθερία.
-Άμα χορτάσει ή ψείρα, βγαίνει στον γιακά.


- Έτσι, λοιπόν, πορεύεται o Λαός ή κάπως έτσι πορεύει τη ζήση του, σε πείσμα των όποιων κακοτοποίων. Αυτή τη Ζωή του κοντά στη Μάνα Φύση και στην πολυθρεύτρα Γη του που γνωρίζει (;) πολύ καλά πως: η γη ευ πάσχουσα, ευ ποιεί! (αν η γη ευεργετείται με την καλλιέργειά της, ευεργετεί τον άνθρωπο..) Και επειδή τώρα που φθίνουν οι οπώρες (Φθινόπωρο) με τα πρωτοβρόχια, άρχισε τούτον τον καιρό καί η σπορά γεννημάτων. Οι εναπομείναντες άξιοι τιμητές του κάμπου μας και οι ροζιασμένοι – ηλιοκαμένοι δουλευτές γεωργοί και ‘ξωμάχοι μας, σπέρνουν τα χωράφια τους με σιτηρά.


Από την εποχή του Ησιόδειου αρότρου μέχρι στις μέρες μας η διαδικασία ίδια, μία αέναος και απαράλλαχτη. Σπορά, θέρος, αλώνισμα, άλεσμα. Κι ύστερα τα άξια χέρια των Μανάδων και Γυναικών μας, θα κοσκινίσουν το αλεύρι, θα βάλουν μαγιά, θα το ζυμώσουν ζυμάρι στη σκαφίδα, θα το πλάσουν «πλαστά» και αφού ωριμάσει στην πινακωτή, θα το ψήσουν στους φούρνους, κατά την πατροπαράδοτη συνήθεια, θα γίνει ψωμί (άρτος) για να χορτάσει την πείνα μας!!!


Την πολυτιμότατη και αναγκαία αυτή αποστολή των Μανάδων μας, όμως, στα χρόνια μας, ανέλαβαν οι αρτοποιοί καί οι αρτεργάτες. Στις πόλεις πάντοτε, μα και στα χωριά τα τελευταία χρόνια…από τα άγρια μεσάνυχτα, κάθε νύχτα, όλο το χρόνο, ξενυχτούν, κουράζονται, ιδρώνουν και μετουσιώνουν τους κόπους τους σε ψωμί. Κόσκινα, ζυμωτήρια, πλάστες, ζυγοκοπτικά, στόφες (θάλαμοι ωριμάνσεως ζύμης), κλίβανοι (φούρνοι) όλα σε πλήρη εγρήγορση και ετοιμότητα, και μαζί τους οι ακούραστοι φιλότιμοι αρτεργάτες από νωρίς το πρωί, με τις τσίμπλες στα μάτια μας εμείς, αυτοί παρασκευάζουν χρόνια τώρα τα ψωμιά μας, τα κουλουράκια μας, τα βουτήματα μας, τα αρτοποιήματά μας!!!


Και επειδή «ουκ έπ’ άρτω ζήσεται μόνον Άνθρωπος» ώδε εστί η Σοφία, εσαεί: Για να φυτρώσει ο σπόρος του σιταριού (ΣΙΤΟΣ) χρειάζεται ΒΡΟΧΗ και γόνιμο ΕΥΦΟΡΟ ΕΔΑΦΟΣ (γη ευ πάσχουσα). Πρώτη ύλη Ζωής και Ύπαρξης ,ο ΣΙΤΟΣ > <ΙΣΤΟΣ λοιπόν, μα και για όλους τους Ζώντας Ιστούς (κυττάρων, ιστιοφόρων, κεραιών, ο ιστός της αράχνης, ο ιστός της σημαίας κλπ ). Και για του λόγου το αληθές: ΒΡΟΧΗ= 780, ΕΔΑΦΟΣ= 780, ΣΙΤΟΣ= 780, ΗΡΑ = 109, ΑΡΤΟΣ*= 671 (Λεξάριθμοι).Ο έχων νούν ψηφισάτω τούς Αριθμούς. Δήλα-δή ΒΡΟΧΗ + ΕΔΑΦΟΣ - ΉΡΑ = ΣΙΤΟΣ!!! Ο Αριθμός πίσω από κάθε Σοφία καί Αλήθεια!!!!.Τυχαίο; δεν νομίζω!


Έτσι, λοιπόν, ο μέγ-ιστος, ο άρ-ιστος, ο κάλλ-ιστος γεωργός, ο αρτοποιός γνωρίζει πως: Η μία και μοναδική η πρώτη τροφή του κάθε ανθρώπου, μετά τό μητρικό βύζαγμα, ο ΑΡΤΟΣ χρειάζεται καθαρό Σίτο, καθαρό γόνιμο έδαφος, βροχή και νά είναι απαλλαγμένος από το δηλητηριώδες ζιζάνιο την Ήρα! και από όλα τα υβριδικά (*΄Υβρις) ζιζάνια των καιρών και των ημερών μας.


-
*Άρτος: Αρτύω (υ>ο), διότι απαιτεί πολύωρη προπαρασκευή, εκτός και αν εκ του άρτ(ι)ος ως πλήρης τροφή, το ψωμί. (στάχυς : σίτος + έχω = σιτέχος > στάχυς ).

- *Σίτος:
(σείω, ει > ι), κατά το λίχνισμα σείεται συνεχώς, αλλά και τα στάχυα σείονται από τον άνεμο), το σιτάρι το κριθάρι ή φορβή, ο χόρτος, ο άρτος η τροφή.

-*΄Υβρις =
Πάσα αυθάδης βία πού πηγάζει από την υπερβολική δύναμη ή πάθος, ή αυθάδεια, ή αυθάδη αλαζονεία, ή προπέτεια. Η λέξις συναντάται στον Όμηρο:(Ο-329). Η ‘Υβρις ακολουθείται από τη βία, που και οι δύο «κατοικούν» στον σιδερένιο Ουρανό, δηλαδή, στον σκοτεινό και σκληρό τόπο, όπου οι υβριστές φαίνονται να έχουν πάνω και μέσα στα κεφάλια τους. Η ύβρις ακόμη αντιπαλεύεται την ευνομία. Ανθρώπινες πράξεις οι οποίες προσβάλλουν την «δίκην» και τό «νέμειν», δηλαδή το κοινόν συμφέρον καί την διανομήν κατ’ αξίαν των αγαθών, επειδή δι’ αυτών των ανθρωπίνων υβριστικών πράξεων, κλονίζεται η αρμονική ανάπτυξη στο κοινωνικό γίγνεσθαι, και αυτές ακόμη οι πράξεις ονομάζονται «ύβρις» (Ησίοδ. έργα και ημέραι στίχ. 252 – 255). ’Επομένως υβριστής είναι ο άνθρωπος ο βίαιος, ο θρασύς, ο αυθάδης, ο αλαζονικός, ο αχαλίνωτος, ο άρπαγας, ο άπληστος, ο ακόλαστος.-

Αρτάνη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.


Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.


Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια