*-*

Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2013

Τα υφαντά

Τα υφαντά ήταν δύο κατηγοριών: τα ράσινα, που ήταν χοντρά και γίνονταν με μαλλί (τρίχωμα των προβάτων), κοζιά (τρίχωμα των γιδιών) ή σπάρτο (φυτικές ίνες που τις έβγαζαν από τα κλωνιά του σπάρτου, με ειδική επεξεργασία) και τα πάνινα που γίνονταν με βαμβακερό νήμα (νέμα το έλεγαν).
kouverta_2
kouverta_1
Κουβέρτες. Υφασμένες με μαλλινες και βαμβακερές κλωστές, σε διάφορα σχέδια και χρώματα, χρησιμοπούνταν για σκέπασμα και στόλισμα


Ράσινα ήταν τα ρούχα που κοιμόνταν, (ματαράτσια, σαΐσματα, μαντανίες, κουβέρτες, προσκεφαλάδες), ρούχα που έστρωναν στο μπάτωμα ή κρέμαγαν στον τοίχο, (κιλίμια, κουρελούδες, πάντες), ρούχα που φορούσαν (κάπες, γιούρτες, ποδιές) και ρούχα που χρησιμοποιούσαν στις δουλειές τους (σακιά, τορβάδες, σακούλια, δισάκια και πα(γ)ιά).
kilimi kouverta_4
kilimi_4 kilimi_3

mataratsi_314_2 kourelou_2
Ματαράτσι. Το ύφαιναν με σπάρτο και το χρησιμοποιούσαν ως στρώμα (αφού το παραγέμιζαν με φλίτσια) ή και ως μεγάλο σακί Κουρελού. Την ύφαιναν με υλικό τα παλιά ρούχα. Τα έκοβαν σε λεπτές λουρίδες, τις οποίες έστριβαν και τις έκαναν σαν χοντρές κλωστές
Τα ράσινα ήταν κατά κανόνα ευκολότερα στην ύφανση, γιατί οι κλωστές ήταν πιο χοντρές και η μίτωση απλούστερη (εκτός από τις κουβέρτες, στις οποίες τα σχέδια που έκαναν, απαιτούσαν μίτωση αρκετά πολύπλοκη), έτσι η υφάντρα μπορούσε να βγάλει περισσότερα χεροπήχια την ημέρα. Το στιμόνι ήταν από μαλλί, όταν ύφαιναν μαντανίες, βαμβακερό ή λινό νήμα όταν ύφαιναν κουβέρτες ή στρίμα όταν ύφαιναν σαΐσματα, κουρελούδες, ματαράτσια κλπ). Το υφάδι δεν το πέρναγαν με σαΐτες αλλά με μασούρια ξύλινα, αρκετά μακρύτερα από αυτά πού χρησιμοποιούσαν στις σαΐτες.
sakouli_2 sakouli
Κεντητά ράσινα σακκούλια


andromida proskefalo_2
Ανδρομίδα. Συνήθως ήταν επιμήκης και εχρησιμοποιείτο για στρώσιμο ως χαλί Μαξιλάρι κεντητό
Με τα πάνινα υφαντά έφτιαχναν σεντόνια, μαξιλάρια και κυρίως τα ρούχα που φορούσαν (γυναικεία φορέματα και μεσοφόρια, ανδρικά πουκάμισα, παιδικά ρουχαλάκια). Μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια αγοραστά υφάσματα για ρούχα ήταν μόνο το ντρίλι, με το οποίο έραβαν τα παντελόνια των ανδρών και μερικές φορές το τσίτι για τα γιορτινά φορέματα των γυναικών. Όλα τα άλλα ρούχα που φορούσαν τα έραβαν με υφαντό ύφασμα. Έτσι το πάνινο ύφασμα που προοριζόταν για φορεσιές το έκαναν με όμορφα σχέδια και χρώματα. Για να προκύψει ένα όμορφο σχέδιο, έβαφαν και το στιμόνι και το υφάδι. Για να γίνουν οι επιμήκεις λωρίδες, ανάλογα με το σχέδιο που ήθελαν, έβαζαν ορισμένα ζευγάρια «κλωνές» από κάθε χρώμα στο στιμόνι, που πρόσεχαν στο διάσιμο, το άπλωμα και το μίτωμα να πηγαίνουν παράλληλα. Για τις εγκάρσιες λωρίδες έβαζαν ανάλογο αριθμό κλωστών στο υφάδι. Τα σεντόνια συνήθως τα έκαναν άσπρα, αλλά έκαναν και χρωματιστά μονόχρωμα.
yfasma_1 yfasma
Πάνινα υφάσματα


Οι καλές υφάντρες μπορούσαν να συντονίζουν τα χέρια και τα πόδια τους με εκπληκτική ταχύτητα. Όταν πατούσαν το ένα ποδαρικό και άνοιγε το στόμα του πανιού, εκσφενδόνιζαν με το ένα χέρι τη σαΐτα με τέτοια δύναμη ώστε να φθάσει στην άλλη άκρη του πανιού και με το ίδιο χέρι που ελευθερωνόταν, έπιαναν το ξυλόχτενο από την κορυφή. Μόλις η σαΐτα έβγαινε από το στόμα του πανιού, την περίμενε το άλλο χέρι που την έπιανε και ταυτόχρονα το πρώτο χέρι βάραγε δυο φορές το ξυλόχτενο για να πιέσει ην κλωστή στο ύφασμα. Την ίδια στιγμή το άλλο πόδι είχε πατήσει το άλλο ποδαρικό και είχε ανοίξει το άλλο στόμα (οι κάτω κλωστές ανέβαιναν επάνω και αντιστρόφως), μέσα στο οποίο, το χέρι που κράταγε τη σαΐτα την εκσφενδόνιζε στην αντίθετη κατεύθυνση, για να επαναληφθεί η ίδια σειρά και πάλι και πάλι, χιλιάδες φορές, ώσπου να τελειώσει το ύφασμα. Για τις κουβέρτες που είχαν σχέδια χρειαζόταν περισσότερα ζευγάρια μιτάρια και ποδαρικά. Κάθε ζευγάρι μιτάρια ήταν κρεμασμένο στα ίδια τσιποκλείδαρα και άνοιγε ένα στόμα.
http://www.servou.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.

Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.
κεραμικός μαστραπάς
Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια