*-*

Τρίτη, 3 Μαρτίου 2015

ΤΑ ΧΕΛΙΔΟΝΙΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΑΡΤΙΟΥ

                   



Ο ΕΡΧΟΜΟΣ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ


  xelidonismataΠανάρχαιο  Ελληνικό έθιμο, ζωντανό μέχρι σήμερα σε αρκετά χωριά του Νομού Σερρών.
Τα χελιδονίσματα είναι γνωστά σε όλο το νομό Σερρών. Οι Λαογράφοι τα συνδέουν με τα Αρχαία χελιδονίσματα. Το τραγούδι, μάλιστα, ξεκινάει με τον ίδιο στίχο:

«ήλθε ήλθε χελιδών καλάς ώρας άγουσα, καλούς ενιαυτούς, επί  γαστέρα λευκά, επί νώτα μέλαινα άνοιγ άνοιγε ταν θύραν χεριδόνει, ού γάρ γέροντες έσμεν αλλά παιδιά.» {Κλεόβουλος ο Λίνδιος}

Το έθιμο πέρασε στους Βυζαντινούς χρόνους, διασώθηκε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπως περιγράφει η Άννα Τριανταφυλλίδου στα Μακεδονικά ηθογραφήματα «Άλλοι καιροί» στην πόλη των Σερρών και έφτασαν στις μέρες μας.
Το πρωί της 1ης Μαρτίου τα παιδιά (αγόρια και κορίτσια),κρατώντας ένα ξύλινο ομοίωμα της χελιδόνας πλημμυρίζουν τους δρόμους τραγουδώντας: «Χελιδόνα έρχεται απ’την Μαύρη θάλασσα….» και μοιράζουν τους γνωστούς «Mάρτηδες» (στριφτό νήμα από κόκκινη και άσπρη κλωστή) για να μη μας «πιάνει» ο Μάρτης. Που σημαίνει ότι οι αχτίδες του Μαρτιάτικου ήλιου είναι τόσο καυτές που κινδυνεύουμε να μαυρίσουμε. Και δεδομένου στην παράδοση ότι οι γυναίκες έπρεπε να είναι «αφράτες» και «άσπρες» σαν το γάλα, έπρεπε να φυλαχθούν.
Η συνήθεια να δένουμε στο χέρι μας την ασπροκόκκινη κλωστή «για να μη μας κάψει ο Μάρτης», οι λαογράφοι την συνδέουν με την «κρόκη» που οι μύστες των Ελευσίνιων Μυστηρίων έδεναν στο πόδι ή στο χέρι τους.
Τον «Μάρτη»τον βγάζουμε από το χέρι μας, όταν δούμε το πρώτο χελιδόνι ή πελαργό, τον βάζουμε κάτω από μία πέτρα κάνοντας συγχρόνως και μία ευχή ή πάλι τον κρεμάμε στον φράχτη της αυλής, να τον πάρουν τα χελιδόνια και να χτίσουν τη φωλιά τους.

πηγή 
τό βίντεο από εδώ
Η Αρχαία Ελλάδα καλά κρατεί. Το τέλος του Χειμώνα και τον ερχομό των χελιδονιών γιόρταζαν τα πα

Copy and WIN : http://bit.ly/copynwin
Τον μήνα Μάρτη - Βαδράμιο εορτή της Ρόδου σε άγνωστη ημέρα του τοπικού μήνα γινόταν τα "Χελιδόνεια" για την υποδοχή της άνοιξης και των χελιδονιών, της οποίας η ίδρυση αποδίδεται στον Λίνδιο Κλεόβουλο. Μικρά παιδιά τριγυρνούσαν από πόρτα σε πόρτα και ζητούσαν χρήματα και σύμφωνα με τον Αθηναίο, χρονολογείται στον -6ο αιώνα. Ο Αθηναίος σημειώνει ότι το χελιδονίζειν ήταν για τους Ροδίτες, ένα είδος αγερμού (συλλογή χρημάτων, όπως στα σύγχρονα κάλαντα) και διασώζει ένα τέτοιο τραγούδι μνημονευόμενο από τον Θέογνι στο δεύτερο βιβλίο του “Περί θυσιών” στη Ρόδο. Τραγουδώντας μικρά άσματα αντίστοιχα με τα σημερινά κάλαντα Τα χελιδόνεια, Παλάθαν συ προκύκλει........... Φέρε σύκα αρμαθιασμένα εκ πίονος οίκου .........................απ' το πλούσιο το σπίτι οίνου τε δέπαστρον ..................ένα κύπελλο κρασί τυρού τε κανίστρου. .................και καλάθι με τυρί. που κατά την Ελληνιστική περίοδο διαδόθηκαν στον Ελληνικό κόσμο, επέζησαν έως τον 10ο αιώνα, οπότε και απαγορεύθηκαν από την "εν Τρούλλω" 6η Οικουμενική σύνοδο +939 ως κατάλοιπο του Ελληνικού εθνισμού. ΗΛΘ΄ ΗΛΘΕ ΧΕΛΙΔΩΝ, ΚΑΛΑΣ ΩΡΑΣ ΑΓΟΥΣΑ ΚΑΙ ΚΑΛΟΥΣ ΕΝΙΑΥΤΟΥΣ, ΕΠΙ ΓΑΣΤΕΡΙ ΛΕΥΚΑ, ΕΠΙ ΝΩΤΑ ΜΕΛΑΙΝΑ, ΑΝΟΙΓ ΆΝΟΙΓΕ ΤΑΝ ΘΥΡΑΝ ΧΕΛΙΔΟΝΕΙ, ΟΥ ΓΑΡ ΓΕΡΟΝΤΕΣ ΕΣΜΕΝ ΑΛΛΑ ΠΑΙΔΙΑ {Κλεόβουλος ο Λίνδιος}. Υπάρχει μάλιστα κι ένας συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο Αρχαίο και σύγχρονο χελιδόνισμα, που κατέγραψε τον 12ο αιώνα ο Γάλλος κληρικός Benoit όταν άκουσε να το τραγουδούν Έλληνες μαθητές στο Collegio Greco στη Ρώμη. Οι στίχοι που κατέγραψε ο Benoit (στο βιβλίο του Liber Politicus) έχουν εντυπωσιακή ομοιότητα με τα σημερινά χελιδονίσματα. Επιπλέον, μάλιστα και το φιλοδώρημα που ζητούν οι καλαντιστές παραμένει το ίδιο από την Αρχαιότητα !

Copy and WIN : http://bit.ly/copynwin

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.


Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.


Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια