*-*

Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

"Του άι-Γιαννιού, του Λιοτροπιού, του Λαμπαδάρη, του Φανιστή, του Κλήδονα"

Φωτιές Κλήδονα

Θερινό Ηλιοτρόπιο - Οι φωτιές του Άι Γιάννη - Κλήδονας

"Του άι-Γιαννιού, του Λιοτροπιού, του Λαμπαδάρη, του Φανιστή, του Κλήδονα"
"Άι-Γιάννης ο Κλήδονας ή Ριζικάρης ή Αϊ-Ριγογιάννης"
Στις 24 του μηνός στην ακμή του θέρους ο ήλιος τρέπεται στον αστερισμό του Καρκίνου και η μέρα αρχίζει να μικραίνει. Οι θερινές αλλαγές του ήλιου, είναι μια ση-μαντική, αλλά μερικές φορές κι επικίνδυνη αλλαγή του χρόνου, κυρίως για τους γεωργούς. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο ορισμένες συνήθειες των αρχαίων, σχετικές με το θερινό ηλιοστάσιο ή ηλιοτρόπιο, διατηρήθηκαν μέχρι σήμερα. Όσα αρχαία έθιμα ανάγονται στις θερινές τροπές του ηλίου συνδέθηκαν με το Γενέθλιον του Ιωάννου του Πρόδρομου (24 Ιουνίου). Η συσχέτιση δεν έγινε χωρίς λόγο. Κατά τον ευαγγελιστή Λουκά (1,26-36) ο Ιωάννης ο Πρόδρομος ήταν έξι μήνες μεγαλύτερος από τον Ιησού. Αφού λοιπόν η γέννηση του Χριστού ορίστηκε από την εκκλησία στις 25 Δεκεμβρίου, δηλαδή κατά τις χειμερινές τροπές του ηλίου, επόμενο ήταν το Γενέθλιον του Ιωάννου του Προδρόμου να συμπέσει με την 24 Ιουνίου, δηλαδή κατά τις θερινές τροπές του ηλίου.

Χαρακτηριστικό έθιμο της γιορτής είναι, οι φωτιές τ'Αϊ-Γιαννιού που άναβαν στα τρίστρατα , στις 23 Ιουνίου το βράδυ. Μία ή τρεις φωτιές ή κάψαλα ή φανούς άναβαν με καλαμιές ή παλιοκοφίνια, σε όλους τους μαχαλάδες, προσπαθώντας ο κάθε ένας να ανάψει την μεγαλύτερη φωτιά, πάνω από τις οποίες πηδάνε όλοι οι κάτοικοι του χωριού. Πάνω στις φωτιές ρίχνουν και τα στεφάνια της Πρωτομαγιάς ή το στεφάνι του Άϊ-Γιάννη της περασμένης χρονιάς. Άναβουν ακόμα τα κλαδιά, τις αστιβές και τα πλατανόκλαδα που χρησιμοποιούσαν στ αγόρια( μεταξοσκώληκες), ενώ τη στάχτη τη μεταχειρίζονται για αποτρεπτικούς και μαντευτικούς σκοπούς. Κρατώντας μια πέτρα πάνω από το κεφάλι τους πηδάνε με γέλια και φωνές πάνω από τις φλόγες τρείς φορές.
Οι φωτιές που θ'αναφτούν στα χωριά μας θα είναι ένας δεσμός του σήμερα με το χθες.  . Ανάβοντας μια μικρή φωτιά συνδέεσαι με τους αιώνες που πέρασαν,  καθώς και με πολλούς άλλους λαούς, που  ανάβουν τη φωτιά  και χαίρονται  το θέαμα και το συμβολισμό της.

Ο Κλήδονας

Σε μια τόσο σημαντική καμπή του χρόνου, που συμπίπτει με τη θερινή τροπή του ήλιου, η δύναμη του οποίου φανερώνει κυρίως τα μελλούμενα, φυσικό είναι και ο άνθρωπος να θέλει  να ρίξει ένα βλέμμα στο μέλλον. Είναι λοιπόν πάρα πολλές οι μαντείες της παραμονής και της 24ης Ιουνίου. Ο λαός μάλιστα πιστεύει, ότι ο αϊ-Γιάννης φέρνει τύχες. Για αυτό έπρεπε από την παραμονή να ξεσκονίσουν, να σφουγγαρίσουν, και να περιμένουν "τις τύχεις" Και επειδή ο συνηθέστερος τρόπος, με τον οποίο ο Άγιος φανερώνει το ριζικό, δηλαδή την τύχη του κάθε ανθρώπου, είναι ο κλήδονας, ονομάζεται και άι-Γιάννης ο Κλήδονας ή Ριζικάρης.
Το έθιμο του κλήδονα, είναι μια λαϊκή μαντική διαδικασία, από τις πιο τελετουργικές όλων των παραδόσεων του τόπου μας, σύμφωνα με το οποίο αποκαλύπτεται στις άγαμες κοπέλες η ταυτότητα του μελλοντικού τους συζύγου, και έχει τις ρίζες του στην αρχαιότητα. Η αναφορά στην Πυθία είναι έκδηλη, ενώ η ίδια η λέξη υπάρχει από την εποχή του Ομήρου: κληδών σημαίνει πράξεις ή λέξεις τυχαίες και ασυνάρτητες, που ακούγονταν κατά τη διάρκεια μαντικών τελετών και στις οποίες αποδίδονταν προφητική σημασία.
Η πρώτη γραπτή περιγραφή του εθίμου ανέρχεται στους βυζαντινούς χρόνους.

Παραμονή Αϊ-Γιαννιού

 
Την παραμονή του Αϊ-Γιαννιού, οι ανύπανδρες κοπέλες μαζεύονται σε ένα από τα σπίτια του χωριού, όπου αναθέτουν σε κάποιο  αγνό πρωτότοκο κορίτσι, συνήθως σε μια "Μαρία" (στη Θράκη ο ρόλος αυτός δίνεται στην ονομαζόμενη "Καλλινίτσα"), της οποίας και οι δύο γονείς να είναι  ζωντανοί και πρωτοστεφάνωτοι, να φέρει από την πηγή με ολοκαίνουργιο κουμάρι ή να ανασύρει από το πηγάδι το "αμίλητο νερό".
   Η κοπέλα και η συνοδεία της πρέπει να ολοκληρώσουν την αποστολή αυτή, τηρώντας απόλυτη σιωπή, για να μη χάσει το νερό την μαντική του δύναμη. Στα νησιά, το αμίλητο νερό είναι συχνά θαλάσσιο, οπότε και πρέπει να συλλεχθεί από σαράντα κύματα. Τη μικρή Πυθία την στολίζουν με λουλούδια και της δένουν τα μάτια με κόκκινο μαντήλι. Επιστρέφοντας στο σπίτι, το νερό αδειάζεται σε πήλινο -ως επί το πλείστον- δοχείο γραγούδα ή τσουκάλι. Μετά από κει παίρνουν βόλτα τα σπίτια της γειτονιάς κι η κάθε κοπέλα ρίχνει μέσα διάφορα μικροαντικείμενα «σημάδια» τα λεγόμενα ριζικάρια, που το καθένα χαρακτήριζε τον κάτοχό του, δηλαδή κουμπιά, δαχτυλίδια, παραμάνες, αγκράφες σκουλαρίκια, χάντρες, δαχτυλήθρες, καρφιά, σουγιάδες. Συνήθως, πρόκειται για κάποιο προσωπικό αντικείμενο, συχνά μάλιστα πολύτιμο.

«Κλειδώνουμε τον κλήδονα με τ' Άι Γιαννιού τη χάρη,
κι όποια έχει ριζικό να δώσει να το πάρει».

Στη συνέχεια, το δοχείο σκεπάζεται με κόκκινο σταμπωτό ύφασμα και το οποίο δένεται γερά με ένα κορδόνι ("κλειδώνεται" παρετυμολογία του κλήδονα που εξηγεί το γεγονός ότι σε μερικά μέρη της Ελλάδας τοποθετείται λουκέτο στο κορδόνι) και τοποθετείται κάτω από μια τριανταφυλλιά στον ξάστερο ουρανό. Εκεί παραμένει όλη τη νύχτα υπό το φως των άστρων, για να "ξαστριστεί". Οι κοπέλες επιστρέφουν ύστερα στα σπίτια τους. Λέγεται ότι τη νύχτα αυτή θα δουν στα όνειρά τους τον άντρα που θα παντρευτούν.

Ανήμερα του Αϊ-Γιαννιού

Ανήμερα του Αϊ-Γιαννιού, αλλά πριν βγει ο ήλιος - ώστε να μην εξουδετερωθεί η μαγική επιρροή των άστρων -, η  νεαρή της προηγουμένης φέρνει μέσα στο σπίτι το δοχείο (αγγείο). 
Το απόγευμα, μαζεύονται πάλι οι ανύπανδρες κοπέλες και ανοίγεται με τραγούδια ο κλήδωνας.

«Ανοίγουμε τον κλήδονα με τα΄ Άι Γιαννιού τη χάρη,
κι όποια έχει ριζικό σήμερα να το πάρει».

«Ανοίξετε τον κλήδονα στ' Άι Γιαννιού τη χάρη,
κι όποια ναι καλορίζικη νάρθει για να το πάρει».

Αυτήν τη φορά όμως στην ομήγυρη μπορούν να συμμετέχουν και παντρεμένες γυναίκες, συγγενείς και γείτονες και των δύο φύλων, καλεσμένοι για να παίξουν το ρόλο μαρτύρων της μαντικής διαδικασίας.
Καθισμένη στο κέντρο της συντροφιάς, «η κληδονάρισσα» που είναι μια μεσόκοπη γυναίκα, ανασύρει ένα ένα από το αγγείο τα αντικείμενα, που αντιστοιχούν στο "ριζικό" κάθε κοπέλας, απαγγέλλοντας ταυτόχρονα δίστιχα, είτε όπως τα θυμάται, είτε από συλλογή τραγουδιών ή ακόμη από ημεροδείκτες. Το δίστιχο που αντιστοιχεί στο αντικείμενο της κάθε κοπέλας θεωρείται ότι προμηνύει το μέλλον της. Πολλές φορές με την αφή καταλάβαινε ποιο ήταν το αντικείμενο πούπιανε στο χέρι της και τότε αναλογα με την περίπτωση έλεγε ένα επιτυχημένο τετράστιχο και μετά ο κλήδονας σχολιάζονταν στις γειτονιές. Όλα αυτά χωρίς ιδιαίτερη σημασία, γιαυτό και λέμε ακόμα «αυτά τα λεν στου κλήδουνα».
Τα ριζικάρια κάποτε τελειώνουν και καθώς βασιλεύει ο ήλιος κάθε κοπέλα γεμίζει «μπουκώνει» το στόμα της με μια γουλιά αμίλητο νερό,και ξεκινάει για το σπίτι της ή κάνει μια βόλτα και περιμένει μέχρι ν' ακούσει το πρώτο ανδρικό όνομα. Αυτό πιστεύεται πως θα είναι και το όνομα του άνδρα που θα παντρευτεί .

Τα τετράστιχα είναι ερωτικά, χιουμοριστικά, σατιρικά και πικάντικα κάποτε. Προκαλούν το γέλιο.

Άλλες συνήθειες των ημερών αυτών, είναι

Η συλλογή λουλουδιών, των λεγομένων "αγιάννηδων".

Το κρέμασμα μπουκέτου ή στεφάνου στα σπίτια.

Τα παιδιά χορεύοντας και τραγουδώντας, κρατούν λουλούδια ("καλογιάννηδες") κι ένα δοχείο νερό και ρίχνουν νερό στα καλύβια,

Την έναρξη των μπάνιων στη θάλασσα,

Τη συγκομιδή ρίγανης (άι-Γιάννης Ριγανάς) κι άλλα πολλά κι ενδιαφέροντα, αλλά, δυστυχώς, ξεχασμένα.

Πηγές:

ΤΑ ΚΑΛΛΟΝΙΑΤΙΚΑ [Περιδοδικό]

Φιρίκι [Blog] 

Asxetos.gr [Portal]

2 σχόλια:

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.

Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.
κεραμικός μαστραπάς
Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια