*-*

Πέμπτη, 10 Ιουνίου 2010

ΥΦΑΝΤΙΚΗ


ΥΦΑΝΤΙΚΗ
Η υφαντική είναι από τις πρώτες τέχνες στην ιστορία του ανθρώπου. Τα ευρήματα των ανασκαφών μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η υφαντική είναι γνωστή από τα προϊστορικά χρόνια σε όλους τους γνωστούς πολιτισμούς της Μεσογείου, της Κεντρικής Ασίας, της Ινδίας, της ʼπω Ανατολής.

Με τη δημιουργία του υφάσματος ο άνθρωπος καλύπτει βασικές ανάγκες του: προστατεύεται από το κρύο, αλλά και στολίζει το σώμα του και το χώρο όπου κατοικεί, καθώς η υφαντική, πέρα από τη χρησιμότητά της, είναι η κύρια τεχνική με την οποία ο άνθρωπος έδωσε έκφραση στο καλλιτεχνικό του συναίσθημα.

Όπως στα αρχαία χρόνια, έτσι και στη νεότερη Ελλάδα, οι γυναίκες υφαίνουν γιατί πρέπει να ετοιμάσουν όλα τα απαραίτητα στην οικογένεια: υφάσματα για τις φορεσιές, υφαντά για τις ανάγκες του σπιτιού, όπως σεντόνια, μαξιλάρια, βελέντζες, κιλίμια, κουρτίνες, προσόψια, τραπεζομάντιλα κ.λ.π., αλλά και υφαντά απαραίτητα για τις καθημερινές ασχολίες, όπως σακιά για τη μεταφορά προϊόντων, τσαντίλες για το στράγγισμα του τυριού, λαδοσάκια για τα ελαιοτριβεία κ.λ.π.

Όπως στα αρχαία χρόνια, έτσι και στη νεότερη Ελλάδα, η υφαντική κατέλαβε ξεχωριστή θέση ανάμεσα στους κλάδους της ελληνικής λαϊκής τέχνης, ενώ η διαδικασία και τα όργανα της ετοιμασίας της κλωστής και του πανιού πήραν μεταφυσικές προεκτάσεις και συνδέθηκαν με διάφορες λαϊκές μαγικο-θρησκευτικές πρακτικές και δοξασίες.

Η μεγαλύτερη άνθηση της ελληνικής υφαντικής συμπίπτει με την εποχή της γενικής αναγέννησης του Ελληνισμού και καλύπτει τον 18ο και 19ο αιώνα. Τέχνη ανέκαθεν γυναικεία και οικιακή, η υφαντική εξελίσσεται κατά την εποχή αυτή και σε οργανωμένη ανδρική βιοτεχνία, που δεν περιορίζεται μόνο στην εξυπηρέτηση των σπιτικών αναγκών αλλά ανταποκρίνεται και σε πλατιές εμπορευματικές και εξαγωγικές απαιτήσεις.

Τα υφαντά αυτά κατασκευάζονται στα εργαστήρια -όπου εργάζονται κυρίως άντρες- κάτω από την καθοδήγηση συντεχνιών. Οι συντεχνίες συντονίζουν και οργανώνουν την παραγωγή μιας ολόκληρης περιοχής και είναι υπεύθυνες για τη διάθεση της εγχώριας παραγωγής στο εξωτερικό.

Στη Θράκη η περίφημη συντεχνία των αμπατζήδων της Φιλιππούπολης διοχέτευε στο εξωτερικό εμπόριο όλη την εγχώρια παραγωγή του αμπά (χοντρό μάλλινο ύφασμα) Από τις αρχές του 19ου αιώνα, οι μεγαλέμποροι των υφαντών ιδρύουν εμπορικές εταιρείες με αντιπροσώπους σε πολλά μέρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στη Βιέννη, τη Βενετία, την Τεργέστη, και σε άλλα κέντρα του διεθνούς εμπορίου της εποχής.

Συμφωνητικά και έγγραφες παραγγελίες του μακρινού αυτού καιρού δείχνουν την έκταση της εργαστηριακής υφαντικής παραγωγής στην Ελλάδα του 18ου και 19ου αιώνα.

Σε ολόκληρη σχεδόν τη χώρα, από τη Θεσσαλία, την Ήπειρο, τη Μακεδονία και τη Θράκη και από τα Επτάνησα ως τα νησιά του Αιγαίου (Κύπρο, Χίο, Μυτιλήνη) και την Κρήτη, κατασκευάζονταν υφαντά με όλα τα υλικά (μάλλινα, λινά, βαμβακερά, μεταξωτά, ακόμη και χρυσοΰφαντα) που γίνονταν ανάρπαστα όχι μόνο στα αστικά κέντρα της Ελλάδας αλλά και στις αγορές της Δύσης και της Ανατολής.

Τα έργα της υφαντικής διακρίνονταν κυρίως για τους χρωματικούς συνδυασμούς τους και τον πλούτο των διακοσμητικών θεμάτων. Τα χρώματα, βαμμένα με φυτικές χρωστικές ουσίες (ρίζες, φύλλα, καρποί φυτών κ.ά.) έδιναν στα ελληνικά υφαντά αρμονικές συνθέσεις. Απαραίτητο εξάρτημα για την ύφανση των κάθε λογής υφαντών, που δεν έλειπε από κανένα σπίτι, ήταν ο ξύλινος αργαλειός.

Στον ελλαδικό χώρο οι ξύλινοι αργαλειοί, διακρινόταν σε τρεις τύπους : τον όρθιο, τον πλαγιαστό και τον αργαλειό του λάκκου. Από άποψη τεχνικής, τα πιο διαδομένα υφαντά ήταν τα κιλίμια, οι φλοκάτες, τα σκουλάτα, τα δίμιτα κ.ά.

Οι τεχνικές και οι αισθητικές παραλλαγές που απαντούν στα διάκοσμα υφαντά της γυναικείας χειροτεχνίας στην Ελλάδα είναι πολλές. Κάθε περιοχή ακολουθώντας την ιδιαίτερη καλλιτεχνική της αντίληψη, δημιουργεί τη δική της ξεχωριστή παράδοση.

Ωστόσο, το τοπικό χρώμα συχνά νοθεύεται ή και πλουτίζεται με στοιχεία που μεταφέρουν οι επιγαμίες, οι μετακινήσεις, οι εμπορικές συναλλαγές αλλά και οι ξένες επιρροές, ανατολικές και δυτικές, που αφομοιωμένες και αναπλασμένες χαρακτηρίζουν την ελληνική λαϊκή τέχνη στο σύνολό της.

Τα κίνητρα της διάκοσμης οικιακής υφαντικής είναι κυρίως η κατασκευή της φορεσιάς και ο πρακτικός και διακοσμητικός εξοπλισμός του σπιτιού.

Έτσι τα έργα της επηρεάζονται άμεσα από τις ενδυματολογικές ποικιλίες, την κοινωνική οργάνωση, το κλίμα και τη διαμόρφωση των εσωτερικών χώρων της λαϊκής αρχιτεκτονικής του κάθε τόπου. Από τα περισσότερα και πιο εντυπωσιακά έργα της νεοελληνικής υφαντικής, απόλυτα δεμένα -όπως τα έργα της κεντητικής- με την εσωτερική διαμόρφωση του βορειοελλαδίτικου ή του αιγαιοπελαγίτικου σπιτιού, είναι τα πολύμορφα και πολυώνυμα χράμια, καρπέτες, τζακόπανα, μπάντες για τον τοίχο, βελέντζες κ.ά. που στολίζουν τους εσωτερικούς χώρους.

Από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα υφαντών με ενυφασμένο γεωμετρικό διάκοσμο είναι οι καρπέτες της Λευκάδας, πολύχρωμες, με ζωηρούς χρωματισμούς. Αντίθεση στην ευφρόσυνη πολυχρωμία της λευκαδίτικης υφαντικής αποτελούν τα αυστηρότερα, με μαύρο συνήθως βάθος και μικρά στυλιζαρισμένα φυτικά και ζωικά μοτίβα στα υφαντά του Μετσόβου.

Οι Σαρακατσάνοι -νομάδες κτηνοτρόφοι- διαμορφώνουν μια ξεχωριστή υφαντική παράδοση. Τα Σαρακατσάνικα υφαντά, χαρακτηρίζονται από το μαύρο χρώμα του βάθους, διακοσμημένο με λευκά ή πολύχρωμα (συνήθως, κόκκινα, πράσινα, και γαλάζια) διακοσμητικά μοτίβα. Ανάμεσα σ αυτά κυριαρχούν το μοτίβο του σταυρού, του δικέφαλου αετού κ.ά.

Οι λεπτοϋφασμένες, βαμβακερές ή μεταξωτές, στυλομαντήλες της Καρπάθου, εκφράζουν άμεσα τη σχέση ανάμεσα στην υφαντική και την αρχιτεκτονική.

Μακρόστενο υφαντό, η στυλομαντήλα, χρησιμοποιείται για να στολίσει τον κεντρικό στύλο του καρπάθικου σπιτιού. Η δομική θέση του στύλου και οι λατρευτικές τελετουργικές προσφορές που του αποδίδονται κάθε πρώτη του χρόνου και οι οποίες ταυτίζουν τον στύλο με την πατριαρχική ιεραρχία, αποδίδοντας του ταυτόχρονα συμβολισμούς γονιμικής λατρείας, τονίζουν την σπουδαιότητα των πολύχρωμων αυτών υφαντών της Καρπάθου.

Τα ωραιότερα ωστόσο δείγματα της νεοελληνικής υφαντικής είναι οι κόκκινες πατανίες της Κρήτης, με την τοιχογραφική αντίληψη της ενυφασμένης διακόσμησης στις στενές πλευρές τους.

Τρίφυλλα κλινοσκεπάσματα οι κρητικές πατανίες στόλιζαν επιδεικτικά, την ημέρα του γάμου, τους τοίχους του σπιτιού της νύφης. Τα ωραιότερα δείγματα της υφαντικής αυτής προέρχονται από τα χωριά Κισσάμου της Δυτικής Κρήτης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.

Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.
κεραμικός μαστραπάς
Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια