Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2011

Η ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΤΟΥ ΚΑΠΝΟΥ

Η καλλιέργεια του καπνού, ήταν πολύ διαδεδομένη στην περιοχή της Ξάνθης. Η πολύ αρωματική ποικιλία του καπνού «μπασμάς», υπήρξε και είναι ακόμη και σήμερα περιζήτητη από τις καπνοβιομηχανίες ώστε να αρωματίσουν τα χαρμάνια τους. Έτσι η καλλιέργεια του μπασμά, αποτέλεσε τη βασική ενασχόληση των κατοίκων και βοήθησε σημαντικά στην επιβίωση και στην ανάπτυξη του χωριού. Τα χρήματα από την πώληση του καπνού, τους εξασφάλιζαν όλα τα είδη πρώτης ανάγκης ή και τη δυνατότητα να αγοράσουν επιπλέον ζώα και χωράφια. Δυστυχώς όμως αυτά τα χρήματα έβγαιναν με πάρα πολύ κόπο και με τη συμμετοχή στην παραγωγική διαδικασία, ολόκληρης της οικογένειας από τα μικρά παιδιά μέχρι και τους ηλικιωμένους. Τα μέσα καλλιέργειας και επεξεργασίας ήταν πρωτόγονα και η κοπιαστική ενασχόληση με τον καπνό διαρκούσε όλο το χρόνο.


Αρχικά, στο τελευταίο δεκαήμερο του Μαρτίου έσπερναν το σπόρο του καπνού σε ειδικά διαμορφωμένο έδαφος, ώστε να γίνουν τα φυτά. Η φροντίδα των φυτών έτσι ώστε να γίνουν κατάλληλα για τη μεταφύτευσή τους, ήταν καθημερινή με πότισμα και ξεβοτάνισμα. Απαιτούσε πολύ προσοχή και κόπο, η σωστή διαμόρφωση του εδάφους και η φροντίδα των φυτών, έτσι ώστε να μη σαπίσουν και να φτάσουν στο κατάλληλο μέγεθος.




Παράλληλα, προετοιμαζόταν το καπνοχώραφο. Το χώμα έπρεπε να είναι πολύ αφράτο και για να γίνει αυτό, απαιτούνταν όργωμα (που γινόταν με τα ζευγάρια και το αλέτρι) αρκετές φορές από το φθινόπωρο μέχρι την άνοιξη. Πριν γίνει η μεταφύτευση, οργωνόταν πάλι και μετά γινόταν το «σβάρνισμα», με τα ζώα και τη σβάρνα, που κατασκεύαζαν με ξύλα και κλαδιά, η οποία έσιαζε το χώμα. Πάνω στη σβάρνα χρειαζόταν να ανέβει ο αγρότης και πολλές φορές και κάποιο από τα παιδιά του για να έχουν το απαραίτητο βάρος ώστε να πατηθεί καλά το χώμα. Αυτό ήταν και το μόνο στάδιο που απολάμβαναν τα παιδιά, που το έβλεπαν σαν παιχνίδι και το διασκέδαζαν όταν τους έσερναν μέσα στο χωράφι τα ζώα. Βλέπετε τότε ούτε παιχνίδια, ούτε ποδήλατα υπήρχαν για να παίξουν τα παιδιά και ότι δεν ήταν κοπιαστικό το είχαμε για παιχνίδι.

Αμέσως μετά το πανηγύρι της εκκλησίας μας στις 21 Μαΐου, συνήθως άρχιζε η φυτεία. Ξεκινούσαν νωρίς το πρωί και αφού πότιζαν τα φυτά και μαλάκωνε το χώμα, ξερίζωναν με προσοχή όσα θα μπορούσαν να φυτέψουν καθημερινά. Τα τοποθετούσαν σε κοφίνια και τα κουβαλούσαν στο καπνοχώραφο. Εκεί με τα χέρια και το φυτευτίρι έβαζαν στο χώμα, ένα ένα όλα τα φυτά. Ήταν η πιο δύσκολη δουλειά. Κάποιος από την οικογένεια, φρόντιζε το πότισμα των μεταφυτευθέντων φυτών και κουβαλούσε νερό , συνήθως από μακριά, και τα πότιζε προσεκτικά ένα ένα, ώστε να μην ξεραθούν. Δούλευαν ασταμάτητα έως το βράδυ και αυτό συνεχιζόταν καθημερινά μέχρι να τελειώσει το φύτεμα όλου του χωραφιού ή να έρθει η 30η Ιουνίου, που τελείωνε η περίοδος της φυτείας.

Στο μεταξύ, όσα καπνά είχαν φυτέψει αρχικά, είχαν ήδη μεγαλώσει και χρειαζόταν τσάπισμα για να κοπούν τα αγριόχορτα και να αναπτυχθούν σωστά. Ξεκινούσαν λοιπόν το τσάπισμα , το οποίο διαρκούσε συνήθως από μία έως δύο εβδομάδες. Τα καπνά ήταν πλέον σε ύψος περίπου μισού μέτρου και μπορούσε να ξεκινήσει η συγκομιδή.

Για να είναι εφικτή η συγκομιδή, χρειάζονταν τα φύλλα του καπνού να διατηρούν ορισμένη υγρασία. Μέσα στο κατακαλόκαιρο, μόνο τη νύχτα μπορούσαν να το επιτύχουν αυτό. Έτσι λοιπόν, ξεκινούσαν από τις μία μετά τα μεσάνυχτα και με το φως των φαναριών και των λουξ (πολύ πιο φωτεινά από τα απλά φανάρια), και άρχιζαν τη δουλειά μέσα στη νύχτα. Όλος ο κάμπος της Ξάνθης φεγγοβολούσε από τα λουξ, κανένα χωριό δεν κοιμόταν αμέριμνο, όλοι ήταν στα χωράφια και μάζευαν φύλλο φύλλο τον πολύτιμο καπνό, μέχρι να βγει ο ήλιος που μάραινε τα φύλλα και έτσι μετά τις 9 το πρωί αναγκάζονταν να σταματήσουν.

Η συγκομιδή γινόταν σε πέντε στάδια (χέρια). Οι αγρότες αποσπούσαν (έσπαζαν) από τα καπνόφυτα τα φύλλα του καπνού που ήταν ώριμα, δηλαδή κιτρίνιζαν ελαφρά. Η σταδιακή ωρίμανση των φύλλων, επέβαλε το «σπάσιμο» (όπως έλεγαν τη συγκομιδή), να γίνεται σε πέντε «χέρια»: το πρώτο ή πατόφυλλα, το δεύτερο ή μάνα με τα μεγαλύτερα σε μέγεθος φύλλα, το τρίτο ή κουβαλαμά, το τέταρτο ή ούτσαλντι και τέλος το πέμπτο ή ούτσια που ήταν πολύ μικρά φυλλαράκια κοντά στην κορυφή του φυτού εξαιρετικής ποιότητας και με έντονο άρωμα. Τα φύλλα στοιβάζονταν με τη σειρά στα κοφίνια και μεταφέρονταν στο σπίτι.

Παρόλο που ήταν ξάγρυπνοι και κατάκοποι, στο σπίτι τους περίμενε επιπλέον δουλειά. Τα φύλλα έπρεπε να ξεραθούν στον ήλιο κρεμασμένα από σχοινιά. Για να περαστούν τα φύλλα στα σχοινιά, χρησιμοποιούσαν μεγάλες μεταλλικές βελόνες μήκους περίπου μισού μέτρου, με τις οποίες τρυπούσαν ένα ένα τα φύλλα. Στο μάτι της βελόνας περνούσαν σπάγκο, στον οποίο κατέληγαν τα τρυπημένα φύλλα και έτσι έφτιαχναν τα «ράμματα» ή «βέργες» που ήταν σπάγκοι μήκους 2-4 μέτρων με περασμένα φύλλα καπνού. Αυτά τα «ράμματα» τα εξέθεταν στον ήλιο για μέρες κρεμασμένα σε ξύλινα τελάρα (τις ράμκες ή λιάστρες), τις οποίες κουβαλούσαν μέσα έξω τα βράδια και όποτε συννέφιαζε ή έβρεχε, ώσπου τα φύλλα να ξεραθούν. Η διαδικασία του περάσματος των φύλλων στις βελόνες λεγόταν «τίζεμα» ή «βελόνιασμα» ή «μπούρλιασμα» και διαρκούσε μέχρι το βραδάκι. Αφού τελείωναν και τρώγανε, είχαν ελάχιστες ώρες ύπνου μέχρι να χρειαστεί να σηκωθούν πάλι από τα μεσάνυχτα και να πάνε στο σπάσιμο.

Η περίοδος αυτή της συγκομιδής, διαρκούσε μέχρι τα τέλη του Σεπτέμβρη. Τα ξηρά φύλλα στα ράμματα, αποθηκεύονταν και με τα πρωτοβρόχια περίπου στον Άη Δημήτρη, μαλάκωναν λίγο και μπορούσε να ξεκινήσει η επόμενη φάση που ήταν το «παστάλιασμα».

Στο παστάλιασμα, τα φύλλα έβγαιναν από τα ράμματα και στοιβάζονταν ένα ένα σε «παστάλια» (ματσάκια από φύλλα) που τα συσκεύαζαν σε σφιχτοδεμένα δέματα. Τότε γινόταν και η διαλογή των φύλλων, ώστε να βγουν τα ακατάλληλα φύλλα από την τελική σοδειά και να επιτευχθεί η άριστη ποιότητα για την οποία φημίζονταν τα καπνά της Ξάνθης. Το παστάλιασμα διαρκούσε μέχρι τα τέλη του Φλεβάρη και επιτέλους η σοδειά ήταν έτοιμη και συσκευασμένη. Ούτε ανάσα δεν προλάβαινε να πάρει η οικογένεια και ο κύκλος έπρεπε να ξαναρχίσει για την επόμενη σοδειά.

Πόσες φορές πέρναγε το ίδιο φύλλο από τα χέρια του αγρότη μέχρι να καταλήξει συσκευασμένο στο δέμα; Πόσο κόπο κατέβαλλαν οι αγρότες για να καταλήξουν με τη σοδειά του καπνού στην αποθήκη τους; Πόσες ώρες πάλευαν με τον καιρό, την εξάντληση, την αϋπνία, τη δίψα και την πείνα στο χωράφι; Πόσο πόνο υπέφεραν από τη σωματική καταπόνηση; Κανείς που δεν το έζησε δεν μπορεί να το κατανοήσει πλήρως.

Επιπλέον εκτός από την καλλιέργεια του καπνού οι αγρότες είχαν και άλλες κοπιαστικές εργασίες. Έσπερναν τα σιτάρια με τα βόδια και τα θέριζαν με τα χέρια, καλλιεργούσαν καλαμπόκι και κριθάρι για ζωοτροφές, λαχανικά για να τρέφονται οι ίδιοι, συντηρούσαν τα οικόσιτα ζώα, περιποιούνταν το αμπέλι τους και έβγαζαν κρασί. Καμία από τις σημερινές ευκολίες στις αγροτικές ή στις οικιακές εργασίες δεν τους ήταν τότε διαθέσιμη. Η ζωή του αγρότη σήμαινε ατελείωτη δουλειά από το ξημέρωμα, ή και πολύ πιο νωρίς όταν είχαν τη συγκομιδή του καπνού, μέχρι αργά το βράδυ χωρίς διακοπή, χωρίς εξαιρέσεις για κανένα μέλος της οικογένειας.

Εκτός όμως από τη σωματική και φυσική καταπόνηση, ο αγρότης δυστυχώς τα πρώτα χρόνια έπρεπε να υποστεί και την προσβολή της αξιοπρέπειάς του κατά τη διαδικασία της πώλησης. Μέχρι το 1963, τον έλεγχο των τιμών στην αγορά του καπνού είχαν αποκλειστικά οι έμποροι, οι οποίοι προσπαθούσαν να αγοράσουν σε πολύ χαμηλές τιμές τις σοδειές των αγροτών και για αυτό το σκοπό, ακολουθούσαν μια καλά σχεδιασμένη αλλά και εξαιρετικά επικερδή για τους ιδίους, τακτική.

Πριν ακόμη αρχίσει η πώληση, οι αντιπρόσωποι των εμπόρων γυρνούσαν στα σπίτια και βαθμολογούσαν τις σοδειές ανάλογα με την ποιότητά τους. Κάποια καπνά τα αξιολογούσαν ως πρώτης ποιότητας, άλλα δεύτερης και κάποια ως τρίτης. Χαιρόταν ο αγρότης που είχε καπνά πρώτης ποιότητας γιατί ήλπιζε ότι θα τα πουλήσει σε καλή τιμή, αλλά αυτό δεν ήταν ποτέ εξασφαλισμένο.

Οι καπνέμποροι έρχονταν συνήθως βράδυ, αγόραζαν ελάχιστες ποσότητες από δύο ή τρεις παραγωγούς και άνοιγαν την τιμή πώλησης, 50 δρχ το κιλό για παράδειγμα. Αμέσως μετά έφευγαν και άφηναν τους υπόλοιπους παραγωγούς με την αγωνία. Τι τιμή θα έπιανε η δικιά τους σοδειά; Οι έμποροι μετά το πρώτο άνοιγμα των τιμών, εξαφανίζονταν για λίγες μέρες και δεν αγόραζαν άλλο. Κάθε μέρα η τιμή έπεφτε και πιο χαμηλά, σε δύο μέρες ήταν 48 δρχ το κιλό.

Οι αγρότες ανησυχούσαν καθώς οι τιμές κατρακυλούσαν συνεχώς, 40, 38, 35 δρχ το κιλό. Πήγαιναν στα γραφεία των εμπόρων στην Ξάνθη και εκεί έφταναν στο σημείο να τους παρακαλούν να τους πάρουν τα καπνά τους. Αυτοί που είχαν πρώτης ποιότητας καπνό, παραποιούνταν για τις πολύ χαμηλές τιμές. Η απάντηση ήταν στερεότυπη: οι τιμές δυστυχώς πέφτουν, στην Τουρκία αγοράζουν πιο φτηνά και πηγαίνουν εκεί τα μονοπώλια, αν συμφωνείς τώρα με 32 δρχ το κιλό, έχει καλώς. Αν έρθεις αύριο η τιμή θα είναι στις 30 δρχ. Τι να έκανε και ο απροστάτευτος αγρότης; Πούλαγε με 32 δρχ το κιλό τον καπνό που με τόσο κόπο είχε φτιάξει και έλεγε και ευχαριστώ. Επιλογή δεν είχε, αν δεν πούλαγε τη σοδειά, θα μούχλιαζε και θα την πετούσε, θα έμεναν τα παιδιά του νηστικά. Χάριζε τον ιδρώτα και τον κόπο της οικογένειας για λιγοστά ψίχουλα, αλλά δεν υπήρχε άλλη εναλλακτική λύση.

Η εξευτελιστική αυτή κατάσταση, άλλαξε όταν το 1964 ο τότε υπουργός Γεωργίας της κυβερνήσεως της Ενώσεως Κέντρου, Αλέξανδρος Μπαλτατζής έδωσε νέο ρόλο στον Εθνικό Οργανισμό Καπνού (ΕΟΚ). Ο οργανισμός απέκτησε ενεργό ρόλο στην εμπορία του καπνού και διασφάλιζε την τιμή της αγοραπωλησίας. Περνούσαν οι αρμόδιοι του οργανισμού από τους αγρότες και τους έδιναν τιμή ασφαλείας. Τους έλεγαν: το καπνό σου αξίζει για 50 δρχ το κιλό. Αν βρεις καλύτερη τιμή, δώστα σε έμπορο, αν πάλι όχι, θα το αγοράσουμε εμείς στην τιμή ασφαλείας. Ήταν μεγάλη ανακούφιση αυτή για τους καπνοπαραγωγούς. Οι καπνέμποροι πλέον αναγκάζονταν να πληρώσουν τουλάχιστον την τιμή ασφαλείας για αγοράσουν τα καπνά που παλαιότερα έπαιρναν σε εξευτελιστικές τιμές και οι αγρότες έπαψαν να παρακαλούν και να εξευτελίζονται.

Δυστυχώς δεν κράτησε για πολύ η κατάσταση αυτή. Ήδη από το 1966, οι τιμές άρχισαν να πέφτουν (βλ. το τηλεγράφημα που απέστειλε ο τότε πρόεδρος του χωριού Ευστάθιος Ελευθεριάδης), ενώ με την έλευση της δικτατορίας από το 1968 και μετά, τέθηκε περιορισμός στα κιλά που κάθε αγρότης μπορούσε να πουλήσει στην τιμή ασφαλείας. Μόνο 80 κιλά από κάθε στρέμμα μπορούσαν να πωληθούν σε καλή τιμή. Για παράδειγμα όταν το 1969, είχαμε 1500 κιλά καπνό πρώτης ποιότητας, πουλήσαμε τα 900 κιλά με 50 δρχ το κιλό και τα υπόλοιπα 600 κιλά που με τόσες στερήσεις και κόπο είχαμε φτιάξει, τα δώσαμε αναγκαστικά με μόλις 10 δρχ το κιλό. Αυτή η έλλειψη προοπτικής για καλύτερο μέλλον, όσο και αν κόπιαζες στα χωράφια, ήταν και η αιτία που ξενιτεύτηκα μαζί και με πολλούς άλλους στην Γερμανία.

Με την πάροδο των ετών, η καλλιέργεια εγκαταλείφθηκε από την πλειοψηφία των συγχωριανών μας και αντικαταστάθηκε από την καλλιέργεια άλλων προϊόντων, όπως δημητριακών, βαμβακιού, τεύτλων και ντομάτας. Επίσης πολλοί συγχωριανοί, απασχολήθηκαν σε εργοστάσια ή δημόσιες υπηρεσίες και δε χρειάζονταν άλλο να κοπιάζουν τόσο εξαντλητικά για να ζήσουν. Στις μέρες μας η καλλιέργεια και η οικιακή επεξεργασία του καπνού έχει απλοποιηθεί πάρα πολύ και εξακολουθεί να απασχολεί αρκετές οικογένειες στην περιοχή.

εδώ

1 σχόλιο:

Σκόρδο σπορά φύτεμα καλλιέργεια


Τα σκόρδα είναι φυτά βολβώδη, πολυετή και ανήκουν στην οικογένεια των λειριοειδών. Καλλιεργούνται για τούς βολβούς τους, οι οποίοι βρίσκουν μεγάλη χρησιμοποίηση στη μαγειρική ή παρασκευή ειδικών δροσιστικών τροφών.
Τα φύλλα διαφέρουν απ' εκείνα των κρεμμυδιών, γιατί είναι ποιό σπαθωτά και ποιό στενά και στριμμένα. Τα άνθη είναι λευκά και στη κορυφή του καυλού σχηματίζουν σφαιρικό σκιάδιο. Κάθε κεφάλι αποτελείται από 8-12 σκελίδες, εκ των οποίων οι εξωτερικές είναι μεγαλύτερες από τις εσωτερικές και ποιό καυτερές.

Τα σκόρδα ευδοκιμούν σε χώματα ελαφρά, όχι πολύ υγρά, προ πάντων στραγγερά και γόνιμα. Στα βαριά και σφικτά εδάφη, πού κρατούν πολλή υγρασία, σαπίζουν η δίδουν μικρά κεφάλια, στα δε πολύ ξηρά και άγονα ή απόδοσης των είναι μηδαμινή και ή γεύσης των γίνεται εξαιρετικά καυτερή.
Η καλλιέργεια γίνεται αποκλειστικώς με βολβίδια (σκελίδες) είτε, πολύ σπανίως, με σπόρους. Στα θερμά μέρη ή φυτεία αυτών, εκτελείται κατά "Οκτώβριο-Νοέμβριο, τα δε ψυχρά και ορεινά κατά Φεβρουάριο- Μάρτιο. Το ίδιο γίνεται και για τον πολλαπλασιασμό με σπόρο. Για την απόκτηση καλής φυτείας, πρέπει από κάθε κεφάλι σκόρδου, να διαλέγονται τα εξωτερικά και χονδρά βολβίδια, τα όποια και μόνο να χρησιμοποιούνται, τα δε μικρά και λεπτά να απορρίπτονται.
Αυτά φυτεύονται σε βραγιές και κατά γραμμές 20-25 πόντους, η μία της άλλης, επ’ αυτών δε, κατά διαστήματα 12 -15 πόντους και σε βάθος 2-3 πόντους, το πολύ. Σε περίπτωση συγκαλλιέργειας φυτεύονται ως μπορτούρες στα σαμάρια των βραγιών, των ποτιστικών αυλακών, είτε ανάμεσα στα μαρούλια, στα σπανάκια κλπ.
Για κάθε στρέμμα απαιτούνται πέντε πλεξούδες η 1500-1800 κεφάλια περίπου.
Η προετοιμασία του εδάφους πρέπει να γίνεται καλή, με 2-3 σκαψίματα και σπάσιμο των βώλων, ώστε το χώμα να τρίβεται εντελώς. Επίσης και ή λίπανσης πρέπει να είναι ή κατάλληλη.
Η κοπριά αποτελεί άριστο λίπασμα, σε ποσό 2-2.500 οκάδες στο στρέμμα, πρέπει όμως να είναι εντελώς χωνευμένη και να χρησιμοποιείται πολύ προ της φυτείας. Μαζί με συμπληρωματικά φωσφοροκαλιοΰχα χημ. λιπάσματα (0-12-6) δίδει πολύ καλλίτερα αποτελέσματα. Από τα σύνθετα χημ. λιπάσματα αξιοσύστατος είναι ό τύπος 4-10-10, σε ποσό 50-60 οκάδ. στο στρέμμα. Κατά προτίμηση χρησιμοποιούνται σκέτα, σε χώματα με οργανικές ουσίες η οπωσδήποτε σφικτά.
Η καλλιέργεια των σκόρδων με σπόρο, δεν είναι πρακτική, γιατί χρειάζονται δύο έτη για να δώσουν κεφάλια, δηλαδή, το πρώτο έτος θα παραχθούν μικρά βολβίδια, τα όποια θα ξαναφυτευτούν για ν' αποδώσουν το επόμενο έτος. Επίσης δε πολλαπλασιασμός αυτός, με σπόρο, δεν δίδει τις επιθυμητές ποικιλίες.
Σε όλες τις περιπτώσεις, τα σκόρδα, κατά την διάρκεια της βλαστήσεώς τους, πρέπει να βοτανίζονται και να σκαλίζονται 1-2 φορές, ιδίως στην αρχή, και να ποτίζονται εφ’ όσον μόνον υπάρχει μεγάλη ξηρασία. Όταν πλησιάζει ή ωρίμανση και αρχίσουν να κιτρινίζουν τα φύλλα, τότε δένονται στη κορυφή, είτε στρίβονται για να σταματήσει ή βλάστηση και να γίνουν τα κεφάλια χονδρότερα, ή ακόμη και για να επισπευτεί ή πρωιμότης των.
Η συγκομιδή αρχίζει κατά Μάιο-Ιούνιο αναλόγως των ποικιλιών και του τόπου. Πρέπει να γίνεται μετά την τέλεια αποξήρανση των φύλλων, αλλιώς όταν είναι πρόωρη, τα κεφάλια δεν διατηρούνται και σαπίζουν πολύ γρήγορα στην αποθήκη.
Τα σκόρδα αφού ξεριζωθούν με το χέρι η με λισγάρι, δένονται σε πλεξούδες ανά 50- 100 κεφάλια και αφήνονται μερικές ήμερες στον ήλιο για να χάσουν μέρος της υγρασίας τους. Κατόπιν αναρτώνται σε ξηρή και ευάερη αποθήκη μέχρις ότου διατεθούν. Μια καλή απόδοσης σκόρδων φθάνει 8-12 φορές μεγαλύτερη από το χρησιμοποιηθέν ποσό της φυτείας.

Ποικιλίες.
Οι κυριότερες ποικιλίες των σκόρδων, οι οποίες και συχνότερα συναντώνται στην καλλιέργεια είναι:
-Σκόρδα κοινά. Ταύτα κάνουν κεφάλια μέτρια στο μέγεθος με πολλές και σφικτές σκελίδες, συνήθως ο-λίγο κυρτές. Είναι ποικιλία ανθεκτική και μάλλον όψιμη.
-Σκόρδα ολόλευκα. Ταύτα γίνονται χονδρότερα των προηγουμένων και με σκελίδες ποιό σαρκώδεις. Οι εσωτερικές και εξωτερικές φλούδες είναι χαρακτηριστικώς κάτασπρες. Είναι ποικιλία εκλεκτή και πρώιμη
-Σκόρδα τεράστια. Τα κεφάλια αυτών αποκτούν τεράστιο όγκο (10—15 πόντους διάμετρο) με ολίγες σκελίδες, αλλά ή κάθε μία αντιστοιχεί μ' ένα ολόκληρο σκόρδο κοινό. Πρόκειται περί εξαιρετικής ποικιλίας, ελάχιστα όμως καλλιεργούμενης
-Σκόρδα στρογγυλά χονδρά. Ταύτα αποκτούν κεφάλια χονδρά και σχεδόν στρογγυλά , με σαρκώδεις σκελίδες ελάχιστα καυστικές .
-Σκόρδα σχιστά. Ταύτα χαρακτηρίζονται από τις σκελίδες όποιες είναι πολύ χαλαρές μεταξύ των η μάλλον όλως διόλου χωριστές. Είναι γλυκύτερα από τα άλλα σκόρδα και αποτελούν άλλο είδος

Ασθένειες. Οι συνηθέστερες αρρώστιες των σκόρδων είναι:
Η σκωρίαση
Παρουσιάζεται στα φύλλα σαν πολυάριθμα και πυκνά στίγματα σκουρόξανθα, τα όποια εμποδίζουν τη κανονική λειτουργία της βλαστήσεως. Προλαμβάνεται με 2-3 ψεκάσματα βορδιγαλείου πολτού (1 οκά θειικός χαλκός με 1 οκά ασβέστη σε 100 οκάδες νερό).




Η σήψης των βολβών
Είναι ένας μικρός μύκητας, ό όποιος ζει συνήθως ως σαπρόφυτο, αλλά κάποτε προσβάλλει τα σκόρδα και κρεμμύδια, όπου αναπτύσσεται σε παράσιτο. Παρουσιάζεται ως μαύρη μούχλα μεταξύ των λεπίων των βολβών. Ευνοείται σε πολύ υγρά εδάφη και εκεί πού γίνεται χρήσης φρέσκης κοπριάς. Για τα σκόρδα είναι επικίνδυνη αρρώστια. Θεραπευτικό μέσο δεν υπάρχει, παρά αποφυγή των αίτιων πού τη προκαλούν, είτε αλλαγή της καλλιέργειας για 3-4 χρόνια.

Από τα έντομα, οι σοβαρότεροι εχθροί είναι ό κρεμμυδοφάγος και ή μηλολόνθη, οι όποιοι προσβάλλουν τούς βολβούς. Καταπολεμούνται με άρσενικούχα δολώματα από αραβόσιτο ή πίτυρα, είτε με παγίδες.

Πηγή: Πρακτικός οδηγός του λαχανόκηπου-Παράρτημα «Γεωργικού δελτίου» μηνός Ιανουαρίου 1940
άπό

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια

*-*