*-*

Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2012

Η χαρά του Ευαγγελισμού μας


 
Η χαρά του Ευαγγελισμού μας
Η εορτή του Ευαγγελισμού κατά τη διάρκεια της Μ. Σαρακοστής δίνει την αίσθηση του προ – Πάσχα. Η κατανυκτική ατμόσφαιρα υποχωρεί και μένει η χαρά της μεγάλης γιορτής. Γι’ αυτό άλλωστε γίνεται και «κατάλυσις ιχθύος». Τα τροπάρια, οι πανηγυρισμοί και ό,τι άλλο συνθέτει μια Θεομητορική εορτή σπάζουν το πένθιμο των ημερών και μας προσφέρουν τη δυνατότητα να χαρούμε τον Ευαγγελισμό, όπως και η λέξη σημαίνει, ως ευχάριστη αγγελία – είδηση ότι γεννιέται, έρχεται Αυτός που θα λυτρώσει τους ανθρώπους από τα δεσμά του θανάτου, της φθοράς και της αμαρτίας.
Η παρουσία της Εθνικής εορτής καλύπτει, για κάποιους, την Εκκλησιαστική. Εγώ θα έλεγα την συμπληρώνει, για μας τους Ορθόδοξους Έλληνες. Ένα έθνος, σκλαβωμένο και ταλαιπωρημένο, αλλ’ όχι μίζερο, δέχεται το ευχάριστο μήνυμα της παλιγγενεσίας του, της ελευθερίας του. Δεν είναι σημαντικό αυτό;

Όμως ό,τι σημαντικό και να σημαίνει Εκκλησιαστικά ή Εθνικά μια εορτή, αν σε προσωπικό επίπεδο δεν λέει τίποτε, παύει να έχει αξία προσωπική κι άρα ουσιαστική. Όπως  ένας που απολαμβάνει την αξία της ελευθερίας και έχει τα ανθρώπινά του δικαιώματα δεν μπορεί να κατανοήσει τον φυλακισμένο, έτσι κι ο φυλακισμένος είναι ο μόνος που μπορεί να καταλάβει τη σημασία της ελευθερίας και να χαρεί βαθειά, όταν την αποκτήσει.
Κάπως έτσι, κι ίσως πιο πολύ, κατανοείται το «απ’ αιώνος απόκρυφο μυστήριο» που φανερώνεται με τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Ευρισκόμενους μέσα στο χάος που μας έριξε η πτώση, έρχεται ο Λυτρωτής και μας ανεβάζει στο Φως Του! Ζώντας στα δεσμά του χώρου και του χρόνου, έρχεται Εκείνος που τα συντρίβει και μας ελευθερώνει!
Όλα τα πιο πάνω θα φαντάζουν κάπως ωραία, αλλά όχι θέματα που αφορούν άμεσα την καθημερινότητα, τη ζωή μας. Όμως δεν μπορεί να πει το ίδιο όποιος εβίωσε το Άδη του εαυτού του, τη σκλαβιά των παθών του·όποιος, στην πορεία της ζωής του, έζησε την απελπισία από την αμαρτία του και τον πόνο από τη μοναξιά σ’ όλη της την έκταση. Αυτός γνωρίζει τι σημαίνει χάος και τι σημαίνει θάνατος. Γι’ αυτόν η χαρούμενη είδηση, ο Ευαγγελισμός του, είναι η στιγμή που μέσω κάποιου τρόπου εβίωσε στην καρδιά του την αγάπη του Θεού που τον ελευθέρωσε και τον ανέστησε.
Έτσι, για άλλους χριστιανούς ο Ευαγγελισμός θα είναι μια γιορτή που σπάζει τη ρουτίνα και την  πένθιμη πορεία της Μ. Σαρακοστής, για άλλους όμως θα είναι πηγή χαράς μεγάλης, γιατί θα γίνεται υπόμνηση της προσωπικής τους λύτρωσης. Το Εκκλησιαστικό γεγονός γίνεται προσωπικό και η χαρά αυξάνει.
Κανείς δεν μπορεί να χαρεί τον Παράδεισο μες την καρδιά του τόσο, όσο αυτός που βίωσε την Κόλαση.
Κανείς δεν μπορεί να ευχαριστήσει το Θεό τόσο, όσο αυτός που κατάλαβε την αδυναμία του και αφέθηκε στα χέρια του Θεού και λυτρώθηκε, όπως και κανείς δεν απολαμβάνει τη γιορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου τόσο, όσο αυτός που ένιωσε μέσα του το Πνεύμα το άγιο να τον «καθαρίζει από κάθε κηλίδα» και το Χριστό «κατοικούντα και μένοντα εν τη καρδία αυτού».
π. Ανδρέας Αγαθοκλέους
Εκκλησιαστική Κοινότητα Αγίου Γεωργίου Μακρή
άπό

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.


Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.


Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια