*-*

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

Οι προετοιμασίες των Χριστουγέννων

Οι προετοιμασίες των Χριστουγέννων άρχιζαν μερικές μέρες πριν. Οι νοικοκυρές καθάριζαν τα σπίτια τους και έψηναν κουλούρια και χριστόψωμα σε παραδοσιακούς φούρνους. Την παραμονή των Χριστουγέννων, οι άνδρες του χωριού έσφαζαν τους χοίρους και με τη βοήθεια των γυναικών, τους καθάριζαν.  Αξίζει να αναφερθεί πως οι άνδρες του χωριού, επειδή θα έσφαζαν τους χοίρους και θα έβαφαν τα χέρια τους με αίμα, γεγονός που θα τους καθιστούσε προσωρινά «ανάξιους» για να κοινωνήσουν, λάμβαναν τη Θεία Κοινωνία- πριν τα Χριστούγεννα- των Αχράντων Μυστηρίων.
Oι μέρες που μεσολαβούν από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα, είναι γνωστές ως «Δωδεκαήμερο». Την ημέρα των Χριστουγέννων, πρωί- πρωί, όλοι οι χωριανοί βρίσκονταν στην εκκλησία. Με το τέλος της λειτουργίας των Χριστουγέννων, οι συγγενείς μαζευόντουσαν κατά ομάδες σε σπίτια, έτρωγαν και διασκέδαζαν.
Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, μόλις κτυπούσε η καμπάνα για την ακολουθία του εσπερινού, οι νοικοκυρές έστρωναν το «τραπέζι του Άη-Βασίλη». Πάνω σε αυτό, τοποθετούσαν τη βασιλόπιτα, ένα ποτήρι κρασί, ένα πιάτο με σιτάρι μέσα στο οποίο στερέωναν ένα αναμμένο κερί, ένα κλαδί ελιάς και το πορτοφόλι του οικοδεσπότη. Όλα αυτά θα τα ευλογούσε ο Άγιος, που θα επισκεπτόταν το κάθε σπίτι,  αμέσως μετά τα μεσάνυχτα της παραμονής,  μ’ άλλα λόγια, την πρώτη μέρα της νέας χρονιάς.
Επιπρόσθετα, την ίδια μέρα, δηλαδή την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, τοποθετούσαν ένα μικρό κλαδί χλωρής ελιάς πάνω στην πόρτα, καθώς και πάνω στο θρουμπί που κοσμούσε το στόμιο της στάμνας του νερού.  Το βράδυ της παραμονής, όλη η οικογένεια συγκεντρωνόταν μπροστά στο τζάκι και έριχνε φύλλα ελιάς στη φωτιά, για να μάθει μελετώντας το «πέταγμα» των φύλλων, ποιοι από τους γνωστούς την αγαπούσαν.
Την ημέρα της Πρωτοχρονιάς, ο καθένας προσπαθούσε να περάσει μια ήρεμη και ευτυχισμένη ζωή, διότι πίστευαν πως όπως περνούσε αυτή η μέρα θα περνούσαν και όλες οι υπόλοιπες μέρες του χρόνου.
Την ημέρα των Καλάντων, δηλαδή την παραμονή των Φώτων, μετά το Μεγάλο Αγιασμό, η κάθε οικογένεια έπαιρνε αγιασμένο νερό από την εκκλησία στο σπίτι. Με τον αγιασμό ράντιζαν τα ζώα τους και όλη την ακίνητή τους περιουσία.
Πρωί- πρωί, ανήμερα των Φώτων, προτού κτυπήσει η πρώτη καμπάνα της εκκλησίας, όλοι οι νέοι έτρεχαν στις βρύσες του χωριού, για να πλυθούν,  γιατί πίστευαν πως το νερό εκείνη την ώρα  θα τους διατηρούσε νέους και όμορφους. Ακολούθως, με το τέλος της θείας λειτουργίας, η κάθε οικογένεια μετέφερνε Άγιο Φως από την εκκλησία στο σπίτι της. Το απόγευμα, τα μικρά παιδιά επισκέπτονταν συγγενικά τους σπίτια και έπαιρναν τη λεγόμενη «πλουμιστήρα», ενώ ο ιερέας του χωριού μαζί με μερικά παιδιά του χωριού επισκεπτόταν τα σπίτια για να «καλαντίσει»- ψάλλει τα κάλαντα.
Πηγή: Σημειώσεις Κοινοτικού Συμβουλίου
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.

Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.
κεραμικός μαστραπάς
Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια