




Μπαίνει ο καλός ο μήνας.
Ο Φλεβάρης πάει φεύγει
και το Μάρτη δε χωνεύει.
Όξω ψύλλοι, ποντικοί.
Μέσα Μάρτης και χαρά
και καλή νοικοκυρά.
Ο καημένος ο Φλεβάρης. Ο λαός τον έκαμε άσχημο και κουτσό γαϊδουροκαβαλάρη. Τα παιδιά τον συνοδεύουν, τον διαπομπεύουν στους δρόμους με τενεκέδες, φωνές και με τραγούδια σε πολλά μέρη της Ελλάδας.
Όξο βρε κουτσοφλέβαρε με τα πολλά τα χιόνια.
Να 'ρθει ο Μάρτης με χαρά και με τα χελιδόνια.


Χελιδόνι μου γοργό,
που 'ρθες απ' την έρημο,
τι καλά μας έφερες;
Την υγειά και τη χαρά
και τα κόκκινα τ' αυγά.
Ο Μάρτης έχει και έναν ζεστό ήλιο, φοβερό, που καίει και τσουρουφλίζει. Η παράδοση λέγει πως ο ήλιος του Μαρτίου μαυρίζει το πρόσωπο και δημιουργεί στίγματα και λεκέδες. “Του Μάρτη ο ήλιος βάφει και πέντε δεν ξεβάφει”. Οι κοπέλες, λοιπόν, έπρεπε να προφυλαχθούν, να μείνουν κρινόλευκες και γαλατένιες “Οπόχει κόρην ακριβή του Μάρτη ο ήλιος μην τη δει”. Στις εννιά του Μάρτη είναι η γιορτή των Αγίων Σαράντα Μαρτύρων. Στη συνείδηση του λαού μας ο αριθμός σαράντα λογαριάζεται σαν ιερός. Οι συνήθειες και οι προλήψεις την ημέρα αυτή, ανήμερα δηλαδή της γιορτής, παίρνουν και δίνουν όπως λένε. Έτσι ορισμένες νοικοκυρές θα φτιάξουν τις σαραντόπιτες. Πίτες με σαράντα φύλλα ή με σαράντα ειδών λάχανα Κι ακόμα σαράντα τηγανίτες, σαράντα είδη φαγητά με σαράντα ειδών χόρτα και όσπρια που μοιράζονται για την ψυχή των ζωντανών.
Σαράντα να φας, σαράντα να πιείς,
σαράντα να δωσ' για την ψυχή σ' “.

Ο Μάρτης ως το γιόμα το ψόφησε κι ως το βράδυ το βρωμάει. Τον γάιδαρο τον σκουλικιάζει και τον ξεσκουλικιάζει. Ολ' οι μήνες τρώνε κρέας και ο Μάρτης κόκκαλα. Μάρτης, γδάρτης και κακός παλουκοκάφτης, λέγεται γιατί καίμε και τα παλούκια ακόμα, μιας και νομίζουμε πως τελείωσε ο χειμώνας και μαζί του τα ξύλα. Επειδή “ο Μάρτης δε λείπει απ' τη σαρακοστή” γι' αυτό για κάποιον ή κάτι που δεν το περιμένουμε αλλά έρχεται λέμε: “λείπει ο Μάρτης απ'τη σαρακοστή;”
Λέμε ακόμα για τον Μάρτη: Τον Μάρτη ξύλα φύλαξε, μην κάψεις τα παλούκια. Μάρτης είναι, χάδια κάνει, πότε κλαίει πότε γελάει. Όλο το Μάρτη φύλαγε ως τις δέκα τ' Απρίλη. Από τις εννιά του Μάρτη, είν' η άδεια του φιδιού. Κάλλιο Μάρτης στις γωνίες παρά Μάρτης στις αυλές. Από Μάρτη καλοκαίρι κιαπό Αύγουστο χειμώνα. Όμως μηδ' ο Μάρτης καλοκαίρι, μηδ' ο Αύγουστος χειμώνας που, αν και φαινομενικά αντιφάσκουν, σημαίνουν ότι απ' τον Μάρτη αρχίζει να διαφαίνεται το καλοκαίρι και από τον Αύγουστο ο χειμώνας, πλην όμως ούτε Μάρτης είναι καλοκαίρι, ούτε ο Αύγουστος χειμώνας.
Ο Μάρτης είχε δυο γυναίκες. Η μια είναι όλο δροσιά, χαρά και ομορφιά και η άλλη φορτωμένη μ' όλη την ασκήμια του κόσμου. Όταν βλέπει την πρώτη του γυναίκα, χαμογελά και χαίρεται. Το γέλιο του το παίρνουν οι ηλιαχτίδες και το σκορπίζουν σ' όλο τον κόσμο. Όταν, όμως, κοιτάζει τη δεύτερη γυναίκα του, σκυθρωπιάζει και θυμώνει. Και την ανταριασμένη καρδιά του την παίρνουν τα σύννεφα και οι βοριάδες και την κάνουν χιόνια και βροχές. Σε κάποιο άλλο παραμύθι, ο Μάρτης έχει μία και μοναδική γυναίκα. Μια πεντάμορφη κόρη που το πρόσωπό της μοιάζει με το ολοφώτεινο πρόσωπο του ήλιου. Όποιος τη δει μαγεύεται. Όμως, η καημένη είναι κουτσή. Όταν ο Μάρτης την κοιτά καθιστή, χαίρεται και η καρδιά του γεμίζει ευτυχία. Όταν τη βλέπει όρθια να κουτσαίνει, γεμίζει λύπη και πόνο και συννεφιά.
Υπάρχουν και διάφορες άλλες παραδόσεις που τις αναφέρω παρακάτω.
Οι μήνες αποφάσισαν μια μέρα να βρουν ο καθένας και από μια γυναίκα για να μην είναι έτσι έρημοι και σκοτεινοί, χωρίς καμιά παρηγοριά στο σπιτικό τους. Όλοι έβαλαν προξενητάδες και ο καθένας βρήκε τη δικιά του. Ο Μάρτης, όμως, γελάστηκε και πήρε μια χανούμισα. Είχε μάθει πως οι Τουρκάλες είναι όμορφες και γι 'αυτό παντρεύτηκε ανεξέταστα. Το τι έγινε, όμως, το βράδυ, δεν περιγράφεται. Η Τουρκάλα ήταν πάρα πολύ άσχημη και ο Μάρτης, μόλις εκείνη έβγαλε το γιασεμάκι, σηκώθηκε και έφυγε.
Άλλη παράδοση λέει τα εξής:
Κάποτε, οι 12 μήνες αγόρασαν ένα μεγάλο βαρέλι γεμάτο κρασί με 12 κάνουλες, μια για τον καθένα, κάθετα τοποθετημένες. Τότε, ο Μάρτης, επειδή ήταν γέρος και πονηρός, όπως φάνηκε στο τέλος, ζήτησε να του επιτρέψουν να χρησιμοποιεί την πρώτη από κάτω κάνουλα, πράγμα που έγινε. Ο Μάρτης κάθε μέρα πήγαινε σαν κύριος στο βαρέλι, άνοιγε την κάνουλά του και έπινε το κρασάκι του. Οι άλλοι μήνες καθυστέρησαν λίγο να αρχίσουν το κρασί. Όταν κάποτε πήγαν στο βαρέλι να πιουν και αυτοί, είδαν με έκπληξη ότι καμιά κάνουλα δεν έτρεχε κρασί. Σαν αίτιο θεώρησαν τον Μάρτη και τον ρωτούσαν: “Μάρτη, γιατί μας ήπιες το κρασί;” Δεν σας το ήπια εγώ, απαντούσε αυτός. Εγώ έπινα απ' τη δική μου κάνουλα. Οι δικές σας είναι σφραγισμένες”. Οι κουτοί μήνες, επί τέλους, κατάλαβαν την πονηριά του Μάρτη και αποφάσισαν να τον δικάσουν. Όταν του 'λεγαν πως θα τον δικάσουν και θα τον τιμωρήσουν, αυτός στενοχωριόταν και τότε ο καιρός γινόταν “λίαν νεφελώδης μετά βροχών και καταιγίδων...” όταν, όμως, οι άλλοι δεν του μιλούσαν σχετικά με το θέμα αυτό, αυτός χαμογελούσε ικανοποιημένος και τότε ο καιρός γινόταν “αίθριος” και ανέβαινε η θερμοκρασία.

Όμως, ο Μάρτης θύμωσε για την προσβολή της γριάς και έκλεψε μια μέρα απ' τον Φλεβάρη (που έμεινε κουτσός) για να την εκδικηθεί. Η 31η λοιπόν του Μάρτη ήταν σωστή θεομηνία. Χιονοθύελλες και παγωνιές σάρωσαν τη φτωχή γριά, την μπάμπω, και δεν έμεινε ούτε πρόβατο, ούτε προβατίνα.
Πέρα από τα ήθη και τα έθιμα, ο λαός έθεσε τον Μάρτη στα τραγούδια του, στους έρωτές του, στα κατορθώματά του, στη λεβεντιά του.
Π' ανάθεμά σε Παχνιστή Γενάρη και Φλεβάρη.
Και συ Μαρτούλη θλιβερέ που κάνεις το χειμώνα.
Δεν σκέφτεσαι την κλεφτουριά και τα παλικαράκια.
Τα γέλασες τα πλάνεψες με τον λαμπρό τον ήλιο,
και βγήκαν πάνω στα βουνά στους πάγους και στα χιόνια.
Το Μάρτη να μην χαίρεστε και βγάνετε τις κάπες,
πότε γελάει και ξαστερών και πότε ανταριάζει.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου