*-*

Σάββατο, 9 Μαρτίου 2013

ΜΗΠΩΣ ΞΕΧΑΣΑΤΕ ΝΑ ΦΟΡΕΣΕΤΕ ΜΑΡΤΗ;

«Μάρτης» ή «Μαρτιά»
Ο Μάρτης ή Μαρτιά είναι ένα παμπάλαιο έθιμο, με βαλκανική διασπορά. Πιστεύεται ότι έχει τις ρίζες του στην Αρχαία Ελλάδα, και συγκεκριμένα στα Ελευσίνια Μυστήρια. Οι μύστες των Ελευσίνιων Μυστηρίων έδεναν μια κλωστή, την Κρόκη, στο δεξί τους χέρι και το αριστερό τους πόδι.
Από τη 1η ως τις 31 του Μάρτη, τα παιδιά φορούν στον καρπό του χεριού τους ένα βραχιολάκι, φτιαγμένο από στριμμένη άσπρη και κόκκινη κλωστή, τον Μάρτη ή Μαρτιά. Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, ο Μάρτης προστατεύει τα πρόσωπα των παιδιών από τον πρώτο ήλιο της Άνοιξης, για να μην καούν. Τον φτιάχνουν την τελευταία μέρα του Φλεβάρη και τον φορούν την πρώτη μέρα του Μάρτη, πριν βγουν από το σπίτι.
Σε μερικές περιοχές ο Μάρτης φοριέται στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού σαν δαχτυλίδι για να μην σκοντάφτει ο κάτοχός του. Το βραχιολάκι αυτό το βγάζουν στο τέλος του μήνα, ή το αφήνουν πάνω στις τριανταφυλλιές όταν δουν το πρώτο χελιδόνι, για να τον πάρουν τα πουλιά και να χτίσουν τη φωλιά τους.
Το έθιμο του Μάρτη γιορτάζεται ίδιο και απαράλλαχτο στα Σκόπια με την ονομασία Μάρτινκα και στην Αλβανία ως Βερόρε. Οι κάτοικοι των δυο γειτονικών μας χωρών φορούν βραχιόλια από κόκκινη και άσπρη κλωστή για να μην τους «πιάσει» ο ήλιος, τα οποία και βγάζουν στα τέλη του μήνα ή όταν δουν το πρώτο χελιδόνι. Άλλοι πάλι, δένουν τον Μάρτη σε κάποιο καρποφόρο δέντρο, ώστε να του χαρίσουν ανθοφορία, ενώ μερικοί τον τοποθετούν κάτω από μια πέτρα κι αν την επόμενη ημέρα βρουν δίπλα της ένα σκουλήκι, σημαίνει ότι η υπόλοιπη χρονιά θα είναι πολύ καλή.
Τηρώντας παραδόσεις και έθιμα αιώνων, οι Βούλγαροι, την πρώτη ημέρα του Μάρτη, φορούν στο πέτο τους στολίδια φτιαγμένα από άσπρες και κόκκινες κλωστές που αποκαλούνται Μαρτενίτσα. Σε ορισμένες περιοχές της Βουλγαρίας, οι κάτοικοι τοποθετούν έξω από τα σπίτια τους ένα κομμάτι κόκκινου υφάσματος για να μην τους «κάψει η γιαγιά Μάρτα» (Μπάμπα Μάρτα, στα βουλγαρικά), που είναι η θηλυκή προσωποποίηση του μήνα Μάρτη. Η Μαρτενίτσα λειτουργεί στη συνείδηση του βουλγαρικού λαού ως φυλαχτό, το οποίο μάλιστα είθισται να προσφέρεται ως δώρο μεταξύ των μελών της οικογένειας, συνοδευόμενο από ευχές για υγεία και ευημερία.
Το ασπροκόκκινο στολίδι της 1ης του Μάρτη φέρει στα ρουμανικά την ονομασία Μαρτιζόρ. Η κόκκινη κλωστή συμβολίζει την αγάπη για το ωραίο και η άσπρη την αγνότητα του φυτού χιονόφιλος, που ανθίζει τον Μάρτιο και είναι στενά συνδεδεμένο με αρκετά έθιμα και παραδόσεις της Ρουμανίας. Σύμφωνα με την μυθολογία, ο Θεός - Ήλιος μεταμορφώθηκε σε νεαρό άνδρα και κατέβηκε στη Γη για να πάρει μέρος σε μια γιορτή. Τον απήγαγε, όμως, ένας δράκος, με αποτέλεσμα να χαθεί και να βυθιστεί ο κόσμος στο σκοτάδι.
Μια ημέρα ένας νεαρός, μαζί με τους συντρόφους του σκότωσε τον δράκο και απελευθέρωσε τον Ήλιο, φέροντας την άνοιξη. Ο νεαρός έχασε τη ζωή του και το αίμα του -λέει ο μύθος- έβαψε κόκκινο το χιόνι. Από τότε, συνηθίζεται την 1η του Μάρτη όλοι οι νεαροί να πλέκουν το «Μαρτισόρ», με κόκκινη κλωστή που συμβολίζει το αίμα του νεαρού άνδρα και την αγάπη προς τη θυσία και άσπρη που συμβολίζει την αγνότητα.
Βγαίνει ο κακός ο μήνας 
Μπαίνει ο καλός ο μήνας. 
Ο Φλεβάρης πάει φεύγει 
και το Μάρτη δε χωνεύει. 
Όξω ψύλλοι, ποντικοί. 
Μέσα Μάρτης και χαρά 
και καλή νοικοκυρά. 

Ο καημένος ο Φλεβάρης. Ο λαός τον έκαμε άσχημο και κουτσό γαϊδουροκαβαλάρη. Τα παιδιά τον συνοδεύουν, τον διαπομπεύουν στους δρόμους με τενεκέδες, φωνές και με τραγούδια σε πολλά μέρη της Ελλάδας.

Όξο βρε κουτσοφλέβαρε με τα πολλά τα χιόνια.
Να 'ρθει ο Μάρτης με χαρά και με τα χελιδόνια.

Ο Μάρτης είναι ο πρώτος μήνας της άνοιξης. Ο μήνας των χελιδονιών και των πελαργών. Ο μήνας της βλάστησης και των πρώτων λουλουδιών, μα και ο μήνας των μεγάλων αντιθέσεων και των απότομων μεταβολών. Για το λόγο αυτό δέχτηκε τα καταιγιστικά πυρά του λαού με απίθανα σκωπτικά κυρίως ονόματα. Βαφτίστηκε λοιπόν Κλαψομάρτης, Κλάψας, Πεντάγνωμος, Γδάρτης, Παλουκοκάφτης, Ανοιξιάτης και φυτευτής. Ονομάστηκε Κλαψομάρτης και Κλάψας, γιατί με τον συνήθως βροχερό του καιρό φαίνεται πως κλαίει. Ο Μάρτης στην αρχαιότητα ήταν ο πρώτος μήνας του χρόνου και η πρωτομαρτιά ήταν και πρωτοχρονιά. Σαν τέτοιος, αυτός ο μήνας έπρεπε να τιμηθεί ιδιαίτερα. Γι' αυτό και οι Ρωμαίοι τού δώσανε το όνομα Μάρτιους από το θεό Μαρς, δηλαδή Άρης, ο θεός του πολέμου και γενάρχης των Ρωμαίων. Ο Μάρτης δεν ήταν μόνο θεός του πολέμου, μα και των αέρηδων που φυσούσαν την άνοιξη και βοηθούσαν τη βλάστηση της γης και των χωραφιών. Οι αρχαίοι Έλληνες τον λέγανε Ελαφιβόλιονα, γιατί τότε γινόταν το κυνήγι των ελαφιών στην Ελλάδα. Οι κρητικοί τον λένε πεντάγνωμο για την αστάθεια και τις απότομες μεταβολές του. Η αστάθειά του είναι χαρακτηριστική. Μπορεί το πρωί να αρχίσει με ωραίες λιακάδες και ασυννέφιαστο ουρανό και ύστερα από λίγο να αρχίσει να θυμώνει, να κατσουφιάζει και να το γυρίζει στις βροχές και στα μπουμπουνητά. Γι' αυτό και οι άνθρωποι, ξέροντας αυτή την αδυναμία και την ιδιοτροπία, σου συμβουλεύουν: “Μη σε γελάσει ο Μάρτης το πρωί και χάσεις την ημέρα”. Στα παλιά χρόνια, υπήρχε ένα όμορφο γραφικό έθιμο που διατηρείται και σήμερα ακόμη. Το έθιμο της κλωστής του Μάρτη. Την παραμονή, συνήθως η γιαγιά του σπιτιού ετοιμάζει την κλωστή, κόκκινη και άσπρη. Τα παλιά χρόνια, μάλιστα, την στριφογύριζε και την περνούσε σε μια τρύπια δεκάρα, έκανε για όλους τους σπιτικούς, γυναίκες και μικρά παιδιά.

Η διαδικασία αυτή, το δέσιμο της κλωστής έχει βαθύτερο νόημα. Το άσπρο χρώμα συμβολίζει την αγνότητα και το δεσμό της οικογένειας, η δε κόκκινη συμβολίζει την αγάπη. Οι δυο μαζί κλωστές αποτελούν το δεσμό και την πίστη προς την θρησκεία. Οικογένεια και θρησκεία είναι δυο έννοιες στενά συνδεδεμένες. Το έθιμο αυτό έχει τις ρίζες του απ' τη ρωμαϊκή εποχή, μετά πέρασε στους βυζαντινούς, όπου οι βυζαντινές πατρίκιες κρεμούσαν στο λαιμό τους σκόρδο κρεμμύδι και άλλα μικροπράγματα, καθώς και χρυσή αλυσίδα. Η κλωστή του Μάρτη δενόταν σε όλα τα μέλη της οικογένειας, στους μικρότερους φυσικά. Την κλωστή του Μάρτη την κρατούσαν εννιά μέρες. Την ενάτη την κρεμούσαν στα μπουμπουκιασμένα κλαδιά έξω απ' το σπίτι ή σε καμιά τριανταφυλλιά του κήπου. Πίστευαν ότι από εκεί θα την έπαιρνε ο πελαργός και τα χελιδόνια και θα την πήγαιναν στο Θεό και ο Θεός θα τους ανταπέδιδε αυτά που επιθυμούσαν. Έτσι τα μικρά παιδιά περίμεναν τα δώρα όλο το χρόνο. Άλλοι λένε ότι την κλωστή την κρατούσαν μέχρι τις 25 Μαρτίου, τη μεγάλη γιορτή, που έχει για τη Ρωμιοσύνη διπλό χαρακτήρα, διπλή σημασία, τη θρησκευτική και την εθνική. Την ημέρα αυτή βγάζουν την κλωστή απ' τα χέρια τους “τους μάρτηδες” και τους κρεμούν στα κλαριά για να τους πάρουν τα χελιδόνια. Ο λαός μας πιστεύει ακόμα απόλυτα πως με τον ερχομό της 25ης Μαρτίου μπαίνουμε πια επίσημα στην εποχή της άνοιξης και έρχονται και τα πρώτα χελιδόνια. Η κλωστή του Μάρτη είχε μεγάλη δύναμη και τους προφύλασσε απ' το μαύρισμα του ήλιου που καίει αυτό το μήνα παράξενα. Κι' αυτό είναι συνδεδεμένο με μια παλιά δοξασία των βυζαντινών, οι οποίοι πίστευαν ότι η άσπρη κλωστή συμβολίζει το πρωινό φως του ήλιου και η κόκκινη το μεσημεριάτικο ήλιο και οι δυο μαζί διώχνουν την καυτερή ηλιαχτίδα και έτσι προστατεύεται το πρόσωπο και ο λαιμός από το άρπαγμα του μαρτιάτικου ήλιου. Ακόμα, η κλωστή του Μάρτη είχε τη δύναμη να τους προστατεύει και από διάφορες αρρώστιες, ειδικά από τους πυρετούς. Γύρω από την όμορφη κλωστή αυτή του Μάρτη, υπάρχουν πολλοί ωραίοι θρύλοι. Μια παράδοση λέει ότι τους έφτιαχναν με τέχνη και τους κρεμούσαν σε κλώνους αμυγδαλιάς ή τριανταφυλλιάς, ενώ συγχρόνως τραγουδούσαν χαρμόσυνες στροφές. Άλλη παράδοση λέει ότι βγάζανε τον “Μάρτη” όταν αντίκρυζαν το πρώτο χελιδόνι και τραγουδούσαν.

Χελιδόνι μου γοργό,
που 'ρθες απ' την έρημο,
τι καλά μας έφερες;
Την υγειά και τη χαρά
και τα κόκκινα τ' αυγά.


Ο Μάρτης έχει και έναν ζεστό ήλιο, φοβερό, που καίει και τσουρουφλίζει. Η παράδοση λέγει πως ο ήλιος του Μαρτίου μαυρίζει το πρόσωπο και δημιουργεί στίγματα και λεκέδες. “Του Μάρτη ο ήλιος βάφει και πέντε δεν ξεβάφει”. Οι κοπέλες, λοιπόν, έπρεπε να προφυλαχθούν, να μείνουν κρινόλευκες και γαλατένιες “Οπόχει κόρην ακριβή του Μάρτη ο ήλιος μην τη δει”. Στις εννιά του Μάρτη είναι η γιορτή των Αγίων Σαράντα Μαρτύρων. Στη συνείδηση του λαού μας ο αριθμός σαράντα λογαριάζεται σαν ιερός. Οι συνήθειες και οι προλήψεις την ημέρα αυτή, ανήμερα δηλαδή της γιορτής, παίρνουν και δίνουν όπως λένε. Έτσι ορισμένες νοικοκυρές θα φτιάξουν τις σαραντόπιτες. Πίτες με σαράντα φύλλα ή με σαράντα ειδών λάχανα Κι ακόμα σαράντα τηγανίτες, σαράντα είδη φαγητά με σαράντα ειδών χόρτα και όσπρια που μοιράζονται για την ψυχή των ζωντανών.

Σαράντα να φας, σαράντα να πιείς,
σαράντα να δωσ' για την ψυχή σ' “.

Η αιφνίδια αλλαγή του καιρού δηλώνεται εμφατικά με διάφορα ρητά:

Ο Μάρτης ως το γιόμα το ψόφησε κι ως το βράδυ το βρωμάει. Τον γάιδαρο τον σκουλικιάζει και τον ξεσκουλικιάζει. Ολ' οι μήνες τρώνε κρέας και ο Μάρτης κόκκαλα. Μάρτης, γδάρτης και κακός παλουκοκάφτης, λέγεται γιατί καίμε και τα παλούκια ακόμα, μιας και νομίζουμε πως τελείωσε ο χειμώνας και μαζί του τα ξύλα. Επειδή “ο Μάρτης δε λείπει απ' τη σαρακοστή” γι' αυτό για κάποιον ή κάτι που δεν το περιμένουμε αλλά έρχεται λέμε: “λείπει ο Μάρτης απ'τη σαρακοστή;”

Λέμε ακόμα για τον Μάρτη: Τον Μάρτη ξύλα φύλαξε, μην κάψεις τα παλούκια. Μάρτης είναι, χάδια κάνει, πότε κλαίει πότε γελάει. Όλο το Μάρτη φύλαγε ως τις δέκα τ' Απρίλη. Από τις εννιά του Μάρτη, είν' η άδεια του φιδιού. Κάλλιο Μάρτης στις γωνίες παρά Μάρτης στις αυλές. Από Μάρτη καλοκαίρι κιαπό Αύγουστο χειμώνα. Όμως μηδ' ο Μάρτης καλοκαίρι, μηδ' ο Αύγουστος χειμώνας που, αν και φαινομενικά αντιφάσκουν, σημαίνουν ότι απ' τον Μάρτη αρχίζει να διαφαίνεται το καλοκαίρι και από τον Αύγουστο ο χειμώνας, πλην όμως ούτε Μάρτης είναι καλοκαίρι, ούτε ο Αύγουστος χειμώνας.
Τις καιρικές αλλαγές του Μάρτη, ο λαός της Μακεδονίας τις έκαμε παραμύθι:  

Ο Μάρτης είχε δυο γυναίκες. Η μια είναι όλο δροσιά, χαρά και ομορφιά και η άλλη φορτωμένη μ' όλη την ασκήμια του κόσμου. Όταν βλέπει την πρώτη του γυναίκα, χαμογελά και χαίρεται. Το γέλιο του το παίρνουν οι ηλιαχτίδες και το σκορπίζουν σ' όλο τον κόσμο. Όταν, όμως, κοιτάζει τη δεύτερη γυναίκα του, σκυθρωπιάζει και θυμώνει. Και την ανταριασμένη καρδιά του την παίρνουν τα σύννεφα και οι βοριάδες και την κάνουν χιόνια και βροχές. Σε κάποιο άλλο παραμύθι, ο Μάρτης έχει μία και μοναδική γυναίκα. Μια πεντάμορφη κόρη που το πρόσωπό της μοιάζει με το ολοφώτεινο πρόσωπο του ήλιου. Όποιος τη δει μαγεύεται. Όμως, η καημένη είναι κουτσή. Όταν ο Μάρτης την κοιτά καθιστή, χαίρεται και η καρδιά του γεμίζει ευτυχία. Όταν τη βλέπει όρθια να κουτσαίνει, γεμίζει λύπη και πόνο και συννεφιά.

Υπάρχουν και διάφορες άλλες παραδόσεις που τις αναφέρω παρακάτω.

Οι μήνες αποφάσισαν μια μέρα να βρουν ο καθένας και από μια γυναίκα για να μην είναι έτσι έρημοι και σκοτεινοί, χωρίς καμιά παρηγοριά στο σπιτικό τους. Όλοι έβαλαν προξενητάδες και ο καθένας βρήκε τη δικιά του. Ο Μάρτης, όμως, γελάστηκε και πήρε μια χανούμισα. Είχε μάθει πως οι Τουρκάλες είναι όμορφες και γι 'αυτό παντρεύτηκε ανεξέταστα. Το τι έγινε, όμως, το βράδυ, δεν περιγράφεται. Η Τουρκάλα ήταν πάρα πολύ άσχημη και ο Μάρτης, μόλις εκείνη έβγαλε το γιασεμάκι, σηκώθηκε και έφυγε.

Άλλη παράδοση λέει τα εξής:

Κάποτε, οι 12 μήνες αγόρασαν ένα μεγάλο βαρέλι γεμάτο κρασί με 12 κάνουλες, μια για τον καθένα, κάθετα τοποθετημένες. Τότε, ο Μάρτης, επειδή ήταν γέρος και πονηρός, όπως φάνηκε στο τέλος, ζήτησε να του επιτρέψουν να χρησιμοποιεί την πρώτη από κάτω κάνουλα, πράγμα που έγινε. Ο Μάρτης κάθε μέρα πήγαινε σαν κύριος στο βαρέλι, άνοιγε την κάνουλά του και έπινε το κρασάκι του. Οι άλλοι μήνες καθυστέρησαν λίγο να αρχίσουν το κρασί. Όταν κάποτε πήγαν στο βαρέλι να πιουν και αυτοί, είδαν με έκπληξη ότι καμιά κάνουλα δεν έτρεχε κρασί. Σαν αίτιο θεώρησαν τον Μάρτη και τον ρωτούσαν: “Μάρτη, γιατί μας ήπιες το κρασί;” Δεν σας το ήπια εγώ, απαντούσε αυτός. Εγώ έπινα απ' τη δική μου κάνουλα. Οι δικές σας είναι σφραγισμένες”. Οι κουτοί μήνες, επί τέλους, κατάλαβαν την πονηριά του Μάρτη και αποφάσισαν να τον δικάσουν. Όταν του 'λεγαν πως θα τον δικάσουν και θα τον τιμωρήσουν, αυτός στενοχωριόταν και τότε ο καιρός γινόταν “λίαν νεφελώδης μετά βροχών και καταιγίδων...” όταν, όμως, οι άλλοι δεν του μιλούσαν σχετικά με το θέμα αυτό, αυτός χαμογελούσε ικανοποιημένος και τότε ο καιρός γινόταν “αίθριος” και ανέβαινε η θερμοκρασία.

Οι τελευταίες μέρες του Μάρτη λέγονται “τ'ς Μπάμπους οι μέρες” γιατί μια γριά τσομπάνισσα ξεγέννησε τις προβατίνες της μέχρι της 30 του μήνα με καλοκαιρία και νομίζοντας ότι ξεγέλασε τον Μάρτη, που είχε τότε 30 μέρες, αφού δεν έπαθαν τίποτα τα αρνάκια της, τον κορόιδευε.

Όμως, ο Μάρτης θύμωσε για την προσβολή της γριάς και έκλεψε μια μέρα απ' τον Φλεβάρη (που έμεινε κουτσός) για να την εκδικηθεί. Η 31η λοιπόν του Μάρτη ήταν σωστή θεομηνία. Χιονοθύελλες και παγωνιές σάρωσαν τη φτωχή γριά, την μπάμπω, και δεν έμεινε ούτε πρόβατο, ούτε προβατίνα.

Πέρα από τα ήθη και τα έθιμα, ο λαός έθεσε τον Μάρτη στα τραγούδια του, στους έρωτές του, στα κατορθώματά του, στη λεβεντιά του.

Π' ανάθεμά σε Παχνιστή Γενάρη και Φλεβάρη.
Και συ Μαρτούλη θλιβερέ που κάνεις το χειμώνα.
Δεν σκέφτεσαι την κλεφτουριά και τα παλικαράκια.
Τα γέλασες τα πλάνεψες με τον λαμπρό τον ήλιο,
και βγήκαν πάνω στα βουνά στους πάγους και στα χιόνια.
Το Μάρτη να μην χαίρεστε και βγάνετε τις κάπες,
πότε γελάει και ξαστερών και πότε ανταριάζει.


Γεώργιος Μ. Μπόντας
Τέως Δ/ντής της Μανουσείου Δημόσιας Βιβλιοθήκης
Σιάτιστας – Λαογράφος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.


Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.


Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια