*-*

Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

Μια μικρή Χριστουγεννιάτικη ιστορία


Κάποτε τα ζώα συνεδρίαζαν και συζητούσαν το νόημα των Χριστουγέννων, αλλά και τις επιθυμίες που είχε το καθένα τις άγιες αυτές ημέρες:
Το λόγο παίρνει πρώτη η κυρ’ αλεπού φωνάζοντας την επιθυμία της
-Λογικό... μία ψητή γαλοπούλα, ποιός γιορτάζει σήμερα Χριστούγεννα χωρίς να έχει στο τραπέζι του ψητή γαλοπούλα;
Το ελαφάκι από την απέναντι γωνιά με τη ψιλή του φωνούλα εύχεται ένα έλατο.
-Χωρίς έλατο εγώ δε γιορτάζω ποτέ τα Χριστούγεννα.
-Αλλά όχι με πολλά κεριά συμπληρώνει κλαψιάρικα η κουκουβάγια. Όχι πολλά φώτα και στολίδια, εμένα μ’ αρέσει η απλότητα, η σκοτεινιά, ένα έλατο στολισμένο με γούστο, πράσινο ζωντανό, δηλαδή φυσικό!
-Τι λες μωρή; φωνάζει το παγόνι. Και πως θα δείξω εγώ το καινούριο μου φόρεμα και τα χρώματά του; Όχι, όχι εγώ χωρίς καινούριο φόρεμα δε γιορτάζω Χριστούγεννα.
-Μη ξεχνάς και τα κοσμήματα, στριγκλίζει η κίσσα. Εγώ Χριστούγεννα χωρίς να κλέψω κανένα δακτυλίδι, βραχιόλι ή καδένα δε γίνεται… Τα ωραιότερα Χριστούγεννα για μένα είναι, όταν έχω κοσμήματα.
-Και τα μελομακάρονα που τ΄ αφήνεις; φωνάζει η αρκούδα με τη χοντρή φωνή της. Οι λιχουδιές και τα γλυκίσματα είναι η μεγαλύτερη επιθυμία μου, χωρίς αυτά δε γιορτάζω Χριστούγεννα.
-Κάνε, ότι κάνω εγώ, λέει ο ασβός, ύπνο και πάλι ύπνο!
Τα Χριστούγεννα για μένα σημαίνουν ύπνο. Υπάρχει κάτι καλύτερο από το να απολαύσεις τον ύπνο;
-Μη ξεχνάς πρώτα να πιεις, συμπληρώνει το βόδι. Πρώτα να πιεις όσο μπορείς και μετά να το ρίξεις στον ύπνο
Ξαφνικά το βόδι μουγκρίζει δυνατά:
-Ω, ω, ωχ!“ Ο γάιδαρος του έριξε στα πισινά μία γερή κλωτσιά।
 

-Ε, ε! βόδι, δε σκέφτεσαι λίγο το νεογέννητο παιδί, αυτό το ανθρώπινο πλάσμα;..
Το βόδι έριξε το κεφάλι κάτω από ντροπή και λέει:
-Το παιδί… Α! Ναι καλά λες… το νεογέννητο παιδί Αυτό είναι το κυρίως νόημα των Χριστουγέννων…
Απευθυνόμενο στο γάιδαρο τον ρωτάει,
-Πλην όμως…το γνωρίζουν αυτό και οι άνθρωποι;

{Μιά όμορφη Χριστουγεννιάτικη ιστοριούλα, που μου έστειλε ο καλός φίλος και εκλεκτός συνάδελφος, Σπύρος Γκάρος, από τη Γερμανία  .]
Μετάφραση από τα γερμανικά: Σπύρος Γκάρος

από 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.


Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.


Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια