*-*

Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2014

Στό μικρό μας τό χωριό : ΠΡΙΝ 40 ΧΡΟΝΙΑ! ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ...



.Στό μικρό μας τό χωριό στήν Δοίράνη, κάθε οἰκογένεια εἶχε 2-3 ἀγελάδες, 10-15 κοτοῦλες, 1-2 προβατάκια ή κατσικάκια καί 1-2 γουρουνάκια.
Ἑπτά ἡ ὥρα τό πρωΐ, ὅλες τίς ἀγελάδες τίς ἔπαιρνε ὁ τσοπάνος ὁ κυρ-Ἀνέστης καί τίς πήγαινε στή βοσκή. Τό βράδυ εἴχαμε φεσκότατο γάλα.
Τρώγαμε αὐγά ἐλευθέρας βοσκῆς καί κάποτε-κάποτε ἡ μάνας μας, ἔσφαζε καί μιά κοτούλα.
Τρώγαμε γριβάδια, πρικιά καί γουλιανούς ἀπό τήν λίμνη μας. Μέ τό κάρο ὁ πατέρας μου πήγαινε στά γύρω χωριά καί πουλοῦσε ψάρια. Ὅταν οἱ νοικοκυρές δέν εἶχαν χρήματα, τοῦ ἔδιναν ἀλεύρι ἤ σιτάρι ἤ ὅ,τι ἄλλο εἶχαν.
Οἱ μητέρες τοῦ χωριοῦ ζύμωναν στήν σκάφη τό ἀλεύρι, τό ψήνανε στούς χωριάτικους φούρνους καί τρώγαμε ἁγνό χωριάτικό ψωμί. Τό ἀλείφαμε μέ λάδι κάι ζάχαρη, ὅταν δέν ὑπῆρχε βούτυρο.
Τρώγαμε ἀπό τόν δάσκαλο ξύλο καί τόν ἀγαπούσαμε. Μᾶς ἔμαθε γράμματα καί παιχνίδια. Τιμούσαμε στό δημοτικό τούς ἥρωες τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ '21 μέ θεατρικές παραστάσεις  ποιήματα, ντυμένοι τσολιάδες. Πρωί-πρωί ξυπνούσαμε τό χωριό στίς ἐθνικές ἑορτές μέ τό "Μακεδονία ξακουστή τοῦ Ἀλεξάνδρου ἡ χώρα".
 
Τά Χριστούγεννα τρώγαμε ἕνα μεγάλο ταψί μπακλαβά σπιτικό καί παίζαμε ὅλα τά παιδιά μαζί, ἀγαπημένα καί μαλωμένα.
10-11 χρονῶν, βγάζαμε χαρτζιλίκι μέ ἱδρῶτα. Παίρναμε τή βάρκα τοῦ μπαμπᾶ καί πιάναμε κανένα ψάρι ἤ μᾶς τά ἔδιναν οἱ ψαράδες γιά τήν μικρή ἐργασία ποῦ κάναμε. Τά δέναμε στό σύρμα καί τά πουλούσαμε στά τραῖνα.
Μάθαμε νά σεβόμαστε τόν Ἱερέα καί τόν Ἐπίσκοπο, τόν εἴχαμε ὡς Χριστό. Στά Ἅγια Θεοφάνεια τά παλικάρια βουτοῦσαν στήν παγωμένη λίμνη γιά νά πιάσουν τόν Σταυρό.
Στό Πανηγύρι τοῦ Προφήτη Ἡλία ἔρχονταν οἱ πραματευτάδες καί χαζεύαμε τά τόσα πολλά παιχνίδια.
Μέ ρώτησε ὁ πατέρας τοῦ θείου μου τί παιχνίδι θέλω καί τοῦ εἶπα ἕνα τραχτεράκι. Τό περίμενα νά τό περπατήσω μέ λαχτάρα καί ἀξιώθηκα νά τό ὁδηγήσω μετά ἀπό 30 χρόνια.
Τά Σκόπια πού συνορεύουν μέ τό χωριό μου, τότε λεγόταν Σερβία καί τώρα, ἄν ἐφησυχάσουμε, μπορεῖ νά μᾶς κλέψουν καί τήν "Μακεδονία".
Τά παιδικά μας χρόνια τά ζήσαμε φτωχικά, ἀλλά οἰκονομική κρίση δέν τά ἄγγιζε, διότι ἦταν παραγωγικά. Ἤμασταν αὐτάρκεις. Ὁ αὐτάρηκης εὐχαριστεῖ τόνΘεό, ὅταν τά ἐπίγεια ἀγαθά τοῦ περισσεύουν. Ζεῖ ὅμως καί μέ τά λίγα. Ὁ πλεονέκτης τά χάνει ὅλα. Ἡ ψυή του ζεῖ κατ' οὐσίαν χωρίς χαρά, διότι δέν ὑπάρχουν στή ζωή του ἰδανικά.
Χάθηκε ὅμως ἡ ἁπλή ζωή τοῦ χωριοῦ καί πληγώθηκε ἄσχημα ἡ καριδά τοῦ νεοέλληνα.
τι ὅμως δέν μπορεῖ νά θεραπεύσει ὁ ἄνθρωπος, τό θεραπεύει ὁ Θεός. Οἱ ἐχθροί μας ἀνοίγουν λάκκους, ἀλλά πέφτουν μέσα σ' αὐτούς οἱ ἴδιοι. Ἀπό τήν σημερινή οἰκονομική κρίση, θά ἀναστηθῇ ἡ χαμένη νεολαία μας!
Μᾶς ἀγαπᾶ ὁ Θεός!

Ἁγιορείτης

Ι. ΚΕΛΛΙΟΝ
ΑΓ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΟΥ
ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ 
 kaiomenivatos.blogspot.gr 
από 
καί

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.

Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.
κεραμικός μαστραπάς
Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια