*-*

Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

Κοκκάρι γιά Κρεμμύδι (ξερό)




Κοκκάρι κρεμμυδιού
Αυτή την εποχή (Ιανουάριος-Φεβρούαριος) φυτεύουμε κρεμμύδια από κοκκάρι.
Το κείμενο αυτό σχετικά με την καλλιέργεια του κρεμμυδιού από κοκκάρι, μου το έστειλε ο κύριος Βασίλης Γιαχαλής. (Διατηρώ την ορθογραφία, η οποία σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα δεν είναι απόλυτα ορθή, αλλά είναι αυτή που διδασκόμασταν ως ορθή στα σχολεία μέχρι και τη δεκαετία του '80).
Τον ευχαριστώ πολύ για το κείμενο, αλλά και για τις συμβουλές που μου έδωσε.
Κι επειδή αυτά είναι λόγια βγαλμένα από πείρα, πρέπει με σεβασμό και ευγνωμοσύνη να τα κρατήσουμε.
Οι οδηγίες που δίνονται είναι κατάλληλες για τόπο άγονο, ελαφρύ, όχι βαρύ, νά ανασαίνη (προτιμώτερο μποκριλότοπος, πασπαριά, χαλικώδης), νά έχη αέρα. Ευνοείται όπου έχουν ξερριζωθή σχοίνα – σχοινόκλαρες – βάτα – λύσ-/δύσ-βατα, στήν καινουργιά, καί στό μπαΐρι.

Εποχή φυτεύσεως
Από τέλος Γεννάρη (γιά πιό ξερικό), έως μέσα Μάη (αναλόγως τήν δυνατότητα νά
ποτισθή). Άν φυτευθή ενωρίς, (μέ δεδομένες τίς βροχές καί τό κρύο, θά ριζοπιάση καλύτερα, αλλά θά καθυστερήση έως νά ζεστάνη ο καιρός γιά νά αναπτυχθή σημαντικά. Άν τό βάλετε αργά, πού ο καιρός είναι ζεστός, καλό είναι νά προβλέψετε ότι δέν θά ακολουθήσουν βροχές τίς αμέσως επόμενες ημέρες.

Θέσις φυτεύσεως
Είτε μέσα στό αυλάκι, ή στό σαμάρι, ή καί σέ αμφότερα εφ’ όσον τά αυλάκια είναι αραιά, 50+ εκ., σέ βάθος όσον φθάνει ένα δάχτυλο.

Προετοιμασία εδάφους
Απαραίτητο τό βαθύ όργωμα –ανασήκωμα τού εδάφους, όσον ενωρίτερον τόσον καλύτερο, αλλά νά μή καθίση καί από τά νερά. Τό ανασηκωμένο έδαφος απαιτείται καί στόν χρόνο φυτεύσεως καί μετά. Τούτο σημαίνει ότι στόν χρόνο φυτεύσεως τό "φρεζάρισμα" θά είναι μόνο ελαφρύ, τό ελάχιστο δυνατό. Άν δέν έχη προηγηθή αλέτρι, αλλά, όπως συνιθίζεται, φρέζα, τότε στό αυλάκι – γραμμή πού θά τό βάλετε νά ανασηκώσετε –ανασκάψετε τό χώμα μέ τό δικέλι.

Λίπανσις
Καμμιά απολύτως, ούτε κοπριά. Άν ο τόπος έχει κοπριά θά πρέπει νά είναι τελείως χωνεμένη καί ομογενοποιημένη μέ τό έδαφος.

Ράντισμα
Δέν χρειάζεται εφ’ όσον ο τόπος είναι στράγγιος καί έχει αέρα. Στήν εσχάτη περίπτωσι ανεπιθύμητης βροχής – ποτίσματος καί κυρίως υπερβολικής δροσιάς, σέ συνδυασμό μέ ζέστη, (μετά τό μέγεθος αυγού τής ριζικής κεφαλής), καί τή εμφανίσει συμπτωμάτων “βαρεμένου” φύλλου, μπορείτε νά τό ραντίσετε μιά φορά μέ χαλκούχο σκεύασμα (π.χ. βορδιγάλειο πολτό).

Πότισμα - υγρασία
Στό φύτευμα, τό χώμα πρέπει νά είναι όλως υγρό-νωπό, όχι νά έχη στεγνώση επιφανειακά, ούτε λασπώδες.  ΟΧΙ πότισμα – κατάβρεγμα, στό φύτευμα. Από εκεί καί πέρα, τό πότισμα, τό ελάχιστο δυνατόν. Εάν φυτευθή αργά καί ο καιρός είναι στεγνός –ζεστός:  μετά από 4-5 ημέρες, θέλει κατάβρεγμα (όχι πότισμα), γιά νά ριζοπιάση. (Τό σημαντικώτερο είναι νά έχη επαρκή υγρασία έως νά ριζοπιάση, χωρίς μεγάλες διακυμάνσεις, ή υπερβολές).  Σταδιακά, καί πιό αραιά, αναλόγως καί τίς καιρικές συνθήκες,  επαναλαμβάνετε τό κατάβρεγμα – πότισμα μέ όλο καί λίγο περισσότερο νερό. Στήν ακμή του, όταν έχη ήδη σχηματίσει κεφάλι σέ μέγεθος αυγού, περιορίζετε δραστικά τό πότισμα, ή/καί τό απομακρύνετε  από τήν `ρίζα. Άν ο τόπος είναι επικλινής, πλεύρωμα, κάθε 3-4 αυλάκια αφήνετε ένα καί αυλάκι κενό, τό οποίο θά ποτίζεται πολύ αργά ( καί θά σκαλιζεται), ώστε νά συμπίνουν καί τά υπόλοιπα καί νά έρχεται η υγρασία από κάτω πρός τά πάνω καί νά μή τσαπιάζουν.

Σκάλισμα
Πάντοτε απαραίτητο μετά τήν βροχή, ή τό πότισμα, (3-4 ημέρες), ελαφρύ, νά μήν φθάνη πολύ κοντά στή ρίζα. Βοτανίζετε τά ζιζάνια πού είναι κοντά στήν ρίζα.

Λοιπά
Τό όλως ξερικό (άνυδρο) κρεμμύδι πού βάζετε (ενωρίς) θά είναι πιό αψύ καί πιό γλυκό, αλλά, όταν αρχίση τό φύλλο του νά μαραίνεται, γίνεται ευάλωτο σέ ένα κόκκινο σκουλήκι. Έτσι, φροντίζετε νά τό βγάλετε στήν εποχή εκείνη.
Οι πιό φημιζόμενες, ή ευρέως γνωστές ποικιλίες, ή, γιά τήν ακρίβεια, τόποι παραγωγής “καλού” κρεμμυδιού καί γιά κοκκάρι είναι: ο Μαραθόκαμπος τής Σάμου (δέν τό έχω δοκιμάσει), τό οροπέδιο τού Λασηθίου καί η Νάξος (ιδιαίτερα η Β.Α. πλευρά της, η Κωμμιακή). Νά διευκρινίσω, εδώ, ότι πρόκειται γιά ντόπιες ποικιλίες πού σπανίως θά τίς εύρετε στό διευρυμένο εμπόριο. Συμβαίνει νά χρησιμοποιώ χρόνια τώρα, στήν Αχαΐα, τήν τελευταία (κοκκάρι Νάξου) μέ τά πιό άριστα αποτελέσματα. Ως τόσον, θεωρώ ότι παντού υπάρχουν ποικιλίες ντόπιες μέ πολύ καλή (τούλάχιστον τοπική) προσαρμογή καί απόδοσι, (π.χ. κοκκάρι Καστρακίου Αχαΐας), αλλά δέν μπορώ νά γενικεύσω τήν εφαρμογή τους καί σέ άλλους τόπους. Αυτό, όμως, πού θά ετόνιζα, χαρακτηριστικά, είναι  γιά τό κοκκάρι εισαγωγής τού εμπορίου: άν καλλιεργείτε σέ άγονο – φτωχό τόπο, .... ακόμη καί άν σάς τό εχάριζαν, .... μήν πετάτε καί τόν ιδρώτα σας καί μή χάνετε τήν γεύσι σας, ή τούλάχιστον, άν θέλετε, ... συμβουλευθείτε τόν γεωπόνο σας.  Επ’ αυτού, εγώ, άλλην συμβουλή δέν έχω.
Δέν υπάρχουν “θηλυκά”, ή “αρσενικά” κοκκάρια. Απλώς, ενυπάρχουν αμφότερες οι καταβολές - τάσεις. Ακραίες συνθήκες ευτροφίας-ατροφίας, υγρασίας-ξέρας, πολύ μεγάλοι βολβοί κοκκαριού, ή καί  ακατάλληλη (Σεληνιακή) φάσις, τείνουν στό κάρπισμα (ντουντούκι) τού κεμμυδιού αντί τής αναπτύξεως κεφαλής. Κάποια, ελάχιστα, πού θά πετάξουν “ντουντούκι”, προτιμήσετέ τα γιά κατανάλωσι ως χλωρά.
Όπως όλα τά βολβώδη, η φύτευσις θά πρέπη νά προτιμάται σέ “ψυχρή εποχή”, δηλ. ψυχρός καιρός, αργά τό απόγευμα, όχι πρίν τήν Πανσέληνο, μέ τήν Σελήνη σέ καθοδική φάσι, ή/καί τήν Σελήνη μετά τήν Πανσέληνο (καί γιά τούς “τά άστρα λατρεύοντες”, σέ ημέρες, όπου η Σελήνη ευρίσκεται σέ ψυχρό αστερισμό, γής, ρίζας, ή μιά μέρα πρίν) . Σέ κάθε περίπτωσι, νά αποφεύγεται η φύτευσίς του σέ ημέρες τού Περιγείου τής Σελήνης.

Ευχαρίστως να ακούσουμε και τις δικές σας συμβουλές και παροτρύνσεις.
Ποιά είναι η δική σας εμπειρία από την καλλιέργεια κρεμμυδιών; Τι έχετε να προτείνετε;
http://www.kalliergo.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.


Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.


Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια