*-*

Παρασκευή, 16 Μαΐου 2014

Η στάμνα, η κατασκευή καί η χρήση της

Η πρώτη ύλη          Η πρώτη ύλη για την κατασκευή μιας στάμνας είναι το αργιλικό χώμα, το οποίο είναι κατάλληλο λόγω της πλαστικότητάς του όταν αναμειγνύεται με νερό, της συστολής του όταν στεγνώνει και της σκλήρυνσής του όταν ψήνεται και μετατρέπεται σε κεραμικό. Οι αγγειοπλάστες έβρισκαν το αργιλόχωμα στις πλαγιές των λόφων και στα κτήματά τους. Εξέταζαν την πλαστικότητά του βάζοντας σάλιο και χώμα στην παλάμη τους. Εάν το έκριναν κατάλληλο, το μετέφεραν για επεξεργασία στα εργαστήριά τους σε χωματοκόφινα ή σε τσουβάλια.
Το σπάσιμο των βώλων
        
Το αργιλόχωμα απλωνόταν στον υπαίθριο χώρο του εργαστηρίου για να στεγνώσει. Στη συνέχεια, για να σπάσουν οι βώλοι του, το χτυπούσαν με το λεγόμενο «κόπανο» ή το αλώνιζαν με τα υποζύγια. Αργότερα, τα αυτοκίνητα πήραν τη θέση του «κόπανου».Η ανάμειξη με νερό         Όταν το αργιλόχωμα ήταν έτοιμο, δηλαδή αρκετά λεπτόκοκκο ή χονδρόκοκκο ανάλογα με τη χρήση για την οποία προοριζόταν από τον αγγειοπλάστη, αναμειγνυόταν με νερό. Η ανάμειξη γινόταν μέσα σε μεγάλες δεξαμενές, τις «καρούτες», όπου το χώμα με το νερό γινόταν πηλός. Στη συνέχεια, ο πηλός μεταφερόταν σε άλλη καρούτα και παρέμενε εκεί ημέρες ή και μήνες για να εξατμιστεί το νερό. Τότε ήταν έτοιμος για να ζυμωθεί.Το ζύμωμα       
  Ήταν απαραίτητο για να απαλλαγεί ο πηλός από τον αέρα, προκειμένου να μη δημιουργηθούν ρωγμές κατά την κατασκευή και το στέγνωμα της στάμνας. Το ζύμωμα (η «ομογενοποίηση») του πηλού γινόταν με τα πόδια. Στη συνέχεια, ο πηλός χωριζόταν σε ορθογώνια τεμάχια, τα οποία σκεπάζονταν με βρεγμένες λινάτσες για να διατηρηθεί η υγρασία τους.
         Κάθε ποσότητα πηλού που θα χρησίμευε για την κατασκευή ενός αντικειμένου ζυμωνόταν και δεύτερη φορά σε ξύλινο πάγκο.
Η κατασκευή         Ο πηλός που χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή της στάμνας έπρεπε να έχει μεγάλη διαπερατότητα, για να «ιδρώνει» και να «αερίζεται» η στάμνα, ώστε το περιεχόμενο να διατηρείται δροσερό.
        

Σε όλη την Ελλάδα για το «δούλεμα» του πηλού χρησιμοποιούνταν ο ποδοκίνητος τροχός, εκτός από το Θραψανό της Κρήτης όπου ήταν χειροκίνητος. Ο αγγειοπλάστης διαμορφώνει στον τροχό έναν κύλινδρο, που με τη σειρά του αποκτά «ώμους», «λαιμό» και τέλος μια λαβή, και γίνεται στάμνα. Θα μπορούσε κανείς να πιστέψει ότι δεν χρησιμοποιούνταν πάντα τροχός; Και όμως οι τεχνίτες στην περιοχή του Μεσσηνιακού Κόλπου κατασκεύαζαν τις τζάρες, τα λεγόμενα πιθάρια, μόνο με τα χέρια, χωρίς τη βοήθεια μηχανημάτων. Το στέγνωμα
        
Ακολουθεί το κρίσιμο στάδιο του στεγνώματος. Η στάμνα πρέπει να στεγνώσει πολύ καλά, αλλιώς παρουσιάζονται ρωγμές κατά το ψήσιμό της.
Η διακόσμηση
     

   Στο στάδιο του στεγνώματος οι γυναίκες ζωγράφιζαν τις στάμνες με πινέλα, τις χάραζαν και τις συμπίεζαν με χτένια, πιρούνια, ξύλα ή τέλος χρησιμοποιούσαν καλούπια για τα ανάγλυφα σχέδιά τους. Τις χρωμάτιζαν με μπατανά (κόκκινος και λευκός πηλός), με ασβέστη, με πυροχρώματα και με λαδομπογιά. Ευθείες και καμπύλες γραμμές, άνθη, φύλλα και κλαδιά ήταν τα αγαπημένα τους σχέδια. Το ψήσιμο στα καμίνια
        
Τα καμίνια των κεραμικών κτίζονταν από πέτρες, πλίθρες και πυρότουβλα. Αποτελούνταν από δύο θαλάμους: έναν για την τοποθέτηση της καύσιμης ύλης, που ήταν συνήθως λεπτά κλαδιά, και έναν για την τοποθέτηση των κεραμικών. Οι στάμνες, εφόσον είχαν στεγνώσει, τοποθετούνταν με το λαιμό προς τα κάτω μέσα στο καμίνι.
         Το ψήσιμο ξεκινούσε κατά το σούρουπο. Η θερμοκρασία αυξανόταν σταδιακά και ομοιόμορφα και έφτανε μέχρι και τους 1.050 βαθμούς Κελσίου. Τότε ολοκληρωνόταν το ψήσιμο, ο χρόνος του οποίου διέφερε ανάλογα με το είδος του καμινιού, τη χωρητικότητά του και την ποιότητα της καύσιμης ύλης.
         Μετά το ψήσιμο και για έξι έως οκτώ ώρες το καμίνι κρύωνε σταδιακά και οι στάμνες, αφού είχαν κρυώσει, ήταν έτοιμες. πηγή



«Όταν βλέπεις και ιδρώνει το σταμνί, μη το φοβάσαι.  Το νερό θα ‘ναι μπούζι…»!
 Το νερό,  κουβαλιόταν από τις βρύσες στο σπίτι με το σταμνί. 
Η στάμνα ήταν ένα βασικό εργαλείο γιά τό νοικοκυριό τού σπιτιού. Μέ αυτό κουβαλούσαν τό νερό από τό πηγάδι ή τήν πηγή. Τό διατηρούσαν κρύο μέσα στήν στάμνα σέ ένα χαμηλό σημείο σέ κάποια γωνία τού σπιτιού καί από αυτό έπινε όλη η οικογένεια. Ήταν τό "ψυγείο" τής εποχής. 
Ακόμη και για πολλά χρόνια, στον 20ο αιώνα, τα πήλινα σκεύη ήταν τα μοναδικά μέσα αποθήκευσης των τροφίμων. Για πρώτη φορά αναφέρεται ψυκτικό μηχάνημα το 1860, αλλά η χρήση των ηλεκτρικών ψυγείων για οικιακή χρήση άρχισε μετά το 1950.  Νωρίτερα υπήρχαν τα ψυγεία πάγου. Αυτά όμως στην περιοχή μας και ιδιαίτερα στα χωριά δεν υπήρχαν καθόλου. Λίγα σπίτια είχαν ψυγείο πάγου στις Σάπες τη δεκαετία του 1950-60.  Μέχρι το 1950 τα πήλινα αγγεία ήταν αυτά που χρησιμοποιούσαν οι οικογένειες στον τόπο μας και τα έφτιαχναν οι αγγειοπλάστες ή κανατάδες όπως τους λέει ο λαός μας.
 
Ο κανατάς ήταν ένα σημαντικό επάγγελμα την εποχή που δεν υπήρχε το πλαστικό, αλλά και δεν ήταν διαδεδομένο το δίκτυο νερού στα σπίτια. Πριν από 40 - 50 χρόνια σε πολλές πόλεις και σ' όλα τα χωριά δεν υπήρχε κεντρικό δίκτυο νερού και τα σπίτια δεν είχαν νερό. Στα χωριά, τα περισσότερα σπίτια είχαν πηγάδια στις αυλές τους κι από αυτά έβγαζαν νερό για να ποτίσουν τα κηπευτικά, τα δέντρα και τους κήπους τους. Το νερό των πηγαδιών όμως δεν ήταν πάντα πόσιμο. Γι αυτό οι νοικοκυρές ήταν υποχρεωμένες να προμηθεύονται το νερό από κάποιες κεντρικές βρύσες που υπήρχαν σε κάθε πόλη ή χωριό.  Το νερό αυτό το μετέφεραν με τις στάμνες.  Οι στάμνες ήταν φτιαγμένες από κόκκινο χώμα, που το έβρισκαν οι ειδικοί τεχνίτες, οι κανατάδες.από




Η στάμνα εκτός από τό σπίτι ήταν χρήσιμη και στίς εργασίες τής υπέθρου . Τήν έπερναν μαζί τους μέ τό κρύο νερό της καί έπιναν νά ξεδιψάσουν τήν δίψα τους από τήν κούραση στό χωράφι ή τήν βοσκή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.


Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.


Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια