*-*

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2016

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ

 Η κατ’ οίκον Εκκλησία είναι Καθολική. Δεν είναι απομονωμένη, δεν κλείνεται στον εαυτό της, δεν επαναπαύεται στο ο,τι είναι η ίδια συγκροτημένη και αυτάρκης. Αλλά ανοίγεται, συνδέεται και δημιουργεί σχέσεις σε πλαίσιο βαθειάς ενότητας με άλλες οικογένειες, με άλλους ανθρώπους που πορεύονται ίσως και κάτω από διαφορετικές συνθήκες το δυσκολοπερπάτητο ανηφόρι του βίου τους. Δεν προσπερνά αδιάφορα όσους υποφέρουν στο περιθώριο της ζωής. 
Δεν αποστρέφεται όσους κουβαλούν στην πονεμένη ψυχή τους τη νοσταλγία της μακρινής πια πατρίδας τους. Δεν περιφρονεί σαν ανάξιους λόγου όσους ελύγισαν οι ανάγκες και οι συμφορές· ξένους, μετανάστες, ανήμπορους, φτωχούς, όσους βιώνουν την παγωνιά της απελπισίας και της εγκατάλειψης.
Η προσμονή των Χριστουγέννων δίνει την ευκαιρία στην οικογένεια ενός γόνιμου προβληματισμού σχετικά με το βαθμό που βιώνει την καθολικότητα. Πόση διάθεση έχει να διοχετεύσει τον όποιο θησαυρό της (τη στοργή, τη φροντίδα, το ενδιαφέρον, την αγάπη) στους άλλους; Ανοίγει άραγε την αγκαλιά της να δεχθεί εκτός από τα μέλη της και κάποιους που δεν είναι ξένοι, αλλά είναι μέλη της μεγάλης οικογένειας του Θεού; 
Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης ενθαρρύνει προς αυτή την κατεύθυνση θυμίζοντάς μας ότι πρέπει να στραφούμε στους άλλους και κυρίως στους ”εν ανάγκαις”. «Δεν είναι άξιοι περιφρονήσεως», λέγει. «Σκέψου ποιοί είναι και θα βρεις το αξίωμά τους· έχουν ντυθεί το πρόσωπο του Σωτήρα μας, είναι οι αδελφοί Του οι ελάχιστοι.
 Αυτοί είναι οι ταμίες των αγαθών που προσδοκούμε· είναι οι θυρωροί της Βασιλείας του Θεού, αυτοί που ανοίγουν τις πόρτες στους ελεήμονες και τις κλείνουν στους δύσκολους και μισάνθρωπους… Ας μην δίνουμε τα πάντα για τις απολαύσεις μας… Ας κάνουμε κάτι και για το Θεό». Βιώνοντας την καθολικότητα η κατ’ οίκον Εκκλησία ζει επί γης τον Παράδεισο, αφού στα πρόσωπα των άλλων βλέπει, διακονεί και αγαπά τον ίδιο το Θεό. Αυτό διασώζει η πίστη μας. Αυτό διαφυλάττει η παράδοσή μας. Εν όψει των Χριστουγέννων ας βιώσουμε την ομορφιά και τη χαρά της συνάντησης των προσώπων.
{απόσπασμα από τό άρθρο τού Σεβ. Μητροπολίτου Δημητριάδος κ. Ιγνατίου ΕΔΩ}


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.

Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.
κεραμικός μαστραπάς
Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια