*-*

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2016

Ὁ ἑορταστικός κύκλος τῆς Σαρακοστῆς τῶν Χριστουγέννων

Ἡ νη­στεί­α τῶν Χρι­στου­γέν­νων εἶ­ναι ἡ δεύ­τε­ρη μα­κρά πε­ρί­ο­δος νη­στεί­ας με­τά τήν Με­γά­λη Τεσ­σα­ρα­κο­στή, δέν ἔ­χει ὅ­μως τήν αὐ­στη­ρό­τη­τα αὐ­τῆς. Ὁ λα­ός τήν ὀ­νο­μά­ζει καί «σα­ραν­τά­με­ρο». Ἀρ­χί­ζει στίς 15 Νο­εμ­βρί­ου καί λή­γει στίς 24 Δε­κεμ­βρί­ου. Κα­τά τήν διά­ρκειά της τε­λεῖ­ται κα­θη­με­ρι­νά ἡ Θεί­α Λει­τουρ­γί­α, τό γνω­στό «σα­ραν­τα­λεί­τουρ­γο»
Ἡ ση­μαν­τι­κό­τη­τα τῆς ἑ­ορ­τῆς τῶν Χρι­στου­γέν­νων καί ἡ εὐ­λά­βεια τῶν χρι­στια­νῶν, κα­θώς καί ἡ ἤ­δη δι­α­μορ­φω­μέ­νη νη­στεί­α τῆς Μεγ. Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς ὁ­δή­γη­σαν στήν κα­θι­έ­ρω­ση τῆς νη­στεί­ας πρό τῶν Χρι­στου­γέν­νων.
Τόν 6ο αἰ­ώ­να ἔ­χου­με τίς πρῶ­τες ἱ­στο­ρι­κές μαρ­τυ­ρί­ες, σύμ­φω­να μέ τίς ὁ­ποῖ­ες ἡ ἀρ­χι­κή διά­ρκεια τῆς νη­στεί­ας ἦ­ταν μί­α ἑ­βδο­μά­δα. Ἐ­πε­κτά­θη­κε ὅ­μως –λό­γῳ τῆς ἐ­πί­δρα­σης τῆς Μεγ. Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς– σέ σα­ράν­τα ἡ­μέ­ρες, ἠ­πι­ό­τε­ρης ὅ­μως νη­στεί­ας. Σέ ὅ­λη τή διά­ρκεια τῶν 40 ἡ­με­ρῶν δέν κα­τα­λύ­ον­ται κρέ­ας, γα­λα­κτε­ρά καί αὐ­γά. Κα­τα­λύ­ε­ται τό ψά­ρι -ἐ­κτός Τε­τάρ­της καί Πα­ρα­σκευ­ῆς- μέ­χρι 17 Δε­κεμ­βρί­ου. Τήν τε­λευ­ταί­α ἑ­βδο­μά­δα, πού εἶ­ναι ἡ ἀρ­χαι­ό­τε­ρη νη­στεί­α, 18 ἕ­ως 24 Δε­κεμ­βρί­ου, ἔ­χου­με μό­νο κα­τά­λυ­ση οἴ­νου καί ἐ­λαί­ου, ἐ­κτός Τε­τάρ­της καί Πα­ρα­σκευ­ῆς, πού κά­νου­με ἄ­λα­δο.
Πε­ρί νη­στεί­ας γε­νι­κά
Ἡ νη­στεί­α ἐκ­φρά­ζει τό ὀρ­θό­δο­ξο χρι­στι­α­νι­κό ἦ­θος πού εἶ­ναι ἀ­σκη­τι­κό. Μέ τή νη­στεί­α ἐ­πι­δι­ώ­κου­με τήν κά­θαρ­ση τῆς ψυ­χῆς καί τοῦ σώ­μα­τός μας. «Φάρ­μα­κον ἁ­μαρ­τί­ας ἀ­ναι­ρε­τι­κόν», τήν χα­ρα­κτη­ρί­ζει ὁ Μέ­γας Βα­σί­λει­ος. Κα­θα­ρί­ζει τίς «αἰ­σθή­σεις τοῦ στό­μα­τος» καί τά συ­να­κό­λου­θα πά­θη (γα­στρι­μαρ­γί­α, κοι­λι­ο­δου­λεί­α, σαρ­κι­κές ἐ­πι­θυ­μί­ες κ.λπ.­). Ἐ­λευ­θε­ρώ­νει ἀ­πό τά πά­θη τῆς ψυ­χῆς. Ἡ νη­στεί­α εἶ­ναι «πα­θο­κτό­νος», ὄ­χι σω­μα­το­κτό­νος! Ἔ­τσι προ­φυ­λασ­σό­μα­στε ἀ­πό τούς βρώ­μι­κους, ρυ­πα­ρούς λο­γι­σμούς, καί χρη­σι­μο­ποι­ών­τας την σάν ὅ­πλο ἀ­πο­κρού­ου­με τούς πει­ρα­σμούς. Ὁ­δη­γού­μα­στε στήν ἀ­πό­κτη­ση τῶν χρι­στι­α­νι­κῶν ἀ­ρε­τῶν καί κα­τ’ ἐ­πέ­κτα­σιν στόν κύ­ριο στό­χο μας: τήν ἕ­νω­ση, τήν κοι­νω­νί­α μέ τόν Θε­ό. Ἡ νη­στεί­α εἶ­ναι «σω­μα­τι­κή» (ἀ­πο­χή τρο­φῶν), ἀλ­λά καί «πνευ­μα­τι­κή» (ἐγ­κρά­τεια καί ἀ­πο­χή ἀ­πό τήν ἁ­μαρ­τί­α). Ἄν δέν συμ­βα­δί­ζουν καί τά δύ­ο σκέ­λη τῆς νη­στεί­ας, τό­τε ἡ νη­στεί­α δέν ἐκ­πλη­ρώ­νει τόν σκο­πό της καί κα­τα­λή­γει νά γί­νει ἤ τυ­πο­λα­τρεί­α ἤ ἰ­δε­ο­λο­γί­α.
Ευχόμαστε απο καρδιάς καλή και ευλογημένη Τεσσαρακοστή!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.

Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.
κεραμικός μαστραπάς
Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια