*-*

Τρίτη, 6 Ιουνίου 2017

Τά τυριά τής άνοιξης




Η παραγωγή τυριού είναι εποχική υπόθεση. Και η άνοιξη μας χαρίζει μερικά από τα ωραιότερα, φρέσκα τυριά…

Τα γαλακτοπαραγωγικά ζώα, όπως εξ άλλου κι εμείς οι άνθρωποι, έχουν διαφορετικά «κέφια» κάθε εποχή, που ορίζονται από το κλίμα, τις ορμόνες, την αναπαραγωγική φάση, την τροφή… Το γάλα τους επηρεάζεται από όλους αυτούς τους παράγοντες, με αποτέλεσμα και στο τυρί που παράγεται να μεταφέρονται τα χαρακτηριστικά του μικροκλίματος του τόπου βοσκής των ζώων, του λεγόμενου terroir.

Την άνοιξη, που τα ζώα βγαίνουν από σταύλους και μαντριά για να βοσκήσουν ελεύθερα στη φύση, η χλωρίδα είναι στα καλύτερά της. Πλούσιο, φρέσκο χορτάρι, θάμνοι και μυρωδικά, αφθονούν. Αγελάδες και αιγοπρόβατα έχουν μόλις αποκτήσει τα μικρά τους, βρίσκονται την πιο παραγωγική τους φάση και το γάλα είναι άφθονο. Είναι η εποχή που μας δίνει τα φρέσκα, ανοιξιάτικα τυριά που διαφέρουν σε μορφή και γεύση από τα τυριά του υπόλοιπου χρόνου.

Ο όρος «φρέσκο» περιγράφει, κυριολεκτικά, τον τρόπο τυροκόμησης:  τα τυριά αυτά, όλα λευκά και μαλακά με ήπια γεύση, τυροκομούνται με τον πιο απλό τρόπο. Δεν υπάρχει στάδιο ωρίμανσης και τα φρέσκα τυριά περιέχουν μεγάλο ποσοστό υγρασίας (58-75%), που τα διαφοροποιεί από τα υπόλοιπα τυριά. Είναι μάλιστα τόσο μαλακά που τα περισσότερα αλείφονται.

Κάποια τυριά καταναλώνονται μόνο ως φρέσκα (όπως π.χ. το Κατίκι ή το Ανθότυρο. Κάποια άλλα, όπως το Ανεβατό, ωριμάζουν και, με τη ωρίμανση, αποκτούν πιο έντονη γεύση, ενώ κάποια, όπως η μυζήθρα, μπορούν επίσης να αποξηρανθούν, οπότε γίνονται πιο σκληρά και διατηρούνται για περισσότερο χρόνο.

Υπάρχουν αρκετά «διάσημα» ανοιξιάτικα τυριά: Το Ανεβατό, το Γαλοτύρι, το Κατίκι, το Μανούρι, το Ξίγαλο, η μυζήθρα, αλλά και όλες οι ξινομυζήθρες των Κυκλάδων, είναι τα τυριά που πρωτοεμφανίζονται συνήθως στο Πασχαλινό τραπέζι και, από εκεί και πέρα, βρίσκονται στο τραπέζι μας όλη την άνοιξη και το καλοκαίρι. Είναι ιδανικά τους ζεστούς μήνες γιατί είναι υγρά και με χαμηλότερα λιπαρά και ταιριάζουν πολύ ωραία σε σαλάτες, αλλά και σε συνδυασμό με τα ανοιξιάτικα λαχανικά, όπως οι αγκινάρες, ο αρακάς και τα κουκιά, ή σε συνταγές ζυμαρικών.








Αντίστοιχα βέβαια υπάρχουν και φρέσκα τυριά άλλων χωρών, όπως η Ιταλική Ricotta, τα Γαλλικά Faiselle και Chèvre και το Ισπανικό Queso Blanco. Με τη σειρά τους κι αυτά μεταφέρουν στη γεύση τους τα αρώματα του terroir όπου βόσκουν τα ζώα, και ενώ μοιάζουν με τα δικά μας φρέσκα τυριά ως προς το χρώμα και την υφή, η γεύση τους έχει σίγουρα διαφορετικές νότες.




Φρέσκα τυριά βρίσκουμε πλέον στον εμπόριο όλον τον χρόνο, αλλά τίποτα δεν είναι τόσο απολαυστικό όσο το φρέσκο τυρί που καταναλώνεται την άνοιξη ή το καλοκαίρι στον τόπο παραγωγής του!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.

Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.
κεραμικός μαστραπάς
Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια