*-*

Παρασκευή, 5 Ιανουαρίου 2018

ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ή ΑΪ ΒΑΣΙΛΗΣ;

Ὑπάρχουν κοινά σημεία μεταξύ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καί τοῦ Ἁι Βασίλη;
Δέν ἔχουν καμία σχέση. Καταρχήν ὁ Μέγας Βασίλειος εἶναι ὑπαρκτό πρόσωπο,  ἑνας ἄνθρωπος πού γεννήθηκε, ἔζησε μεταξύ ἄλλων, ἀγωνίστηκε τόν ἀγώνα τόν καλό καί στό τέλος ἁγίασε! Ἦταν ἄγαμος, ἔγινε μοναχός, διάκονος, ἱερέας καί ἀργότερα ἐπίσκοπος.


Ἐνώ μιλώντας γιά τόν Ἁι Βασίλη ἀναφερόμαστε σέ ἕνα μή ὑπαρκτό, μυθικό πρόσωπο, πού δημιούργησε ἡ φαντασία κάποιων στά πλαίσια τῆς παγκοσμιοποίησης. Λέγεται μάλιστα πώς ὑπῆρξε παντρεμένος. Στή συνέχεια, ὁ Ἁι Βασίλης παρουσιάζεται χοντρούλης, ροδομάγουλος (σημάδια καλοπέρασης καί
αὐτάρκειας), μέ ἄσπρα μαλλιά καί γενειάδα, ντυμένος στά κόκκινα, συνεχῶς  γελαστός καί χαρούμενος. Στήν πραγματικότητα ὁ Μέγας Βασίλειος ὑπῆρξε αὐστηρός ἀσκητής, πολύ ψηλός καί πολύ ἀδύνατος, μέ μαῦρα μαλλιά καί μακριά  γενειάδα (ἀφοῦ ἐξαιτίας τῆς ἀσθένειάς του ἀπεβίωσε σἐ ἡλικία 49 ἐτῶν).

Ἀκόμη ὁ Ἁϊ Βασίλης ἐμφανίζεται συνέχεια κουβαλώντας στήν πλάτη του ἕνα τεράστιο τσουβάλι γεμάτο μέ δῶρα, (πράγμα πού συμφωνεί μέ τήν ὑπερκατανάλωση καί τή  ματαιοδοξία, πού κυριαρχεί σ’ αὐτό τόν κόσμο), πού προορίζονται μόνο γιά τά παιδιά  πού ὑπῆρξαν καλά μέσα στό χρόνο. Ἐνῶ ὁ Μέγας Βασίλειος δέν περιορίζεται σέ  κάποια συγκεκριμένη ἡλικία καί πρόσωπα, βοηθάει ὅσους ἔχουν ἀνάγκη χωρίς νά  κάνει ἐξαιρέσεις. Δέν κυκλοφορεῖ μέ κανένα σακί, οὔτε κοφίνι στήν πλάτη καί τά δῶρα του δέν εἶναι μόνο ὑλικά, ἀλλά καί πνευματικά. Καθημερινά κηρύττει τό  Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ καί ἔχει ἀφήσει σέ μᾶς μιά τεράστια παρακαταθήκη μέ  λόγους του, συγγράμματα καί βιβλία.
ΠΗΓΗ

  Ο ελληνικός, λοιπόν, Άγιος Βασίλης, όπως αναφέρει ο καθηγητής λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών κ. Μηνάς Αλεξιαδής, είναι «κάτι ανάμεσα στον Μέγα Βασίλειο της Καισαρείας, έναν από τους τρεις ιεράρχες και σε ένα πρόσωπο-σύμβολο του Ελληνισμού, που έφευγε από τα βάθη της Ασίας και έφτανε παντού: από τον Πόντο μέχρι την Πελοπόννησο και από την Μακεδονία μέχρι τον Κύπρο. Ο δικός μας Άγιος Βασίλης είναι πεζοπόρος, κρατά στα χέρια του ένα ραβδί, συζητά με όλους τους ανθρώπους στο δρόμο και εύχεται καλοτυχία και καλή χρονιά στον κόσμο. Δεν έχει σάκο, ούτε κοφίνι. Δε φέρνει δώρα, αλλά την καλοχρονιά… Η 1η Ιανουαρίου ήταν η μέρα θανάτου του Μεγάλου Βασιλείου και έτσι η ελληνική παράδοση θεώρησε ότι ο Άγιος Βασίλης είναι εκείνος που φέρνει καλοτυχία και ευλογεί τη χρονιά…».
            Ο ελληνικός λοιπόν Άγιος Βασίλης ακολουθεί τα χριστιανικά πρότυπα και ιδεώδη. Ψιλόλιγνος, ασκητής, πεζοπόρος χωρίς ιδιαίτερες προσωπικές ανάγκες γυρνάει όλο τον κόσμο (προσοχή: εκεί που θεωρείται ότι υπάρχει ελληνοχριστιανικό στοιχείο!) και μοιράζει ευχές. Οι υπόλοιποι δεν έχουν ανάγκη από καλοτυχία. Παρουσιάζεται έτσι ως ένα ακόμα σύμβολο της ορθόδοξης εκκλησίας για να συντηρήσει τη διαχρονικότητα και τη συνέχεια του ελληνικού στοιχείου από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, στην περιοχή της πάλαι ποτέ βυζαντινής αυτοκρατορίας. 
Ο Άγιος Βασίλης αποτελεί ουσιαστικά σύμβολο της λιτότητας και της ασκητικής ζωής. Δίνοντας μόνο την ευχή του αποτρέπει κάθε επιθυμία ή/και απαίτηση των πιστών προς την απόκτηση του ευζείν.
 Αντίθετα, ο δυτικός κόσμος γνωρίζει έναν Άγιο Βασίλη, η εικόνα του οποίου είναι ο συνασπισμός μύθων και παραδόσεων ολόκληρης της Ευρώπης. Έναν Άγιο Βασίλη, που έχει υπερκεράσει και τον ορθόδοξο ανταγωνιστή του. Για τους προτεστάντες της Βόρειας και Κεντρικής Γερμανίας είναι ο «Weihnachtsmann», ο «άνθρωπος των Χριστουγέννων», ενώ για τους Άγγλους είναι ο «πατέρας των Χριστουγέννων» (father Christmas).
            Ο συμπαθής γενειοφόρος κύριος με το έλκηθρο προέρχεται από τον Άγιο Νικόλαο. Για τους καθολικούς, ο Άγιος Νικόλαος είναι ο Santa Claus. Ή, διαφορετικά, Sinterklaas, στα ολλανδικά. Οι Ολλανδοί μετανάστες ήταν άλλωστε αυτοί που εξήγαγαν τη λέξη στην Αμερική τον 17ο αιώνα, όπου οι αγγλόφωνοι πληθυσμοί την υιοθέτησαν ως Santa Claus. Ο Άγιος Νικόλαος γεννήθηκε στην Μικρά Ασία τον 3ο αιώνα μ.Χ. Είναι ο προστάτης των παιδιών και των ανθρώπων της θάλασσας. Κατά το 19ο αιώνα, ο Άγιος Νικόλαος θεωρήθηκε σε ολόκληρη περίπου την Ευρώπη το Christkindlein (το παιδί του Χριστού), ο οποίος παρέδιδε κρυφά παιχνίδια στα παιδιά.
  
Η πρώτη καταγραφή του ολλανδικού μύθου έγινε το 1809 από τον συγγραφέα Ουάσιγκτον Ίρβινγκ, ο οποίος – στο βιβλίο του «A history of New York» – περιέγραψε την άφιξη ενός αγίου πάνω σε άλογο, την παραμονή της γιορτής του Αγίου Νικολάου.  Το 1812, ο Ίρβινγκ αναθεώρησε το βιβλίο του και ο Άγιος Νικόλαος εμφανίζεται μέσα σε ένα βαγόνι, το οποίο μπορεί και πετάει πάνω από τα δέντρα. Λίγο αργότερα, το 1823, ο ιερέας Κλέμεντ Κλαρκ Μουρ, έγραψε ένα παιδικό ποίημα σε εφημερίδα της Νέας Υόρκης. Εκεί περιέγραφε τον Άγιο Νικόλαο σαν καλικάντζαρο που έμπαινε στα σπίτια από την καμινάδα και ταξίδευε με ιπτάμενο έλκηθρο που το έσερναν οχτώ τάρανδοι: Ντάσερ, Ντάνσερ, Μπράνσερ, Βίξεν, Κόμετ, Κιούμπιντ, Ντόντερ και Μπλίτσεν.
            Η έμπνευση όμως του Αμερικανού εικονογράφου Τόμας Ναστ υπήρξε καθοριστική για την μετέπειτα πορεία του Santa Claus. Εκείνος ήταν που ζωγράφισε τον Santa Claus για το «Harper’s magazine» το 1863 και συνέχισε να το ζωγραφίζει μέχρι τα 1890. Κάποια στιγμή μέσα στη δεκαετία του 1860 ο πρόεδρος των ΗΠΑ Αβραάμ Λίνκολιν του ζήτησε να φτιάξει μία προπαγανδιστική εικόνα του Santa Claus με κάποιους στρατιώτες του. Ήταν από τις πρώτες προσπάθειες άσκησης ψυχολογικού πολέμου στους αντιπάλους. Ο Ναστ στη συνέχεια, προσέθεσε και άλλες λεπτομέρειες, όπως ότι το εργαστήρι του Santa βρίσκεται στον Βόρειο Πόλο. Ο επίσημος όμως σχεδιαστής του Άγιου Βασίλη, που καθιέρωσε η Κόκα Κόλα και όλοι αυτόν γνωρίζουμε, είναι ο Huddon Sundblom.
            Το υποτιθέμενο, επίσημο χωριό του Santa Claus είναι το Κορβατουντούρι (Korvatunturi) και βρίσκεται μόλις οκτώ χιλιόμετρα βόρεια του Ροβανιέμι της Λαπωνίας, στον Αρκτικό Κύκλο. Κορβατουντούρι σημαίνει «το ύψωμα του αυτιού» (Ear Fell). Επειδή λοιπόν, η περιοχή είχε κάπως το σχήμα του αυτιού, θεωρήθηκε ότι ο Άγιος Βασίλης ζούσε εκεί και «άκουγε» τις επιθυμίες των παιδιών.
 Ωστόσο, το Ροβανιέμι θεωρείται πατρίδα του Αϊ-Βασίλη μόλις από τα τέλη του 19ου αιώνα. Καθώς οι θρύλοι γύρω από το πρόσωπο του Santa Claus πλήθαιναν, όλοι ήθελαν να μάθουν πού μένει. Κι επειδή γκρι τάρανδοι ήταν δύσκολο να υπάρξουν στον Βόρειο Πόλο, οι εφημερίδες το 1927 αποκάλυψαν ότι ο Αϊ-Βασίλης μένει στη φινλανδική Λαπωνία. Ο γκρι τάρανδος είναι, άλλωστε, το εθνικό ζώο της Λαπωνίας. Το μυστικό αποκαλύφθηκε σε εκπομπή του φινλανδικού ραδιοφώνου του 1927: ο Santa Claus μένει στο Κορβατουντούρι.
            Τα υπόλοιπα τα ανέλαβαν οι εφημερίδες που αναπαρήγαγαν τον μύθο, ενώ η Κόκα Κόλα με τη γνωστή διαφήμιση έβαλε την τελευταία πινελιά: η εικόνα του Santa Claus με την κόκκινη στολή και τη λευκή γενειάδα είναι κατασκευή της Κόκα Κόλα. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.


Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.


Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια