«Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου σου Κύριε
«Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου σου Κύριε
“Άγια Νύχτα”
Το τραγούδι ακούστηκε για πρώτη φορά την παραμονή Χριστουγέννων του 1818 στο χωριό Όμπερντορφ, στο Σάλτσμπουργκ της Αυστρίας. Ο νεαρός ιερέας της ενορίας, Τζόσεφ Μορ, είχε γράψει τους στίχους του τραγουδιού δύο χρόνια νωρίτερα. Ο Μορ ζήτησε από τον δάσκαλο του γειτονικού χωριού, Φραντς Γκρούμπερ, να συνθέσει τη μουσική. Τη νύχτα της 24ης Δεκεμβρίου, στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου, ο Γκρούμπερ έπαιζε μουσική και ο Μορ τραγουδούσε. Επειδή το εκκλησιαστικό όργανο είχε χαλάσει -πολλοί λένε ότι είχε φαγωθεί από ποντίκια – ο Γκρούμπερ συνόδευσε τον Μορ, παίζοντας κιθάρα....
Μερικές βδομάδες μετά, ήρθε στο χωριό ο τεχνικός Καρλ Μαουράχερ για να επιδιορθώσει το εκκλησιαστικό όργανο. Αφού τελείωσε τη δουλειά του, ζήτησε απ’ τον Γκρούμπερ να παίξει ένα κομμάτι για να δει αν όλα λειτουργούσαν κανονικά. Εκείνος, άρχισε να παίζει τη μουσική για την «Άγια Νύχτα». Ο τεχνικός ενθουσιάστηκε με τη μελωδία. Πήρε τους στίχους και τη μουσική και τα έδειξε σε δύο οικογένειες, τους Ράινερ και τους Στράσερ, οι οποίοι ήταν γνωστοί για το μουσικό τους ταλέντο....
Η επιτυχία του τραγουδιού οφείλεται κυρίως σε αυτές τις δύο καλλιτεχνικές φαμίλιες. Το 1834, οι αδελφές Στράσερ τραγούδησαν την «Άγια Νύχτα» για τον βασιλιά Φρειδερίκο Γουίλιαμ Δ’ της Πρωσίας, ο οποίος ενθουσιάστηκε και απαίτησε να παίζεται το κομμάτι στον καθεδρικό ναό κάθε χρόνο, ανήμερα των Χριστουγέννων. ...
Η μέση παραγωγή- απόδοση μιας ώριμης ελιάς κυμαίνεται μεταξύ 50-200 λίβρες (22 έως 90 κιλά). Υπάρχουν, φυσικά, εντυπωσιακές εξαιρέσεις, καθώς υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες ένα μόνο ελαιόδεντρο παρήγαγε 1800 λίβρες (820 kg) ελιές. Ωστόσο, τα ελαιόδεντρα πρέπει να είναι ηλικίας άνω των 30-40 ετών, προκειμένου να επιτευχθούν αποδόσεις πολύ πάνω από το μέσο όρο. Κατά κανόνα, η παραγωγή μη αρδευόμενων ελαιόδεντρων συνδέεται άμεσα με την ηλικία τους, πράγμα που σημαίνει ότι ένα δέντρο 100 ετών μπορεί κανονικά να παράγει περισσότερο από αυτά που παρήγαγε όταν ήταν 60 ετών. Αντίθετα, τα αρδευόμενα δέντρα φθάνουν στην πιο παραγωγική τους περίοδο σε ηλικία 50-65 ετών.
Το φυτιλάκι, από το ανθάκι ενός πολυετούς θάμνου, της Ballota acetabulosa ή λυχναράκι ή λουμίνι ή λουμπίνι , που οι παλιοί χρησιμοποιούσαν ως φυτίλι στα καντήλια τους, πριν ανακαλυφθούν τα σημερινά συνθετικά φυτίλια.
Ανάβει σωστά και κρατά για ώρες μέχρι να στερέψει το λάδι και να σβήσει.
Το μόνο που χρειάζεται, πριν τη χρήση του, είναι να το μουσκέψει κανείς με τα δάκτυλα σε λάδι ώστε να μην καεί ανάβοντας.
Η θεομητορική εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, είναι μια από τις μεγαλύτερες εορτές του εκκλησιαστικού εορτολογίου, γι’ αυτό άλλωστε και προηγείται νηστεία και προσευχή, ώστε οι Χριστιανοί να προετοιμαστούν, ψυχικά και σωματικά για να την εορτάσουν, όπως θέλει ο Θεός. Η κοσμοσυρροή των ανθρώπων αυτήν την ημέρα, αλλά και όλες τις άλλες που προηγήθηκαν στις παρακλήσεις, δείχνει ότι τους συγκινεί βαθύτατα το πρόσωπο της Παναγίας μας.
Δεν είναι τυχαίο ότι όλες οι θεομητορικές γιορτές του χριστιανισμού είναι ημερολογιακά κατανεμημένες ανάλογα με τον ετήσιο κύκλο της παραγωγικής διαδικασίας. O κύκλος της βλάστησης και κυρίως του σιταριού κλείνει τον Δεκαπενταύγουστο, την ημέρα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, όταν καταναλώνονται όσα έχουν παραχθεί κατά τη διάρκεια της χρονιάς. Την πρώτη του Αυγούστου, του πιο πλουσιοπάροχου μήνα του χρόνου ξεκινάει η νηστεία. Οι μέρες πριν από τον Δεκαπενταύγουστο είναι μέρες περισυλλογής και προετοιμασίας για τη μεγάλη γιορτή.
Έχοντας χαρακτηριστεί πολλές φορές «μικρό Πάσχα», ο Δεκαπενταύγουστος γιορτάζεται σε όλη τη χώρα με πανηγύρια τα οποία εκτός από εκδηλώσεις πίστης αποτελούν και έντονο επικοινωνιακό γεγονός κατά το οποίο πραγματοποιείται ανταλλαγή δώρων, αγοραπωλησίες προϊόντων και μεγάλο φαγοπότι.
Στην ακολουθία του παρακλητικού κανόνα, παρακαλούμε την Παναγία να μεσιτεύει στον Υιό της για να εξαλείψει το πλήθος των αμαρτιών μας. «Ταις της Θεοτόκου πρεσβείαις, ελεήμον, εξάλειψον τα πλήθη των εμών εγκλημάτων», ψάλλουμε και παρακαλούμε την Παναγία να μας οδηγήσει σε μετάνοια.
Η Παναγία μας δείχνει τον δρόμο προς τον ουρανό. Με τις αρετές της γίνεται το φωτεινό παράδειγμα. Η αγκαλιά της χωρά όλον τον κόσμο, ειδικά όσους την επικαλούνται με πίστη.
1. Δεν είναι ψωμί, δεν λέγεται 'ψωμί' αλλά 'άρτος'. Δυστυχώς μόλις ακούμε 'άρτος' το μυαλό μας πάει στο φουσκωτό 'ψωμί' που δίνουν οι παπάδες, το οποίο είναι το ακριβώς αντίθετο από άρτο, έχει φουλ φουσκωτική μαγιά...
2. για να φτιάξουμε ψωμί , δεν χρειάζεται καθόλου μαγιά ούτε προζύμη, ενώ σήμερα όλοι βάζουν μαγιά. Φουσκώνει μόνο του..., και είναι πολύ πιό νόστιμο, λόγω της αργής ζύμωσης...
3. Για να ζυμώσουμε ψωμί, δεν χρειάζεται να το ζυμώσουμε με τα χέρια, αλλά ζυμώνεται μόνο του, αν σμίξουμε αλεύρι και νερό , σε μια πηχτή μάζα, και το αφήσουμε να ζυμωθεί πολλές ώρες: 20-30-40, αναλόγως τη θερμοκρασία.
4. Το καλύτερο ψωμί βγαίνει σε φούρνο με ξύλα. Αυτό έχει μόνο μικρή βάση αληθείας, δηλ. τη μυρωδιά του ξύλου, και τη λίγη στάχτη που κολλάει πάνω στο ψωμί. Η αλήθεια είναι πως μπορείς να ψήσεις ψωμί σε κάθε φούρνο, ακόμα και σε ηλιακό φούρνο.
5. Το ψωμί θέλει ψήσιμο στους 180 βαθμούς για 1 ώρα, κλπ.
Η αλήθεια είναι σχετική, το ψωμί γίνεται και γρηγορότερα , σε περισσότερους βαθμούς, ή και αργότερα, σε λιγότερους βαθμούς. Αν είναι μεγάλο το καρβέλι θέλει πολλή ώρα, αν είναι κουλουράκι βγαίνει σε 10-15 λεπτά.
6. Το ζυμάρι το σκεπάζεις με μια κουβέρτα για να το 'ζεσταίνει', για να φουσκώσει.
Η αλήθεια είναι πως καλό είναι να το σκεπάσουμε με κάτι, ή να το κλείσουμε στην κουζίνα ή σε ένα ντουλάπι, κυρίως για να μην πάνε τυχόν έντομα. Το ίδιο το ζυμάρι βγάζει θερμότητα λόγω της ζύμωσης, δεν το ζεσταίνει το σκέπασμα, απλώς δεν αφήνει να φύγει η θερμότητα, κι έτσι ζυμώνεται πιό γρήγορα.
Κάποιος πρέπει να τους μιλήσει για την αυτόματη ζύμωση...
8. Το ψωμί φουσκώνει άμα βάλεις επάνω στη ζύμη αγιασμένο βασιλικό από τις εκκλησίες , στις 14 Σεπτέμβρη, του σταυρού. Γίνεται επίσης καλύτερο, αν το ψέλνεις, αν λες το πατερ ημών, αν το σταυρώνεις, κλπ. κλπ. Όλα αυτά είναι θρησκευτικές δεισιδαιμονίες και μύθοι, και έχουν ευθύνη όσοι διαδίδουν αυτά, διότι έγιναν αιτία για να μην φτιάχνει κάθε σπίτι τον άρτο του.
9. Το καλύτερο ψωμί, είναι αυτό από το τάδε σιτάρι, ή το μικτό, ή το σύμμικτο, ή , ή , ή.
Η αλήθεια είναι πως τα περισσότερα αλεύρια σήμερα , δυστυχώς, είναι εισαγωγής και μεταλλαγμένα . Πάντως το καλό ψωμί θέλει κυρίως αργή αυτόματη ζύμωση, απ ότι αλεύρι και να βάλεις...
11. ---Το καλό ψωμί είναι το φρέσκο και της ημέρας, είναι κι αυτό μεγάλο ψέμα..
Το καλό ψωμί τρώγεται και 5 και 10 και 15 μέρες, και γίνεται τρόπον τινά συνεχώς καλύτερο...
12. Λένε πως το ψωμί παχαίνει, ενώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: το ζυμωτό ψωμί σε χορταίνει με ένα μικρό κομμάτι, άρα αδυνατίζει.
και οι δεκάρες οι εικοσάρες οι πεντάρες .
Σπάνια τις εύρισκες κάτω στον δρόμο
από απρόσεκτους αλλά και όταν τις εύρισκες
έσκυβες και τις μάζευες.
Ο παππούς έδινε μια δραχμή στον εγγονό
και τον έστελνε στον ψιλικατζή
να του πάρει πέντε τσιγάρα χύμα στούκας
χωρίς φίλτρο ή με φουρό (φίλτρο)
και με τα ρέστα να πάρει ότι θέλει.
Για τα τσιγάρα θα έδινε μισή δραχμή....
εκτός απ’ τις γάλακτος (τις φλόκες)
που έκαναν μια εικοσάρα η μία.
Ακούγεται αστείο αλλά έπαιρνες μερικές
καραμέλες βουτύρου ή κανέλας ή τσάρλεστον
ή χαπαχούπες (χαρτάκια).
Οι μανάδες έστελναν τα παιδιά στον μπακάλη
με ότι κέρματα τους είχαν μείνει
στο ξεφτισμένο πορτοφολάκι τους ....
"...θέλω δύο δραχμές σαλάμι..."
Ντρεπόντουσαν να πάνε οι ίδιες....
Το χαρτί του μπακάλη ζύγιζε περισσότερο
από το προϊόν....
Κουδούνιζαν οι τσέπες με τα κέρματα
στον δρόμο που κουβαλούσες....
Οι ηλικιωμένοι έδεναν με το μαντήλι τους τις δραχμές ...
κομπόδεμα το έλεγαν
και κοιμόντουσαν με αυτό.
Όπου πήγαιναν για ψώνια ξετύλιγαν
το μαντήλι και έβγαζαν τα κέρματα
για να πληρώσουν.
Ένοιωθαν ευτυχισμένοι όταν μπορούσαν
να δίνουν μια δυό δραχμές στα εγγόνια τους
και να τα στέλνουν στον ψιλικατζή να αγοράσουν κάτι.
δραχμές και φυσικά και μεγαλύτερα
ποσά.
Θα θυμηθώ ένα γείτονα που είχε κερδίσει ένα πεντακοσάρικο....
Φωνές...χαρές ...γέλια...ευχές...
Το ενοίκιο στις 150 δραχμές...θα έπαιρνε ανάσα...
θα έριχνε και λίγο τον
λογαριασμό στο τεφτέρι του μπακάλη και κάτι
θα έπαιρνε στα παιδιά.
Πίσω στα παλιά





"Αθάνατη ελληνική φυλή! Φτωχή μα αρχοντομαθημένη".
Μονάχα ένας αναίσθητος μπορεί να νοιώσει τέτοια ευτυχία. Όσο για κείνον που θέλει να επιδείξη στον πεινασμένον και στον στερημένον την ελεεινή του αυτή ευτυχία, αυτός είναι αληθινό κτήνος. Και μ’ όλα ταύτα, υπάρχουνε πολλοί τέτοιοι ανάμεσά μας, στα χρόνια μας, ένω ήτανε σπάνιοι στα παλαιότερα. Είναι κι’ αυτό ένα από τα ωραία που μας έφερε ο μέγας πολιτισμός από τα μεγάλα κέντρα!
Έτσι λοιπόν, ανάλογα στον κάθε τόπο με το πότε γιόρταζε η εκκλησία του χωριού ή σε προκαθορισμένες ημερομηνίες, γινόταν η εμποροπανήγυρη σε επίκαιρα σημεία της περιοχής, που προσφέρονταν εδαφικά και οδικά στον ευρύτερο χώρο. Στο πανηγύρι συμμετείχε ολόκληρο το χωριό, με ιδιαίτερη χαρά. Ήταν μια ευκαιρία να ξεχάσουν τα βάσανα μιας ολόκληρης κοπιαστικής χρονιάς. Σ’ αυτό το πανηγύρι, έκαναν έντονη την παρουσία τους οι νέοι του χωριού, που γάμπριζαν. Ο Ελληνικός καφές είναι η παρέα του Έλληνα σε κάθε στιγμή της ζωής του. Η παρέα και στα καλά και στα άσχημα. Το πρωϊνό καφεδάκι αποτελεί το καλλίτερο ξεκίνημα της ημέρας αλλά και το απογευματινό πού δημιουργεί την καλλίτερη ατμόσφαιρα για φιλική κουβεντούλα.
Πώς γίνετε όμως ο καφές; Ο Ελληνικός καφές έχει πολλές ποικιλίες κατασκευής και αυτές τις γνωρίζει πολύ καλά ο καφετζής αλλά και ο μερακλής του καφέ.
Ελληνικός καφές
Τρόπος παρασκευής καλού Ελληνικού καφέ
Μπρίκι
Κατά προτίμηση με στενό πάνω μέρος για να ανακυκλώνεται η θερμοκρασία κατά την διάρκεια του ψησίματος και στην σωστή διάσταση για την συγκεκριμένη ποσότητα καφέ που θα φτιάξουμε.
Εστία ψησίματος
Κατά προτίμηση χόβολη ή έστω γκαζάκι με χαμηλή φλόγα.
Το ηλεκτρικό μάτι δεν προτείνεται γιατί παρέχει ζέστη μόνο από κάτω από το μπρίκι και καθόλου από το πλάι. Επίσης αργεί να ζεσταθεί αλλά από την στιγμή που θα ζεσταθεί και μετά έχει μεγάλη ένταση η θερμοκρασία που αναπτύσσει
Φλιτζάνι.
Χοντρό πορσελάνινο για να διατηρεί ζεστό τον καφέ περισσότερη ώρα
Καφές: επιλέξτε τον καφέ που σας αρέσει. Είναι και θέμα προσωπικού γούστου πέρα από ποιότητα καφέ
Ο Ελληνικός καφές είναι συνήθως ανοιχτόχρωμος και χαρμάνι του βραζιλιάνικου Rio, Santos και Robusta. Πλέον κυκλοφορεί και πιο καβουρντισμένος, «σκούρος» ελληνικός, χαρμάνι από καφέδες της Κεντρικής Αμερικής, για όσους προτιμούν τον καφέ πιο πικρό και δυνατό. Στα καφεκοπτεία βρίσκεις χύμα και μεσαίου καβουρντίσματος, που είναι ελάχιστα πιο πικρός και πικάντικος, και δεν υστερεί σε καϊμάκι. Στην Ελλάδα ο καφές καβουρντίζεται σε κενό αέρος. Εξωτερικά ο κόκκος είναι πιο ψημένος και εσωτερικά είναι λίγο άψητος
Ονομασίες και αναλογίες καφέ / ζάχαρης.
Για φλιτζανάκι των 75 ml, (τυπικός μονός καφές)
Ρίξτε την σωστή ποσότητα νερού μετρώντας με το φλιτζάνι.
Σκέτος με 1 κ.γ. καφέ,
Μέτριος με 1 κ.γ. καφέ και 1 κ.γ. ζάχαρη ή
Μέτριος-κλασικός με 2 κ.γ. καφέ και 2 κ.γ. ζάχαρη και
Μέτριος γλυκός με 2 κ.γ. ζάχαρη.
Μέτριος με ολίγη (αλλιώς ναι και όχι) έχει λιγότερο από 1 κ.γ. ζάχαρη
Ολίγον μέτριος με 1,5 κ.γ. ζάχαρη.
Μέτριος-βαρύς Ο μέτριος με ακόμη περισσότερο καφέ ,
Πολλά βαρύς έχει 4 κ.γ. καφέ και 6 ζάχαρη, ενώ ο
Βαρύς-γλυκός 3 κ.γ. καφέ και 4 κ.γ. ζάχαρη.
Όταν ζητηθεί χωρίς καϊμάκι ο μέτριος, θα είναι μέτριος βραστός και όχι, θα πρέπει να έχει φουσκώσει δύο φορές και να σερβιριστεί από ψηλά ώστε, πέφτοντας στο φλιτζάνι, να κάνει και φουσκάλες.
Πολλά βαρύς και όχι. Το ίδιο, όπως αλλά με μισή δόση νερού
Σκέτος βραστός δεν έχει καϊμάκι, ενώ ο
Σκέτος (θεριακλίδικος) θα πρέπει να έχει και καϊμάκι, και φουσκάλες – και για να γίνει σωστός πρέπει να παρασκευαστεί σε κρύο νερό. Τρεις κουταλιές καφέ, καθόλου ζάχαρη, κρύο νερό και όταν αρχίσει να φουσκώνει ανασηκώνουμε και ξανακατεβάζουμε το μπρίκι, Σερβίρουμε από ψηλά για να κάνει και φουσκάλες
Παρατήρηση: Το κουταλάκι του καφέ είναι μικρό
Ψήσιμο καφέ
Αφού βάλουμε καφέ (ή και ζάχαρη) στο μπρίκι, ανακατεύουμε μόνο στην αρχή, μέχρι να ανακατευτεί καλά ο καφές και να λιώσει η ζάχαρη. Αποφεύγουμε να ξαναανακατέψουμε γιατί χαλάει το καϊμάκι.
Αν ψήνουμε σε χόβολη / άμμο, βυθίζουμε μέχρι τη μέση το μπρίκι στην «άμμο» και περιμένουμε να φουσκώσει.
Αν φτιάχνουμε συγχρόνως σε ένα μπρίκι παραπάνω από ένα καφέ, μοιράζουμε στα φλυτζανάκια πρώτα το καϊμάκι και μετά συμπληρώνουμε με τον υπόλοιπο καφέ.
Αν θέλουμε πλούσιο καϊμάκι χρησιμοποιούμε κρύο νερό.
Tips
Διατηρείστε το καφέ ερμητικά κλεισμένο σε αλουμινένο ή γυάλινο βάζο (ή ακόμα και στην αρχική του συσκευασία αφού τυλίξετε το πάνω μέρος από το σακουλάκι και βάλετε ένα λαστιχάκι να το κρατάει κλειστό) κατά προτίμηση μέσα στο ψυγείο
Χρησιμοποιείστε στεγνό και καθαρό κουτάλι για να πάρετε καφέ μέσα από το βάζο του καφέ
Μην βάζετε γάλα στον καφέ γιατί γίνετε πιο βαρύς, πειράζει στο στομάχι και αλλοιώνει το άρωμα και την γεύση του καφέ.
Αφήστε τον καφέ λίγα λεπτά να κάτσει το κατακάθι για να μην σας πειράξει στο στομάχι.
Γενικά
Οικιστική μελέτη του χωριού & του συνοικισμού
Το λαϊκό σπίτι, αν το σκεφτούμε μέσα στη συνοικιστική του ομάδα, αποτελεί το ιερό καταφύγιο, αλλά και το ορμητήριο του πρώτου κοινωνικού πυρήνα, που είναι η οικογένεια. Γι' αυτό συγκεντρώνει την ύψιστη προσοχή του δημιουργού (νοικοκύρη ή οικοδόμου, για τα τρία κυριότερα στοιχεία της οργανικής του οντότητας, το στέρεο και εξυπηρετικό χτίσιμο, την καλή γειτνίαση και την πρακτική ομορφιά.
Η μελέτη λοιπόν της λαϊκής κατοικίας πρέπει να γίνεται στα πλαίσια του περιβάλλοντος και του συνόλου των άλλων σπιτιών. Υπάρχει "κοινωνία σπιτιών", όπως υπάρχει και η κοινωνία ανθρώπων. Ο μελετητής λαογράφος, πριν προχωρήσει στην περιγραφή των κατοικιών και της ζωής ενός χωριού, πρέπει να δώσει την συνολική μορφή και τα οικιστικά χαρακτηριστικά του χωριού, με την εξής σειρά:
1. Οπτική (πανοραματική) μορφή του χωριού.
Τα σχήματα συνήθως των συνοικισμών είναι: κυκλικά, ασύμμετρα και επιμήκη. Ο κυκλικός συνοικισμός (χωριό) συγκεντρώνεται γύρω από ένα ύψωμα (παλιόκαστρο), μια εκκλησία, μια πηγή ή μια αγορά. Οι δρόμοι του βγαίνουν έξω ακτινωτά. Ο επιμήκης (ή μακρυδρομικός) συνοικισμός σχηματίζεται παράλληλα με τους μεγάλους εθνικούς δρόμους και είναι νεώτερος, Οι σύμμετροι συνοικισμοί ήταν παλιότερα ή σε ψηλώματα (αμφιθεατρικοί) ή σε κρυμμένες κοιλάδες. Μελετάται στις περιπτώσεις αυτές, αν το χωριό είναι δίλοφο ή διπλευρικό. Επίσης, αν είναι παράλιο, μεσόγειο ή ορεινό. Και γενικά, ποιος είναι ο προσανατολισμός και η γεωγραφική του θέση.
2. Κλίμα, έδαφος, υψόμετρο, νερά, καλλιέργειες ·απαραίτητο πλαισίωμα στην περιγραφή μας, που οδηγεί και σε συμπεράσματα, αν το χωριό είναι γεωργικό ή κτηνοτροφικό, παραγωγικό ή άγονο, πράσινο ή ξερό, λιθόκτιστο ή από ξενόφερτα υλικά.
3. Εσωτερική σύνθεση του χωριού η οποία περιλαμβάνει τα κεντρικά κτίρια όπως η εκκλησία, το σχολείο, τα Κοινοτικά γραφεία, η βρύση, τα καφενεία, η αγορά, το «μεϊντάνι» με τα μαγαζάκια και τα χοροστάσια. Οι γειτονιές με τους χαρακτηριστικούς δρόμους, το κοιμητήριο, οι δρόμοι εξόδου.
4. Ιστορικά του χωριού, όνομα και ετυμολογία, χρονολογία κτισίματος, περιπέτειες, σύγχρονες συνθήκες.
Οικιστική μελέτη του σπιτιού
1. Περιγραφή του εξωτερικού χώρου, της γειτονιάς, του εδάφους και της έκτασης του οικοπέδου (ξερότοπος, βλάστηση, απάνω γειτονιές, επικλινές έδαφος, ξάγναντο ή γούπατο).
2. Εξωτερική μορφή του σπιτιού. Μονώροφο, διώροφο, πλατυμέτωπο, στενομέτωπο, γωνιόστεγο (δίρριχτο και με αέτωμα), με επίκλινη στέγη (μονόριχτο), επιπεδόστεγο (ταράτσα), πυραμιδόστεγο ή καμπυλόστεγο. Πολυπαράθυρο ή τυφλό. Απλό ή πολυσύνθετο (με χαγιάτια, πτερύγια κτλ.). Χρώματα που κυριαρχούν. Τυχόν επιγραφές ή σήματα και χρονολογίες.
3. Υλικά οικοδομίας. Τοιχοποιία, ξυλοδομικά εξαρτήματα, στέγη (κεραμίδια, πλάκες, δὠμα από πηλό, κλαδιά ή τσιμέντο). Εδώ μπορούν να ζητηθούν και τα έθιμα χτισίματος, στα θεμελιώματα (σφάξιμο κοκκόρου, αγιασμοί κτλ.) και στη σκεπή (μαντηλώματα).
4. Αρχιτεκτονικός τύπος του σπιτιού (τοπικός ή πανελλήνιος) και γενική αισθητική. Εκτίμηση των ιδιοτυπιών και εμπνεύσεων. Αισθητική της προσαρμογής στο περιβάλλον. Ψεκτά σημεία επίσης.
5. Εσωτερική διαίρεση του σπιτιού (κάτοψη & τομή). Δωμάτια και χώροι (και τρόποι) οικογενειακής ζωής, για το αντρόγυνο, για τα παιδιά, για τους γέρους, για τους ξένους. Φροντίδες προσανατολισμού και υγιεινής. Πρακτικά διδάγματα, αλλά και άγνοιες. Χρώματα και διακόσμηση, θέση της εστίας και καπνοδόχος.
6. Έπιπλα & σκεύη. Εντοιχισμένα και κινητά έπιπλα της λαϊκής κατοικίας. Τόποι κατασκευής ή αγοράς. Οι ντόπιοι επιπλοποιοί. Τα αρμάρια τροφίμων, οι παλιές κασέλες, το εικονοστάσι. Μεταγενέστερες αστικές εξελίξεις. Τα σκεύη (αγγεία) του μαγειρειού, της τραπεζαρίας, του νοικοκυριού (νερό, πλύσιμο) και της φιλοξενίας (δίσκοι, σερβίτσια κτλ.). Η εσωτερική ατμόσφαιρα και εμφάνιση του σπιτιού είναι η ζωντανότερη πλευρά της ελληνικής κατοικίας, επειδή δείχνει τις οικονομικές συνθήκες της οικογένειας, την προσωπικότητα της νοικοκυράς, την πολιτιστική διάθεση για βελτίωση, και το πνεύμα της φιλοξενίας.
7. Αυλή & κήπος: Τα χτισίματα της αυλής, φούρνος, μαγειρειό, στάβλοι, αχερώνας, κοτέτσι ή περιστερώνας κτλ. Το πηγάδι και η στέρνα, τρόποι για την άντληση του νερού. Η κεντρική και η δευτερεύουσα πόρτα με την αρχιτεκτονική της στέγης τους. Χτυπητήρια ή κουδούνια για ειδοποίηση. Ασφαλιστικά σύνεργα. Η μάντρα ή ο φράχτης, μικροεμπόδια για τους κλέφτες. Δέντρα και καλλιέργειες. Σπιτική ανθοκομία και γλάστρες ή αρτάνες.
8. Ιδιόρρυθμες αγροτικές κατοικίες: Καλύβες πέτρινες ή δεντρόκλαδες, στάνες και στρούγγες, τσαρδάκια, λιμναίες καλαμωτές κατοικίες κ.α.
Η μελέτη της ελληνικής κατοικίας, ιδιαίτερα στην παραδοσιακή της μορφή, είναι έργο εθνικό, όσο εθνικός ήταν πάντα και ο ρόλος του ελληνικού σπιτιού, που στέγασε με συνεχή εξέλιξη την πρώτη γέννηση, τα παιδικά χρόνια, την οικογενειακή τιμή, τον γάμο, τις χαρές και τις λύπες, τον ειρηνικό θάνατο, την φτώχεια ή τον πλούτο, αλλά και την αξιοπρέπεια και την ελευθερία του κάθε Έλληνα.
από Αθηναΐς

Παρουσιάζεται στα φύλλα σαν πολυάριθμα και πυκνά στίγματα σκουρόξανθα, τα όποια εμποδίζουν τη κανονική λειτουργία της βλαστήσεως. Προλαμβάνεται με 2-3 ψεκάσματα βορδιγαλείου πολτού (1 οκά θειικός χαλκός με 1 οκά ασβέστη σε 100 οκάδες νερό).